Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Nietzsche - Ό,τι ονομάζουμε «αγάπη»



«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους». -Friedrich Nietzsche

Αγάπη και φιληδονία! Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις.

Κι όμως, θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο αυτές λέξεις το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές.

Η πρώτη εγκωμιαστικά, απ' την άποψη των ανικανοποίητων και των ακόρεστων που βρίσκουν «καλό» το ένστικτο αυτό· τη δεύτερη με τη χυδαία έννοια, από την άποψη εκείνων που γνωρίζουν καλά πλέον, που έχουν ένα ένστικτο κατοχής κατασιγασμένο κάπως, και που τώρα φοβούνται για τα «αγαθά» τους.

Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία;

Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια;

Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου;

Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά.

Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει· δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι' αυτό. Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.

Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.

Η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε για τον εαυτόν μας προσπαθεί να διατηρηθεί με το να μεταμορφώνει πάντοτε κάποιο καινούριο πράγμα μέσα μας· κι αυτό ακριβώς ονομάζεται «κατοχή».

Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. (Μπορούμε και να υποφέρουμε απ' το παραπανίσιο· επίσης, και η ανάγκη του να πετάμε, να προσφέρουμε, μπορεί και αυτή να πάρει το κολακευτικό όνομα «αγάπη»).

Όταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει, με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία που μας προσφέρεται. Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος· και αυτός, ονομάζει «αγάπη» την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος που έχει ξυπνήσει μέσα στη ζωή του και την χαίρεται, όπως χαίρεται κανείς την πρόσκληση μιας καινούριας κατάστασης.

Αλλά εκείνο που παρουσιάζεται σαν επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη.

Αυτός που αγαπά θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να εξουσιάζει απόλυτα, τόσο την ψυχή του, όσο και το σώμα του, θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το υψηλότερο και πιο επιθυμητό αγαθό.

Αν καθίσουμε και σκεφτούμε προσεκτικά όλα τα παραπάνω, θα δούμε πως αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν φανερώνει τίποτ' άλλο παρά απ' το να αποκλείουμε ολόκληρο τον κόσμο απ' την απόλαυση ενός αγαθού και μιας πολυτιμότατης ευτυχίας, αν σκεφτούμε πως αυτός που αγαπά προσπαθεί να κάνει φτωχούς και να στερήσει όλους τους άλλους αντιπάλους, και να γίνει ο δράκουλας του θησαυρού του σαν τον πιο αδιάκριτο «κατακτητή» και τον πιο εγωιστή εκμεταλλευτή· αν, τέλος, υποθέσουμε πως ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος του είναι τελείως αδιάφορος, χωρίς χρώματα και χωρίς καμιά άξια, και πως είναι έτοιμος να κάνει κάθε θυσία, να διαταράξει κάθε καθιερωμένη τάξη, να βγάλει στο περιθώριο κάθε ενδιαφέρον, θα μείνουμε κατάπληκτοι!...

Ναι! Θα μείνουμε κατάπληκτοι και Θα αναρωτηθούμε: Πως αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφρονη αδικία της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές της ιστορίας, και ακόμα, πως έβγαλαν από την αγάπη αυτή την ιδέα της αγάπης σαν αντίθετο του εγωισμού, ενώ ίσως αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφρασή του.

Η συνήθεια, σ' αυτή την περίπτωση, θα δημιουργήθηκε από αυτούς που δεν είχαν τίποτα και που επιθυμούσαν να αποκτήσουν κάτι.

Είναι σίγουρο πως πάντα θα υπήρχαν και οι παραπανήσιοι.

Όσοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν πολλά, να κορεστούν δηλαδή, πετούσαν κάπου κάπου τη λέξη «μανιασμένος δαίμονας», όπως ο αρχαίος Σοφοκλής, ο πιο αξιαγάπητος στους Αθηναίους.

Αλλά ο Έρωτας πάντα κοροϊδεύει κάτι τέτοιους βλάσφημους· είναι οι μεγαλύτεροι ευνοούμενοί του.

Βέβαια, υπάρχει εδώ κι εκεί πάνω σ' ολόκληρη τη γη κι ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλον, παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούρια επιθυμία, σ' έναν καινούριο πόθο, σε μια ύψιστη, κοινή επιθυμία, την επιθυμία ενός ιδανικού που να τους υπερβάλλει και τους δυο τους.

Αλλά ποιός γνωρίζει αυτή την αγάπη; Ποιός άνθρωπος την έζησε;

Το όνομά της, το αληθινό της όνομα, είναι φιλία.



Friedrich Nietzsche, «Η θεωρία του σκοπού της ζωής» -απόσπασμα




ΠΗΓΗ...http://www.o-klooun.com

"Εναλλαγή" - ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ



Δεν θα γίνεις ποτέ δικός μου.
Ούτε εγώ δική σου.
Έτσι λοιπόν, θα είμαστε μαζί
Όχι ο ένας κτήμα του άλλου.
Αλλά εκκεντρικά μαζί και ξέχωρα,
Θα βλέπουμε, φαντάσου
Το ίδιο αστέρι, λόγου χάριν
Μα θα κάνουμε περισσότερες ευχές.
Θα βλέπουμε, φαντάσου
Ένα το φεγγάρι, επί παραδείγματι
Μα θα εστιάζουμε σε διάφορους κρατήρες του
 Ο καθένας.
Κι αν τυχόν  χαρίσουμε λυγμούς
Σε κάποια πλάση
Τότε,
Οι λόγοι που θα συντρέχουν θα είναι
Αρκετοί, πολλοί, άπειροι, ατέρμονοι
Μα όχι δα και αδιέξοδοι.

ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ

(συλλογή: Εαρινά Ηλιοτρόπια, Εκδ. Νοών Αθήνα 2014)



ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ- ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
H Μαρία Γ. Τζανάκου γεννήθηκε το 1986 στην Αθήνα. Κατά την περίοδο 2004-2008 σπούδασε στο φιλολογικό τμήμα του πανεπιστημίου Αθηνών από όπου και πήρε το πτυχίο της με ειδίκευση στην μεσαιωνική και νεοελληνική φιλολογία.
Η ενασχόλησή της με την Ποίηση, χρονολογείται από την εποχή που ήταν μαθήτρια λυκείου (μεταίχμιο γυμνασίου-λυκείου) περίοδο κατά την οποία, έχει γραφτεί ένα τμήμα της πρωτόλειας και εκδοθείσας το έτος 2005 συλλογής της (α)"Συμπαντικές Καταδύσεις". Στη συνέχεια και μέχρι σήμερα έγραψε και κυκλοφόρησαν κατά σειρά οι ακόλουθες ποιητικές της συλλογές:

(β) Υπομνήματα Σιωπής, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2006
(γ)Τριμερής Συστοιχία Μέθεξης, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2007
(δ) Πεποιθησιογόνα, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2012.
(ε) Εαρινά Ηλιοτρόπια, Εκδόσεις Νοών , Αθήνα 2014
καθώς και το παραμύθι:
(στ) Φλάφυ το Αρκουδάκι, Εκδόσεις Νοών, Αθήνα 2015
Το έτος 2012 έλαβε ποιητικό αριστείο από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κελαινώ" καθώς και βραβείο για την ποιητική συλλογή "Πεποιθησιογόνα".
Το έτος 2015 έλαβε ποιητικό βραβείο από το λογοτεχνικό περιοδικό "Κελαινώ" για την ποιητική συλλογή: Εαρινά Ηλιοτρόπια".
Ποιήματά της έχουν περιληφθεί:
1. Στο Ανθολόγιο Ποίησης «Αχ Έρωτα- Ημερολόγιο 2016, Εκδόσεις Βεργίνα»
2. Στην δοκιμιακή μελέτη και ανθολογία της Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη «Ο Ελληνικός Στίχος, εκδόσεις Αγγελάκη
3. Στον 28ο τόμο της Μεγάλης Εγκυκλοπαίδειας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ΧΑΡΗ ΠΑΤΣΗ.
Από το 2013 είναι διαχειρίστρια του λογοτεχνικού ιστολογίου ΛΗΚΥΘΟΣ (licithos.blogspot.gr)καθώς και των ιστολογίων (licithos2.blogspot.gr, mariatzanakoupoems.blogspot.gr, apofthegmatologio.blogspot.gr, karavakioneirwn.blogspot.gr)
Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.


