Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2020

"Αύριο θα σε ονειρευτώ ξανά…"



Ήτανε λίγο πριν χαθεί ο ήλιος πίσω από τις μαβιές βουνοκορφές και όλα τα φύλλα της μανταρινιάς βουτήξουν στον γλυκό ίσκιο. Τη στιγμή που τα κομμάτια ουρανού ανάμεσα στα παλιά και καινούργια σπίτια της γειτονιάς, βάφονταν με τα ροζ και τα πορτοκαλιά ένδοξα χρώματα της δύσης. Τις χρονικές στιγμές που η στοργή σκέπαζε τη φύση και χόρευε έξω στον δρόμο. Έστριβε στις γωνιές, σκαρφάλωνε και καθόταν στις πορτοκαλιές. Ήταν το χρονικό διάστημα της αισιοδοξίας και της ευγνωμοσύνης που γυάλιζαν σαν διαμαντένιες σταγόνες, λίγο πριν εξατμιστούν κι εμφανιστούν πάλι ξανά, μετά από καιρό με μία άλλη καινούργια μορφή.

Το ανοιξιάτικο απόγευμα έχει πάντα αυτήν την αίσθηση. Η τελειότητα των τελευταίων λεπτών, λίγο πριν νυχτώσει, λίγο πριν στερέψει ο πόθος και ο έρωτας για τη ζωή. Αυτός ο ίδιος ηδονικός αναβρασμός που θα ξαναγεννηθεί με την ανατολή και το πρώτο φίλημα του φωτός. Αυτή είναι η ώρα που διακατέχεται από αυτή τη μαγεία, που μόνο το τέλος κουβαλάει. Τη στιγμή που ο ήλιος αγγίζει διστακτικά τον ορίζοντα και τον κάνει να κοκκινίζει ντροπαλά. Όταν τα φρούτα των δέντρων και τα πιο θαρραλέα λουλούδια, που ξεμύτισαν πρώτα από τις γλάστρες, τραγουδάνε ζαλισμένα από τη μέθη της στιγμιαίας ευτυχίας.

Εκείνη τη στιγμή στρεφόταν πάντα και τον κοιτούσε, καθώς καθόταν δίπλα της χαζεύοντας δήθεν αφηρημένος τους περαστικούς στον δρόμο.  Κοιτούσε την άκρη της μακριάς μύτης του τόσο επίμονα λες και ήθελε να τραβήξει μία νοητική φωτογραφία, ώστε να έχει την εικόνα του πάντα μέσα της, σαν να κουβαλάει αυτόν τον ίδιο. Χάιδευε τότε, με την ματιά της, τα πυκνά και καλοσχηματισμένα φρύδια του και τα τραχιά του χέρια με τα τόσο πρακτικά δάχτυλα. Κάρφωνε τα μάτια της στις απότομες και απόμακρες γωνίες του προσώπου του. Παρατηρούσε τις σκληρές τρίχες που άρχιζαν να ξεφυτρώνουν στους κροτάφους του. Και τον κοιτούσε τόσο έντονα, επίτηδες, σαν να τον σκουντούσε με το μυαλό. Κι αυτός γυρνούσε και στρεφόταν προς το μέρος της.

Του χαμογελούσε και ήταν το χαμόγελό της γεμάτο με όλα αυτά τα μεγάλα λόγια που δεν έλεγαν ποτέ ο ένας στον άλλο. Τα μάτια της ανάβλυζαν από τις εκρήξεις των συναισθημάτων μέσα  στην μικρή τελεία που γυάλιζε μπροστά από το φως, μέσα τους. Έτσι ήταν πάντα. Με αυτόν τον τρόπο επικοινωνούσαν. Με τα μάτια, τα νοήματα και τις κινήσεις. Και ήξεραν, πάντα, ήξεραν ότι αισθανόντουσαν και οι δύο την ίδια ταραχή, την ίδια διακεκομμένη χαρά, τον ίδιο περιστασιακό και παρθενικό έρωτα που ξεθύμαινε και άναβε ξανά. Περνούσε και ξαναγύριζε. Ξέφτιζε και γεννιόταν ξανά μέσα από καινούργιες μέρες με καινούργια αγγίγματα και συναντήσεις.

<< Τι είναι; >>, γυρνούσε και της ανταπέδιδε το χαμόγελο με ένα μικρό κι ανεπαίσθητο τράβηγμα των χειλιών λέγοντας της έτσι πως καταλάβαινε.

