Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2021

«Η Απουσία» Αργύρης Χιόνης


Τη λέξη απουσία την άκουσα, για πρώτη φορά, στο σχολείο. Ο δάσκαλος έπαιρνε απουσίες, ο απουσιολόγος έπαιρνε απουσίες…

Γιατί τις παίρνανε, που τις πηγαίνανε και τι τις κάνανε, ποτέ δεν κατάλαβα. Και επειδή, μικρός, ήμουν πολύ φιλάσθενος, παίρνανε συχνά και τις δικές μου απουσίες, χωρίς ωστόσο να νιώσω ποτέ ότι κάτι μου αφαιρούσαν, κάτι μου έλειπε.

Το ίδιο γινότανε και με τον πυρετό μου. Κάθε φορά που αρρώσταινα, μου 'λεγε η μάνα μου: «Έλα, να σου βάλω το θερμόμετρο, να σου πάρω τον πυρετό». Και μου ‘βαζε το θερμόμετρο στη μασχάλη, αλλά τον πυρετό δεν μου τον έπαιρνε, γιατί ο πυρετός έμενε εκεί και μ’ έψηνε, μέχρι που αποφάσιζε να φύγει από μόνος του και κά­ποιον άλλονε να βρει για να παιδέψει.

Είχα, όπως καταλαβαίνετε, ένα πρόβλημα με τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν κυριολεκτικά, που άλλα έλεγαν και άλλα εννοούσαν. Δεν είχα ακόμη μάθει τη μεταφορική χρήση τους· δεν ήμουν ακόμη ποιητής.

Αυτό συνέβη λίγο αργότερα. Θέλω να πω, άρχισα να γίνομαι ποιητής, όταν, με τη βοήθεια του νονού μου, έμαθα ότι η απουσία είναι πουλί. Ο νονός μου, ένας γλυκός, διαβασμένος και ευφάνταστος άνθρωπος, ζούσε, με τη γυναίκα του, σε μια μεγάλη μονοκατοικία με εξίσου μεγάλο κήπο.

Ακριβώς δίπλα (ένας ψηλός μαντρότοιχος ήταν το όριο), βρισκότανε η λαϊκή αυλή όπου εμείς, τέσσερα άτομα, καταλαμβάναμε, με ταπεινό νοίκι, ένα μόνο δωμάτιο χωρίς κανένα βοηθητικό χώρο.

Επειδή ο νονός μου, ενώ είχε μεγάλο σπίτι και μεγάλη καρδιά, δεν είχε παιδιά, αποφάσισε να αγαπάει εμένα σαν παιδί του. Μόλις, λοιπόν, γύριζε σπίτι απ’ τη δουλειά (βιβλιοπώλης ήτανε), έβγαινε στον κήπο και ξερόβηχε. Αυτό ήταν το σύνθημα μας, ο μυστικός μας κώδικας, που σήμαινε «έφτασα μόλις, έλα!» κι εγώ προσέτρεχα αμέσως, γιατί όσο μ’ αγαπούσε εκείνος, άλλο τόσο κι εγώ τον αγαπούσα.

Η αστική αυτή κατοικία, πλάι στη δική μας μίζερη αυλή, ήταν για μένα ένας κόσμος μαγικός, βγαλμένος κατευθείαν από τα παραμύθια. Και τί δεν υπήρχε εκεί μέσα: δρύινα βερνικωμένα πατώματα, παχιά χαλιά, που κάνανε το βάδισμα αθόρυβο σαν της γάτας, βιβλιοθήκες από τοίχο σε τοίχο, πίνακες ζωγραφικοί με υπέροχα τοπία από κάποιους άλλους κόσμους, εβένινοι μπουφέ­δες με απαστράπτοντα ασημικά μες στις βιτρί­νες τους, τραπέζια και καρέκλες με κεντητά λινά καλύμματα, ένα περίεργο σκεύος, μεγάλο σαν εικονοστάσι, που το 'λέγαν σαμοβάρι κι έβγαζε, από ένα μικρό βρυσάκι, τσάι αρωματικό, κούπες τσαγιού από διάφανη κινέζικη πορσελάνη, μια τεράστια, σαν μικρός ελέφαντας, μαντεμένια σόμπα, επιχρισμένη με πράσινο σμάλτο, ένα ραδιόφωνο, καπλαντισμένο με καρυδιά, απ' όπου έρρεε, σχεδόν αδιάκοπα, μια μουσική που τήνε λέγαν κλασική, και παντού, από το μπάνιο ως το πιο μικρό δωμάτιο, το άρωμα λεβάντας απ' την κο­λόνια του νονού μου.

