Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2023

Θεατρική παράσταση από το ΕΡΑΣ.ΘΕ. Ε.Ο.Γ. “ Η ΠΕΛΛΑ”

 

Το ΕΡΑΣ.ΘΕ.   Ε.Ο.Γ. “ Η ΠΕΛΛΑ” σε συνδιοργάνωση με την ΔΗΚΕΠΑΠ  το Σάββατο 28 την Κυριακή 29 και την Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023 παρουσιάζει την θεατρική παράσταση «Δύο γυναίκες» σε διασκευή και σκηνοθεσία Γιώτας Φλήρη.

 Δύο γυναίκες. 

Διαφορετικές μεταξύ τους. Ανταμώνουν, συμβιώνουν, ξεδιπλώνουν η μία στην άλλη τις επιθυμίες, τους φόβους, τις σκέψεις τους. Δύο γυναίκες που αρνούνται να παραδεχτούν τον ευτελισμό της ζωής που δεν έζησαν, που αρνούνται να παραδεχτούν όλα αυτά που τις δένουν με μια αόρατη κλωστή σε μια κοινή πορεία...

Στον όλεθρο; Ή στην αυτογνωσία;


Παίζουν οι:

Γυναίκα Α’: Φωτεινή Μαυρίδου

Γυναίκα Β’: Μαρία Δέλλιου


Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιώτα Φλήρη

Μακιγιάζ: Ανδριάνα Τζέκα

Επιμέλεια Ενδυματολογικών: Φωτεινή Μαυρίδου

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Καρούσος


Πνευματικό Κέντρο Γιαννιτσών.

Ώρα : 20:30 

Είσοδος ελεύθερη.


Θα υπάρχει κουτί ελεύθερης οικονομικής εισφοράς για φιλανθρωπικούς σκοπούς που θα ανακοινωθούν.


Σας ευχαριστούμε για την στήριξή σας και σας περιμένουμε.


Για το Δ.Σ.

               Ο Πρόεδρος                   Η  Γραμματέας


                    Δόντσιος Γεώργιος                          Τσιβρανίδου Αμαλία

Μια μέρα στον Άγιο Σάββα (ή το Θεαγένειο).



«Κοίτα τι σου έφερα να φας» είπε η Αναστασία στην μητέρα της που θα έκλεινε σε λίγες μέρες τον τρίτο κύκλο της χημειοθεραπείας της. Η κυρία Σωσώ (ο άντρας της εξακολουθούσε να την φωνάζει ...
Σωτηρία) χαμογέλασε με τον πιο θερμό τρόπο που διέθετε αλλά η εξάντλησή της ήταν έκδηλη. Όλος ο θάλαμος μύριζε από το φιλέτο κοτόπουλο που είχε αγοράσει η Αναστασία από ένα κοντινό εστιατόριο.

«Και για επιδόρπιο σου έφτιαξα μήλο ψητό» αναφώνησε με χαρά στην μητέρα της, η οποία αν και τρελαίνονταν για την ζάχαρη ζούσε κάτω από την απειλή του διαβήτη.

«Γειάς μάνα!» είπε με ενθουσιασμό ο γιος της ηλικιωμένης κυρίας, η οποία κοιμόταν δίπλα από την κυρία Σωσώ. Εκείνη σηκώθηκε από το κρεβάτι αμέσως μόλις είδε το παιδί της στην πόρτα και έπιασε το πι. Τα βήματά της έμοιαζαν με εκείνα των παιδιών. Κάθε που προσπαθούσε να κάνει ένα βήμα συγχρόνιζε τα χέρια της, το βάρος της και το πόδι που θα πήγαινε με θάρρος μπροστά.

« Ήρθς;» του φώναξε.

« Ήρθα μάνα σ΄ δώ» της είπε.

Εκείνη φτάνοντας σιγά σιγά μέχρι την πόρτα του θαλάμου τον προσπέρασε και βγήκε στο διάδρομο.

« Έλα μάνα να φας. Τι καλό σο’χν’ σήμερα; Απ’ότ’ βλέπω θα φας μανστράκι».

« Δε θέλ’ μανστράκι» του είπε η γριά όλο στόμφο.

«Γιατί μάνα τι έχ’ το μανστράκι;» φώναξε ο γιος της που τον τελευταίο καιρό ερχόταν στην Αθήνα κάθε Σαββατο και έφευγε την Κυριακή το βράδυ για το σπίτι του στα Ιωάννινα. «Θέλ’ απ’αυτούνο» φώναξε η γριά με τόνο επιτακτικό κοιτάζοντας το κοτόπουλου της κυρίας Σωσώς. «Να πας ναμ’πάρ’ς».