Και τότε τον αγκάλιαζε κι εκείνος έχωνε για λίγο την μύτη του μέσα στα μαλλιά της και τραβιόταν πάλι πίσω, γρήγορα αλλά ήσυχα για να της μιλήσει κι αυτός με τη φωνή του πνεύματος. Την μουσική της ψυχής.

<< Πότε θα παραδεχτείς ότι είσαι ερωτευμένος μαζί μου; >>, τον ρωτούσε.

<< Όλα στην ώρα τους… >>, της απαντούσε διπλωματικά πάντα.

<< Αύριο θα σε ονειρευτώ ξανά… >>, ψιθύριζε εκείνη την στιγμή, κοιτώντας τον ξεφλουδισμένο ευκάλυπτο που έστεκε ακούραστος απέναντί τους, << Θα είσαι εδώ… Έτσι δεν είναι; >>, ρωτούσε διστακτικά.

<< Αφού είμαι κομμάτι των ονείρων σου, πάντα θα επιστρέφω μέσα τους τα απογεύματα >>,

Και μετά από λίγα μικρά λεπτά σιωπής άρχιζαν ξανά να κουβεντιάζουν για όλα αυτά που τους απασχολούσαν συνήθως. Τα απλά, τα καθημερινά και τα λίγα εκείνα τα χιλιοειπωμένα. Μέχρι που σκοτείνιαζε κι έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού.



ΠΗΓΗ...https://magikifoni.wordpress.com

Του Πόθου η Παιδική Χαρά



»Σου έχει τύχει ποτέ αγαπητέ μου φίλε, να κοιμάσαι και να ξυπνάς με έναν ακατανίκητο -ζαβολιάρη ήθελα να πω- πόθο; Έναν πόθο που δεν μπορείς να τον κάνεις να κάτσει ακίνητος κάπου λες και είναι ένα υπερκινητικό αγοράκι που δεν ησυχάζει, που δεν ξεχνάει, δεν κουράζεται και όλο τρέχει γύρω-γύρω από το μυαλό σου. Και ο μικρός αυτός πόθος -τόσο απαιτητικός από τον πρώτο καιρό της ζωής του ακόμα- έχει κάνει τον νου σου ολοήμερη παιδική χαρά!

Έχει όνομα αυτό το μικρό παιδί; Από που προέρχεται και πώς γεννήθηκε μέσα στα σπλάχνα του μυαλού και της ψυχής σου; Γιατί υπάρχει; Τι το δένει επάνω σου;

Και φτάνουν οι στιγμές που αυτό το αγόρι γίνεται βάσανο. Που μεγαλώνει, ψηλώνει, γίνεται έφηβος και αγριεύει. Το σώμα του βαραίνει, γίνεται στιβαρό και σκληρό. Μετατρέπεται σε έναν άπληστο ψίθυρο και ζητά συνεχώς κάτι από εσένα, σκύβοντας πίσω από το αυτί σου, όπου κι αν πας. Το αγόρι δεν είναι πια διασκεδαστικά αθώο, δεν προσφέρει χαρά ή γαλήνη. Το αγόρι έγινε ένα μεγάλο βάρος, σαν αόρατος κακοήθης ταραχοποιός που βρίσκεται κουλουριασμένος στο κέντρο του εγκεφάλου σου.

Και τώρα πλέον φτάνεις να μην αντέχεις άλλο την συμβίωσή σας. Τον νιώθεις σαν ξενιστή, σαν παράσιτο που σε δηλητιριάζει. Τώρα σε νοιάζει μόνο τι πρέπει να κάνεις για να τον εξοντώσεις. Ποιος είναι ο τρόπος να τον νικήσεις; Να τον σκοτώσεις; Ναι, να τον σκοτώσεις και να τον κερδίσεις. Να τον ελευθερώσεις δίνοντάς του αυτό που θέλει τόσο πολύ! Μπορείς να πάρεις αυτό που επιθυμεί-αυτό που ποθείς! Πάντα μπορείς. Αρκεί να μην επαναπαυτείς και συνηθίσεις την συγκατοίκηση με τον σκοτεινό έφηβο, όσο αναπάντεχα μαγευτικό και γεμάτο προκλήσεις είναι το ταξίδι μαζί του. Μην ξεχαστείς, μην αφήσεις το παιδί, τον έφηβο να μετατραπεί σε γέρο…», είπε στον νεαρό δίπλα του ο ηλικιωμένος κύριος, που είχε εναποθέσει το κουρασμένο του σώμα στο παγκάκι, και άφησε από μέσα του έναν βαθύ αναστεναγμό. Όσο περνούσαν τα χρόνια όλο και πιο πολύ ένιωθε αυτήν τη διαδυκότητα ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή. Ανάμεσα σε εκείνον και τον Πόθο του. Δεν είχε καταφέρει να τον σκοτώσει…

Είχε γίνει γέρος.




