Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2020

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στους Προμάχους... άλλοτε και τώρα!


Τα Χριστούγεννα ήταν και εξακολουθούν να είναι η πιο αγαπημένη γιορτή όλων, που συγκέντρωνε την οικογένεια γύρω από την εστία, το τζάκι, όπου βασίλευε η γαλήνη και η Αγάπη.

Φυσικά το απαραίτητο αξεσουάρ της εποχής, ήταν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, έθιμο που χάνεται στα βάθη των δεκαετιών, το οποίο δέντρο σαγήνευε πάντα μικρούς και μεγάλους με τα αραδιασμένα δωράκια, που φιλοξενούσε στη βάση του.
Στο χωριό των Προμάχων, οι κάτοικοι, συμμετείχαν στην όλη παραδοσιακή γιορτή με τους ανάλογους στολισμούς, ο καθένας με την ικανότητα του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Τα παλιότερα χρόνια, όλα τα νοικοκυριά προμηθεύονταν το δεντράκι τους από το κοινοτικό δάσος, όπου η πενταβέλονη πεύκη, ευδοκιμούσε στην κατάφυτη περιοχή. Βέβαια η κοπή δέντρων, ήταν απαγορευμένη, αλλά όλοι κατάφερναν να βρουν κάποια λύση και με τους αρκετούς τοπικούς δασοφύλακες να κάνουν τα στραβά μάτια, λόγω των ημερών, όλο το χωριό αποκτούσε το χαρακτηριστικό σύμβολο της γιορτής της Γέννησης του Κυρίου.

Το καταπράσινο δέντρο λοιπόν, στήνονταν σε κάποια γωνία του μεγάλου (και μοναδικού) δωματίου, όπου η οικογένεια συμβιούσε, και ο στολισμός του γίνονταν συνήθως τα βράδια, όταν όλοι ήταν συγκεντρωμένοι, συνδυάζοντας το νυχτέρι(πουτπριέτκα), όπου οι γυναίκες έφτιαχναν τον παραδοσιακό μπακλαβά με σουσάμι και χειροποίητα φύλλα και ετοίμαζαν διάφορα μεζεδάκια, από το φρεσκοσφαγμένο γουρούνι και οι άντρες επιδίδονταν στον στολισμό με τα παιδιά, έχοντας πάντα γεμάτα τα ποτηράκια τους με ντόπιο τσίπουρο.
Στολίδια και διάφορα μπιχλιμπίδια δεν υπήρχαν, όπως στις μέρες μας, και γι αυτό οι ευρηματικοί κάτοικοι, χρησιμοποιώντας την πλούσια φαντασία τους, έβαζαν ότι διέθετε το νοικοκυριό.
Αντί για γλόμπους και αστραφτερά μπαλάκια, τοποθετούσαν κουκουνάρες από τα πεύκα, βάφοντάς τα με την χαρακτηριστική ασημί μπογιά, που έβαφαν τις μασίνες και τα μπουριά τους.
Στα κλαδιά του δέντρου κρεμούσαν κάθε λογής καραμέλες και οι πιο εύποροι, κρεμούσαν σοκολατάκια, σκανδαλίζοντας τους μπόμπιρες, οι οποίοι πολλές φορές έκαναν "καταδρομικές" νυχτερινές ενέργειες, τρώγοντας τα σπάνια για την εποχή γλυκίσματα.

Στην κορυφή του δέντρου εκτός από κάποιο αστέρι, τοποθετούσαν κάποιους μικρούς λούτρινους Αη Βασίληδες, με το γνωστό σακίδιο στη πλάτη και μια μαγκούρα στο δεξί χέρι.

Αργότερα, με την εισβολή του πολιτισμού και της τεχνολογίας, οι πιο πλούσιοι, τοποθετούσαν και τα λαμπάκια, τα οποία πρόσεχαν ως κόρη οφθαλμού, με δεδομένο το γεγονός ότι πολλά από αυτά καίγονταν λόγω της ασταθούς ηλεκτρικής τάσης που επικρατούσε. Είναι φρέσκια η μνήμη στους μεγαλύτερους, η εικόνα στο μαγαζί του Τασιώλα, ο Μπάη Ίτσος με τα γυαλιά του στα μάτια, να δοκιμάζει με το κατσαβίδι του και να αντικαθιστά τα καμμένα λαμπάκια.

