Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στους Προμάχους... άλλοτε και τώρα!


Τα Χριστούγεννα ήταν και εξακολουθούν να είναι η πιο αγαπημένη γιορτή όλων, που συγκέντρωνε την οικογένεια γύρω από την εστία, το τζάκι, όπου βασίλευε η γαλήνη και η Αγάπη.

Φυσικά το απαραίτητο αξεσουάρ της εποχής, ήταν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, έθιμο που χάνεται στα βάθη των δεκαετιών, το οποίο δέντρο σαγήνευε πάντα μικρούς και μεγάλους με τα αραδιασμένα δωράκια, που φιλοξενούσε στη βάση του.
Στο χωριό των Προμάχων, οι κάτοικοι, συμμετείχαν στην όλη παραδοσιακή γιορτή με τους ανάλογους στολισμούς, ο καθένας με την ικανότητα του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Τα παλιότερα χρόνια, όλα τα νοικοκυριά προμηθεύονταν το δεντράκι τους από το κοινοτικό δάσος, όπου η πενταβέλονη πεύκη, ευδοκιμούσε στην κατάφυτη περιοχή. Βέβαια η κοπή δέντρων, ήταν απαγορευμένη, αλλά όλοι κατάφερναν να βρουν κάποια λύση και με τους αρκετούς τοπικούς δασοφύλακες να κάνουν τα στραβά μάτια, λόγω των ημερών, όλο το χωριό αποκτούσε το χαρακτηριστικό σύμβολο της γιορτής της Γέννησης του Κυρίου.

Το καταπράσινο δέντρο λοιπόν, στήνονταν σε κάποια γωνία του μεγάλου (και μοναδικού) δωματίου, όπου η οικογένεια συμβιούσε, και ο στολισμός του γίνονταν συνήθως τα βράδια, όταν όλοι ήταν συγκεντρωμένοι, συνδυάζοντας το νυχτέρι(πουτπριέτκα), όπου οι γυναίκες έφτιαχναν τον παραδοσιακό μπακλαβά με σουσάμι και χειροποίητα φύλλα και ετοίμαζαν διάφορα μεζεδάκια, από το φρεσκοσφαγμένο γουρούνι και οι άντρες επιδίδονταν στον στολισμό με τα παιδιά, έχοντας πάντα γεμάτα τα ποτηράκια τους με ντόπιο τσίπουρο.
Στολίδια και διάφορα μπιχλιμπίδια δεν υπήρχαν, όπως στις μέρες μας, και γι αυτό οι ευρηματικοί κάτοικοι, χρησιμοποιώντας την πλούσια φαντασία τους, έβαζαν ότι διέθετε το νοικοκυριό.
Αντί για γλόμπους και αστραφτερά μπαλάκια, τοποθετούσαν κουκουνάρες από τα πεύκα, βάφοντάς τα με την χαρακτηριστική ασημί μπογιά, που έβαφαν τις μασίνες και τα μπουριά τους.
Στα κλαδιά του δέντρου κρεμούσαν κάθε λογής καραμέλες και οι πιο εύποροι, κρεμούσαν σοκολατάκια, σκανδαλίζοντας τους μπόμπιρες, οι οποίοι πολλές φορές έκαναν "καταδρομικές" νυχτερινές ενέργειες, τρώγοντας τα σπάνια για την εποχή γλυκίσματα.

Στην κορυφή του δέντρου εκτός από κάποιο αστέρι, τοποθετούσαν κάποιους μικρούς λούτρινους Αη Βασίληδες, με το γνωστό σακίδιο στη πλάτη και μια μαγκούρα στο δεξί χέρι.

Αργότερα, με την εισβολή του πολιτισμού και της τεχνολογίας, οι πιο πλούσιοι, τοποθετούσαν και τα λαμπάκια, τα οποία πρόσεχαν ως κόρη οφθαλμού, με δεδομένο το γεγονός ότι πολλά από αυτά καίγονταν λόγω της ασταθούς ηλεκτρικής τάσης που επικρατούσε. Είναι φρέσκια η μνήμη στους μεγαλύτερους, η εικόνα στο μαγαζί του Τασιώλα, ο Μπάη Ίτσος με τα γυαλιά του στα μάτια, να δοκιμάζει με το κατσαβίδι του και να αντικαθιστά τα καμμένα λαμπάκια.

Πολλά νοικοκυριά στόλιζαν και ένα εφεδρικό δέντρο, που δεν ήταν έλατο, αλλά το εντυπωσιακό γκι.
Το ονόμαζαν "μέτσκινα ντίρα" (ίχνος αρκούδας) γιατί το αγκαθωτό σχήμα των φύλλων του έμοιαζε με το αποτύπωμα του ποδιού της αρκούδας. Ήταν ένα πολύ όμορφο και ξεχωριστό δεντράκι, με τους μικρούς κατακόκκινους καρπούς του, που έδινε μια μαγευτική εικόνα στα φτωχικά σπίτια και αποτελούσε την αγαπημένη γωνιά για μικρούς και μεγάλους.


Με το πέρασμα των χρόνων, τα φυσικά δέντρα, αντικαταστάθηκαν από τα ψεύτικα-πλαστικά και ο στολισμός τους αναδεικνυόταν σε επίδειξη πλουτισμού και οικονομικής ευμάρειας.
Τεράστια ποικιλία ύψους, σχεδίων, χρωμάτων με εκατοντάδες φανταχτερά λαμπιόνια και γλόμπους, φάτνες όλων των ειδών, που κατά την άποψή μου, "ξέφτισε" όλη την μαγεία των προηγούμενων δεκαετιών και την απλοϊκότητα του εθίμου.