ΠΗΓΗ...http://licithos.blogspot.gr/

Ο μύθος του Πυγμαλίωνα



Ο Πυγμαλίων ήταν ένας γλύπτης. Πιθανότατα, ο καλύτερος από τους καλλιτέχνες που δούλευαν την πέτρα σε όλη τη χώρα.
Ένα βράδυ, βλέπει στον ύπνο του μια πανέμορφη γυναίκα να περπατά στο δωμάτιο υπεροπτικά και αισθησιακά στο δωμάτιό του. Ο Πυγμαλίων πιστεύει πως είναι η Αφροδίτη, η θεά της αγάπης και του έρωτα και σκέφτεται πως η ίδια του έστειλε αυτήν την εικόνα για να του ζητήσει να φτιάξει ένα άγαλμα προς τιμήν της. Το επόμενο πρωί ο Πυγμαλίων πηγαίνει στο λατομείο και εκεί βρίσκει, λες και τον περίμενε, ένα μεγάλο κομμάτι από μάρμαρο που ταίριαζε στην εντέλεια με την ιδέα του έργου του, τη γυναίκα του ονείρου του, σε φυσικό μέγεθος, όρθια, ελάχιστα γερμένη πάνω σε έναν τοίχο, να κοιτάζει υπερήφανα τον κόσμο των θνητών.
Τους επόμενους μήνες ο καλλιτέχνης σμιλεύει την πέτρα αφαιρώντας ότι περισσεύει, ώστε να φανεί η απόλυτη ομορφιά του έργου. Κάθε μέρα δουλεύει ακούραστα, κάθε νύχτα ονειρεύεται αυτό το πρόσωπο, αυτό το σώμα, αυτά τα χέρια, αυτήν την πόζα. Το άγαλμα παίρνει σιγά σιγά μορφή και, δεδομένου ότι ο Πυγμαλίων κοιμάται στο εργαστήριό του, η μαρμάρινη γυναίκα είναι η πρώτη φιγούρα που αντικρίζει κάθε πρωί.
Ο Πυγμαλίων, όχι μόνο μπορεί να δει μέσα του το έργο ολοκληρωμένο, αλλά αρχίζει και να φαντάζεται πως θα ήταν αυτή η γυναίκα αν ερχόταν στη ζωή. Με κάθε λάξευμα, ο γλύπτης φανερώνει αυτά που φαντάστηκε και που ξέρει για αυτό το άψογο θηλυκό. Για να την ορίσει τελειότερα της δίνει και όνομα: Γαλάτεια.
Όσο διαγράφονται οι λεπτομέρειες στο μάρμαρο, τόσο μεγαλώνει η εμμονή του καλλιτέχνη να δει το έργο του ολοκληρωμένο. Δεν είναι απλά η επιθυμία της ολοκλήρωσης του έργου που θα αισθανόταν οποιοσδήποτε γλύπτης, είναι το πάθος ενός ερωτευμένου να βρεθεί μπροστά στην αγαπημένη του. Τελικά, η μέρα φτάνει. Μένει μόνο ένα γυάλισμα, και η Γαλάτεια θα είναι έτοιμη να παρουσιαστεί στην κοινωνία. '' Ο κόσμος θα μείνει άφωνος μπροστά στην ομορφιά σου'' λέει στο μάρμαρο.
Εκείνη τη νύχτα, τον ξυπνά ένα αεράκι που μπαίνει από το παράθυρο. Μια πανέμορφη γυναίκα στέκεται μπροστά στη Γαλάτεια. Από μέσα της αναβλύζει μια έντονη λάμψη. Είναι η ίδια η Αφροδίτη. Κατέβηκε στο εργαστήριο για να δει το έργο που έκανε ο Πυγμαλίων προς τιμήν της. ''Σε συγχαίρω, γλύπτη, είναι ένα αριστούργημα. Αισθάνομαι πολύ ικανοποιημένη. Ζήτα μου ότι θες και εγώ θα το εκπληρώσω'' λέει η θεά. Ο Πυγμαλίων δεν διστάζει. Ξέρει τι είναι αυτό που επιθυμεί. Το σκέφτεται εδώ και βδομάδες. ''Ευχαριστώ Αφροδίτη. Η μοναδική μου επιθυμία είναι να δώσεις ζωή στο άγαλμά μου. Να επιτρέψεις να μεταμορφωθεί σε γυναίκα από σάρκα και οστά, μια γυναίκα που να είναι, να αισθάνεται και να σκέφτεται όπως εγώ τη φαντάστηκα…''
Η θεά το σκέφτεται και τελικά αποφασίζει ότι ο γλύπτης το αξίζει. ''Δεκτό'' λέει η Αφροδίτη και μετά εξαφανίζεται. Καθώς η χαρά του παλεύει με την ταραχή του, ο Πυγμαλίων βλέπει πως η Γαλάτεια ανοίγει τα τεράστια μάτια της και πως το δέρμα της αλλάζει από το παγωμένο λευκό του μάρμαρου στο ζεστό ροζ χρώμα της ανθρώπινης επιδερμίδας. Ο καλλιτέχνης την πλησιάζει και της προτείνει το χέρι του, για να την κατεβάσει από το βάθρο. Με μία πριγκιπική χειρονομία, η Γαλάτεια δέχεται το χέρι του Πυγμαλίωνα και κατεβαίνει περπατώντας υπεροπτικά προς το παράθυρο.
''Γαλάτεια'' λέει ο Πυγμαλίων, ''είσαι δημιούργημά μου. Εσωτερικά και εξωτερικά είσαι ακριβώς αυτό που φαντάστηκα, όπως σε επιθύμισα. Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής κάθε θνητού. Η γυναίκα των ονείρων του, έτσι ακριβώς όπως την ονειρεύτηκε, να στέκει μπροστά του. Παντρέψου με, ωραία Γαλάτεια.''
Η πανέμορφη γυναίκα γυρίζει το κεφάλι και τον κοιτάζει πάνω από τον ώμο της για μια στιγμή. Μετά, ξανακοιτάζει την πόλη και του λέει με τη φωνή που ο Πυγμαλίων είχε φανταστεί, αυτό που ο καλλιτέχνης ποτέ δεν είχε σκεφτεί: ''Εσύ ξέρεις πολύ καλά τι σκέφτομαι και πως είμαι. Ειλικρινά πιστεύεις ότι κάποια σαν και εμένα θα μπορούσε να συμβιβαστεί με κάποιον σαν και εσένα;''




Παιδικά παιχνίδια – του Δημήτρη Χριστόπουλου



Παιδικά παιχνίδια
«Οι χώρες»