Πολλά νοικοκυριά στόλιζαν και ένα εφεδρικό δέντρο, που δεν ήταν έλατο, αλλά το εντυπωσιακό γκι.
Το ονόμαζαν "μέτσκινα ντίρα" (ίχνος αρκούδας) γιατί το αγκαθωτό σχήμα των φύλλων του έμοιαζε με το αποτύπωμα του ποδιού της αρκούδας. Ήταν ένα πολύ όμορφο και ξεχωριστό δεντράκι, με τους μικρούς κατακόκκινους καρπούς του, που έδινε μια μαγευτική εικόνα στα φτωχικά σπίτια και αποτελούσε την αγαπημένη γωνιά για μικρούς και μεγάλους.


Με το πέρασμα των χρόνων, τα φυσικά δέντρα, αντικαταστάθηκαν από τα ψεύτικα-πλαστικά και ο στολισμός τους αναδεικνυόταν σε επίδειξη πλουτισμού και οικονομικής ευμάρειας.
Τεράστια ποικιλία ύψους, σχεδίων, χρωμάτων με εκατοντάδες φανταχτερά λαμπιόνια και γλόμπους, φάτνες όλων των ειδών, που κατά την άποψή μου, "ξέφτισε" όλη την μαγεία των προηγούμενων δεκαετιών και την απλοϊκότητα του εθίμου.

Ένα άλλο φαινόμενο των ημερών των Χριστουγέννων, τη δεκαετία του 90' κυρίως, ήταν ο εξωτερικός στολισμός των σπιτιών.
Όλοι επιδίδονταν σε έναν ανεξήγητο αγώνα, για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη φωταγώγηση του σπιτιού με εκατοντάδες λαμπάκια, φωτοσωλήνες, Αη Βασίληδες, ταράνδους και κάθε λογής στολίδι της εποχής. Αυλές, σκάλες, μπαλκόνια, σκεπές, όλα φωταγωγημένα σε μια υπέρμετρη επίδειξη υπερβολής, που ακόμη και το "κιτς" έχανε την σημασία του.
Ευτυχώς στις ημέρες μας το φαινόμενο έχει εκλείψει και πιστεύω, ότι το γούστο των κατοίκων έχει βελτιωθεί δραστικά.

Μην ξεχάσω βέβαια να αναφέρω ότι τα τελευταία χρόνια, στολίζεται και το δέντρο του χωριού, στην κεντρική πλατεία, όπου δίνει μια άλλη χαρούμενη νότα και φυσικά τα χαρμόσυνα κάλαντα που ακούγονται από τα μεγάφωνα του Ναού και που αγαλιάζουν όλους τους   πιστούς.

Ίχνη στο χιόνι...


Αριδαία. Χειμώνας, κάποια περασμένη δεκαετία.