Ένα άλλο φαινόμενο των ημερών των Χριστουγέννων, τη δεκαετία του 90' κυρίως, ήταν ο εξωτερικός στολισμός των σπιτιών.
Όλοι επιδίδονταν σε έναν ανεξήγητο αγώνα, για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη φωταγώγηση του σπιτιού με εκατοντάδες λαμπάκια, φωτοσωλήνες, Αη Βασίληδες, ταράνδους και κάθε λογής στολίδι της εποχής. Αυλές, σκάλες, μπαλκόνια, σκεπές, όλα φωταγωγημένα σε μια υπέρμετρη επίδειξη υπερβολής, που ακόμη και το "κιτς" έχανε την σημασία του.
Ευτυχώς στις ημέρες μας το φαινόμενο έχει εκλείψει και πιστεύω, ότι το γούστο των κατοίκων έχει βελτιωθεί δραστικά.

Μην ξεχάσω βέβαια να αναφέρω ότι τα τελευταία χρόνια, στολίζεται και το δέντρο του χωριού, στην κεντρική πλατεία, όπου δίνει μια άλλη χαρούμενη νότα και φυσικά τα χαρμόσυνα κάλαντα που ακούγονται από τα μεγάφωνα του Ναού και που αγαλιάζουν όλους τους   πιστούς.

Ίχνη στο χιόνι...


Αριδαία. Χειμώνας, κάποια περασμένη δεκαετία.

Ο 67χρονος χωρικός, αποβιβάζεται από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και από το σταθμό, ξεκινάει για την άλλη άκρη της, παγωμένης από την χθεσινή χιονόπτωση, πόλης.
Ένα χοντρό πανωφόρι τον τυλίγει, ενώ τα τρύπια του παπούτσια, χαμογελούν σε κάθε στραβοπάτημα στον ανώμαλο δρόμο.
Το κλασικό γέρικο, πέτσινο καπέλο, με τα αυτιά και την γούνινη επένδυση, συμπληρώνει την όλη ενδυματολογική του εμφάνιση.
Στον γυρτό του ώμο, έχει περασμένο έναν μακρύ τορβά, τον οποίο κρατάει με περίσσια δύναμη με το δεξί του χέρι.
Το τοπίο γύρω του είναι κάτασπρο από το χιόνι και λόγω της περασμένης ώρας, 3 το μεσημέρι, μόνο τον ήχο των βημάτων του μπορεί κανείς να ακούσει, αφού η πόλη παίρνει τον καθιερωμένο υπνάκο της.
 “Να μη ξεχάσω να πάρω και την απόδειξη από τον έμπορο”, μονολογούσε συνεχώς κι όλο άλλαζε ώμο, μεταφέροντας το βαρύ ταγάρι δεξιά κι αριστερά.
Το βαρύ φορτίο που κουβαλούσε, ήταν τα κέρματα από το παγκάρι της εκκλησίας του χωριού, που σαν επίτροπος που ήταν, ο παπα Γιάννης τον εξουσιοδότησε να τα παραδώσει στον μεγαλέμπορο, το συνεργείο του οποίου έκανε εργασίες στο ναό του χωριού.
Αγκομαχώντας λοιπόν ο φιλότιμος ηλικιωμένος βγάζοντας πυκνές αχνιστές ανάσες, φτάνοντας στα μέσα της διαδρομής, κοντοστάθηκε και άρχισε να συλλογιέται.
Ρίχνοντας κλεφτές ματιές πάνω κάτω, και μη βλέποντας ψυχή ζώσα ολόγυρα, παίρνει την μεγάλη απόφαση.
“Θα κρύψω εδώ στο αυλάκι το ταγάρι, δίπλα από το κούτσουρο του κομμένου πεύκου, θα πάω μέχρι το μαγαζί του έμπορα και θα του πω να έρθουμε με το τρακτεράκι του να πάρουμε τα χρήματα, γιατί δεν αντέχω άλλο”.
Έτσι και έπραξε. Άφησε τον τορβά με τις 15.350 δραχμές και κίνησε με αποφασιστικό βήμα προς το εργοτάξιο για να βρει τον έμπορο.
Αφού έφτασε, του εξήγησε το σχέδιό του και ο καλόβολος μεγαλέμπορος κίνησε μαζί με τον κουρασμένο χωρικό δίπλα του στο τρακτεράκι, για να πάρουν τα κρυμμένα χρήματα του παγκαριού.
Φτάνοντας στην έρημη άκρια, όπου ήταν το κρυμμένο ταγάρι, τους περίμενε η έκπληξη της ζωής τους. Τα χρήματα είχαν κάνει φτερά και το μόνο που υπήρχε στην γύρω περιοχή ήταν τα ίχνη από τις πατημασιές του ηλικιωμένου που κατευθύνονταν προς το μαγαζί του εμπόρου και ένα άλλο περίεργο ζευγάρι ιχνών, που με βιαστικό τρόπο σβησμένο, κατευθύνονταν προς ένα παρακείμενο αγροτόσπιτο με κάτι περίεργες ψηλές καλαμιές για φράχτη, όπου οι κάτοικοι απέφευγαν να πλησιάζουν, λόγω του πολύ κακότροπου και επιθετικού ενοίκου του. 
Ο φιλήσυχος χωρικός με κατακόκκινα τα μάγουλά του από την πίεση, άρχισε να οδύρεται και να καταριέται τον εαυτό του για την απερίσκεπτη πράξη του και συνεχώς επαναλάμβανε το πώς θα δικαιολογήσει την βλακεία του στον παπά και τους χωριανούς του.
Τότε ο μεγαλέμπορος, υπερβαίνοντας τα όρια της μεγαλοσύνης, τον χτυπά στον ώμο και του λέει:
“Έλα βρε πατριώτη, μην κάνεις έτσι, να πάρε την απόδειξη να την παραδώσεις στον παπά και πες του ότι όλα πήγαν κατ΄ευχήν. Τί διάολο, για την εκκλησία είναι, χαϊρλίτικα. Υπάρχει δικαιοσύνη για όλους μας”.
Μη πιστεύοντας στα αυτιά του, ο καημένος ο επίτροπος, αφού του φίλησε τα χέρια παίρνει τον δρόμο της επιστροφής ευλογώντας το Θεό για την απρόσμενη βοήθεια.