Η κιμωλία. Λευκή. Ο κύκλος μεγάλος, να τους χωράει όλους. Όλους;
Εγώ, η Αλβανία, είπε ο Τ.
Εγώ, η Ρωσία, λέει η Μ.
Εγώ, η Πολωνία, πρόσθεσε η Χ.
Εγώ, η Αίγυπτος, φώναξε η Π.
Α… κι εγώ τότε… (μικρή παύση) το Σουδάν, όχι, πλάκα κάνω, είπε, σκασμένη στα γέλια, η Β. Η Ινδία!
Η Συρία! Είπε χαμηλόφωνα ο Σ. με το ένα πόδι.
Οι άλλοι απόρησαν.
Η Βοσνία, η Αιθιοπία, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, το Σουρινάμ…
Γέμισε ο κύκλος.
Κι εγώ στο κέντρο, λέει ο Σωτήρης από την Ελλάδα.
Έτοιμοι! προειδοποιεί ο αρχηγός.
Με το τρία…
Ένα-δύο-τρία… ΦΥΓΑΜΕ!
Ένα-δύο-τρία-τέσσερα-πέντε-έξι-επτά-οκτώ-εννέα-δέκα. ΣΤΟΠ!
Αγάλματα. Στρατιωτάκια αγέλαστα, ακούνητα, αμίλητα.
Ο Σωτήρης λογαριάζει. Ο Σωτήρης μετρά με τα δάχτυλα. Σταθμίζει. Βάζει στη ζυγαριά. Είναι Έλληνας αυτός και ξέρει… οι αποστάσεις σε ξεγελούν. Δεν θέλει να χάσει, να ντροπιαστεί στα μάτια τους. Είναι ελληνόπουλο, με λαμπρά ιστορία, αλλά λυπάται κιόλας, όσο να ’ναι. Ο Σ. έμεινε τελευταίος και όλα τα βλέμματα έπεσαν πάνω του. Το πρόσωπο του άδειο, ανέκφραστο. Τον καημενούλη!
Συρία! φωνάζει αποφασιστικά ο Σωτήρης, ενώ οι υπόλοιποι έχουν αρχίσει να δυσανασχετούν με την κα-θυστέρηση. Τον μπιζάρουν. Κάνει ψοφόκρυο σήμερα.
Πέντε βήματα, ούτε ένα παραπάνω. Παιχνιδάκι είναι για μένα, σκέφτεται το κέντρο. Άλλο ένα μέτρημα, άλλος ένας υπολογισμός ακριβείας. Το παιχνίδι το ξέρει καλά· πολύ καλά. Το παίζει χρόνια αυτός.
Μετράει ένα ένα σταθερά τα βήματά του μέχρι το πέντε. Εδώ δεν έχει ζαβολιές. Είναι το κέντρο.

Πέρασαν ώρες, μέρες, βδομάδες. Ο Σωτήρης ακόμα μετρά, μετρά, μετρά… Έχει φτάσει στο άπειρο και μετρά τις ανάσες του. Έχει καταργήσει τα μέτρα, κοιτάζει πίσω, δεν βλέπει τίποτα, ούτε τον κύκλο, ούτε το κέντρο. Τίποτα. Μετρά. Είναι καλός στα Μαθηματικά, δεν μπορεί, κάποιο λάθος θα ’γινε. Απο-καμωμένος, κάθεται χαμαί. Κλαίει. Κλαίει δυνατά και γυρεύει τη θέση του στο κέντρο. Το σπίτι του. Κανείς δεν τον ακούει.

[Πρώτη δημοσίευση, στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ο πίνακας είναι του Συμεών Σαββίδη.]




ΠΗΓΗ...http://frear.gr/

Τι είναι το '' Φάτα Μοργκάνα'' που παρουσιάζεται στο έργο του Νίκου Καββαδία;


"...Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα
Που πας; Στο μάτι του Κυκλώνα
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα..."


Το Φάτα Μοργκάνα είναι ένα φαινόμενο αντικατροπτισμού το οποίο πρωτοπαρατηρήθηκε στη Σικελία.
 Ο Νίκος Καββαδίας λέει πως συμβαίνει στην Σικελία ή στην Νάπολη τρεις η ώρα τη νύχτα και είναι ένα φαινόμενο στο οποίο παρουσιάζονται τρεις γυναίκες να χορεύουν στον Ορίζοντα. Κρατάει ένα εως δύο λεπτά.
 Όπως διαβάζουμε στο πολύ ωραίο βιβλίο του Μήτσου Κασόλα '' Νίκος Καββαδίας: Γυναίκα-Θάλασσα- Ζωή'' ο μεγάλος αυτός Έλληνας ποιητής το είδε το φαινόμενο αυτό 2 φορές και παρατήρησε μάλιστα τα πέπλα τους, τα μαλλιά τους κ.α...