Ο 67χρονος χωρικός, αποβιβάζεται από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ και από το σταθμό, ξεκινάει για την άλλη άκρη της, παγωμένης από την χθεσινή χιονόπτωση, πόλης.
Ένα χοντρό πανωφόρι τον τυλίγει, ενώ τα τρύπια του παπούτσια, χαμογελούν σε κάθε στραβοπάτημα στον ανώμαλο δρόμο.
Το κλασικό γέρικο, πέτσινο καπέλο, με τα αυτιά και την γούνινη επένδυση, συμπληρώνει την όλη ενδυματολογική του εμφάνιση.
Στον γυρτό του ώμο, έχει περασμένο έναν μακρύ τορβά, τον οποίο κρατάει με περίσσια δύναμη με το δεξί του χέρι.
Το τοπίο γύρω του είναι κάτασπρο από το χιόνι και λόγω της περασμένης ώρας, 3 το μεσημέρι, μόνο τον ήχο των βημάτων του μπορεί κανείς να ακούσει, αφού η πόλη παίρνει τον καθιερωμένο υπνάκο της.
 “Να μη ξεχάσω να πάρω και την απόδειξη από τον έμπορο”, μονολογούσε συνεχώς κι όλο άλλαζε ώμο, μεταφέροντας το βαρύ ταγάρι δεξιά κι αριστερά.
Το βαρύ φορτίο που κουβαλούσε, ήταν τα κέρματα από το παγκάρι της εκκλησίας του χωριού, που σαν επίτροπος που ήταν, ο παπα Γιάννης τον εξουσιοδότησε να τα παραδώσει στον μεγαλέμπορο, το συνεργείο του οποίου έκανε εργασίες στο ναό του χωριού.
Αγκομαχώντας λοιπόν ο φιλότιμος ηλικιωμένος βγάζοντας πυκνές αχνιστές ανάσες, φτάνοντας στα μέσα της διαδρομής, κοντοστάθηκε και άρχισε να συλλογιέται.
Ρίχνοντας κλεφτές ματιές πάνω κάτω, και μη βλέποντας ψυχή ζώσα ολόγυρα, παίρνει την μεγάλη απόφαση.
“Θα κρύψω εδώ στο αυλάκι το ταγάρι, δίπλα από το κούτσουρο του κομμένου πεύκου, θα πάω μέχρι το μαγαζί του έμπορα και θα του πω να έρθουμε με το τρακτεράκι του να πάρουμε τα χρήματα, γιατί δεν αντέχω άλλο”.
Έτσι και έπραξε. Άφησε τον τορβά με τις 15.350 δραχμές και κίνησε με αποφασιστικό βήμα προς το εργοτάξιο για να βρει τον έμπορο.
Αφού έφτασε, του εξήγησε το σχέδιό του και ο καλόβολος μεγαλέμπορος κίνησε μαζί με τον κουρασμένο χωρικό δίπλα του στο τρακτεράκι, για να πάρουν τα κρυμμένα χρήματα του παγκαριού.
Φτάνοντας στην έρημη άκρια, όπου ήταν το κρυμμένο ταγάρι, τους περίμενε η έκπληξη της ζωής τους. Τα χρήματα είχαν κάνει φτερά και το μόνο που υπήρχε στην γύρω περιοχή ήταν τα ίχνη από τις πατημασιές του ηλικιωμένου που κατευθύνονταν προς το μαγαζί του εμπόρου και ένα άλλο περίεργο ζευγάρι ιχνών, που με βιαστικό τρόπο σβησμένο, κατευθύνονταν προς ένα παρακείμενο αγροτόσπιτο με κάτι περίεργες ψηλές καλαμιές για φράχτη, όπου οι κάτοικοι απέφευγαν να πλησιάζουν, λόγω του πολύ κακότροπου και επιθετικού ενοίκου του. 
Ο φιλήσυχος χωρικός με κατακόκκινα τα μάγουλά του από την πίεση, άρχισε να οδύρεται και να καταριέται τον εαυτό του για την απερίσκεπτη πράξη του και συνεχώς επαναλάμβανε το πώς θα δικαιολογήσει την βλακεία του στον παπά και τους χωριανούς του.
Τότε ο μεγαλέμπορος, υπερβαίνοντας τα όρια της μεγαλοσύνης, τον χτυπά στον ώμο και του λέει:
“Έλα βρε πατριώτη, μην κάνεις έτσι, να πάρε την απόδειξη να την παραδώσεις στον παπά και πες του ότι όλα πήγαν κατ΄ευχήν. Τί διάολο, για την εκκλησία είναι, χαϊρλίτικα. Υπάρχει δικαιοσύνη για όλους μας”.
Μη πιστεύοντας στα αυτιά του, ο καημένος ο επίτροπος, αφού του φίλησε τα χέρια παίρνει τον δρόμο της επιστροφής ευλογώντας το Θεό για την απρόσμενη βοήθεια.

Επόμενη μέρα...
Οι τραυματιοφορείς σκεπάζουν με το σεντόνι το πτώμα και διασχίζοντας με δυσκολία την αυλή με τον παράξενο καλαμένιο φράχτη, το φορτώνουν στο ασθενοφόρο για τα περαιτέρω.
Ο ιατροδικαστής, παραμερίζοντας τον πεσμένο στο πάτωμα σωρό από τα κέρματα, συμπληρώνει την έκθεσή του:
“Αιτία θανάτου: ανακοπή.
  Ώρα θανάτου: 15.35”

Σ.Σ. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.

" Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος ..." Νίκος Καζαντζάκης


Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι ...

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία. 

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου.

Άστρα, πουλιά, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι' αυτό κι απ' όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία.

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι ...

Δέν διαλέγεις αυτά που πιστεύεις. Αυτά διαλέγουν εσένα.

Πιστεύω στα αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα.

Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα τ'ανθρώπου, να σπας τα σύνορα! Ν' αρνειέσαι οτι θωρούν τα μάτια σου!

Να πεθαίνεις και να λες:

Θάνατος δεν υπάρχει

Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.

Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.

Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού.

Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι' αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.

Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό 'ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις!

Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!

"Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους" Μενέλαος Λουντέμης


Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας. Μα μόλις φύγει, καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε, μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Κάν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Κάν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει.

Κοίταξέ με προσεκτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ…
Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελή; Ήταν άρρωστη; Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω.

Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Εκείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.

Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα- Νανούρισμα στον αποκοιμισμένο καθρέφτη


Κοιμήσου.
Μη φοβάσαι το βλέμμα
το περιπλανώμενο.
Κοιμήσου.Ούτε η πεταλούδα
ούτε ο λόγος,
ούτε η κρυφή αχτίδα
της κλειδαριάς
δε θα σ’αγγίξουν.
Κοιμήσου.
Όπως η καρδιά μου,
έτσι κι εσύ
καθρέφτη μου.
Κήπος όπου ο έρωτας
ελπίζει σε μένα.

Κοιμήσου άφοβα,

μα ξύπνα,
όταν θα σβήσει το στερνό
φιλί πάνω στα χείλη μου.


Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Από τη «Σουίτα των καθρεφτών» (1921)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ ΠΟΥ Π Ρ Ε Π Ε Ι ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ!!!

Απόσπασμα από διήγημα του Α. Τσέχοφ

To παρακάτω είναι απόσπασμα από διήγημα του Αντόν Τσεχωφ.
Εκπληκτικό πόσα διαμάντια για το σήμερα ανακαλύπτει κανείς διαβάζοντας.
Επίκαιρο όσο ποτέ !!!!



Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν...
Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα...
Για σαράντα.
Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
Δύο μήνες και πέντε μέρες...
Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές.
Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα, μουρμούρισε η Ιουλία.
Το 'χω σημειώσει!
Καλά...
Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε...Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.

Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου!Τρία... τρία, τρία.... ένα και ένα... Πάρ' τα...

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

Και γιατί με ευχαριστείς;
Για τα χρήματα.
Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.





ΠΗΓΗ...http://www.ramnousia.com

«Τα πτερόεντα δώρα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ
Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.

Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.

Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.

Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.

Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!

Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.

(1907)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 191-192






ΠΗΓΗ...http://www.papadiamantis.org

"Το Πανδοχείο του Γκι " - Κ. ΝΤΙΚΕΝΣ


ΤO ΠΡΩΤΟ ΚΛΑΔΙ – Ο εαυτός μου

 Έχω κρατήσει ένα μυστικό στην πορεία της ζωής μου. Είμαι ντροπαλός. Κανείς δεν θα μπορούσε να το υποθέσει, κανείς δεν το υποθέτει ποτέ, κανείς ποτέ δεν το υπέθεσε, αλλά είμαι εκ φύσεως ντροπαλό άτομο. Αυτό είναι το μυστικό που, ποτέ ως τώρα, δεν είχα αποκαλύψει. Θα μπορούσα ίσως να συγκινήσω ιδιαίτερα τον αναγνώστη αφηγούμενος τους αμέτρητους τόπους στους οποίους δεν έχω πάει, τους αμέτρητους ανθρώπους που δεν έχω επισκεφθεί ή δεχθεί στο σπίτι μου, τους αμέτρητους τρόπους αποφυγής των κοινωνικών εκδηλώσεων για τους οποίους νοιώθω ενοχές, απλώς και μόνο επειδή είμαι, εξ αρχικής ιδιοσυγκρασίας και χαρακτήρα, άτομο με συστολή. Αλλά θα αφήσω τον αναγνώστη ασυγκίνητο, για να καταπιασθώ με το θέμα που έχω μπροστά μου.

 Αυτό το θέμα είναι να αφηγηθώ με απλά λόγια τα ταξίδια μου και τις ανακαλύψεις μου στο Πανδοχείο του Γκι, στο μέρος της καλής ψυχαγωγίας έλλογων κι άλογων όντων, όπου κάποτε αποκλείσθηκα από τα χιόνια. Συνέβη την αξέχαστη χρονιά όταν αποχωρίσθηκα για πάντα από την Άντζελα Λήιθ, την οποία επρόκειτο σύντομα να παντρευτώ, όταν ανακάλυψα ότι προτιμούσε τον επιστήθιο φίλο μου. Από τα σχολικά μας χρόνια παραδεχόμουν αβίαστα μέσα μου, ότι ο Έντουιν ήταν κατά πολύ ανώτερός μου. Και, μολονότι η καρδιά μου πληγώθηκε κατάβαθα, ένοιωσα ότι η προτίμηση ήταν κάτι το φυσικό, και προσπάθησα να τους συγχωρήσω και τους δύο. Ήταν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, που αποφάσισα να πάω στην Αμερική – στην πορεία μου προς τον διάβολο. Χωρίς να κοινοποιήσω την ανακάλυψή μου ούτε στην Άντζελα, ούτε στον Έντουιν, αλλά με την απόφαση να γράψω στον καθένα τους από ένα συγκινητικό γράμμα, διαβιβάζοντάς τους τις ευχές μου και την συγγνώμη μου, τα οποία θα μετέφερε η βάρκα από το ατμόπλοιο στο ταχυδρομείο στην ακτή, όταν εγώ ο ίδιος θα ήμουν καθ' οδόν προς τον Νέο Κόσμο, πολύ μακριά από τις αναμνήσεις, - λέω, κλειδώνοντας την θλίψη μου βαθιά μέσα στο στήθος μου, και παρηγορώντας τον εαυτό μου, όπως μπορούσα, με την προοπτική της μεγαλόψυχης συμπεριφοράς μου, άφησα όλα όσα θεωρούσα αγαπημένα, και ξεκίνησα για το απελπισμένο ταξίδι που προανέφερα.