Επόμενη μέρα...
Οι τραυματιοφορείς σκεπάζουν με το σεντόνι το πτώμα και διασχίζοντας με δυσκολία την αυλή με τον παράξενο καλαμένιο φράχτη, το φορτώνουν στο ασθενοφόρο για τα περαιτέρω.
Ο ιατροδικαστής, παραμερίζοντας τον πεσμένο στο πάτωμα σωρό από τα κέρματα, συμπληρώνει την έκθεσή του:
“Αιτία θανάτου: ανακοπή.
  Ώρα θανάτου: 15.35”

Σ.Σ. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

" Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος ..." Νίκος Καζαντζάκης


Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι ...

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία. 

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου.

Άστρα, πουλιά, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι' αυτό κι απ' όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία.

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι ...

Δέν διαλέγεις αυτά που πιστεύεις. Αυτά διαλέγουν εσένα.

Πιστεύω στα αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα.

Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα τ'ανθρώπου, να σπας τα σύνορα! Ν' αρνειέσαι οτι θωρούν τα μάτια σου!

Να πεθαίνεις και να λες:

Θάνατος δεν υπάρχει

Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.

Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.

Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού.

Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι' αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.

Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό 'ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις!

Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!

"Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους" Μενέλαος Λουντέμης


Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας. Μα μόλις φύγει, καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε, μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Κάν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Κάν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει.

Κοίταξέ με προσεκτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ…
Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελή; Ήταν άρρωστη; Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω.

Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Εκείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.

Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;

«Τα πτερόεντα δώρα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ
Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.

Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.

Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.

Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.

Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!

Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.

(1907)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 191-192






ΠΗΓΗ...http://www.papadiamantis.org

Έθιμα Δωδεκαημέρου στους Προμάχους


ΕΘΙΜΑ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ
Με ιδιαίτερη λαμπρότητα τηρούνταν και τηρούνται ακόμη και σήμερα από τους κατοίκους των Προμάχων τα έθιμα του Δωδεκαημέρου, του διαστήματος δηλαδή που μεσολαβεί από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την ημέρα των Φώτων.
Κάποια από τα έθιμα αυτά είναι "διαβατήρια έθιμα", γιατί βοηθούν τους ανθρώπους να περάσουν με "καλούς οιωνούς" από τον προχωρημένο χειμώνα στην υποψία της άνοιξης, από τον παλιό χρόνο στον καινούριο. Πίσω από το θρησκευτικό περιεχόμενο των γιορτών αυτών κρύβεται κι ένα πρωτόγονο και ανθρωπολογικό περιεχόμενο, που εκφράζει τις συνεχείς ανησυχίες των ανθρώπων για το μέλλον τους, ανησυχίες που συμμερίζεται και σέβεται η εκκλησία.
Πρόκειται για γιορτές που ευνοούν την οικογενειακή ενότητα και θαλπωρή. Γύρω από το τζάκι, την προστατευτική εστία των αρχαίων Ελλήνων , μαζεύονταν όλη η οικογένεια τα βράδια του Δωδεκαημέρου και η γιαγιά, ευτυχισμένη, άρχιζε το παραμύθι.
Ένα παραμύθι που τις κρύες νύχτες του χειμώνα μιλούσε για τα καλικαντζαράκια, τα κακά αυτά πνεύματα, που σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, κυριαρχούσαν το διάστημα αυτό στη γη, κάνοντας σκανταλιές.Λέρωναν ρούχα,αναποδογύριζαν όσα αντικείμενα δεν είχαν κρύψει οι νοικοκυρές, μόλυναν ό,τι άγγιζαν και κυρίως εχθρεύονταν την οικογενειακή ζωή. Εισέβαλαν στα σπίτια από την καμινάδα και, όπως έλεγε η γιαγιά, έτρωγαν σιγά σιγά τα θεμέλια της γης. Και μόνο στο άκουσμα της ευχής "κύριε ελέησον", στο αντίκρυσμα της φωτιάς και με τον ερχομό της ημέρας, εξαφανίζονταν έντρομα.
Το παραμύθι της γιαγιάς ενθουσίαζε τα παιδιά, διέγειρε την φαντασία τους, κέντριζε την περιέργειά τους και συγχρόνως μάγευε και τους μεγάλους. Φανέρωνε την αγωνία του ανθρώπου για το χειμώνα και τα σκοτάδια του, την ανησυχία του για την κτηνοτροφία και τη σοδειά. Και στηριζόταν το παραμύθι σε μια δοξασία που ανάγεται στα Ρωμαϊκά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι φαντάζονταν  ότι οι δυνάμεις του χειμώνα και του σκοταδιού πάλευαν με τον αήττητο Ήλιο.
Αλλά η γιαγιά, ανύποπτη και ευτυχισμένη, ίσως και να αγνοούσε τον συμβολισμό της δοξασίας αυτής.