Ο γιος φούσκωνε και ξεφούσκωνε από τα νεύρα του. «Καλά μάνα πάω».

«Απο πού το πήρ’ς να πάρω λίγο για τ΄ παλιόγρια» ρώτησε την Αναστασία η οποία παρατηρούσε την σουρεάλ σκηνή.

« Έχει ένα μαγαζί εδώ απέναντι. Συγνώμη για την αναστάτωση. Αλλά η μητέρα μου δεν μπορεί να σηκωθεί για να το φάει έξω. Δεν ήθελα να δημιουργήσω πρόβλημα» είπε με ύφος μεταμέλειας κι ας ήταν έτοιμη να σκάσει στα γέλια.

« Δε μπράζ’ . Έτς κάν’ πάντα. Πόσο το πήρς;»την ρώτησε.

«Επτά ευρώ» του απάντησε η Αναστασία.

«Τι;» φώναξε έκπληκτος. «Εμείς στα Γιάννινα παίρνουμ’ 2 κότες ζωντανές με τόσα λεφτά».

Η Αναστασία που τόσην ώρα κρατιόταν έσκασε στα γέλια. Τελικά μετά από λίγο η γριά έκατσε στο κρεβάτι και έφαγε 3 μπουκιές όλες κι όλες από την μερίδα του κοτόπουλου που της είχε φέρει ο γιός της.

«Μάνα φάι. Τι στο ‘φερα για δυο μπουκιές όλο κι όλο;»

« Να τ’φάς ισύ» του απάντησε η γριά ορθά κοφτά. «Εγώ τόσο ήθλα. Γιατί θα σ’ δώσω λογαριασμό πόσ’ θα φάω;» του απάντησε με θράσος.

«Μάνα φάτο θα γίν’ εδω μέσα το σώσ’.»

« Όχι σ’λέω. Δεν θέλω άλλο. Θα σ’δώσω λογαριασμό που μαρέσ’ η κότα; Μόλις βγώ απο δω μέσα να δείς. Δεν θα σ’έχω ανάγκ’ και θα τρώω ότ’ θέλω». Ο γιος της την κοίταξε αγανακτισμένος αλλά σταμάτησε να μιλάει. Η τελευταία δήλωσή της τον έκανε να σωπάσει, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά τον λόγο που βρίσκονταν εκεί μέσα.

Μια γυναίκα που ονομάζονταν Πανδώρα, πετάχτηκε από το κρεβάτι που ήταν δίπλα από την γριά.

«Πού να βγεις να πας; Πόσο νομίζεις ότι θα ζήσεις; Όσοι μπαίνουν εδώ μέσα δεν ξαναβγαίνουν είπε. Είναι σαν το χτικιό ο καρκίνος. Άπαξ και τον έχεις, τέλειωσες. Κι αυτά που μας κάνουν εδώ μέσα για τα μάτια του κόσμου τα κάνουν. Πάει, τελειώσαμε πια εμείς» είπε με ύφος μίζερο αλλά και με την φυσικότητα της νοικοκυράς που ανακοινώνει στα παιδιά της το μεσημέρι ότι μαγείρεψε φακές αντί για παστίτσιο.

«Εσύ να πεθάν’ς αμα θές. Ιγώ θα ζήσω» απάντησε η γριά με μένος σαν να της είχαν αποδώσει την μεγαλύτερη ρετσινιά δημοσίως στην πλατεία του χωριού της. Μια κοπέλα γύρω στα σαράντα στο απέναντι κρεβάτι από αυτό της γριάς, η οποία πάλευε με την αρρώστια εδώ και καιρό έστρεψε το βλέμμα της που έκαιγε στην γυναίκα που είχε τολμήσει να ξεστομίσει την μιζέρια όλου του κόσμου.

« Άκου» της είπε. «Το μικρότερο παιδί μου είναι 2 χρονών. Δεν με νοιάζει να ζήσω για πάντα. Μόνο όσο με παρακάλεσαν τα παιδιά μου να ζήσω». Όλη την προηγούμενη εβδομάδα ταλαιπωρούνταν από τις συνέπειες της χημειοθεραπείας. Κι όταν είπε στον γιατρό, «τέρμα κουράστηκα, δεν μπορώ άλλο», ο γιατρός της απάντησε: «κάνω πως δεν σε ακούω Μαίρη. Εσύ είπες ότι θα το παλέψεις για τα παιδιά σου. Εσύ μου είπε ότι δεν έχεις δικαίωμα να εγκαταλείψεις τον αγώνα αυτό για τα παιδιά σου που σε περιμένουν να γυρίσεις στο σπίτι. Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα».