Τι λέει το Βικιπαίδεια

Η ονομασία Φάτα Μοργκάνα αποτελεί ιταλική μετάφραση του ονόματος της Μόργκαν λε Φέι, της μάγισσας και ετεροθαλούς αδελφής του Βασιλιά Αρθούρου, και χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ένα ιδιαίτερο είδος αντικατοπτρισμού, ένα οπτικό φαινόμενο, που οφείλεται σε θερμοκρασιακή αναστροφή. Τα αντικείμενα στον ορίζοντα, όπως νησιά, κρημνοί, πλοία ή παγόβουνα, εμφανίζονται σύνθετα, δηλαδή δύο είδωλα ίδιου αντικειμένου ενωμένα αντίστροφα κατά κορυφή.
Όταν ο καιρός είναι ήπιος, η απρόσκοπτη αλληλεπίδραση μεταξύ του ζεστού υπερκείμενου αέρα και του πυκνότερου ψυχρού αέρα κοντά στην επιφάνεια του εδάφους μπορεί να δράσει ως διαθλαστικός φακός, δημιουργώντας ένα κατακόρυφα αντεστραμμένο είδωλο, επί του οποίου φαίνεται να αιωρείται το απομακρυσμένο ευθύ είδωλο.
 Η Φάτα Μοργκάνα παρατηρείται συνήθως τις πρωινές ώρες μετά από μια ψυχρή νύχτα που έχει ως αποτέλεσμα τη διαφυγή θερμότητας δι' ακτινοβολίας στο διάστημα. Η πρώτη αναφορά σε "Φάτα μοργκάνα" στα αγγλικά, το 1818, αφορούσε έναν παρόμοιο αντικατοπτρισμό που παρατηρήθηκε στο Στενό της Μεσσίνας, ανάμεσα στην Καλαβρία και τη Σικελία. Είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις κοιλάδες των ψηλών βουνών, όπως η κοιλάδα Σαν Λούις του Κολοράντο όπου το φαινόμενο μεγεθύνεται εξαιτίας της καμπύλωσης του πυθμένα της κοιλάδας που αντισταθμίζει την καμπυλότητα της Γης. Είναι πιθανό να παρατηρηθεί στις Αρκτικές θάλασσες σε πολύ γαλήνια πρωινά, ή συχνά στις καλυμμένες με πάγο κρηπίδες της Ανταρκτικής.
Η "Φάτα Μοργκάνα" υπάγεται στους ανώτερους αντικατοπτρισμούς (superior mirage), που διακρίνονται από τους πιο συνηθισμένους κατώτερους αντικατοπτρισμούς (inferior mirage), οι οποίοι δημιουργούν την οφθαλμαπάτη μακρινών νερόλακκων στην έρημο και "υγρού οδοστρώματος" στους πολύ ζεστούς δρόμους.


Αρχείο:2005-08-22 fata morgana.jpg
Το φαινόμενο Φάτα Μοργκάνα, όπου διπλό είδωλο ακτής φέρεται ενωμένο "κατά κορυφή"





Μικρός Μύθος - Φραντς Κάφκα



-"Αχ" είπε το ποντίκι ,
 ''ο κόσμος στενεύει κάθε μέρα. Στην αρχή ήταν τόσο πλατύς που φοβόμουν, συνέχισα να τρέχω, και χάρηκα όταν είδα τελικά στο βάθος δεξιά και αριστερά τοίχους, αλλά οι μακρινοί αυτοί τοίχοι συγκλίνουν με τόση ταχύτητα που έφτασα ήδη στο τελευταίο δωμάτιο και εκεί στη γωνία στέκει η παγίδα και τρέχω καταπάνω της''.

-"Δεν έχεις παρά να αλλάξεις κατεύθυνση'' είπε η γάτα και το έφαγε.


 Διηγήματα και μικρά Πεζά, εκδόσεις Ροές

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη





Πηγή:http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/

Χελιδόνια – της Αντιγόνης Ηλιάδη



«Δεν θυμάμαι πώς πετούν τα χελιδόνια.» Της είπε κι εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. Κάθισαν στο τραπέζι και κοιτάζονταν μες την ησυχία, για λίγη ώρα. Ακούστηκε μια σελίδα να γυρίζει. Τον διέταξε να σκουπίσει τα πόδια του μέσα στο πιάτο που είχε μπροστά του. Αυτός τα σήκωσε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τρίβει την άμμο από το δέρμα κι ακουγόταν το γδάρσιμο που του άφηνε μικρές κουκίδες, συντριβανάκια από αίμα. Επόμενη σελίδα και η σιωπή φάνηκε εκκωφαντική. Τον διέταξε να πάρει την άμμο με τις χούφτες του και να την φάει. Αυτός κοίταξε το παράθυρο με τα κάγκελα και ένιωσε τον κρύο αέρα της νύχτας στις πίσω τρίχες στο λαιμό του. Βούτηξε το χέρι του στην άμμο και ηδονίστηκε με την απαλότητά της. Σήκωσε το χέρι του γεμάτο και το έφερε στο στόμα και ρούφηξε προς τα μέσα. Έβηξε δυο τρεις φορές, αλλά στο τέλος κατάπιε. Ένιωσε το λαιμό του ξερό. Έβηξε ξανά. Τον κοίταζε. Σήκωσε το δάχτυλό της και του έδειξε τους κόκκους άμμου που είχαν μείνει στο πιάτο. Αυτός πήρε το πιάτο μπροστά στο στόμα του και το έγλειψε. Το άφησε κάτω ήρεμα.

Από την πλευρά της ακούστηκε ένας γδούπος, έκλεισε το ευαγγέλιο, το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και ξεκούμπωσε το πουκάμισό της αργά. Αυτός άρχισε να τρέμει. Έβηξε ξανά. Εκείνη δίπλωσε το πουκάμισό της και το ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας της. Αυτός είχε μείνει κάτωχρος εμπρός στην ανόθευτη γύμνια της, στα ριζά των κατάμαυρων μαλλιών της, πίσω στο λαιμό της, στα ανάγλυφα κόκαλα της πλάτης της, που ανέβαιναν το χάρτινο δέρμα της, στο κτίσιμο της σπονδυλικής της στήλης, στους ώμους της που ήταν δυνατοί και στέρεοι και στα μακριά της χέρια που κινούνταν γρήγορα και τακτικά. Το γυμνό της στήθος έλαμψε σαν μεγάλο, παχύ και ροδόλευκο φρούτο, κάτω από το φως της κίτρινης λάμπας. Αυτή άγγιξε με τις άκρες των δαχτύλων της την ρόγα που έσταξε πάλλευκο γάλα. Έπειτα, πήρε το πιάτο μπροστά της και στράγγιξε με τα δάχτυλά της το στήθος της, συνθλίβοντάς το, μες το πιάτο. Εκείνος ήταν σίγουρος πως θα πεθάνει. Του είχε κοπεί η ανάσα και ένιωθε βαθιά συγκινημένος. Εκείνη, με απαλές κινήσεις, έσπρωξε το πιάτο προς το μέρος του και ξαναπήρε το ευαγγέλιο στα χέρια της, χωρίς να βάλει το πουκάμισό της.