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ.
Σαράντα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα ξεκινούσε η νηστεία των πιστών, για να εξαγνιστούν και να είναι ψυχικά έτοιμοι να δεχτούν το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου.
Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν  για τον σκοπό αυτό. Το γουρούνι αναλάμβαναν να σφάξουν οι άνδρες του σπιτιού την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ιγνατίου στις 20 Δεκεμβρίου η την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές. Το χοιρινό κρέας λοιπόν αποτελούσε το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι των κατοίκων των Προμάχων, όπως άλλωστε και σήμερα. Επίσης έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική. Οι νοικοκυρές συνήθως την παραμονή των Χριστουγέννων, άνοιγαν φύλλα για τον μπακλαβά και έφτιαχναν το πατροπαράδοτο αυτό γλυκό χρησιμοποιώντας σουσαμόλαδο. Ήταν μια διαδικασία στην οποία επιδίδονταν οι άξιες νοικοκυρές με κέφι και μεράκι. Έπειτα, περήφανες μοίραζαν κομμάτια από τον μπακλαβά σε φιλικά σπίτια.
Το βράδυ της παραμονής, οι κάτοικοι κουβαλούσαν ξύλα από τα σπίτια τους και τα πήγαιναν στην πλατεία του χωριού, όπου άναβαν τη "μεγάλη φωτιά".Χαρούμενοι λοιπόν ξενυχτούσαν όλοι στη πλατεία αντικρίζοντας με θαυμασμό αυτή τη φωτιά, που συμβολίζει τη θεική λάμψη που έφερε ο Χριστός με τον ερχομό του στη γη. Πρόκειται για ένα έθιμο που και σήμερα τηρούν οι κάτοικοι με μεγάλη χαρά.
Ανυπόμονα και με διάχυτη  στα πρόσωπά τους τη χαρά , περίμεναν τα παιδιά να έρθουν μεσάνυχτα , για να χωριστούν σε παρέες και να τραγουδήσουν στα σπίτια του χωριού τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Οι καιρικές συνθήκες με τις οποίες οι μικροί καλαντιστές έλεγαν τα κάλαντα ήταν συχνά αντίξοες. Συγκινητική η δήλωση κάποιων γιαγιάδων απο τους Προμάχους ότι, όταν οι ίδιες ήταν παιδιά και καλαντούσαν, δεν είχαν ούτε παπούτσια να φορέσουν και τους κατασκεύαζαν οι παππούδες τους τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ειδικά για αυτή τη νύχτα, ενώ το ραβδί που κρατούσε το κάθε παιδί το προστάτευε από τα σκυλιά.
Χαρακτηριστικό ήταν ότι τα κάλαντα απευθύνονταν κυρίως στη γιαγιά του σπιτιού και παρέπεμπαν στη σφαγή των νεογέννητων, που έγινε από τον Ηρώδη, όταν έμαθε τη γέννηση του Ιησού. Τα κάλαντα λοιπόν των Χριστουγέννων έλεγαν χαρακτηριστικά:
"Σφαγή, γιαγιά σφαγή!
 Ό,τι έχεις στο ράφι
βάλε μου στο σάκο
να πηγαίνω με παρέα(το θεό)
να μη με φάνε σκύλος και σκυλίτσα".
Αν και οι μικροί καλαντιστές, που τραγουδούσαν σηκώνοντας ψηλά το ραβδί που κρατούσαν, έδιναν τον κατάλληλο τόνο στη φωνή τους, τα κάλαντα ακούγονταν σαν μια κραυγή αγωνίας, που καλούσε σε βοήθεια. Και θυμίζουν τον ύμνο των αγγέλων τη νύχτα της γέννησης του Χριστού:"Δόξα εν υψίστοις θεώ...."
Χαρούμενες οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά όχι χρήματα, μιας και υπήρχε φτώχεια, αλλά ό,τι υπήρχε στο σπιτικό,Βρασμένο καλαμπόκι με ζάχαρη,κουλουράκια, καρύδια, κάστανα η καραμέλες. Η ανταμοιβή των παιδιών για τα κάλαντα δεν αποτελούσε ούτε και αποτελεί φιλανθρωπία. Ήταν μια πράξη ευγνωμοσύνης των νοικοκυριών στα παιδιά για τις ευχές που αυτά 
 τους έδιναν για την αφθονία και τον πολλαπλασιασμό των αγαθών.
Τα ξημερώματα μετά τα κάλαντα, κάθε παιδί έπαιρνε ένα κάρβουνο από τη μεγάλη φωτιά της πλατείας και το πήγαινε στους γονείς του, πράξη που συμβολίζει το πνευματικό φως που χαρίζουν τα αθώα παιδιά στους μεγάλους. Μεγάλη σημασία έδιναν στο ποδαρικό που έκαναν σε κάθε σπίτι που πήγαιναν πρώτα την παραμονή. Η κάθε νοικοκυρά οδηγούσε τα παιδιά στον επάνω όροφο, τους έδινε ξυλαράκια και τα παιδιά τα έβαζαν στο τζάκι φωνάζοντας:"πουλάκια-κατσικάκια-προβατάκια
μεταξοσκώληκες". Ευχόταν επίσης τα παιδιά να γεννήσουν αυγά οι κότες και τα πουλερικά του νοικοκύρη και να ωφεληθούν γενικά τα ζωντανά του. Το έθιμο ενδεικτικό της ανησυχίας των απλών βιοπαλαιστών για την παραγωγή τους από την κτηνοτροφία και την πτηνοτροφία, κατέληγε στην παρακάτω φράση : "Μετάξι να σας δώσει ο θεός και ο μικρός Χριστός".
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, υπήρχε η συνήθεια να βάζει η γιαγιά στο τζάκι πέντε κάρβουνα, που το καθένα συμβόλιζε κάποιο αγροτικό προϊόν. Το ένα κάρβουνο ταυτιζόταν με το καλαμπόκι, το άλλο με το σιτάρι, το κριθάρι... Αν γινόταν μέχρι το πρωί στάχτη όλα τα κάρβουνα, τότε θα υπήρχε καλή σοδειά τη νέα χρονιά σε όλα τα προϊόντα. Αν όμως γίνονταν στάχτη μερικά κάρβουνα, τότε θα υπήρχε σοδειά μόνο στα προϊόντα που συμβόλιζαν τα αντίστοιχα κάρβουνα.
Σύμφωνα με κάποιο άλλο 'έθιμο το βράδυ της παραμονής, έβγαζε κάθε οικογένεια τρία κάρβουνα από το τζάκι. Το ένα αποσκοπούσε στη προστασία της οικογένειας από το θεό, το δεύτερο στην πρόοδο της οικογένειας και το τρίτο ήταν για τα ζωντανά.
Ο παππούς έκοβε ένα ξύλο ροδιάς η τζιντζιφιάς και το έβαζε στη φωτιά, που έκαιγε μέσα στο τζάκι. Εκεί το ξύλο καιγόταν λίγο-λίγο κατά τη διάρκεια του βραδινού φαγητού, διαδικασία που γινόταν κάθε βράδυ από την παραμονή μέχρι τα Φώτα. Έπειτα ο παππούς έκοβε ένα κομματάκι από το ξύλο που δεν είχε καεί και το έδενε στο αλέτρι, για να είναι "γερό" και για να υπάρχει αφθονία στη παραγωγή. Το καμένο ξύλο το έκρυβαν σε κάποιο σημείο του αμπελιού.
Την παραμονή των Χριστουγέννων η γιαγιά ζύμωνε ένα ψωμί με σόδα, όπου έβαζε μια τρύπια δεκάρα και στη συνέχεια το έψηνε "στη στάχτη". Το βράδυ της ίδιας μέρας, αφού μαζεύονταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι, ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε το χριστόψωμο. Το πρώτο κομμάτι ήταν αφιερωμένο στο θεό, το δεύτερο στο σπίτι, για το "καλό", το επόμενο στα ζώα, για την παραγωγή τους. Έπειτα έπαιρνε ένα κομμάτι κάθε μέλος της οικογένειας. Είναι αξιοσημείωτο ότι το μοίρασμα του χριστόψωμου είναι έθιμο που παραπέμπει στις σπονδές των αρχαίων Ελλήνων.
Στη συνέχεια η δυναμική γιαγιά έδενε με μια κλωστή το φλουρί σε ένα γκιούμι, όπου έμενε μέχρι το πρωί των Φώτων. Τότε τα εγγόνια πήγαιναν να γεμίσουν νερό στο γκιούμι, από το οποίο έπιναν όλοι, για να υπάρχει υγεία. Και η γιαγιά φύλαγε την "τρύπια δεκάρα" του τυχερού μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Το πρωί των Χριστουγέννων, χαρούμενοι και καθαροί από τη νηστεία των σαράντα ημερών, οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία για να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού.
Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι, όπου γίνονταν πλούσιο φαγοπότι με βασικό φαγητό το χοιρινό κρέας κι έπειτα ακολουθούσε χορός και τραγούδι.
Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο οι νοικοκυρές δεν "σήκωναν" το τραπέζι, γιατί κυριαρχούσε η δοξασία ότι θα καθόταν ο Χριστός για να φάει. Το τραπέζι το μάζευαν το επόμενο πρωί.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία του χριστουγεννιάτικου δέντρου, από τους κατοίκους του χωριού. Η καθιέρωσή του ήρθε μόλις την δεκαετία του 1960, όπου μας παραπέμπει σε ένα έθιμο των ρωμαϊκών χρόνων, όπου συνήθιζαν να στολίζουν τα σπίτια με κλαδιά δέντρων. Ο στολισμός του "χριστουγεννιάτικου δέντρου", συμβολίζει την αναπαραγωγή, την αναβλάστηση, το οικογενειακό δέντρο και την καινούρια ζωή. Χαρίζει κέφι και χαρά σε μικρούς και μεγάλους, απομακρύνοντάς τους από την πεζή πραγματικότητα.


ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Με ανυπομονησία περίμεναν οι χωρικοί και την Πρωτοχρονιά.
Τη νύχτα της παραμονής, άναβαν φωτιά στην πλατεία του χωριού, όπως και τα Χριστούγεννα. Οι γέροι γλεντούσαν μπροστά στη φωτιά τρώγοντας λουκάνικα και πίνοντας τσίπουρο. Έτσι περίμεναν την αλλαγή του χρόνου.
Άλλοι ξενυχτούσαν παίζοντας χαρτιά στα σπίτια και κυρίως στα καφενεία. Κάποτε στο χωριό αυτός που κέρδιζε στα χαρτιά, έβγαζε τα όργανα στη πλατεία του χωριού και χόρευε με αυτόν που είχε χάσει. Ήταν μια πράξη ενδεικτική της ηθικής ανωτερότητας του πρώτου. Η χαρτοπαιξία συνηθίζεται και σήμερα και αποσκοπεί στη δοκιμή της τύχης καθώς και στον εκβιασμό της να μας πλουτίσει.
Το ξενύχτι της παραμονής είναι Ρωμαϊκό έθιμο. Αντιστοιχεί στα νυχτέρια των λαών κατά τις κρίσιμες στιγμές της αλλαγής των εποχών, στιγμές που οι άνθρωποι παρακολουθούσαν την τύχη τους. Χαρακτηριστική η προσπάθεια των ανθρώπων για αποφυγή κάθε άσχημης ενέργειας και συνήθειας την παραμονή, για να αποφεύγονται ανάλογες ενέργειες κατά τη διάρκεια της νέας χρονιάς. Αντίθετα υπήρχε η προτροπή προς κάθε θετική πράξη με την ελπίδα ότι έτσι θα πάει καλά η χρονιά.
Χαράματα Πρωτοχρονιάς τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα.
"Πρωτοχρονιά γιαγιά, πρωτοχρονιά ό,τι έχεις στο ράφι βάλε μου στο σακίδιο, να πηγαίνω με παρέα, να μη με φάει σκύλος και σκυλίτσα".
Στα παιδιά που καλαντούσαν έδιναν κομμάτια από τα λουκάνικα που είχαν φτιάξει για τα Χριστούγεννα ή λίγο χοιρινό κρέας. Κάποιοι έδιναν βρασμένο καλαμπόκι με ζάχαρη ή κουλουράκια.
Με χαρά και ανυπομονησία συγκεντρώνονταν η οικογένεια για την κοπή της βασιλόπιτας, έθιμο για το καλό της νέας χρονιάς. Η κοπή γινόταν από τον αρχηγό της οικογένειας τα μεσάνυχτα της παραμονής ή το πρωί της πρωτοχρονιάς. Το φλουρί του τυχερού το έβαζε η γιαγιά στο μέρος όπου η οικογένεια φύλαγε τα χρήματα του σπιτιού. Ήταν μια πράξη συμβολική, που αποσκοπούσε στον πολλαπλασιασμό των χρημάτων της οικογένειας και στην καλή τύχη τους. Το έθιμο παραπέμπει στους άρτους που προσέφεραν οι αρχαίοι στους θεούς, στους νεκρούς και στους κακούς δαίμονες, για την εξασφάλιση της υγείας και της τύχης , ενώ σε μας τους χριστιανούς πέρασε την εποχή του Αγίου Βασιλείου, όταν ο άγιος πρότεινε στους κατοίκους της Καισάρειας να φτιάξουν πίτες, στην κάθε μία από τις οποίες έβαλαν ένα από τα πολύτιμα αντικείμενα που προορίζονταν αρχικά για τον έπαρχο της Καππαδοκίας.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, ημέρας τιμής της μνήμης του Αγ.Βασιλείου, ιδιαίτερα αγαπητού στους λαούς της Ανατολής, οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία. Οι γυναίκες πήγαιναν ένα προζύμι, για να το ευλογήσει ο παπάς. Οι γυναίκες μαγείρευαν το "μεγάλο στομάχι" του γουρουνιού, το οποίο έτρωγε η οικογένεια το μεσημέρι.




ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΩΝ  ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΤΩΝ  ΠΡΟΜΑΧΩΝ.

Μια μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Είναι τέλη Δεκέμβρη. Στον χτύπο της αλλαγής, σαν δώρο θεού —ή διαβόλου— όλα επιτρέπονται…
Τα φώτα της πόλης ήταν μαύρα και κάτι μικρά σπιθουράκια, σαν άστρα σε καθαρό ουρανό, έδιναν την αίσθηση μια σκιάς πασπαλισμένης με άσπρες νιφάδες. 

Τα χιόνι δεν ήταν λευκό. Ένα κόκκινο χρώμα, που όλο σκούραινε καθώς πλησίαζε στο δρόμο, γέμιζε τις λακκούβες με πληγές. Έπαιρνε εκείνο το βαθύ μπορντό, δείγμα πως όσο πιο πολύ μένει κάτι στο χρόνο, τόσο πιο έντονο γίνεται.

Οι άνθρωποι, ντυμένοι με ρούχα γιορτινά και διαθέσεις μουντές, στεκόταν μπροστά στα φορτηγά του Δήμου. Εκείνο το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς μοίραζαν δωρεάν κοκτέιλ συναισθημάτων. 

Κάποιοι υπάλληλοι ντυμένοι στο πένθιμο τ’ ουρανού, με πολύχρωμα λαμπάκια πάνω στα καπέλα τους και γύρω στη ζώνη τους, άνοιγαν την κάνουλα των βαρελιών και γέμιζαν σιωπηλά, μηχανικά, σχεδόν απρόθυμα τα ποτήρια. Ένα μικρό τσιτσίρισμα ακούγονταν κάθε φορά που το μείγμα άφριζε.

Ένας άντρας γύρω στα 50, με ατσαλάκωτο γυαλιστερό κουστούμι και μεταξωτή γραβάτα είχε ήδη πιει τρία, όταν άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Σίγουρα είχαν πέσει παραπάνω τύψεις στη δοσολογία, γιατί είχε κάθισε και σε ένα παγκάκι, με τα χέρια στο πρόσωπο και μονολογούσε σπαρακτικά. 

«Θεέ μου, τι έχω κάνει!», έλεγε και ξανάλεγε.

Μια κυρία, αρκετά μικρότερη του, με αέρα ντίβας που μύριζε πατσουλί, ντυμένη στα κόκκινα, παραπατούσε στη μέση της πλατείας πάνω στις ψιλές λουστρίν γόβες της. Γελούσε και τραγουδούσε. «Κάποτε αγαπήθηκα, μα όχι πια. Αγάπησε με, πριν να είναι αργά, αγάπη μου…». 

Ύστερα έκανε παύση και φώναζε για σερβιτόρους, να της φέρουν λίγο ακόμη από δαύτο το μαγικό φίλτρο της αγάπης. Κανένας δεν έκανε βήμα. Όλοι την κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι τους με αποστροφή. Την λυπόταν περισσότερο από τους ίδιους, κι ας ήξεραν πως τους έλειπε το ίδιο, η αγάπη.

«Κουνήστε λίγο το βαρέλι!», ακούστηκε η φωνή ενός νεαρού άντρα, ενώ έφτυνε κάτω το υγρό που μόλις είχε δοκιμάσει. 

«Ο Δήμαρχος υποσχέθηκε νέκταρ ευδαιμονίας και εσείς κερνάτε φαρμάκι!»

«Ηρεμήστε, κύριε», αντέδρασε συνωμοτικά ένας κοντός άντρας, με μουστάκι, διορθώνοντας το καπέλο του. 