Σε μια γωνιά του μεγάλου σαλονιού (υπήρχε και μικρότερο για τις σύντομες ή αδιάφορες επισκέψεις) στεκόταν, πάνω σε βάθρο ξύλινο με τέχνη σκαλισμένο, έν’ αδειανό κλουβί τόσο όμορφα φτιαγμένο, που επιθυμούσες να μικρύνεις, σαν καναρίνι ελάχιστος να γίνεις, μόνο και μόνο για να κατοικήσεις μέσα του.

Αργότερα, πολύ αρ­γότερα, φωτογραφίες όταν πρωτοείδα του Τάτζ Μαχάλ, κατάλαβα πως ήτανε πιστό συρμάτινο αντίγραφο αυτού του διάσημου τεμένους. Τότε, ωστόσο, το μόνο που παίδευε την παιδική μου σκέψη ήταν γιατί ένα τόσο όμορφο κλουβί έμενε άδειο. Ρώτησα λοιπόν, μια μέρα, τον νονό μου: «Γιατί δεν έχει το κλουβί μέσα πουλί;».

«Έχει και παραέχει, μόνο που δεν το βλέ­πεις», μου αποκρίθηκε.
«Και πώς το λένε;» επέμεινα εγώ.
«Το λένε Απουσία», μου είπε.
«Και γιατί δεν κελαηδά;»

«Γιατί η απουσία εκτός από αόρατη είναι και βουβή· φωνή δεν έχει».
Αν και χαμογελούσε, λέγοντας μου αυτά τα λόγια, τα μάτια του δεν συμμετείχαν στο χαμόγελο· υπήρχε κάτι σκοτεινό μέσα τους, που μ’ έκανε να σωπάσω, μολονότι είχα ακόμη πολλές απορίες σχετικά μ’ αυτό το περίεργο πουλί.

Λίγο μετά τη συμπλήρωση των δεκατεσσάρων μου χρόνων και πριν προλάβω να του δείξω τα ποιήματα που είχα αρχίσει να γράφω, ο νονός μου πέθανε. Ήταν ο πρώτος μου νεκρός, κι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα την καρδιά μου σαν συρμάτινο Τάτζ Μαχάλ, κατοικημένη απ’ το αόρατο βουβό πουλί, την Απουσία.

Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε, μεγάλωσα, ωρίμασα, σίτεψα· πλήθος πλέον τα σβησμένα κεριά, πλήθος οι αγαπημένοι μου νεκροί… Και μια μέρα, περιπλανώμενος μέσα στον ζωολογικό κήπο της Αμβέρσας, βρέθηκα, κάποια στιγμή, μπροστά σ' ένα τεράστιο, σιδερόφρακτο, άδειο κλουβί με μια πινακίδα στη βάση του, που έγραφε στα γαλλικά και στα φλαμανδικά: ABSENCE-AFWEZIGHEID.

Ίσως να ήταν κάποιο βελγικό αστείο ή, πάλι, μπορεί ο επιγραφοποιός να 'θελε να δηλώσει απλώς, με τρόπο βέβαια κάπως παράδοξο, ότι το ζώο, που όφειλε να είν’ εκεί, απουσίαζε. Εγώ ωστόσο ταράχτηκα. Είδα, ξαφνικά, να επαληθεύεται αυτό που από καιρό υποπτευόμουν ότι η Απουσία δεν είναι πουλί άλλα θηρίο ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων.

Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει έν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν.

Αργύρης Χιόνης, «Η Απουσία» («Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες», Εκδ. Κίχλη).





ΠΗΓΗ...https://to23ogramma

Είμαστε αιχμάλωτοι - αλλά έχουμε wi-fi.