ΠΗΓΗ...https://magikifoni.wordpress.com

Όσα παίρνει ο μέρμηγκας


Χτες έκοψα αχλαδάκια από μια απιδιά ελεύθερη, καταμεσίς στο δρόμο, που την είχε μπολιάσει κάποτε ο Θωμάς.

 του Γιάννη Μακριδάκη

Για σκέψου.
Πέρασε κάποτε ένας άνθρωπος, κέντρισε ένα μάτι στο αγριόδεντρο, έφτιαξε μια αχλαδιά που δίνει τους καρπούς της έκτοτε σε τόσους άλλους ανθρώπους και άλλα πλάσματα που περνούν από δίπλα της. Αρκεί να την προσέξουν βέβαια οι άνθρωποι. Διότι συνήθως οι καταναλωτές δεν προσέχουν τίποτε στη διαδρομή προς τον στόχο τους, δεν ζουν καν τον δρόμο αλλά συμπεριφέρονται σαν να περνούν ένα τούνελ για να φτάσουν και να καταναλώσουν τον τελικό τους προορισμό. Τους βλέπω όποτε πηγαίνω στην πόλη, που νομίζουν ότι όσην ώρα βρίσκονται μέσα στο μετρό π.χ., δεν είναι ώρα της ζωής τους.

Τέλος πάντων, ξέφυγα
Έφαγα λοιπόν τα αχλαδάκια και πήγα και βρήκα τον Θωμά και του πα φχαριστώ για τα μπόλια του. Μπόλιασε κι εσύ κάνα δέντρο, μου λέει, μπολιάζεις καλά αλλά δε γράφεις ποιος σου τα μαθαίνει, λες ότι τα ξέρεις μοναχός σου. Μου κανε παράπονα με λίγα λόγια ο Θωμάς για κόπυράιτ! Εγώ τις πηγές μου τις αναφέρω πάντα, του λέω, ό,τι μου ‘χεις δείξει, σ’ έχω μνημονέψει γράφοντάς το, δεν έχω καμιά απιδιά όμως για να τη μπολιάσω.

Με κοιτάζει σαν να είδε κάποιον βλάκα αξιολύπητο. Τον καιρό που τρως το αχλαδάκι, μου λέει, θα βάζεις το κουκουτσάκι σε μια γλάστρα, σαν που κάνω εγώ. Πάει και μου φέρνει δυο γλαστριά με δυο νεαρά δεντράκια αχλαδιάς μέσα, βλέπεις;

Εγώ, του λέω, πετώ τα κουκούτσια μες στο χωράφι και περιμένω να φυτρώσουνε, έχουνε βγει καϊσιές, ροδακινιές, αμυγδαλιές, βανίλιες, αβοκάντο, ροδιές αλλά αχλαδιές ακόμα δεν είδα.
Μα είσαι ούριος καλά καλά, μου λέει στο τέλος, πώς θα φυτρώσει βρε το κουκούτσι άμα το πάρει ο μέρμηγκας;

Αυτή τη φράση γύρευα σήμερα το πρωί.
Ξέρω πια ότι την καταπληκτική λογοτεχνία την ανακαλύπτεις σαν πολύτιμο λίθο, σκάβοντας με επιμονή και τσαλίμια πολλά στις ψυχές των ανθρώπων

Χαμογέλασα κι έφυγα ευχαριστημένος. Έφτασα στο κτήμα, έφαγα μερικά αχλαδάκια, πήρα δυο γλαστριά και φύτεψα τα κουκούτσια. Τα υπόλοιπα τα πέταξα πάλι μες στο χωράφι. Για να φυτρώσουν όπου θέλουν ή για να τα πάρει ο μέρμηγκας.




Πηγή: http://yiannismakridakis.gr/?p=7006

Να κάθεσαι κάτω απ΄ένα δένδρο.



Να κάθεσαι κάτω απ΄ένα δένδρο.