 H μελαγχολική νέκρα του χειμώνα είχε απλωθεί παντού όταν εγκατέλειψα το διαμέρισμά μου για πάντα, στις 5 η ώρα το πρωί. Είχα ξυριστεί με το φώς του κεριού, φυσικά, κι έκανε τσουχτερό κρύο, και με διακατείχε εκείνη η ανυπόφορη αίσθηση ότι είχα σηκωθεί για να πάω για κρέμασμα, την οποία συνήθως δεν μπορούσα να αποχωρισθώ όταν σηκωνόμουν νωρίτερα από το κανονικό, και υπό τέτοιες συνθήκες. Πόσο καλά θυμάμαι την θλιβερή όψη της οδού Φλήιτ όταν βγήκα από το Τεμπλ!
 Τα φανάρια του δρόμου τρεμόσβηναν από τον δυνατό βορειοανατολικό άνεμο, σαν το αέριο να παραμορφωνόταν από το κρύο, τα χιονοσκέπαστα σπίτια, τον σκυθρωπό αστροφώτιστο ουρανό, τους ανθρώπους της αγοράς και τους άλλους πρωϊνούς βιοπαλαιστές, που έτρεχαν για να κάνουν το μισοπαγωμένο τους αίμα να κυκλοφορήσει ξανά στις φλέβες τους, το φιλόξενο φως και την ζεστασιά των λιγοστών καφενείων και των μπαρ, που ήταν ανοιχτά για τέτοιους πελάτες, την σκληρή, στεγνή, κρυσταλλιασμένη πάχνη που μου ράπιζε το πρόσωπο σαν ατσαλένιο μαστίγιο.
 Η ατμόσφαιρα ήταν κατάφορτη από την πάχνη αυτή κι ο αέρας την είχε κιόλας χώσει μέσα σε κάθε χαραμάδα. Ήθελε εννέα μέρες για να τελειώσει ο μήνας, κι η χρονιά. Το ταχυδρομικό πακέτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να φύγει από το Λίβερπουλ, του καιρού επιτρέποντος, την πρώτη του επόμενου μήνα, και είχα το διάστημα που μεσολαβούσε διαθέσιμο.

Το είχα λάβει αυτό υπόψη μου, κι είχα αποφασίσει να κάνω μια επίσκεψη σε ένα συγκεκριμένο μέρος (το οποίο δεν χρειάζεται να κατονομάσω) στα πιο μακρινά σύνορα του Γιόρκσαϊρ. Το είχα αγαπήσει, επειδή σ' εκείνο το μέρος είχα πρωτοδεί την Άντζελα, κι η μελαγχολία μου ικανοποιήθηκε με την ιδέα του χειμωνιάτικου αποχαιρετισμού του, πριν από τον εκπατρισμό μου. 
Οφείλω να εξηγήσω, ότι, για να αποφύγω να με αναζητήσουν προτού η απόφασή μου γίνει αμετάκλητη, με το να μπει σε πλήρη εφαρμογή, είχα γράψει στην Άντζελα την νύχτα, με τον συνηθισμένο μου τρόπο, προφασιζόμενος πως μια επείγουσα εργασία – τις λεπτομέρειες της οποίας θα της εξέθετα με πρώτη ευκαιρία – με έπαιρνε απροσδόκητα μακριά της, για μια βδομάδα ή δέκα μέρες.
 Δεν υπήρχε ο Βόρειος Σιδηρόδρομος εκείνη την εποχή, και αντί αυτού υπήρχαν άμαξες δημόσιας χρήσης τόσο για την μετακίνηση των επιβατών όσο και για την μεταφορά της αλληλογραφίας. Τις οποίες, πιάνω τον εαυτό μου να προσποιείται ότι τις θεωρεί τώρα αξιοθρήνητες, όπως κάνουν και πολλοί άλλοι, αλλά που όλοι τότε φοβόμασταν, σαν νάταν πολύ μεγάλο βάσανο. 
Είχα εξασφαλίσει θέση δίπλα στον αμαξά στην πιο γρήγορη από αυτές, κι η δουλειά μου στην οδό Φλήιτ ήταν να μπω σε ένα μόνιππο με τo πορτμαντώ μου, έτσι ώστε να πάω όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο Άλινγκτον, όπου θα έμπαινα σε εκείνη την άμαξα. Αλλά όταν ένας από τους φύλακες του Τεμπλ μας, ο οποίος μετέφερε το πορτμαντό μου στην οδό Φλήιτ για να με βοηθήσει, μου είπε για τα τεράστια κομμάτια πάγου που επέπλεαν τις τελευταίες μέρες στο ποτάμι, κι ότι το είχαν αποκλείσει την νύχτα, κι ότι έκανε ένα περίπατο από τους κήπους του Τεμπλ μέχρι την ακτή Σάρεϋ, άρχισα να αναρωτιέμαι, εάν και κατά πόσο η θέση μου δίπλα στον αμαξά δεν θάταν πιθανόν να θέσει ένα ξαφνικό και παγωμένο τέλος στην συμφορά μου. Ήμουνα πράγματι συντετριμμένος, αλλά παρ' όλα αυτά, δεν ήμουνα και τόσο απελπισμένος ώστε να θέλω να πεθάνω από την παγωνιά.