«Ξέρεις πώς πέθανε ο τελευταίος τίγρης της Τασμανίας;» με ρωτάει ο Τηλέμαχος στο αυτοκίνητο.
Πάντα νοιαζόταν να διαβάζει για τα ζώα, σε εγκυκλοπαίδειες και σε βιβλία. Τώρα πια, σχεδόν έντεκα, ψάχνει στο διαδίκτυο για ό,τι θέλει να μάθει.
«Πέθανε στον ζωολογικό κήπο. Ήταν ο τελευταίος που υπήρχε και τον άφησαν να πεθάνει εκεί μέσα. Το 1936. Υπάρχει και βίντεο.»
Στη φωνή του διακρίνω θλίψη και απορία.
«Το ‘χω δει το βίντεο», του λέω προσέχοντας τον δρόμο.
Περιμένει να του πω κάτι ακόμα. Η απάντηση μου είναι χωρίς αξία.
«Γιατί τον αφήσαν να πεθάνει εκεί μέσα;»
«Δεν υπήρχε άλλος. Τι να έκαναν;»
«Να τον άφηναν ελεύθερο.»
«Πάλι θα πέθαινε.»
«Ναι, αλλά θα πέθαινε ελεύθερος.»
Ο Τηλέμαχος, ως παιδί, κι ως άνθρωπος ευαίσθητος, είδε το βίντεο κι ένιωσε την απόγνωση του τελευταίου τίγρη. Δεν σκέφτηκε κυνικά ή επιστημονικά. Ένιωσε.
Πίστεψε ότι θα ήταν καλύτερο να τον αφήσουν να φύγει. Να χαθεί στα δάση της Τασμανίας, να κυνηγήσει, να ψάξει μήπως βρει ένα τελευταίο θηλυκό -έναν αρσενικό έστω, για να πιούνε μπύρες αντικρίζοντας την εξάλειψη.
«Να πεθάνει ελεύθερος», αυτό είπε ο Τηλέμαχος.
~~
Αργότερα, κάμποσες ώρες μετά μου ξαναμιλάει για τον τίγρη.
«Τον είχαν επικηρύξει», μου είπε. «Επειδή τους έτρωγε τα πρόβατα.»
«Οι πρώτες επικυρήξεις ξεκίνησαν από το 1830, και μεταξύ του 1888 και 1909 η τοπική κυβέρνηση της Τασμανίας πλήρωνε 1 λίρα για κάθε νεκρό ενήλικο θυλακίνο και 10 σελίνια για τα κουτάβια τους. Τα αρχεία δείχνουν, πως εξαργυρώθηκαν συνολικά 2.184 επικυρήξεις, αλλά πιστεύεται πως σκοτώθηκαν πολλοί περισσότεροι θυλακίνοι πέρα από τις επικυρήξεις που πληρώθηκαν. Η εξαφάνιση τους, αποδίδεται συχνά σε αυτές τις αμείωτης έντασης προσπάθειες των γεωργών, κτηνοτρόφων και κυνηγών επικυρήξεων.» πηγή wikipedia
«Πώς το ‘καναν αυτό;» με ρωτάει.
«Για τον τίγρη ρωτάς;» του λέω. «Για το ζώο; Οι Ευρωπαίοι που πήγαν στην Τασμανία βρήκαν ανθρώπους, που ζούσαν σε πρωτόγονη κατάσταση. Τους εξόντωσαν όλους. Τους επικήρυξαν κι αυτούς. 5 λίρες για κάθε μεγάλο και 2 λίρες για κάθε παιδί. Την τελευταία Τασμανή την ονόμασαν Τρουγκανίνι, και πέθανε το 1876. Φυλακισμένη κι εκείνη, με ρούχα ευρωπαϊκά, σε σπίτι ευρωπαϊκό.»
Κάνω μια μικρή παύση. Τ’ αυτοκίνητα μποτιλιαρισμένα. Πού πάμε; Τι τρέχουμε να προλάβουμε;
«Εξόντωσαν κι εξοντώνουν ανθρώπους. Νομίζεις ότι θα λυπόντουσαν τα ζώα;»
«Γιατί είναι έτσι ο άνθρωπος;» με ρωτάει και φυσικά δεν μπορώ ν’ απαντήσω στην ερώτηση του.
Γιατί είναι έτσι ο άνθρωπος;
~~
Την επόμενη ή μπορεί τη μεθεπόμενη μέρα, για λόγους άσχετους με τη συζήτηση που προανέφερα, βάζω να δω μια ταινία του Μελ Γκίμπσον, το «Apocalypto».
Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να αποδώσει μια εικόνα της προκολομβιανής Αμερικής, πώς ζούσαν οι αυτόχθονες πριν την εισβολή των Ευρωπαίων και την αρχή της Μεγάλης Γενοκτονίας .
Παρά τα ιστορικά λάθη, που δεν πρέπει να μας απασχολούν σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, ο Γκίμπσον δίνει με πολλή ένταση και βία, τη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους του δάσους, τις μικρές φυλές-ομάδες, και στους Μάγια.
Οι Μάγια είχαν αναπτύξει τον «λαμπρότερο» πολιτισμό του δυτικού ημισφαιρίου, ισάξιο σε πολλά επιτεύγματα εκείνων της Αιγύπτου, της Ινδίας και της Κίνας.