«Βλέπετε, δεν έχετε εκπαιδευτεί να είστε μόνοι.
 Πάτε ποτέ σας μια βόλτα έξω μόνοι σας;

Είναι πολύ σημαντικό να βγείτε έξω μόνοι, να καθίσετε κάτω απ΄ένα δένδρο- όχι μ’ ένα βιβλίο, ούτε με κάποια συντροφιά, αλλά μόνοι σας- να παρατηρήσετε το πέσιμο ενός φύλλου, ν’ ακούσετε τους παφλασμούς του νερού, το τραγούδι του ψαρά, να παρατηρήσετε το πέταγμα ενός πουλιού και τις σκέψεις σας καθώς κυνηγάει η μια την άλλη στον χώρο του μυαλού σας.

 Αν είσαστε ικανοί να είστε μόνοι και να παρατηρείτε αυτά τα πράγματα, τότε θ’ ανακαλύψετε απίστευτα πλούτη που καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να φορολογήσει, καμιά κρατική υπηρεσία δεν μπορεί να διαφθείρει και που τίποτε ποτέ δεν μπορεί να καταστρέψει».



To sit under a tree
This Matter of Culture, p 89

Κρισναμούρτι

"Μαύρο" - Χριστίνα Γεωργιάδου



Το μαύρο δεν είναι 
              γαλάζιο
- ελπίδα τ' ουρανού

Δεν είναι 
              μωβ
- πύλη του Άδη

Ούτε καν
              κόκκινο
- το αίμα

             ή ροζ
- η ανάμνησή του

Μήτε και 
            πράσινο
της λήθης

και σίγουρα όχι
            λευκό ...

Το μαύρο είναι

απουσία παντός χρώματος

ηδονική ανυπαρξία


Χριστίνα Γεωργιάδου
από τη συλλογή Σπορά, 2016




"Η φλογερή καρδιά του Ντανκό…" Μαξίμ Γκόρκι



Τον πιο παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. Γύρω απ’ τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη, η απέραντη στέπα. Για πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι. Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’ την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιο νέοι, πιο βάρβαροι, πιο δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος.

Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’ τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα. 
Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί καθίσαν να σκεφτούν σαν τι θα κάνουν.


-Δυο δρόμοι ανοίγονται για μας. Ο ένας, προς τα πίσω. Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας. Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’ τα Μαύρα Δάση, εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’ τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη.


Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στεκόντουσαν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιο σφιχτά πλησίαζαν το να το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιο πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους.

Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα.

Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν. Μα τώρα, κάτω απ’ τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. Και οι θρήνοι γέννησαν την Φρίκη. 
Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουνε τη λευτεριά τους.

Και είπε ο Ντανκό: 


-Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θα ‘χει κάποιο τέλος. Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν!


-Οδήγησέ μας, με μια φωνή είπανε όλοι. 


Και ξεκινήσαν. Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. Σαν φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πυκνώναν τα σκοτάδια. Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν για τον Ντανκό και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει. Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιο μαύρο και απ’ της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντανκό περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα. Όλο δυνάμεις και πιο λίγες τους απόμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει για χίλιους». 
Τσάκισαν και έχασαν το θάρρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντανκό.


-«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες!


-Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιο πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σαν ζώα.


Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’ αυτά η λάμψη του θανάτου. 


«Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντάς το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γιαυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν.

Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος. Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός. Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους και η σκέψη γέννησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του. Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα. 


–«Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πως θα γεννούνε τα σκοτάδια φως;» φώναξε, κι απ’ τη Βροντή πιο δυνατά.

Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’ τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων. 


Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν.


-Εμπρός, φωνάζει ο Ντανκό και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων.

Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. Το Δάσος αντιβούησε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια. Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γενναιότητα, το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του. Και ο Ντανκό πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’ την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι. Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα. 

Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα. 


Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. Και δεν τον πρόσεξε κανείς που ‘πεσε κάτω. Και μόνο η γενναία του Καρδιά ακόμα άναβε. Και ένας, την πρόσεξε. Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. Και η Φλογερή Καρδιά του Ντανκό, χάθηκε για πάντα.

Μαξίμ Γκόρκι







Πηγή: fairytalesdreams.

Εκείνοι οι ταπεινοί άνθρωποι που τους άλλαξε ο πόνος.