Αυτός με ανεξέλεγκτο τρέμουλο, δοκίμασε να πάρει το πιάτο στα χέρια του. Όμως το πιάτο ταλαντεύθηκε επικίνδυνα και το γάλα κόντεψε να χυθεί έξω κι έτσι το άφησε κάτω. Την κοίταξε, για να βεβαιωθεί πως τον παρακολουθούσε. Έπειτα, έσκυψε το κεφάλι του, διψασμένος από ασίγαστο πόθο και άρχισε να πίνει το γάλα με μεγάλες γουλιές. Το ένιωσε να τρέχει στην μύτη του, στο λαιμό του, στα πλάγια του στόματός του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Ρούφηξε και την τελευταία σταγόνα από το πιάτο και σηκώθηκε. Την κοίταξε. Αυτή έκλεισε το ευαγγέλιο και του έγνεψε να πάει κοντά της.

Κανείς τους δεν άκουγε την σιωπή, γιατί ήταν πνιγμένοι από τα λόγια των σωμάτων τους. Γονάτισε μπροστά της. Ξάπλωσε ανάμεσα στα πόδια της. Ένιωθε σαν ανάποδο τριαντάφυλλο, γερμένο προς τα μέσα στο χώμα. Δεν επιθυμούσε παρά να συρθεί εκεί, από όπου γεννήθηκε. Με το βλέμμα του συνάντησε το δικό της, ανάμεσα από το κενό των πληθωρικών μαστών της. Τα μάτια της ήταν σαν δυο λαμπερές θάλασσες, κατάμαυρες που σε κοιτούσαν όπως τα ρολόγια. Κινούνταν, αλλά ποτέ δεν ήξερες για ποιον και αν ήταν για κανέναν. Κι αν ήξερες τον κίνδυνο, πάλι, ήθελες να πνιγείς μέσα τους.

Έπιασε το κεφάλι του στα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά της και το έβαλε ανάμεσα στα στήθια της. Αυτός για λίγο, έχασε τις αισθήσεις του, βρέθηκε να πλανάται συγχυσμένος. Το θαυμάσιο, άγριο άρωμά της έσπρωξε τα χείλια του στην θηλή. Γύμνωσε με ζωική διέγερση τα δόντια του και κύκλωσε την ρώγα. Εκείνη έμπηξε τα νύχια της στο λαιμό του κι άρχισε να τον γδέρνει, καθώς αυτός την δάγκωνε, αγκαλιασμένος από τα πόδια της. Έβαλε το χέρι του στα οπίσθιά της, μέσα από το φόρεμα και αυτή τον πλήγωσε άγρια στο λαιμό. Με περισσή φρενίτιδα, άρχισε να ουρλιάζει από ουσιαστικό οργασμό. Κι αυτός δάγκωνε κι έγλειφε εξαιρετικά, ώσπου άγγιξαν τα ουράνια με τον οργασμό τους. Όταν κατευνάστηκε και η τελευταία τους πείνα, χωρίστηκαν για να ανασάνουν.

Ύστερα από λίγο τον διέταξε να φέρει την κάσα. Αυτός πήγε στο άλλο δωμάτιο και γύρισε, σέρνοντας στα περήφανα μπράτσα του, ένα ξύλινο κουτί σε μέγεθος ανθρώπινο. Το άφησε δίπλα στο τραπέζι. Άνοιξε το καπάκι. Αυτή μπήκε μέσα. Έτσι γυμνή από πάνω, γεμάτη αίματα και υγραμένη, κάτω από το φόρεμα, ξάπλωσε. Έβαλε το ευαγγέλιο ανάμεσα στα σταυρωμένα χέρια της και τον κοίταξε. Τον ρώτησε, ύστερα από λίγο, αν θυμήθηκε. Αυτός είχε ξεχάσει τα πάντα, αλλά έγνεψε ναι, εκστασιασμένος. Αυτή του είπε, πως αν ξεχάσει ξανά, θα τον βάλει μες την κάσα. Σύμφωνοι; Κι αυτός έγνεψε καταφατικά. Εκείνη, βγήκε από το κουτί και το έκλεισε μόνη της με θόρυβο. Πήρε το πουκάμισό της, κουμπώθηκε ήρεμα και αθόρυβα και κάθισε στη θέση της. Άνοιξε το ευαγγέλιο και συνέχισε το διάβασμα.