 Όταν ξύπνησα στο Πήϊκοκ, όπου ανακάλυψα ότι όλοι έπιναν καυτό πέρλ για να επιβιώσουν, ρώτησα εάν υπήρχε κάποια ελεύθερη εσωτερική θέση. Τότε ανακάλυψα πως, τόσο μέσα στην άμαξα όσο κι απέξω, εγώ ήμουν ο μοναδικός επιβάτης. Αυτό μου παρουσίασε μια πιο γλαφυρή εικόνα της φοβερής δριμύτητας του ψύχους, δεδομένου του ότι εκείνη η άμαξα πάντα πήγαινε καλά φορτωμένη. Όμως, ήπια κι εγώ λίγο περλ (το οποίο διαπίστωσα πως ήταν ασυνήθιστα καλό), και μπήκα στην άμαξα. Όταν κάθισα, με κάλυψαν με άχυρα μέχρι την μέση, και, έχοντας επίγνωση της μάλλον γελοίας μου εμφάνισης, ξεκίνησα το ταξίδι μου.

 Ήταν ακόμα σκοτάδι όταν φύγαμε από το Πήϊκοκ. Για κάμποση ώρα, τα χλωμά, ακαθόριστα φαντάσματα των σπιτιών και των δέντρων εμφανίζονταν και χάνονταν, και μετά ήρθε η άγρια, μαύρη, παγωμένη μέρα. Οι νοικοκύρηδες άναβαν τα τζάκια τους. Ο καπνός ανέβαινε ψηλά στον αραιωμένο αέρα. Και καλπάζαμε προς την Πύλη Χάϊγκεϊτ πάνω στο πιο κακοτράχαλο έδαφος στο οποίο έχω ποτέ ακούσει ποδοβολητό αλόγων. Καθώς μπαίναμε στην εξοχή, τα πάντα φαίνονταν γκριζωπά και γερασμένα. 
Οι δρόμοι, τα δέντρα, οι αχυρένιες σκεπές των μικρών χωριάτικων σπιτιών και των αγροικιών, οι θημωνιές στις αυλές των γεωργών. Οι εξωτερικές εργασίες είχαν εγκαταλειφθεί, οι ποτίστρες των αλόγων στα πανδοχεία που ήταν στις άκρες των δρόμων είχαν παγώσει τελείως, κανένας αλήτης δεν γύριζε έξω, οι πόρτες ήταν ερμητικά κλειστές, οι μικροί οικίσκοι για την είσπραξη των φόρων είχαν φουντώσει τη φωτιά στα τζάκια τους, και τα παιδιά (ακόμα κι οι άνθρωποι των οικίσκων αυτών έχουν παιδιά, και φαίνεται ότι τα φροντίζουν) έτριβαν τον πάγο στα μικρά τζαμόφυλλα με τα παχουλά τους χεράκια, για να προλάβουν να δουν με τα λαμπερά τους μάτια, έστω και για λίγο, την μοναχική άμαξα που περνούσε από εκεί. Δεν ξέρω πότε άρχισε να το στρώνει το χιόνι.
 Αλλά ξέρω ότι κάπου αλλάζαμε άλογα, όταν άκουσα τον φύλακα να παρατηρεί: «Εκείνη η γριούλα ψηλά στον ουρανό πολύ δύσκολα θα μάζευε τις χήνες της σήμερα.»
 Μετά, πράγματι, είδα το λευκό χιόνι να πέφτει πυκνό και γρήγορα. Η μοναχική μέρα κυλούσε, κι εγώ λαγοκοιμήθηκα, όπως κάνουν οι μοναχικοί ταξιδιώτες. Ήμουνα ζεστός κι οπλισμένος με κουράγιο μετά το φαγητό και το ποτό, ιδιαίτερα μετά το βραδινό, το οποίο όλες τις άλλες φορές ήταν θλιβερό και κρύο. Είχα τελείως αποπροσανατολιστεί όσον αφορά την ώρα και το μέρος, κι ήμουν συνεχώς περισσότερο ή λιγότερο “χαμένος”. 
Η άμαξα και τα άλογα μου φάνηκαν ότι έπαιζαν εν χορώ το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος”, χωρίς ούτε ενός λεπτού διακοπή.
 Κρατούσαν τον χρόνο και την μελωδία με την μεγαλύτερη ακρίβεια, κορυφώνοντάς την σε κρεσέντο στην αρχή του ρεφραίν, με μια ακρίβεια που με στενοχωρούσε θανάσιμα. 