Όμως ποιο ήταν το «καύσιμο» του πολιτισμού των Μάγια; Όπως συμβαίνει σε κάθε αυτοκρατορία, είτε είναι η Ρωμαϊκή είτε είναι η Βρετανική, το καύσιμο είναι οι άνθρωποι, το αίμα τους και ο ιδρώτας τους.
Πόλεμος και σκλαβιά, πόλεμος και εκμετάλλευση. Όσο μεγαλώνει μια ομάδα ανθρώπων και αποκτά συγκεντρωτική εξουσία, από φυλή σε έθνος σε πόλη σε βασίλειο σε αυτοκρατορία, τόσο αυξάνονται οι ανάγκες της για καύσιμα, τόσο πιο βίαιη γίνεται, τόσο περισσότερο αίμα και ιδρώτα ζητάει.
~~
Η αυτοκρατορία των Μάγια παρήκμασε πριν την εισβολή των Ευρωπαίων. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις αυτοκρατορίες. Φτάνουν στο ύψιστο σημείο μεγέθους που μπορούν κι έπειτα τελειώνουν οι πόροι. Τότε κάποιοι άλλοι, έρχονται να πάρουν τη θέση τους.
Η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε παρακμάσει πολύ πριν έρθουν οι Τούρκοι. Ο Τζέγκινς Χαν οδήγησε τους Μογγόλους απ’ τον Ειρηνικό ως την Κασπία, όταν οι Κινέζοι δεν μπορούσαν πια ν’ αντισταθούν.
Το μόνο κοινό σημείο σ’ όλες τις αυτοκρατορίες που έχουν ακμάσει και παρακμάσει στον πλανήτη μας είναι η βία, ο πόλεμος, το αίμα.
Καμία αυτοκρατορία δεν επικράτησε ειρηνικά-φιλοσοφικά.
~~
Οι ινδιάνοι του δάσους ζούσαν κι επιβίωναν ως μέρος του δάσους. Σπάνια έτρωγαν κρέας, τα μεγάλα θηράματα ήταν γιορτή για την ομάδα. Συνήθως αρκούνταν σε μικρά ζώα-ερπετά-τρωκτικά. Φοβούνταν τον ιαγουάρο και θα τον σκότωναν αν τον έβρισκαν μπροστά τους -για να επιζήσουν. Όμως την ίδια στιγμή τον σέβονταν κι ήξεραν ότι είναι εξίσου σημαντικός μ’ εκείνους -αν όχι ανώτερος.
Οι ινδιάνοι της αυτοκρατορίας των Μάγια, έπρεπε να ταΐσουν-ντύσουν-στολίσουν τους βασιλιάδες, την αριστοκρατία, τους ιερείς, τους στρατιώτες, τους τεχνίτες, τους υπηρέτες, τις πόρνες, τους δούλους. Καθώς το καλαμπόκι δεν αποδίδει αρκετά μέσα στη ζούγκλα και μεγάλα κοπάδια δεν μπορούσαν να συντηρηθούν (η οικολογία προηγείται της κοινωνιολογίας), αναγκάστηκαν να αναζητήσουν πρωτεΐνες στο ανθρώπινο κρέας).
Η ανθρωποφαγία ήταν ανάγκη για τους Μάγια -και η θρησκεία ήταν η νομιμοποίηση της ανάγκης.
Με τη σειρά της η χριστιανική θρησκεία καθαγίασε την εισβολή και τον σφαγιασμό των ινδιάνων. Όχι για τροφή, αλλά για πλούτο, κυριαρχία, επέκταση.
Αυτός είναι ο άνθρωπος. Γιατί είναι έτσι ο άνθρωπος;
~~
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, κάπου στην Ευρώπη:
Τ’ αυτοκίνητα παρκαρισμένα παντού. Ο γκιόνης δεν ακούγεται απόψε. Μόνο τ’ αυτοκίνητα και τα μηχανάκια.
Απέναντι εξαόροφες πολυκατοικίες, με το συναγερμό απέξω να προειδοποιεί τους διαρρήκτες.
Μόνα ζωντανά τα σκυλιά που γαβγίζουν στα μπαλκόνια και τα φυτά που μαραίνονται στα γλαστράκια. Και τα καρτερικά δέντρα στο πεζοδρόμιο.
Δεν μπορώ καν να δω τον ουρανό απ’ το μπαλκόνι που κάθομαι. Κι εκεί, αν σκύψω μπροστά, μετά βίας φαίνονται τρία αστέρια.
Δεν έχουμε καμία επαφή με τη φύση, τη ζωή, μόνο τσιμέντο και led. Αλλά το συνηθίσαμε -κι έχουμε και wifi.
Και πρέπει να σηκωθούμε νωρίς το πρωί για το σχολείο κι ύστερα δουλειά κι ύστερα περισσότερες υποχρεώσεις κι ύστερα…
Στην παγκόσμια αυτοκρατορία το καύσιμο είμαστε εμείς.
Να πεθαίνουμε αιχμάλωτοι σαν τον τελευταίο τίγρη της Τασμανίας και -αυτό είναι το πιο αστείο- να νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι.
Αυτό είναι το πιο τραγικό: Νομίζουμε ότι είμαστε ελεύθεροι.