Ένιωθε μεγαλύτερος, όταν εκείνη έβγαλε την μπλούζα της. Αλλά τώρα, πάλι είχε μικρύνει. Έσκυψε στο πάτωμα κι έψαξε να βρει μήπως είχε ρίξει κατά λάθος κάπου κανέναν κόκκο άμμου να τον φάει, για να βήξει και να του δώσει κι άλλο γάλα. Αλλά άδικος κόπος. Τα πλακάκια γυάλιζαν από καθαριότητα και βρωμούσαν και χλωρίνη. Σηκώθηκε και κάθισε στην καρέκλα. Έμεινε να κοιτάζει την μάνα του με ανοιχτά τα μάτια. Ήθελε να της πει για τα χελιδόνια, αλλά σκέφτηκε την κάσα κι άλλαξε γνώμη. Δεν θυμόταν πως πετούν τα χελιδόνια, αλλά δεν είχε πια σημασία. Σε λίγο, απλώς χαζεύοντάς την, το κεφάλι του άρχισε να γίνεται βαρύ. Κοιμήθηκε μέσα στο πιάτο, μυρίζοντας την μυρωδιά από το θεϊκό της γάλα.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Daria Petrilli.]





ΠΗΓΗ...http://frear.gr

Ο Χαντακωμένος – του Θεόδωρου Ε. Παντούλα


Στο χωριό του πατέρα μου μαγαζί λεν τον χώρο που λειτουργεί ως καφενείο, ως μπακάλικο κι ως χαρτοπαικτική λέσχη. Βρίσκεται στους πρόποδες του χωριού κι ανοίγει όποτε ξυπνήσει ο Γιώτης και κλείνει όποτε του αδειάσουν την γωνιά οι μεθυσμένοι και τα χαρτόμουτρα.

Στον αυλόγυρο του μαγαζιού μαζευόμασταν τα καλοκαίρια οι πιτσιρικάδες και παίζαμε. Ο πατέρας μας κέρναγε πορτοκαλάδες κι οι χωριανοί μας χάιδευαν τα κεφάλια. Μετά της Παναγίας ο Γιώτης έψηνε και σουβλάκια. Όσοι δεν μας ήξεραν, μας ρώταγαν «τίνος είσαι εσύ;» κι εμείς δασκαλεμένοι δεν λέγαμε τα ονόματά μας αλλά «του ΒαγγελΠερεκλή» – ήτοι του Βαγγέλη, του γυιού του Περικλή. Πάλι μας χάιδευαν τα κεφάλια και μας έλεγαν περίεργες λέξεις όπως «παλιοζάγαρα», «χαϊβάνια» κι άλλα τέτοια.

Στο μαγαζί δεν κάθονταν γυναίκες. Αν καμιά ήθελε κάποιον, στεκόταν παράμερα κι έστελνε εμάς τα παιδιά να τον ειδοποιήσουμε: «Σύρε, ωρέ καμάρι, να μου φωνάξεις το θειό σου».

Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν το χωριό. Τα λέγαν «κούρσες» και τα είχαν κάποιοι σαν εμάς που έρχονταν για διακοπές και τα φύλαγαν όλα μαζί στο προαύλιο του σχολείου. Ένα απόγευμαι ήρθε στο χωριό μια μεγάλη μερσεντές, που στάθηκε στο μαγαζί μπροστά και ξεφόρτωσε τρία ωραία κορίτσια με τα μπανιερά τους. Οδηγός της ήταν ένας χοντρός και γελαστός τύπος με μαύρα γυαλιά, φορτωμένος πολλά χρυσαφικά στο λαιμό και στα χέρια.

«Όλα απ’ εμένα» είπε όταν μπήκε στο μαγαζί και κάναμε ουρά η πιτσιρικαρία στον πάγκο του Γιώτη για επιπλέον πορτοκαλάδες. Κάποιοι ξεθάρρεψαν και πήγαν για τις επόμενες. Τους ακολούθησα κι εγώ.

Στο μεταξύ οι μεγάλοι είχαν εξαφανιστεί και τα κορίτσια γέλαγαν που πίναμε πορτοκαλάδες μέχρι να μας βγάλει η κοιλιά μας.

Στο σπίτι από κάτι μισόλογα καταλάβαμε πως ο οδηγός της μερσεντές είναι χωριανός μας. Χαμηλοκουβέντιαζαν γι’ αυτόν κι εμείς ξεκλέβαμε καινούργιες λέξεις: κωλομπαράς», «κωλογυναίκες» «κωλόμπαρο», «κωλόπαιδο». Το όνομά του δεν το μάθαμε. «Χαντακωμένο» τον έλεγε η γιαγιά κι ο παππούς έλεγε πως «έχει παράδες βρώμικους» αλλά εγώ κι ο αδερφός μου τον συμπαθούσαμε γιατί μας κέρναγε πορτοκαλάδες.

Πριν της Παναγίας έφευγε –«δεν τις σηκώνει τις παλιανθρωπιές ο τόπος»– και στο πανηγύρι ξανακατηφόριζε όλο το χωριό –κι οι γυναίκες ακόμη– στο μαγαζί που είχε κι όργανα.

Απ’ όταν πέθαναν οι γερόντοι δεν ξαναπήγα στο χωριό. Φέτος κάτι μ’ έπιασε κι είπα τον Δεκαπενταύγουστο, θα πάμε. Ντροπή να μην ξέρουν τα παιδιά πούθε κρατάει η σκούφια μας.