Κι η Μαίρη που δεν είχε πλέον ούτε μια βλεφαρίδα στο πρόσωπό της, σώπασε και αποκοιμήθηκε για να ξεχάσει για λίγο την ταλαιπωρία και να ονειρευτεί τις κόρες της.

Στα μεταλλικά παγκάκια του Αγίου Σάββα, ο Λευτέρης που είχε βγει την ημερήσια βόλτα του για να τον δει λίγο ο ήλιος μου συστήθηκε ως ένας νέος Σιντάρτα. «Νιώθω πια πολύ τυχερός που το πέρασα αυτό, μου είπε με καθαρή φωνή.<< Ξέρεις, όταν μου είπαν οι γιατροί για τον καρκίνο δεν φοβήθηκα μήπως πεθάνω. Φοβήθηκα μόνο ότι δεν είχα προλάβει να ζήσω. Αναθεώρησα τον κόσμο όλο μετά από την εδώ διαμονή μου. Είναι ένα θαύμα της ζωής κι αυτό. Δεν είναι ότι δεν έχω στόχους και όνειρα. Ούτε ότι πια δεν θα ασχοληθώ με το να βγάλω περισσότερα χρήματα ή δεν θα στεναχωρηθώ αν με χωρίσει η κοπέλα μου. Απλά τώρα ξέρω ότι τις ημέρες που έχει ήλιο μπορώ να νιώσω τις ακτίνες του να μου ζεσταίνουν το κορμί. Και πως για αυτό μου συνέβει όλο αυτό. Για να μπορώ να νιώθω την ζέστη και το κρύο. Και όταν βρέχει είναι σαν με ραίνει ο Θεός με ευλογία. Είναι όλα αυτά που είχα μέχρι τώρα δεδομένα. Αλλά ποτέ δεν ένιωσα ευγνωμοσύνη για τα δεδομένα μου. Είναι μεγάλο πράγμα, ένα μικρό θαύμα, να ξυπνάς και να μην νιώθεις ότι η ζωή σου χρωστάει. Σε κάνει να χαμογελάς και να φουσκώνεις από περηφάνια για όλα εκείνα που ήδη σου έχει δώσει. Να μην ονομάζεις στασιμότητα και κατάθλιψη την κάθε αναποδιά ή την ανατροπή των θέλω σου. Μου δόθηκε η σοφία να αναθεωρήσω τα θέλω μου πια. Και να καταλάβω ότι όλα όσα είχα ήταν πιο σπουδαία μπροστά σε όλα εκείνα που πρόσμενα να έρθουν. Είναι το μάθημα που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου» είπε με αισιοδοξία που προς στιγμή ζήλεψα.

Η κοινωνία του Αγίου Σάββα είναι σαν ένα μοναστήρι γεμάτο από κόλαση και παράδεισο, με μοναχούς, ανθρώπους που πόνεσαν, έκλαψαν και προσδοκούν καθημερινά την ανάσταση. Στο μοναχικό τους ταξίδι, άλλοι έμαθαν καρτερικά να αναθεωρούν κι άλλοι συνέχισαν να νιώθουν πως η ζωή τους χρωστάει. Όπως και να έχει, στα μεταλλικά παγκάκια του Αγίου Σάββα, γνώρισα τους οδοιπόρους της ζωής, με ταξιδιωτικές εμπειρίες χωρίς πύργους, ερήμους και εξωτικά νερά. Μόνο με τόλμη, σοφία και δύναμη.




ΠΗΓΗ...http://taxalia.blogspot.gr/

Ο Μακεδονομάχος παπα Νώε από τη Λαγκαδιά Αλμωπίας.


