Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2021

Ο γονιός που από το κατώφλι του παιδικού σταθμού φαντασιώνεται Χάρβαρντ.


O Κάρολος Ντίκενς θα ήταν πανευτυχής με τόσες πηγές έμπνευσης.

Η καθημερινότητα του σύγχρονου, «μικροδιαχειριζόμενου» παιδιού προσομοιάζει σε αυτήν του ανήλικου εργάτη κλωστοϋφαντουργίας στο Λονδίνο του 19ου αιώνα.

Ξύπνημα από τα άγρια χαράματα, άπειρες εργατοώρες, εγκλωβισμός σε ένα τοξικό περιβάλλον εργασίας, ελάχιστη φυσική άσκηση, ελάχιστος ύπνος, μεγάλες προσδοκίες (από εμμονικούς, υπεραπασχολημένους, ενίοτε και «βάναυσους» όταν πρόκειται για υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις ενηλίκους), μια εν γένει βικτωριανού τύπου ανατροφή (πειθαρχία και ανηλεής πίεση για αυξημένη παραγωγικότητα).

Και βέβαια, μια χαμένη παιδική ηλικία. Τα παιδιά είναι σήμερα τόσο υπερφορτωμένα και στρεσαρισμένα, που οι ειδικοί στρέφονται σε αυτό που τα τελευταία χρόνια ανακουφίζει burnt-out «μεγαλοκαρχαρίες» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Google, της Swiss National Bank κ.ο.κ.: τoν διαλογισμό. Σε πρόσφατο τεύχος του, το αμερικανικό περιοδικό «Time» φιλοξενούσε εκτενές άρθρο με τίτλο «The Mindful Classroom» (σε ελεύθερη απόδοση, «Η τάξη της ολοκληρωτικής προσοχής», εκ του «mindfulness», του εξαιρετικά δημοφιλούς τύπου διαλογισμού που στοχεύει στο «εδώ και τώρα»).

Το άρθρο συνοδεύει φωτογραφία με κοριτσάκια της Ε’ Δημοτικού, σε δημόσιο σχολείο του Λούισβιλ στο Κεντάκι, να αυτοσυγκεντρώνονται (με έναν «χαιρετισμό στον ήλιο») μπροστά σε ειδικά για γιόγκα στρώματα. Αν όλα πάνε καλά, το μάθημα διαλογισμού θα γίνει υποχρεωτικό σε όλα τα σχολεία της πόλης.

Σύμφωνα με το άρθρο του «Τime», «το γεγονός ότι το mindfulness διεκδικεί τη θέση του δίπλα στα Μαθηματικά στο δημοτικό σχολείο φανερώνει κάτι για τα επίπεδα του στρες σήμερα στον παιδικό εγκέφαλο. Όλο και συχνότερα οι εκπαιδευτικοί πιστεύουν ότι ο διαλογισμός μπορεί να αποτελέσει ένα αντίδοτο στις τρεις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ψυχική υγεία των παιδιών: το άγχος, τη δυσκολία συγκέντρωσης και το bullying».

Μέχρι στιγμής, το πείραμα πηγαίνει ανέλπιστα καλά (παρά τις αντιδράσεις κάποιων γονέων που αντιμετωπίζουν τον διαλογισμό σαν βουδιστικό… βουντού). Τα αμερικανάκια που παρακολουθούν μαθήματα διαλογισμού – η ηλικία εκκίνησης είναι τα τέσσερα έτη – εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα άγχους και ποσοστά ΔΕΠ-Υ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας), κοιμούνται καλύτερα, ενώ έχουν βελτιωμένους βαθμούς στα Μαθηματικά.

Η μύηση μαθητών του δημοτικού στον διαλογισμό είναι ενδεικτική της εναγώνιας προσπάθειας (τουλάχιστον όσον αφορά την επιστημονική και εκπαιδευτική κοινότητα) να «θεραπευτεί» το εξ απαλών ονύχων workaholic παιδί. Όσο για τους γονείς ανά τον πλανήτη, δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογία. Οι περισσότεροι έχουν πλήρη επίγνωση ότι τα παιδιά τους είναι «φρικαρισμένα» από την υπερβολική δόση στρες.