«Η καλλιέργεια και παραγωγή συναισθημάτων σε εξωτερικούς χώρους, πέραν δηλαδή της ψυχής, όπου λαμβάνει χώρα η φυσική διαδικασία, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι ακόμη σε δοκιμαστικό στάδιο. Η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει μια εξαίρεση για τούτη τη μέρα, καθότι παρατηρήθηκε πως ο κόσμος, από φόβο μήπως πληγωθεί, έπαψε να συναναστρέφεται και ως εκ τούτου σταμάτησε να νιώθει δυνατά συναισθήματα. Το πνεύμα των γιορτών κινδυνεύει να εκλείψει, φαινόμενο που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ πριν μέσα στους αιώνες…»

Απομακρύνθηκα αηδιασμένος, στον απόηχο μιας ακόμη διαμαρτυρίας του νεαρού, που επέμενε πως έπρεπε ν’ ανοίξουν καινούργιο βαρέλι.

Βρέθηκα να σεργιανίζω σε κάτι στενά σοκάκια, λίγο πιο κάτω. Κλωτσούσα φύλλα, χωρίς καμιά διάθεση να δοκιμάσω απομίμηση συναισθημάτων σε ποσότητες διόλου ελεγμένες και πιστοποιημένες. Δίπλα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, ανάμεσα στα χαλάσματα, συνάντησα κάποιες καρδιές να τσαλαβουτούν σε λακκούβες γεμάτες με το αίμα τ’ ουρανού.

«Δικό μας είναι», μου ‘λεγαν γελώντας, «μα δεν πειράζει. Θα γιατρευτούμε κάποτε, μονάχα για να πληγωθούμε πάλι. Όποιος φοβάται τον πόνο, δεν ζει».

Θυμάμαι που με τράβηξαν από το χέρι και με χόρεψαν, άλλοτε όλες μαζί κι άλλοτε κάθε μια ξεχωριστά. Όλες τους έπαιρναν τη μορφή εκείνων που αγάπησα. Αλήθεια, πόσο μου έλειπαν! Ήθελα να τρέξω, να τους βρω, να τους πω όσα «σ’ αγαπώ» είχα αναβάλει.

Το ρολόι σήμανε δώδεκα. Κοίταξα κλεφτά, μακριά πίσω στην πλατεία. Ο χρόνος είχε αλλάξει, μα οι συμπεριφορές παρέμεναν οι ίδιες. Το κοκτέιλ είχε, καθώς φαίνεται, πολύ παροδικά αποτελέσματα. Κανείς δεν χαμογελούσε. Κανείς δεν αγκάλιαζε κανέναν. Κανείς δεν έλεγε «χρόνια πολλά» στον διπλανό του.
Εκείνον τον χειμώνα κανείς δεν πέθανε από το κρύο. Όλοι φορούσαν για παλτό τούς φόβους τους. Μόνο κάποιες καρδιές τίναξαν την κάπνα ερώτων που πέρασαν, βάλθηκαν ν’ ανάβουν φωτιές με σκόρπια σ’ αγαπώ και κάηκαν προσπαθώντας. Τι ευτυχία!