Λαγκαδιά
Η Λαγκαδιά, η παλιά Λούτζεν ή Λούγκουντσα, βρίσκεται σε μικρή απόσταση, 2 περίπου χιλιομέτρων, βόρεια της Περίκλειας και σε ύψος 610 μέτρων. Είναι ίσως το πιο φτωχό από τα βλαχομογλενίτικα χωριά και παρουσιάζει μία πραγματικά φθίνουσα εικόνα. Οι περισσότεροι από τους ελάχιστους πια κατοίκους που έχουν απομείνει ζουν κυρίως από την κτηνοτροφία. Σώζονται αρκετά από τα παλιά χαρακτηριστικά παραδοσιακά σπίτια. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που υπήρχε μέσα στο χωριό, βρισκόταν στη θέση του σχολείου και κάηκε το 1908. Η άλλη εκκλησία του χωριού, αυτή των Αγίων Αναργύρων ( Σφίτι Βρατς), βρίσκεται στο νεκροταφείο και σύμφωνα με επιγραφή κτίστηκε το 1863.
Κατά τη διάρκεια του 19" αιώνα, η Λαγκαδιά ήταν τσιφλίκι μουσουλμάνων. Κατά πάσα πιθανότητα, η Λαγκαδιά έγινε τσιφλίκι, όπως και η διπλανή Περίκλεια, ύστερα από πιέσεις των εξισλαμισμένων Βλάχων «μπέηδων» της γειτονικής Νώτιας. Λίγο πιο πάνω από τη Λαγκαδιά, υπήρχε άλλοτε ένας παλαιότερος οικισμός, γνωστός με το όνομα Κατούνα. Από εκεί φαίνεται πως προερχόταν ένα τουλάχιστον μέρος των κατοίκων της Λαγκαδιάς. Η Κατούνα ήταν ήδη έρημη από το β' μισό του 19"" αιώνα. Το τοπωνύμιο Κατούνα μας οδηγεί στη σκέψη πως ο οικισμός αυτός ήταν μία πρώην κτηνοτροφική εγκατάσταση. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως η Κατούνα ήταν ένας απόμερος κτηνοτροφικός οικισμός, όπου είχε αποτραβηχτεί μία ομάδα Βλαχομογλενιτών, προσπαθώντας να προστατευτούν από τις διαθέσεις των ομόγλωσσων μουσουλμάνων της Νώτιας, οι οποίοι είχαν καταπατήσει και κατείχαν όλα τα πεδινά μέρη στη Μικρή Καρατζόβα. Στα τέλη του 19°" και στις αρχές του 20ου αιώνα, οι φτωχοί κολίγοι της Λαγκαδιάς άρχισαν να γνωρίζουν καλύτερες μέρες. Στη βελτίωση της κατάσταση τους θα πρέπει να συνέβαλε και η αλλαγή ιδιοκτήτη. Το χωριό παρήγαγε σημαντικές ποσότητες κουκουλιών και είχε αξιόλογη αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή. Ανάμεσα τους υπήρχαν κάποιοι τεχνίτες, όπως κτίστες, σαπουντζήδες και σιδεράδες. Εκείνη την εποχή ίσως υπήρχαν 1.400 κάτοικοι, 200 οικογένειες. 26 Αρκετά χρόνια πριν το τέλος του 19ου αιώνα στο χωριό υπήρχε ήδη κάποιο μικρό ελληνικό γραμματοσχολείο, το οποίο φαίνεται πως λειτουργούσε με τη βοήθεια του μοναστηριού του Αρχάγγελου Μιχαήλ.
Όπως και στα γύρω μογλενίτικα χωριά, η περίοδος προόδου που γνώρισε η Λαγκαδιά, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, σταμάτησε με την εντατικοποίηση της δράσης των Βούλγαρων κομιτατζήδων και της ρουμανικής προπαγάνδας. Η ρουμανική προπαγάνδα εμφανίζεται δυναμικότερα στα 1898, όταν προσπάθησε να ιδρύσει και να λειτουργήσει και εδώ ρουμανικό σχολείο. Το 1900 ο ρουμανοδάσκαλος διώχθηκε βίαια από το χωριό, όπως βίαια είχε διωχθεί και ο ελληνοδάσκαλος. Το σχολικό κτίριο κατοχυρώθηκε στην ελληνορθόδοξη κοινότητα του χωριού. Μέχρι τότε μόνο πέντε οικογένειες είχαν παραμείνει πιστές στο Πατριαρχείο και τις ελληνικές θέσεις. Εκείνη τη χρονιά επέστρεψαν στο Πατριαρχείο άλλες 20 οικογένεια έτσι στο ελληνικό σχολείο φοιτούσαν περίπου 20 μαθητές. Στη μεταστροφή αυτή βοήθησε η εξαγορά από τις ελληνικές προξενικές αρχές του μουσουλμάνου επιστάτη του χωριού και άλλων προσώπων, οι οποίοι είχαν εξαγοραστεί από τη ρουμανική προπαγάνδα. Επιπλέον, οι οθωμανικές αρχές αναγνώρισαν την κυριότητα ολόκληρου του σχολικού κτιρίου από την ελληνική κοινότητα.
Στις 2 Νοεμβρίου του 1904 Βούλγαροι κομιτατζήδες, υπό την καθοδήγηση και την υποστήριξη των ρουμανιζόντων του χωριού, εισέβαλαν στη Λαγκαδιά, έκαψε το σπίτι του ιερέα Στογιάννη και επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν. Μη βρίσκοντας τον ίδιο και μετά από σκληρά βασανιστήρια, σκότωσαν τελικά την πρεσβυτέρα του, τον τρίχρονο γιο του Γεώργιο και τον Νικόλαο Ρογκότη. Τραυμάτισαν σοβαρά τη νύφη του Παπαστογιάννη, το Γεώργιο Ρογκότη και τον Άγγελο Μπάτσιο. 
Κατά τη διάρκεια των μαχών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, η πρώτη γραμμή τον μετώπου περνούσε δίπλα από το χωριό. Από το καλοκαίρι του 16 μέχρι τα τέλη του 1918 η Λαγκαδιά εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της. Σε μία από τις πρώτες επιθέσεις του βουλγαρικού στρατού, το σύνολο σχεδόν των κατοίκων εκκενώθηκε από τους Βούλγαρους και σκόρπισε στη σημερινή π.Γ.Δ.Μ. και τη Βουλγαρία. Στα δύο και πλέον αυτά χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος των σπιτιών του έρημου χωριού καταστράφηκε. Μετά τις ταλαιπωρίες του Μακεδονικού Αγώνα και του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η κατάσταση στη Λαγκαδιά ήταν πραγματικά τραγική και έτσι η προπαγάνδα επαναδραστηριοποιήθηκε.