Είχε ερημώσει ο τόπος. Ένας Αλβανός μας έδειξε από πού να στρίψουμε για το μαγαζί. Τρόμαξαν να με γνωρίσουν κι οι χωριανοί. Εγώ πάντοτε τους μπέρδευα: Γιωργομήτσος, Μητσογιώτης, Κιτσοκώστας. Άκρη δεν έβγαζα. «Του Βαγγέλη είσαι;» δυσπιστούσαν. «Τα κούτσικα δικά σου είναι;». «Καλώς ορίσατε. Να πάτε και στο ταφείο να προσκυνήσετε. Κουφέτο τα ’χουν τα μνήματα οι γυναίκες».

Μόνο ο Γιώτης ήταν ίδιος – με βαμμένο κορακί μαλλί. Είχε φέρει και παγωτά. «Αύριο θα ρθει παπάς από τα Δερβίζιανα και θα ’χω κι όργανα το βράδυ», μας ενημέρωσε. «Ποτά και παγωτά δικά μου» είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Άναψε τα κάρβουνα και ξεκίνησε να ψήνει σουβλάκια για τους πελάτες του που οι περισσότεροι χάζευαν αμίλητοι έναν αγώνα μπάσκετ σε μια τεραστίων διαστάσεων πλάσμα.

Μετά το σούρουπο ήρθε κι ο «Χαντακωμένος». Ξαναέζησα την ίδια σκηνή. Μερσεντές, κορίτσια, χρυσαφικά κι ένας χοντρός γέρος με ξανθό μαλλί. «Όλα απ’ εμένα».

Πιτσιρικάδες δεν ήταν στο μαγαζί για πορτοκαλάδες κι οι μεγάλοι δεν κινήθηκαν. Ο Γιώτης από το βάθος σήκωσε την μπύρα του. Τον μιμήθηκαν κι οι άλλοι.

«Στην υγειά σου άρχοντα».



[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]



ΠΗΓΗ...http://frear.gr

Πού βρίσκεται ο Θεός; Πότε μας μιλάει;


Ψάχνουμε να ακούσουμε τη φωνή του Θεού μέσα από κάποιο έκτακτο γεγονός, μέσω ενός σπουδαίου ανθρώπου. Και όμως, ίσως μας βολεύει αυτό. Μας αφήνει να επαναπαυθούμε στην αοριστία της προσωπικής μας ερμηνείας. Με λίγα λόγια, όπως μας βολεύει και όπως μας συμφέρει…
Ο Ζωντανός Θεός όμως δεν μένει σε αφηρημένες σκέψεις και ερμηνείες, αλλά σπεύδει να μας μιλήσει μέσα απ’ την καθημερινότητα μας. Την όποια καθημερινότητα μας, κυρίως όμως μας μιλάει μέσα απ’τις ανάγκες των αδελφών μας. Τις όποιες ανάγκες. Υλικές ή πνευματικές. Μέσω του αδελφού θαρρώ κυρίως μας μιλάει ο Θεός. Και τον ακούμε όταν παραμερίσουμε τις προσωπικές μας ερμηνείες, τις προσωπικές μας αλήθειες, τα προσωπικά μας προγράμματα και πούμε να εγώ θα πάω, εγώ θα μείνω, εγώ θα βοηθήσω…στο πρόσωπο του αδελφού αντικατοπτρίζεται η »θέα του Θεού». Τόσο ξεκάθαρα όσο και ο αδελφός που έχεις απέναντι σου…

Ιερομόναχος Ελευθέριος Μπαλάκος


ΔΗ.Κ.Ε.ΑΛΜΩΠΙΑΣ: Ενημέρωση για το πρόγραμμα ''Βοήθεια Στο Σπίτι''


Ενημέρωση για το πρόγραμμα ''Βοήθεια Στο Σπίτι''

  Σας ενημερώνουμε ότι στο Δήμο μας και στη Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση λειτουργεί εδώ και χρόνια το πρόγραμμα ''Βοήθεια Στο Σπίτι''.

  Το πρόγραμμα εξυπηρετεί:
ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες
όσους δεν αυτοεξυπηρετούνται πλήρως
χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα
διαβιούν μοναχικά
δεν έχουν επαρκείς πόρους

   Οι υπηρεσίες που παρέχονται από το πρόγραμμα είναι:
διερεύνηση και καταγραφή αναγκών
συμβουλευτική και ψυχοσυναισθηματική υποστήριξη
συνοδεία σε υπηρεσίες υγείας
νοσηλευτική φροντίδα όπως: 
o τακτική παρακολούθηση, εφαρμογή ιατρικών οδηγιών
o αιμοληψίες, εργαστηριακές εξετάσεις
o συνταγογράφηση, αγορά φαρμάκων, φάρμακα μέσω ΕΟΠΥΥ
οικιακή βοηθητική φροντίδα όπως: 
o καθαρισμός χώρου 
o εξωτερικές εργασίες, ψώνια, πληρωμή λογαριασμών
o ατομική υγιεινή

Στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλουμε για την εξάλειψη των περιπτώσεων ανθρώπων
που δεν λαμβάνουν τη κατάλληλη φροντίδα
δεν αξιοποιούν τις παροχές και υπηρεσίες του προγράμματος
 σας καλούμε να καταγράψετε τις περιπτώσεις και να μας ενημερώσετε, έτσι ώστε να βελτιωθεί η διαβίωσή τους και να λάβουν την κατάλληλη φροντίδα.
    

Με Τιμή ο Πρόεδρος της
 ΔΗ.Κ.Ε.ΑΛΜΩΠΙΑΣ 
  

ΛΕΜΟΝΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...