Αλλά έχουμε wi-fi.





"Το βουβό παιδί", Inge Müller


Αμέσως μετά τη συμφορά πολλά τα λόγια, και συμπόνια επίσης, μια ξαφνική αναστάτωση στο νωθρό ποτάμι των μεταπολεμικών ημερών. Κύματα. «Μέσα στην τρύπα της βόμβας είχε βυθιστεί ένα παιδί. Της προσφυγίνας το παιδί. Είχε σχεδόν πνιγεί μέσα στην κούφια άμμο. Το τελευταίο της».

«Πέθανε;»

«Το σώσανε. Η πυροσβεστική. Λένε, υπάρχουν κι άλλες βόμβες».

«Θα μας ακολουθεί για πολύ ακόμα, ο πόλεμος. Και το ’18 έγινε. Αλλιώς, αλλά έγινε».

«Δεν είναι μακριά από το χωριό. Καθόλου μακριά. Και νάρκες πρέπει να υπάρχουνε, στο χωράφι του Ράινκε ανατινάχτηκε ένας την ώρα που όργωνε με το τρακτέρ.»

«Είναι δύσκολα, για τον πρόσφυγα. Δεν το ’δα ποτέ, το παιδί».

Είχανε ήδη αρχίσει να ανασαίνουνε δίχως φόβο. Κάποιοι είχανε ψάξει να βρούνε τα αγροτικά μηχανήματα, τα είχανε επισκευάσει, είχανε σπείρει, είχανε μαζέψει σπόρους. Κάποιους λίγους τους βάλανε στο χώμα.

Οι ξένοι στρατιώτες είχανε ψωμί, δεν τους απέφευγε πια κανείς. Υπήρχε δουλειά για όλους. Δουλειά. Να θάβουνε κουφάρια. Γέφυρες. Τη γέφυρα στο ποτάμι πρώτα, άντρες, γυναίκες, στρατιώτες. Δουλειά. Αεροπλάνα στον φωτεινό ουρανό, φόβος· κι ύστερα, πέρα από κάθε ανάμνηση, ελπίδα: τίποτα χειρότερο πια, σήμερα όχι και αύριο όχι. Ίσως για πολύ καιρό όχι. Το μισό χωριό ήτανε παρόν, όταν οι πυροσβέστες βγάζανε με το φτυάρι την άμμο από τη χοάνη της βόμβας, λεπτή άμμος σαν ζάχαρη, νεκρική άμμος των ερήμων. Ύστερα δύο κρεμαστήκανε με τα χέρια και το κεφάλι στην άκρη του λάκκου.

Σκαλίζανε, ψηλαφίζανε.

Τότε πιάσανε κάτι: το πλήθος στριμώχτηκε πιο κοντά: μια γυναίκα τσίριξε. Αγρότισσα δίχως γη∙ μια άλλη: ορθάνοιχτα μάτια, φρίκη, περιέργεια, επιθυμία για το θάνατο. Ένας έλιωσε μια σφήκα, κοίταξε.

Η προσφυγίνα στεκότανε βουβή παράμερα, έτοιμη να πιστέψει, έτοιμη για το πένθος, με σεμνότητα. Και τα χέρια της μιμούνταν αυτά των σκαφτιάδων, σκάβανε, δουλεύανε.

Ήτανε απλά ένας κάλυκας οβίδας, αυτό που ανέσυραν. Ύστερα ένα σκουριασμένο ντεπόζιτο. Άμμος.

Η ένταση πέθανε, έσβησε μαζί με τον ήλιο. Οι άντρες δουλεύανε εναλλάξ, ιδρώτας στο μέτωπο. Μία ώρα, δύο.

Μέσα στο θάμνο κελαηδούσε ένα πουλί.

Το παιδί ανάσαινε με δυσκολία, όταν το ανέσυραν. Στη διάσωση συμμετείχανε εφτά κάτοικοι του χωριού. Ο Κάργκαν, ο σιδεράς, γέλασε. Οι άλλοι προχωρήσανε. Βουίσματα στα καλώδια πάνω από τα τηλεγραφόξυλα. Η μητέρα, η προσφυγίνα, σήκωσε το παιδί μέσα στην ποδιά της.