Όσο για την Ελλάδα της κρίσης, παρά τις αναγκαστικές περικοπές στο οικογενειακό μπάτζετ, η κατάσταση είναι λίγο-πολύ η ίδια.
Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι ένας στους τρεις εφήβους αναφέρει ότι αισθάνεται πιεσμένος στο σχολείο, σύμφωνα με την πανελλήνια «Ερευνα για τις συμπεριφορές που συνδέονται με την υγεία των εφήβων μαθητών» που εκπόνησε το 2014 το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ).

Οι γονείς δεν μπορούν πλέον να επικαλούνται άγνοια. Αυξημένες κρίσεις πανικού (κυρίως την τελευταία εξαετία) στους μαθητές της Γ’ Λυκείου, φροντιστήρια που παρέχουν υποχρεωτική συνεδρία με ψυχολόγο, μαθητές της Ε’ Δημοτικού που κοιμούνται στις 11.30 μ.μ. («Μα πού να προλάβει νωρίτερα, αφού είχε και γερμανικά και βόλεϊ»), «γυμνασιάκια» που κάνουν φουλ ιδιαίτερα («για να μπορέσουν να λύσουν όλες τις απορίες τους») κ.ο.κ. Δεν υπάρχει χώρος για παιδική ηλικία.

Ένα εργασιομανές γονεϊκό «εγώ» καραδοκεί και – ήδη από το κατώφλι του παιδικού σταθμού – φαντασιώνεται Χάρβαρντ και bonus.

Γράφει η Λένα Παπαδημητρίου





ΠΗΓΗ...http://www.themamagers.gr

Κ.Π. Καβάφης, «Μισή Ώρα».


Μήτε σε απέκτησα, μήτε θα σε αποκτήσω

ποτέ, θαρρώ. Μερικά λόγια, ένα πλησίασμα

όπως στο μπαρ προχθές, και τίποτε άλλο.

Είναι, δεν λέγω, λύπη. Aλλά εμείς της Τέχνης

κάποτε μ’ έντασι του νου, και βέβαια μόνο

για λίγην ώρα, δημιουργούμεν ηδονήν

η οποία σχεδόν σαν υλική φαντάζει.

Έτσι στο μπαρ προχθές —βοηθώντας κιόλας

πολύ ο ευσπλαχνικός αλκολισμός—

είχα μισή ώρα τέλεια ερωτική.

Και το κατάλαβες με φαίνεται,

κ’ έμεινες κάτι περισσότερον επίτηδες.

Ήταν πολλή ανάγκη αυτό. Γιατί

μ’ όλην την φαντασία, και με το μάγο οινόπνευμα,

χρειάζονταν να βλέπω και τα χείλη σου,

χρειάζονταν να ’ναι το σώμα σου κοντά.



-Κ.Π. Καβάφης

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)





Να μην την αμφισβητείς την αγάπη που σου χαρίστηκε, τ’ ακούς;