«Το Πανδοχείο του Γκι» (1855) είναι ένα μικρό έργο της ώριμης συγγραφικής περιόδου του Ντίκενς το οποίο ανήκει στον πρώτο κύκλο των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του, που έγραψε μεταξύ του 1852 και του 1858 (Christmas Numbers in Household Words). 



Συμπαράσταση στην Πρόεδρο των εργαζομένων του Νοσοκομείου Έδεσσας Ελένης Σταυρουλάκη



 Το Δ.Σ. του Συλλόγου Εργαζομένων ΟΤΑ Νομού Πέλλας καταγγέλλει την δίωξη της Διοίκησης κατά της Προέδρου των εργαζομένων στο Νοσοκομείο Έδεσσας Ελένης Σταυρουλάκη

Η Διοίκηση του Νοσοκομείου Έδεσσας, (η διορισμένη από την κυβέρνηση), κυκλοφόρησε μια ανακοίνωση με την οποία αμφισβητεί τα λεγόμενα της Προέδρου των εργαζομένων στο Νοσ. Έδεσσας Ελένης Σταυρουλάκη, σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Εδεσσαϊκή της 4ης Δεκεμβρίου 2020.   

Αν η Διοίκηση έμενε στην αμφισβήτηση δεν θα μας έπεφτε λόγος, αλλά προχωράει σε συνδικαλιστικές διώξεις (ΕΔΕ, Απόφαση ΔΣ για ποινική δίωξη για «διασπορά ψευδών ειδήσεων» κλπ) και αυτό μας αφορά! Για την ακρίβεια, αφορά κάθε πολίτη που σκέφτεται ελεύθερα και δημοκρατικά, κάθε εργαζόμενο!

Οι ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ  και οι σοβαρές ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ 

των δύο Προέδρων των Εργαζομένων στα Νοσοκομεία Έδεσσας και  Γιαννιτσών για τη διαχείριση της πανδημίας, δεν μας εξέπληξαν, τις βλέπουμε και εμείς είτε ως ασθενείς, είτε συνοδεύοντας συγγενείς και φίλους: Ελλείψεις κλινών, εξειδικευμένου προσωπικού και εξοπλισμού, νοσηλείες σε ράντζα, τριτοκοσμικές καταστάσεις, κακός σχεδιασμός και κίνδυνοι διασποράς του ιού. Δεν έγινε τίποτε όλο το καλοκαίρι. Και στέλνουν ένα σήμα κινδύνου για να μην βρεθούμε απροετοίμαστοι και στο 3ο κύμα που αναμένεται μετά τα Χριστούγεννα!

Η Ελένη Σταυρουλάκη, προϊσταμένη νοσηλεύτρια στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας η ίδια, δηλαδή εργαζόμενη στην πρώτη γραμμή του πολέμου κατά του αόρατου εχθρού του κορωνοϊού, που νόσησε η ίδια και η οικογένειά της, ευχαριστεί και κάνει μια έκκληση μέσω της εφημερίδας που έδωσε συνέντευξη: 

«Απευθύνω – λέει – ευχαριστίες σε όλο το ιατρικό, νοσηλευτικό και το παραϊατρικό προσωπικό, για την προσπάθεια που καταβάλλουν, γιατί δουλεύουν χωρίς κανένα ρεπό, εδώ και πάρα πολύ καιρό. Έχει κουραστεί όλο το προσωπικό. Έχουν ξεπεράσει τον εαυτό τους οι άνθρωποι. Είναι πάνω από τα όριά τους».