Ένας σκύλος αλύχτησε. Ένας λύκος δίχως λεία.


Μετάφραση από τα Γερμανικά: Σούλα Ζαχαροπούλου



IngeMüller

Η Ίνγκε Μύλλερ [Inge Müller] γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου 1925 στο Βερολίνο. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού της πόλης έμεινε τρεις μέρες θαμμένη κάτω από τα χαλάσματα και ανέσυρε νεκρούς τους γονείς της από τα ερείπια. Γεγονότα που σημάδεψαν τόσο τη ζωή της όσο και τη γραφή της. Παντρεύτηκε τρεις φορές. Την τρίτη με τον Χάινερ Μύλλερ. Έγραψαν μαζί κάποια θεατρικά έργα και βραβεύτηκαν για δύο από αυτά. Η Ίνγκε Μύλλερ, καταθλιπτική και αλκοολική, αυτοκτόνησε τελικά μετά από πολλές απόπειρες το 1966 στο σπίτι της στο Βερολίνο. Αν και για πολλούς θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Γερμανίδες συγγραφείς της εποχής της, το έργο της έμεινε για πολλά χρόνια σχεδόν στην αφάνεια ακόμα και μέσα στην ίδια τη Γερμανία. Έγραψε παιδικά διηγήματα, πρόζα, ποίηση και θεατρικά έργα. Το κείμενο «Το βουβό παιδί» ανήκει στα πρώτα γραπτά κείμενα της Ίνγκε Μύλλερ, από την εποχή που ζούσε κοντά στη λίμνη Λένιτς και υπέγραφε, με το επώνυμο του δεύτερου συζύγου της, Ίνγκεμποργκ Σβένκνερ [Ingeborg Schwenkner]. Διαβάστε εδώ 5 ποιήματα της Ίνγκε Μύλλερ, μεταφρασμένα από τη Σούλα Ζαχαροπούλου.