Δεκέμβριος στους Προμάχους του 1979




Είναι Δεκέμβριος του 1979.
Ο δεκάχρονος Πέτρος ανηφορίζει τον χωματόδρομο του σχολείου, φορτωμένος με την παλιά του σάκα στον ώμο, αγκομαχώντας, με προορισμό το σπίτι του.
Τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, όχι τόσο από την κούραση, όσο από την ανυπομονησία του, να φτάσει γρήγορα στο ζεστό φτωχικό του σπίτι.
Σε λίγα λεπτά μπαίνει στην αυλή του σπιτιού, όπου ο πατέρας του, δίνει μάχη με έναν τεράστιο σωρό από φρεσκοκομμένα ξύλα οξιάς. Κρατώντας στα στιβαρά του χέρια ένα τεράστιο τσεκούρι, το ανεβοκατεβάζει με δυνατές και γρήγορες κινήσεις. στα αραδιασμένα καυσόξυλα και τα σχίζει με μαεστρία. Ιδρώτας κυλάει στο μέτωπό του και με κάθε κίνηση, βγάζει και μια ψιθυριστή κραυγή, δίνοντας θαρρείς περισσότερη δύναμη στο καλοτροχισμένο τσεκούρι.
Λίγο πιο μέσα, στην πόρτα της κουζίνας, ζωσμένη με μια "σαρένα" ποδιά, η μητέρα και νοικοκυρά του σπιτιού, παρακολουθεί με περηφάνια τον σκληροτράχηλο πατέρα, συμμετέχοντας νοερά στο δύσκολο έργο του. Γαργαλιστικές οσμές βγαίνουν από την μασίνα, όπου απάνω της τηγανίζονται χρυσοκίτρινες πατάτες του βουνού. Η ατμόσφαιρα πλημμυρίζει από το άρωμα φρεσκοτριμένης ρίγανης, κάνοντας τους σιαλογόνους αδένες του μικρού παιδιού, να ανοίγουν ανεπαίσθητα.
Ο Αράπης, το μικρό κατοικίδιο σκυλάκι της οικογένειας, τρέχει κουνώντας πέρα-δώθε την ουρά του προς το μικρό παιδί, καλωσορίζοντας το.
Ο πιτσιρικάς μετά από τα σχετικά παιχνιδάκια με τον Αράπη, πετάει τη τσάντα με τα βιβλία σε μια γωνιά και τσιμπολογάει με βιασύνη τις πατάτες του, μη δίνοντας σημασία στις φωνές της μητέρας, που τον προτρέπει να καθίσει στο τραπέζι.
Με το στόμα μπουκωμένο, παίρνει την μπαλωμένη αλλά πεντακάθαρη ζακέτα του, φοράει το σκούφο του στο κεφάλι και με γοργά βήματα αναχωρεί, για το σπίτι των φίλων του, όπου έχουν δώσει ραντεβού με άλλα παιδιά.
Έχοντας πάρει την συγκατάθεση των γονιών τους, τα παιδιά θα πάνε στο Τσουλές κάμιν, όπου θα προετοιμάσουν τη μεγάλη φωτιά, που ανάβουν καθ όλη τη διάρκεια των ημερών του Δεκέμβρη, εν αναμονή των Χριστουγέννων.
Επικρατεί ένας άτυπος διαγωνισμός, για το ποιά γειτονιά του χωριού θα ανάψει την μεγαλύτερη φωτιά. Παρόμοιες φωτιές θα ανάψουν κι άλλες παρέες παιδιών, στη Μπουμπόβιστα, στα Γράμματα, στο Ταρπάνοβο, στα παλιά αλώνια και αλλού.
Οι μικροί μας ήρωες, μετά από τις απαραίτητες συνεννοήσεις, παίρνουν τον ανηφορικό δρόμο για τον προορισμό τους και αφήνοντας πίσω τους την πρώτη γέφυρα, την δεύτερη γέφυρα και την Τουπλίτσα, φτάνουν επιτέλους στον μεγάλο βράχο, σήμα κατατεθέν του Τσουλές κάμιν.
Σαν καλοκουρδισμένες μηχανές, φωνάζοντας χαρούμενα, επιδίδονται στο απαραίτητο μάζεμα των ξύλων και σε λίγη ώρα, μια τεράστια πυραμίδα από ξερά ξύλα, σαν ινδιάνικη σκηνή, στήνεται στην ανοιχτωσιά. Οι μεγαλύτεροι της παρέας ρυθμίζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες, τοποθετώντας σούσλακ-ξερά φύλλα- στην βάση του σωρού και όλα είναι έτοιμα για την μαγική στιγμή.
Έχει αρχίσει να σουρουπώνει και τα φώτα του χωριού άρχισαν ένα ένα να ανάβουν, θυμίζοντας διάσπαρτες πυγολαμπίδες στον κάμπο.
Ο Γιάννης, ο αρχηγός της παρέας και ο μεγαλύτερος σε ηλικία, βγάζει από τις τσέπες του μια χούφτα σίρκες-τζίντζιφα αποξηραμένα- και τα μοιράζει στο κάθε παιδί. Σπάει κι ένα γλυκό ρόδι, φροντίζοντας να το μοιράσει ισόποσα σε όλους.
Τα παιδιά νοιώθοντας την κούραση να τους καταβάλει, κάθονται καταγής μασουλώντας και περιμένοντας το σύνθημα του αρχηγού.
Ήδη έχει σκοτεινιάσει αρκετά και ο Γιάννης βγάζει το τσακμάκι, που δανείστηκε από τον παππού του και βάζει φωτιά στα ξερά προσανάμματα.
Σε λίγη ώρα η φωτιά επεκτάθηκε σε όλον το σωρό και οι φλόγες τινάζονται μέχρι τον ουρανό, προσπαθώντας να φτάσουν το άπειρο.
Τα παιδιά κοιτούν εκστασιασμένα το κατόρθωμά τους και με αλαλαγμούς χαράς, καμαρώνουν την τεράστια φωτιά.
Λίγα μέτρα παραπέρα, δυο υπαρχηγοί της ομάδας, έχοντας δεμένα με σύρμα, παλιά λαστιχένια παπούτσια, τα βάζουν φωτιά και τα περιστρέφουν με δύναμη γύρω από το σώμα τους. Ένας μαγικός πύρινος κύκλος δημιουργείται, και το θέαμα είναι μοναδικό, εξωκοσμικό.
Τα μικρά παιδιά βγάζουν δυνατές κραυγές, από τα βάθη της ψυχής τους, αναβιώνοντας το πατροπαράδοτο έθιμο, επιβεβαιώνοντας την συνέχεια και την συνοχή της τοπικής κοινωνίας.
"Κόλντα μπάμπο", "κόλντα μπάμπο".
Από τα απέναντι υψώματα ξεπροβάλλει η φωτιά της γειτονικής ομάδας. Μεγάλη και φανταχτερή. Λίγο δυτικότερα διακρίνεται η εστία και της άλλης ομάδας. Σουρεαλιστικό υπερθέαμα, που παραπέμπει στα πανάρχαια χρόνια, όπου με παγανιστικές τελετές οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ξορκίσουν το κακό.
Λίγες ώρες αργότερα κι ενώ η αποστολή εξετελέσθη με απόλυτη επιτυχία, η θαρραλέα ομάδα παίρνει τον κατηφορικό δρόμο του γυρισμού.
Στα μουτζουρωμένα παιδικά προσωπάκια, μπορείς να ξεχωρίσεις ένα χαμόγελο ικανοποίησης και περηφάνιας.
Σχολιάζοντας τις αντίπαλες φωτιές, κατευθύνονται προς τα σπίτια τους και ήδη σχεδιάζουν την επόμενη φωτιά, που είναι προγραμματισμένη για την άλλη βδομάδα.
Μπαίνοντας στα πρώτα σπίτια του χωριού ο Ντέντο-Μήτρες τους υποδέχεται με θερμά λόγια δίνοντας τους ευχές και συγχαρητήρια για την όμορφη φωτιά.
Ο μικρός μας Πέτρος, αφού πλύθηκε και σαπουνίστηκε καλά, φόρεσε τις καθαρές του πιτζάμες και ξάπλωσε στο ζεστό του κρεβατάκι. Η ξυλόσομπα του σπιτιού, του ζεσταίνει το παγωμένο κορμάκι, κάνοντάς τον να χαλαρώνει από την υπερένταση της βραδιάς.
Από το μικρό παράθυρο του δωματίου του, μπορεί να δει τα αποκαΐδια της φωτιάς τους, απέναντι στο ύψωμα.
Και εκεί μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, θαρρεί πως αντικρίζει ένα λευκό άρμα, που το σέρνουν τάρανδοι κι έναν ασπρομάλλη γεράκο ντυμένο στα κόκκινα να κάνει βόλτες στον ορίζοντα...

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...