Της Γεωργίας Ανδριώτου.
Να μην την αμφισβητείς την αγάπη που σου χαρίστηκε, τ’ ακούς; Την αγάπη αυτή που σου απόθεσαν τρυφερά στα πόδια. Αυτήν που ενδεχομένως να απαρνήθηκες, να την προσπέρασες ή ακόμα και να την ποδοπάτησες.
Δεν έχει καμιά σημασία αν στα δικά σου μάτια ήταν λίγη και δεν κατάφερε να ξεπεράσει το τείχος που είχε υψώσει μπροστά από την καρδιά σου το παρελθόν σου και τ’ απωθημένα σου. Ούτε έχει καμιά σημασία αν ήταν πολλή για τις δικές σου αντοχές κι ανάγκες. Γι’ αυτόν που σε αγάπησε δεν υπήρξε μέτρο, δεν τη ζύγισε, δεν την παζάρεψε. Απλά σ’ αγάπησε.
Και την αγάπη τη νιώθεις. Την ακούς στις πράξεις. Κι εσύ την ένιωσες την αγάπη του άλλου. Στην απέδειξε πολλές φορές, πρέπει να το παραδεχτείς. Κι αν ακόμα αυτό το αμφισβητείς, ένα πράγμα δεν μπορείς να αμφισβητήσεις. Ότι κάθε φορά που εσύ τον έσπρωχνες μακριά, εκείνος στεκόταν βράχος δίπλα σου που τον χτυπούσε της απόρριψης το κύμα.
Θα έπρεπε να είχε φύγει, συμφωνώ μαζί σου. Θα μπορούσε να είχε φύγει και πάλι θα συμφωνήσω. Δεν το έκανε όμως. Μην του το χρεώσεις. Μην εξευτελίσεις το συναίσθημα ενός ανθρώπου που διάλεξε εσένα για ν’ αγαπήσει. Ψιθύρισε, έστω από μέσα σου, ένα «ευχαριστώ», βρε αδελφέ. Ναι, παραδέξου από ανθρωπιά και μόνο πως αυτός ο άνθρωπος σε αγάπησε και σου το απέδειξε με τις πράξεις του. Κι ας μην ήταν αυτές που εσύ θα ήθελες κι ας μην ήρθαν από τον άνθρωπο που θα ήθελες.
Στον καθένα αξίζει η αγάπη και στον καθένα αυτή η ζωή του τη χρωστά. Δε συγχρονίζονται, όμως,  πάντα οι καρδιές των ανθρώπων, τι να κάνουμε. Είναι κι αυτό μέσα στη ζωή. Ας μην «τιμωρηθεί», όμως, η καρδιά εκείνη που σκορπίστηκε στο όνομα της αγάπης που σου είχε. Τόσο άντεξε τόσο ένιωσε. Το τίμημα που πλήρωσε έτσι κι αλλιώς ήταν ακριβό. Γιατί όσο και να μαζέψει κανείς τα κομμάτια του που σκορπίστηκαν, δύσκολα θα είναι ξανά ο ίδιος άνθρωπος. Ακόμα κι αν πάλι αγαπήσει, πάντα θα του λείπει ένα χαμένο κομμάτι, αυτό που άφησε πίσω του σε σένα. Πάντα θα κουβαλά το δικό σου το σημάδι.
Γι αυτό σου λέω, μην την αμφισβητείς την αγάπη που κάποτε σου χαρίστηκε. Την αγάπη που ξέμεινε να ξαγρυπνά έξω από τα παραθυρόφυλλα της καρδιάς σου. Είναι άδικο και σκληρό. Και το ξέρεις.  Άφησέ στον άνθρωπο αυτόν ένα κομμάτι αξιοπρέπειας, από σεβασμό στην αγάπη που σου είχε.
Δεν αγαπιούνται όλοι οι άνθρωποι. Η αγάπη είναι δικαίωμα, αλλά είναι και προνόμιο καμιά φορά. Κι εσύ αγαπήθηκες. Να νιώθεις τυχερός για το προνόμιο της αγάπης που σου χαρίστηκε. Μην την απαξιώνεις!





Το κλειδί στη φόδρα.