Συγγνώμη…


Ξύπνησε από έναν βαθύ λήθαργο. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν. Κοίταζε γύρω του. Όλα θολά. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν βρισκόταν στο κρεβάτι του, στο δωμάτιό του, στο σπίτι του.
Έκλεισε τα μάτια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε ν’ αφουγκραστεί κάποιον θόρυβο, κάποιον ήχο, κάποιον γνώριμο ήχο. Τίποτα. Νεκρική σιγή. Πήρε ξανά βαθιά ανάσα και άνοιξε τα μάτια. Πάλι όλα θολά.
“Πρέπει να ηρεμήσεις, χωρίς να πανικοβάλεσαι. Όνειρο ήταν. Δεν ήταν η πραγματικότητα. Παιχνίδισμα του μυαλού. Ηρέμησε, λοιπόν, και θα δεις πως όλα θα είναι καλά…”
Ναι, ναι, τώρα θυμάται. Βρισκόταν, λέει, με την Ελένη, την δική του Ελένη, σε ένα ξέφωτο. Πρέπει να ήταν στα νιάτα τους ακόμα. Κάθονταν αγκαλιασμένοι στις ρίζες μια πανάρχαιας ελιάς και έκαναν όνειρα για το μέλλον τους, όταν από το πουθενά εμφανίστηκε ένας τεράστιος άντρας, πολύ τριχωτός -αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση- και είχε άγριο και απειλητικό ύφος. Σαν άγγιξε, όμως, την Ελένη του, μεταμορφώθηκε σε πανέμορφο και πεντακάθαρο παλληκάρι. Εκείνη, σαν υπνωτισμένη, σηκώθηκε, αφέθηκε στα χέρια του, χώθηκε στην αγκαλιά του παλληκαριού και άρχισαν ν’ απομακρύνονται. Εκείνος άρχισε να φωνάζει και να την παρακαλεί να γυρίσει πίσω. Προσπαθούσε να σηκωθεί, να τρέξει ξοπίσω τους, να την πάρει πίσω, μα ήταν αδύνατον· τα πόδια του είχαν ενωθεί με τις ρίζες τούτης της αιωνόβιας ελιάς…
“Βλέπεις; Όνειρο ήταν. Ορίστε, μπορείς να κινήσεις τα πόδια σου… Κι ύστερα, η Ελένη δεν υπάρχει πια, εδώ και κάτι χρόνια…”
Άνοιξε τα μάτια του και είδε τώρα πεντακάθαρα το δωμάτιό του. Και ναι, δίπλα, στο κομοδίνο του, υπάρχουν δύο φωτογραφίες· η μία από τον γάμο τους και η άλλη, του γιού του.
“Λες να έπαθε κάτι το παιδί; Λες να ήρθε η Ελένη να μου τον πάρει;”
Στη σκέψη αυτή άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας κι ας ήταν καταχείμωνο.
«Έλα, πατέρα, καλημέρα…» άκουσε τη φωνή του μονάκριβού του από το τηλέφωνο. «Σε παίρνω τόσην ώρα και ήμουν έτοιμος να έρθω… Ανησύχησα…»
«Καλημέρα, αγόρι μου. Κοιμόμουν… Συγγνώμη… Είσαι καλά;»
«Ναι, πατέρα, καλά είμαι. Εσένα, όμως, σε ακούω κάπως… Τι συμβαίνει; Μήπως η καρδιά σου πάλι;»
«Όχι, όχι, παιδί μου. Να, κοιμήθηκα βαριά και είδα ένα περίεργο όνειρο… Αυτό είναι όλο… Αυτό είναι όλο…»
«Εφιάλτη;»
«Μπορεί να είναι εφιάλτης, όταν πρωταγωνιστεί η μάνα σου, παιδί μου;»
«Είδες τη μαμά; Κι εσύ;»
«Ναι. Μη μου πεις πως την είδες κι εσύ…»
«Ακριβώς. Και μάλιστα ήταν ένα περίεργο όνειρο…»
«Για πες μου…»
Και άρχισε ο γιος να διηγείται το όνειρο στον πατέρα του. Ένα ίδιο όνειρο, μόνο που οι ρόλοι ήταν διαφορετικοί. Το παιδί βρισκόταν με την μάνα -που σημειωτέον, η Ελένη πέθανε στην γέννα- και ήρθε ο πατέρας, την βούτηξε από την αγκαλιά του παιδιού κι έμεινε εκείνο, σε παιδική ηλικία, ολομόναχο κάτω από την ελιά και φοβισμένο…
«Εσύ τι είδες, πατέρα;»
«Κάτι παρόμοιο, παιδί μου… Κάτι παρόμοιο…»
Και ναι, γιατί, μιλώντας με τον γιο του, θυμήθηκε την μεταμφίεση και μετατροπή του αγριάνθρωπου σε παλληκάρι. Αυτό το παλληκάρι που του “έκλεψε” την Ελένη του, ήταν ο ίδιος ο γιος του.
«Μόλις τελειώσω, θα έρθω να σε πάρω. Θα πάμε να φάμε έξω. Μην ετοιμάσεις τίποτα, εντάξει;»
«Εντάξει, παιδί μου. Και να σου πω…, να προσέχεις και να ξέρεις πως σ’ αγαπάω πολύ.»
«Κι εγώ, πατέρα. Έλα, τώρα, θα τα πούμε από κοντά. Πρέπει να κλείσω. Σ’ αγαπάω, πατέρα, και σ’ ευχαριστώ.»
«Εγώ, παιδί μου, εγώ…»
Σαν έκλεισε το τηλέφωνο, σηκώθηκε, πλύθηκε, έφτιαξε το καφεδάκι του, πήγε στην αγαπημένη του πολυθρόνα, άναψε ένα τσιγάρο και αυτή η ρουφηξιά του έκαψε τα σωθικά…
“Πόσα παιχνίδια μας παίζει το μυαλό…” σκέφτηκε φωναχτά.
Στο τραπεζάκι που ήταν δίπλα στην πολυθρόνα του, ήταν η φωτογραφία της Ελένης του. Την πήρε ευλαβικά στα χέρια, την ακούμπησε στο στήθος και δυο δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του…
Θυμήθηκε εκείνη την ημέρα. Την ημέρα που την έπιασαν οι πόνοι κι έτρεξαν στο μαιευτήριο, όλο χαρά και αγωνία. Θυμήθηκε πόση αγωνία είχε, όσο περίμενε τον γιατρό ή την μαία ή κάποια νοσοκόμα τελοσπάντων, να έρθει να του πει μια κουβέντα έστω. Και αφού είχαν φύγει οι περισσότεροι νεοφώτιστοι πατεράδες, βλέπει τον γιατρό της Ελένης που του κάνει νεύμα να τον ακολουθήσει. Τον χτύπησε στον ώμο…
«Τι συμβαίνει, γιατρέ; Τι έχει το παιδί; Γέννησε καλά η Ελένη μου;»
«Κώστα…, συγγνώμη… Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω.»
«Τι συμβαίνει, γιατρέ; Πού είναι η Ελένη; Πήγαινέ με κοντά της, θα με έχει ανάγκη…»
«Η Ελένη σου χάρισε ένα υγιέστατο αγοράκι…»
«Τότε;…»
«Πώς να σου το πω… Η Ελένη ίσα που πρόλαβε να το δει… Ανακοπή, Κώστα μου… Προσπαθήσαμε… Μάταιος κόπος. Και η γέννα ήταν εύκολη… Είχε ποτέ πρόβλημα με την καρδιά;»
Τις τελευταίες φράσεις δεν τις άκουσε… Θυμάται πώς έπιασε τον γιατρό από τον γιακά και άρχισε να τον ταρακουνά, μουγκρίζοντας ένα «ΟΧΙ».
Πόσο το μίσησε τούτο το παιδί… Πόσο δεν το ήθελε μήτε να το δει ούτε να το αγγίξει… Εξαιτίας του έφυγε η Ελένη του… Τι να το κάνει τώρα;…