Κατά την περίοδο της κατοχής (1941 - 1945 Β' Παγκόσμιος πόλεμος) τα χωριά ήταν υπό της Γερμανικής κατοχής. Στην μεθόριο της Δημοκρατίας των Σκοπίων ήταν Βουλγαρικές δυνάμεις οι οποίες συνεχώς έκαναν επιδρομές κατά του άμαχου πληθυσμού. Σε μια από αυτές στις 17 Ιανουαρίου 1944 εισέβαλε στην περιοχή μια ταξιαρχία Βουλγάρικων στρατευμάτων και στην διαδρομή σκότωσε 7 άτομα από τον άμαχο πληθυσμό του χ. Περίκλεια. Στην συνέχεια κινήθηκαν προς το χ. Λαγκαδιά, εκεί σκότωσαν τον εθνομάρτυρα και Μακεδονομάχο Παπά-Νώε και 17 κατοίκους. 
Στις 19 Ιανουαρίου του 1944 ένα βουλγαρικό στρατιωτικό απόσπασμα μπήκε στο χωριό, σκότωσε 7 άτομα και έκαψε το σπίτι του δασκάλου Παρηγορίδη. Την επόμενη μέρα επέστρεψαν και έκαψαν το σχολείο. Λίγες μέρες αργότερα επιτέθηκαν και πάλι στο χωριό και σκότωσαν 10 ακόμη άτομα. Αυτή τη φορά έβαλαν φωτιά σε όλα τα σπίτια του χωριού. 
Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολλές από τις οικογένειες του χωριού πέρασαν τα σύνορα και ακολούθησαν τη μοίρα των πολιτικών προσφύγων. Ελάχιστοι από αυτούς μπόρεσαν να επιστρέψουν. Αρκετοί κατέφυγαν τότε στη γειτονική Ούμα και από εκεί στη Γευγελή, όπου ακόμη υπάρχουν άνθρωποι με καταγωγή από τη Λαγκαδιά. Την ίδια περίοδο κάποιες οικογένειες εκκενώθηκαν και πέρασαν τα χρόνια του Εμφυλίου στον Αρχάγγελο. Μετά το 1951 ελάχιστες οικογένειες επέστρεψαν και ξαναέδωσαν ζωή στο σχεδόν διαλυμένο χωριό. Σήμερα στη Λαγκαδιά δεν υπάρχουν περισσότερες από 20 οικογένειες, ενώ το σχολείο της δε λειτουργεί πια. Από τους παλιούς Βλαχομογλενίτες της Λαγκαδιάς έχουν παραμείνει μόνο 4 με 5 οικογένειες, ενώ 1 οικογένεια έχει καταγωγή από τους Πόντιους πρόσφυγες. Μετά το 1950 εγκαταστάθηκαν και κάποιες οικογένειες Σαρακατσαναίων, που είχαν άλλοτε τις θερινές τους εγκαταστάσεις στις γύρω ορεινές περιοχές. όπως και κάποιες βλαχομογλενίτικες οικογένειες από την Περίκλεια και τον Αρχάγγελο.



Με πληροφορίες από
https://www.facebook.com/Perikleia/posts/146816618809057

Κρητική βραδιά από τον Λ.Ο. "Οι Άλμωπες".

 


ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...