«Είστε καλά, κύριε;» Ένας νεαρός στην ηλικία του γιου του τον τραβάει απ’ το μπράτσο. Δεν ξέρει πώς έγινε, αλλά το δεξί του πόδι, απ’ τον αστράγαλο και κάτω, βρέθηκε σφηνωμένο στην πόρτα του τρόλεϊ, καθώς έμπαινε μέσα και έκλεισε η πόρτα πίσω του. Ο νεαρός τον πιάνει απ’ το μπατζάκι και τραβάει το πόδι του μέσα γρήγορα. Τον στηρίζει και τον βάζει να καθίσει.
«Σιγά, θα μας σκοτώσεις!» φωνάζει στον οδηγό.
«Μα, στραβός είναι;» λέει ο Κοσμάς σαστισμένος. Στρέφεται στον νεαρό. «Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου».
Ο οδηγός τους κοιτάει απ’ τον καθρέφτη, σηκώνει το χέρι του σε ένδειξη συγνώμης και συνεχίζει να οδηγεί ανεπηρέαστος. Τότε ο Κοσμάς συνειδητοποιεί ότι του λείπει το δεξί του παπούτσι. Το παρατηρεί και ο νεαρός, που σκύβει πάνω του και λέει, «Θέλετε να κατεβούμε, να σας βοηθήσω να το βρούμε;»
«Όχι, όχι, παιδί μου. Άστο να πάει στο καλό».
Δεν είναι η μέρα του σήμερα καθώς φαίνεται. Απ’ το πρωί ξύπνησε με βαρύ κεφάλι. Άκουσε τη νύφη του το βράδυ να κάνει παράπονα στον γιο του επειδή φτύνει μπροστά τους και αυτή σιχαίνεται. Έχει γεμίσει λέει το σπίτι με χαρτοπετσέτες με φλέματα. «Κι είναι λόγος αυτός να τσαντίζεσαι;» της είπε ο γιος του. «Έτσι έχει μάθει ο καημένος, γέρος άνθρωπος είναι, δεν αλλάζει χούγια». Ο Κοσμάς την έχει ξανακούσει να τον αποκαλεί χλεμπονιάρη στην κουμπάρα της, όταν αυτός δεν ήταν μπροστά. Κάτι τέτοιες μέρες είναι που θέλει να πάρει των ομματιών του, να φύγει, να πάει στο χωριό του, στο σπίτι του, αλλά η μοναξιά είναι βαριά, δεν παλεύεται. Κι έχει και την καρδιά του. Θα πεθάνει κάνα βράδυ μόνος του, σαν το σκυλί στ’ αμπέλι και θα βρωμίσει εκεί μέσα, στο έρημο σπίτι. Ευτυχώς ο γιος του τον καταλαβαίνει, τον αγαπάει, θα τον στηρίξει. Άλλωστε, το σπίτι του γιου του είναι και δικό του σπίτι.
Κάτι έχει πέσει μέσα στη φόδρα του σακακιού του, βαρύ σα νόμισμα. Θα πρέπει να ’πεσε απ’ την τρύπα που είχε στην τσέπη του. Η νύφη του έραψε την τσέπη χθες το βράδυ. Δεν θα το είδε. Το πιάνει καλύτερα. Είναι το κλειδί του. Πάει πότε δεξιά, πότε αριστερά, σαν παγιδευμένο βαρίδι. Πώς θα μπει στο σπίτι τώρα που όλοι λείπουν; Πρέπει να σκίσει την τσέπη του για να το βγάλει.
Φτάνουν στη στάση Κουκάκι. Σηκώνεται και πάει προς την πόρτα.
«Να σας βοηθήσω;» λέει ο νεαρός και τον κρατάει απ’ το αριστερό του μπράτσο.
«Θα κατέβεις εδώ;»
«Ναι, λίγο πιο πάνω μένω. Θα σας βοηθήσω να πάτε σπίτι σας».