Ο πόνος, έχει τον τρόπο του να σε αλλάζει. Σε κάνει να βλέπεις αλλιώς την ζωή και να κοιτάς κατάματα τους γύρω σου. Κάπως έτσι λοιπόν, εκείνοι που συνάντησαν στη ζωή τους πολλές απώλειες, πολύ θάνατο, συνεπώς και μοναξιά, χωρίς να το θέλουν, έγιναν πιο ανθεκτικοί από εμάς. Διαφορετικοί.
Ξέρουν, πως η στιγμή μετράει, αυτή γεννάει την αμέτρητη ευτυχία, αυτή και τις ανηφοριές. Κάθε ώρα είναι τώρα, κάθε συναίσθημα απόλυτο και οφείλεις να το καταθέτεις πριν χαθεί μαζί σου.
Σκέφτονται καθημερινά πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και είναι σχεδόν μονίμως αφηρημένοι.Σέβονται κάθε τι ζωντανό. Ζητούν συγγνώμη, λένε ευχαριστώ και πάντα μα πάντα, το εννοούν. Ισως αργούν στις αντιδράσεις τους, αλλά μη τους παρεξηγήσεις. Είναι που κουβαλάνε πολλά χαμόγελα και όνειρά στις τρύπιες τσέπες τους.
Εκείνοι, είναι ταπεινοί. Διόλου εγωιστές, δεν θέλουν να προσβάλουν κανέναν, ούτε και να ενοχλούν. Δεν μιλάνε πολύ, προτιμούν να παρατηρουν τον κόσμο γύρω τους. Ντρέπονται και γελούν σα μικρά παιδιά. Τους αγαπούν όλους, αλλά εμπιστεύονται ελάχιστους και δεν κάνουν κακό σε κανέναν.
Σήκωσαν πολλή πραγματικότητα στους ώμους τους και πλησιάζουν τον κόσμο με μια σκληρή ευαισθησία εξαιτίας αυτού του βάρους και μια ανεπιτήδευτη αυθεντικότητα. Παίρνουν πολύ προσωπικά τη βροχή, σαν τους ποιητές, για αυτό και δεν θα δεις ποτέ κανέναν τους να κρατά ομπρέλα… Δεν κουβαλάνε θυμό μέσα τους, ούτε κακία. Μια θλίψη μόνο, μια βαθιά θλίψη που προτιμούν να την αφήνουν να κοιμάται και αχνοφαίνεται μόνο στα μάτια τους, όταν χαμογελούν ακαταλαβίστικα και ανεξήγητα για σένα και για μένα, που δεν φορέσαμε ποτέ τα παπούτσια τους…
Δεν θα παραδεχτούν ποτέ πως πονάνε, γιατί γνωρίζουν πως ο ανθρώπινος πόνος δεν μοιράζεται, ούτε και μετριέται. Ούτε και θα παλέψουν για να τους αποδεχτείς, αφού η ίδια η ζωή τούς επέλεξε για να ξεχωρίζουν. Ίσως να είναι απότομοι και νευρικοί, απαιτητικοί ακόμα, αν σ’ αγαπούν. Μα όλες τους οι αντιδράσεις είναι γνήσιες, γιατί στέκονται δίπλα σου στα ίσα, χωρίς καβάτζες.
Αν συναντήσεις έναν τέτοιο άνθρωπό ποτέ, μην ψαχουλέψεις την ψυχή του, αποδέξου τον κι αγάπησέ τον αν μπορείς. Αλλιώς, άφησέ τον να συνεχίσει το δρόμο του…
Της Ιφιγένειας Βήττα




«Ο Φάρος»


Μία υπέροχη ιστορία για τον κύκλο της ζωής ενός ανθρώπου που από παιδί γίνεται γονιός δημιούργησε ο σκηνοθέτης Po Chou Tsi, την οποία αφιέρωσε στους γονείς του και κατ’επέκταση σε όλους τους γονείς του κόσμου, με τίτλο «Ο Φάρος».

Στην ιστορία, με τις σκιτσαρισμένες εικόνες, βλέπουμε πώς ο γονιός είναι πάντα δίπλα στο παιδί του, σαν φάρος που μένει πάντα αναμμένος, ένα ασφαλές λιμάνι για να επιστρέφει το παιδί κάθε φορά που το έχει ανάγκη. Όλη η αλήθεια του να είσαι γονιός μετουσιώνεται σε ένα βίντεο λίγων λεπτών, το οποίο έχει κερδίσει 27 διεθνή βραβεία!

Σκηνοθεσία: Po Chou Τsi (Ταιβάν) – Συνθέτης: Chien Yu Huang – Παραγωγός: Dow Ning Yang – Έτος: 2010

Απολαύστε το:

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...