*

Το μεγάλωσε τούτο το παιδί, παίρνοντας το ρόλο του πατέρα ΚΑΙ της μάνας. Το λάτρεψε τούτο το παιδί! Κι όσο μεγάλωνε, τόσο έμοιαζε στην Ελένη του!...
«Πω πω… Πόσο χαζός είμαι… Ξεμωράθηκα… Σήμερα κλείνει τα τριάντα του… Πώς το ξέχασα… Πώς ξέχασα μια τέτοια μέρα…»
Όλα αυτά τα χρόνια και ειδικά στα μαθητικά, του γιόρταζε τα γενέθλια με κρύα καρδιά, ενώ η ψυχή του έκλαιγε. Και πηγαίνοντας το παιδί στο γυμνάσιο, αρνιόταν το ίδιο να τα γιορτάζει, συνειδητοποιώντας τα διπλά συναισθήματα τόσο του πατέρα, αλλά και τα δικά του.
«Αχ Ελένη μου… Αυτό ήρθες να μας πεις; Γι’ αυτό μου είπε να φάμε έξω… Παλληκάρι μου…, κι εγώ το ξέχασα τελείως…»
Άφησε τη φωτογραφία που κρατούσε όλην αυτή την ώρα στη θέση της, ντύθηκε βιαστικά και βγήκε έξω…

*

«Χρόνια σου καλά και πολλά, αγόρι μου…», είπε ο Κώστας, αγκαλιάζοντας τον γιο του, σαν ήρθε να τον πάρει. «Αυτό είναι για σένα…» και του έδωσε ένα κουτί όπου είχε ένα πανάκριβο και πανέμορφο ρολόι.
«Πατέρα μου, δεν ήταν ανάγκη…»
«Πώς, παιδί μου, πώς… Τόσα χρόνια πενθούσα τη μάνα σου κι έχανα τη γιορτινή σου μέρα. Θα με συγχωρέσεις ποτέ;…»
«Γλυκέ μου πατέρα… Εγώ να σε συγχωρήσω; Εγώ πρέπει να σου ζητήσω συγγνώμη. Εξαιτίας μου έχασες τη μάνα κι ας φρόντισες, όλα αυτά τα χρόνια, να μην είναι τόσο δυνατή η απουσία της… Σ’ ευχαριστώ, πατέρα, σ’ ευχαριστώ…»

γράφει η Αθηνά Μαραβέγια





"Παιδί πέθανε για πίτα". Λαογραφικό έθιμο των Προμάχων

Ένα έθιμο που χάνεται στα βάθη των χρόνων, αναβιώνει σήμερα , όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους Προμάχους και σε άλλα χωριά.
Πρόκειται για το μοίρασμα πίτας με τυρί (μπάνικ) από τις νοικοκυρές του χωριού.
Η παράδοση αναφέρει, ότι ήταν κάποτε μια οικογένεια τα παλιά χρόνια, και είχε ένα μικρό παιδάκι.
Το παιδάκι αυτό λοιπόν, είχε μια επιθυμία για να φάει πίτα. Το ζητούσε επίμονα από την μητέρα του, η οποία όμως δεν είχε τον χρόνο η τα υλικά λόγω φτώχειας μάλλον για να του φτιάξει την πίτα, και από την μεγάλη επιθυμία και την αναμονή, το μικρό παιδάκι, πέθανε.
Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, οι νοικοκυρές σήμερα φτιάχνουν διάφορες πίτες και τις μοιράζουν σε όλες τις γειτονιές, χαρίζοντας χαρά σε μικρούς και μεγάλους με τις λαχταριστές πίτες και πιτουλίτσες.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...