«Να ’σαι καλά, παιδί μου», λέει ο Κοσμάς και κατεβαίνουν το τρόλεϊ αγκαζέ. «Από δω», λέει. Περπατάνε στη Γενναίου Κολοκοτρώνη, αυτός κουτσαίνοντας, αλλά υποβασταζόμενος απ’ τον νεαρό. Πάει πότε δεξιά, πότε αριστερά, αναγκάζοντας και τον νεαρό να προσαρμόσει το βήμα του. Κουτσαίνει αυτός, κουτσαίνει και ο νεαρός. Και το κλειδί, πάει πότε δεξιά, πότε αριστερά. Κάτω απ’ το πόδι με την κάλτσα το πεζοδρόμιο παγωμένο. Οι ανασηκωμένες απ’ τις ρίζες των νεραντζιών πλάκες του πληγώνουν τις σόλες. Το παπούτσι του γδέρνει το δρόμο, ακούγεται σα να έχουν μπει ποντίκια στην αποθήκη και αναστατώνουν τα τρόφιμα.
Χτυπάει το κινητό του νεαρού. Βάζει το χέρι στην τσέπη του μπουφάν του και το σηκώνει στ’ αφτί του.
«Ναι; Τι έγινε πάλι; Ναι, το ξέρω ότι σε ξυπνάει, αλλά –» Το χέρι του σφιχτή θηλειά στο μπράτσο του Κοσμά. «Κάνε υπομονή-». Αναστενάζει. «Και βέβαια δεν είμαι μαμάκιας!» Κοιτάει γύρω του, μετά τον Κοσμά και χαμηλώνει τη φωνή του. «Ναι, ναι εντάξει, θα της το πω. Θα είμαι αυστηρός, ναι, εντάξει, γεια τώρα». Γλιστράει το κινητό του πίσω στην τσέπη του. Σηκώνει τους ώμους και λέει, «Γυναίκες! Τα ’χει βάλει με τη μάνα μου».
«Μένει μαζί σας, ε;»
«Ναι, η καημένη. Αλλά, νύφη με πεθερά μαζί, ξέρετε, τρώγονται συνέχεια».
«Ναι, ξέρω», λέει ο Κοσμάς. Ξαφνικά νιώθει το σφίξιμο του νεαρού στο αριστερό του χέρι να απλώνεται σ’ όλο του το κορμί, να τον χτυπάει στην καρδιά, να γίνεται κόμπος στο λαιμό, να τον βαράει στα μηνίγγια. Τρίβει τον κρόταφό του και προσπαθεί να ελευθερώσει το μπράτσο του. Μετά το σηκώνει και δείχνει μια μονοκατοικία στ’ αριστερά τους. «Εδώ είμαστε». Ο νεαρός τον αφήνει έξω απ’ την πόρτα.
«Είστε εντάξει τώρα; Θέλετε βοήθεια;»
«Όχι, όχι, παιδί μου. Στο καλό. Ευχαριστώ πολύ». Τον χαιρετάει και ο νεαρός χάνεται, καθώς στρίβει δεξιά προς Φιλοπάππου με βήμα γοργό.
Το κλειδί είναι ακόμα φυλακισμένο στη φόδρα του σακακιού του. Βγάζει τη φόδρα απ’ την τσέπη έξω και προσπαθεί να τη σκίσει. Αδύνατον. Έχει ένα μικρό σουγιά στην τσέπη του παντελονιού του. Τον ανοίγει και σκίζει τη φόδρα της τσέπης. Βυθίζει το χέρι του μέσα και πιάνει το κλειδί. Κρύο βαρίδι στη χούφτα του. Κάθεται στα σκαλοπατάκια και ακουμπάει το πονεμένο του κεφάλι στο άδειο του χέρι. Κλείνει τα μάτια του. Η εικόνα του νεαρού μπροστά του, κουτσή, πάει πότε δεξιά, πότε αριστερά. Παίρνει βαθιά ανάσα, σηκώνεται, ανεβαίνει τα σκαλάκια και πάει προς τη μεριά που είναι το μεταλλικό ταχυδρομικό κουτί. Σηκώνει το κλείστρο και ρίχνει μέσα το κλειδί. Βγάζει το παπούτσι του και το πετάει στον κάδο στο πεζοδρόμιο. Κατεβαίνει τη Γενναίου Κολοκοτρώνη προς τον σταθμό του ηλεκτρικού στα Πετράλωνα. Τα πόδια του συνηθίζουν σιγά σιγά τα κρύα πεζοδρόμια και τις σπασμένες πλάκες. Τα ποντίκια δεν αναστατώνουν τα τρόφιμα και αυτός δεν κουτσαίνει πια. 
«Όλα μια συνήθεια είναι», λέει στον εαυτό του. «Όλα μια συνήθεια».