«Θα ήθελα να κάνουμε μαζί μια έκκληση – συνεχίζει η κ. Σταυρουλάκη Ελ. – σε άτομα που έχουν την οικονομική άνεση, οργανισμούς, τράπεζες και επιχειρηματίες της πόλης, να συμβάλλουν με όποιο τρόπο μπορούν για να ενισχύσουν το νοσοκομείο, είτε με φορεία, είτε με κρεββάτια, ΜΕΘ, με ό,τι μπορεί ο καθένας. Ή να μαζευτεί ένα ποσό και να ενισχύσουν τη λειτουργία του νοσοκομείου, γιατί δεν φτάνουν τα μέσα που έχουμε».

Η Διοίκηση του Νοσοκομείου Έδεσσας – όπως και του Νοσοκομείου Γιαννιτσών – ενοχλήθηκε και εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία καταγγέλλει «τους υποκινητές του τιτάνιου έργου της» αλλά επιχειρεί να επιπλέον να φιμώσει τους εκπροσώπους των εργαζομένων με πειθαρχικές και δικαστικές διώξεις. Η ανακοίνωση της Διοίκησης του Νοσ. Έδεσσας βρίθει ανακριβειών αλλά και συκοφαντιών. Λένε ότι «η υπάλληλος κ. Σταυρουλάκη όντας απούσα τις τελευταίες 20 μέρες από την υπηρεσία, προβαίνει σε αυτές τις αναφορές οι οποίες διασπείρουν ψευδείς πληροφορίες». Καμμιά ψευδή πληροφορία δεν διέσπειρε η πρόεδρος των εργαζομένων! Αλλά το χειρότερο είναι το μέγα ψεύδος της διοίκησης ότι απουσίαζε για 20 μέρες από την υπηρεσία της, παρέλειψε μόνο να αναφέρει ότι νοσηλευόταν σπίτι της χτυπημένη η ίδια και η οικογένειά της από τον κορωνοϊό, όπως και άλλοι επτά συνάδελφοί της στην ΜΕΘ. Κοινοί συκοφάντες!

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Εργαζομένων ΟΤΑ Νομού Πέλλας, εκφράζει την αμέριστη συμπαράστασή του στην Πρόεδρο των Εργαζομένων του Νοσοκομείου Έδεσσας κ. Ελένη Σταυρουλάκη. 

Η λογοκρισία και η φίμωση γιατρών και νοσηλευτών, που παλεύουν συχνά χωρίς όπλα στα δημόσια νοσοκομεία δεν θα περάσει. Οι εργαζόμενοι θα αντικρούσουν την προπαγάνδα, τη λάσπη και τις κατασκευασμένες ειδήσεις των τσομπανόσκυλων της εξουσίας εναντίον των σύγχρονων ηρώων, των γιατρών και νοσηλευτών του Δημόσιου Συστήματος Υγείας. Η πραγματικότητα είναι ότι τα νοσοκομεία αφέθηκαν στην τύχη τους γιατί αυτή ήταν η στρατηγική  επιλογή των κυβερνώντων. Οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία της χώρας απαιτούν προσλήψεις στα νοσοκομεία για να καλυφτούν οι ανάγκες των ασθενών κι εμείς είμαστε μαζί τους! Δαπάνες για την υγεία για να μην συνεχίζουμε να θρηνούμε εκατόμβες νεκρών! 

Αντί να παρέμβει εισαγγελέας για την διερεύνηση ποινικών ευθυνών για τις κρατικές αστοχίες και τις εγκληματικές παραλήψεις, η Διοίκηση του νοσοκομείου Έδεσσας στρέφει τα βέλη της  εναντίων των εκπροσώπων γιατρών και νοσηλευτών, μην τυχόν και δημοσιοποιήσουν το δράμα που βιώνουν. Είπαμε να φοράμε μάσκες για να προστατευθούμε από τον κορωνοϊό, όχι για να μη μιλάμε και να μην  διεκδικούμε τα αυτονόητα!

Απαιτούμε να σταματήσει η συνδικαλιστική δίωξη σε βάρος της προέδρου του συλλόγου εργαζομένων του Νοσοκομείου Έδεσσας Ελένης Σταυρουλάκη.

Καλούμε όλους τους φορείς της πόλης και του νομού να απαιτήσουμε να σταματήσουν όλες οι διώξεις συναδέλφων, που ενώ δίνουν άνιση μάχη με την πανδημία, έχουν να αντιμετωπίσουν και την εκδικητικότητα της Διοίκησης.

Το ΔΣ του Συλλόγου Εργαζομένων ΟΤΑ Νομού Πέλλας


ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...