_

γράφει η Κωνσταντίνα Σώζου-Κύρκου





Αγάπα αν τολμάς.


Αγάπα τους ανθρώπους

που έχουν μια καλή κουβέντα πάντα να πουν

που επιμένουν να βλέπουν την ομορφιά μες στην ασχήμια

που εργάζονται για καλό σκοπό

που δέχονται το διαφορετικό

που εκτιμούν τους ανθρώπους γι’ αυτό που είναι όχι γι’ αυτά που έχουν

που φανερώνουν την ευαλωτότητα τους και δε φοβούνται να πουν

συγγνώμη, σ΄αγαπώ ή με πλήγωσες

που ξέρουν τη δύναμη τους αλλά δεν την εκμεταλλεύονται

που αγαπούν τα λάθη τους, το δάκρυ και το γέλιο τους

που αποζητούν να ακούσουν τις αληθινές ιστορίες των ανθρώπων

που προστατεύουν τη φύση γιατί νιώθουν κομμάτι της

που συγκινούνται από τις τέχνες γιατί είναι άνθρωποι

λεπτοί, ευαίσθητοι, όχι αδύναμοι.

Τολμάς να αγαπήσεις έναν τέτοιο άνθρωπο;

 Σταυριάννα Περβολαράκη





Περί του προσωρινού.


περί του προσωρινού

δεν μας μάθανε τίποτα στο σχολείο
κάθε μέρα στις οχτώ
γλώσσα, γλώσσα, μαθηματικά
ιστορία, φυσική, χημεία
εμείς και ο κόσμος

τι μάθαμε γι'αυτόν;
κόσμος είναι το εύτακτο τμήμα
του όντως Όντος που ορίζεται ως
άπειρον διατεταγμένον και κεκοσμημένον
μάθαμε για τα άστρα και τους γαλαξίες
τους κομήτες και τα νεφελώματα
θεωρίες περί του ηλεκτρομαγνητισμού
της θερμοδυναμικής, της σχετικότητας,
περιοδικούς πίνακες, οργανικές ενώσεις
μας είπανε πως ο κόσμος είναι αγέννητος
αιώνιος, σφαιρικός και άφθαρτος
ο άνθρωπος υπερδύναμος
μπορεί να σκαρφαλώσει στο φεγγάρι

κάθε μέρα στις οχτώ
χτύπημα κάρτας, τσάι
μίτιγνκσ, παρουσιάσεις, ντεντλάινσ
τώρα μαθαίνουμε αλήθειες

ο κόσμος είναι μικρός, λίγος
και προσωρινός
ο φως δεν παγιδεύεται
ο έρωτας με τα καυτά βράχια
δεν θα κρατά παρά όσο για την απόλαυση
της ηδονής
τα καλοκαίρια πάντα θα μας ξεφεύγουν
τα ακροδάχτυλα μας θα ενώνονται τόσο
όσο για την δημιουργία της ανάμνησης
οι μέρες θα ξημερώνουν αιφνίδια νύχτες
τα σίγουρα θα γνέφουν ειρωνικά αντίο
χιλιάδες μαχαίρια
θα καρφώνονται στο συκώτι μας
μέχρι τη λυπηρή συνειδητοποίηση
πως ακόμα κι αυτός
αυτός που σε κάνει να νιώθεις
φεύγει

κάτι μας μάθανε στο σχολείο
 μας μάθανε να ζούμε σαν αθάνατοι
και μια μέρα
είδαμε τα μαλλιά μας να ασπρίζουν





ΠΗΓΗ...http://www.yposimeioseis.com/

Εδώ στου δρόμου τα μισά...


Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ότι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στου δρόμου τα μισά, εδώ που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.

Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε, αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

Έπρεπε να διαβώ χιλιόμετρα χρόνου, για να μην κάνω ούτε μια δεκάρα έκπτωση, για να μην σκέφτομαι με αριθμούς, για να μην κρατάω πισινές, για να μην υπολογίζω κανένα αύριο. Η ανηφόρα πράγματι μας κούρασε, αλλά γύμνασε κατάλληλα τα αισθήματα μας, τόσο που να μη μετανιώνω για ότι προηγήθηκε και για ότι θα ακολουθήσει. Μπορώ να υποστηρίζω πλέον ότι: «ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».





ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...