Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο, 30 Μαΐου 2020

Μην ακούς τους γέρους που «ξέρουν»!



Μην ακούς τους γέρους
Έχουν θλίψη και απελπισία στην καρδιά. Έχουν ένα μαύρο πέπλο οργής μπροστά στα μάτια, που τους τυφλώνει. Χάσανε τα φράγκα και τις ανέσεις με τις οποίες ζήσανε 3 "χρυσές" (τσίγκινες, στην πραγματικότητα...) δεκαετίες - και τώρα, που ξέρουν ότι δεν υπάρχει χρόνος να ξαναζήσουν την επόμενη χρυσή εποχή (η οποία έρχεται, είναι ο κύκλος της ζωής έτσι) προσπαθούν να σε πείσουν... ότι, επειδή είναι κοντά στο τέλος εκείνοι, τελειώνει και η Ελλάδα. Δεν θα έπρεπε να φοβούνται τον χρόνο που περνά, αλλά η σκέψη τους είναι προϊόν μιας εποχής που δαιμονοποίησε την υπέροχη φθορά της ζωής.

...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την ζωή ολόκληρη, όχι μόνο τα αστραφτερά κομμάτια της.

Μην ακούς τους γέρους
Θυμήθηκαν ότι η Ελλάδα έχει λαμόγια και μικροπρέπεια μόνο αφού τελειώσανε τα εύκολα χρήματα. Όταν κυκλοφορούσε η δεσμίδα στους δρόμους και η παραμύθα ήταν πρωτεύουσα νοοτροπία, πρόθυμα την αγόραζαν πρόθυμα την προωθούσαν. Σε όλα συμμετείχαν - ακόμα και όταν κατήγγειλαν, ετεροκαθοριζόμενοι. Και τώρα... ενώ θα μπορούσαν να σκεφτούν "έζησα τρεις δεκαετίες αφθονίας, ας μαζευτώ, ας ηρεμήσω, ας ησυχάσω, ας πω ένα ευχαριστώ, ας ζήσω λιτό βίο" έχουν γίνει έξαλλοι. Τους είναι αδύνατο να προσαρμοστούν. Γεμίσαν θυμό. Γεμίσαν απόρριψη. Για όλα.

...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την ζωή την ίδια, όχι μόνο την αφθονία της.

Μην ακούς τους γέρους
Δεν μπορούν να συμφιλιωθούν με το ότι αυτό ήταν, πέρασε το καλλίτερο (ποιο καλλίτερο... και αυτό προς κουβέντα είναι) και προσπαθούν να σε πείσουν και εσένα: Ότι η Ελλάδα είναι τελειωμένη. Ότι ο Έλληνας είναι το χειρότερο είδος ανθρώπου. Ότι μας αξίζει μια φρικτή καταστροφή. Ότι δεν έχουμε συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, επαγγελματίες σωστούς, δημιουργικότητα. Ότι είμαστε υπάνθρωποι. Ότι μόνο εμείς έχουμε άμετρους και φαιδρούς πολιτικούς, κακούς δημόσιους υπαλλήλους, σκουπίδια στους δρόμους, αγένεια, καφρίλα.

...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την ζωή, αυτή που μας δόθηκε πολύτιμο δώρο, στη γωνιά του χώρου και του χρόνου που μας έλαχαν.

Μην ακούς τους γέρους
Αυτό που σου λένε ότι καταδικάζουν, αυτό ακριβώς πολλαπλασιάζουν οι ίδιοι. Το να θεωρείς πως είσαι εξαιρετικά κακός είναι το ίδιο καταστροφικό και ναρκισσιστικό με το να πιστεύεις ότι είσαι το δώρο του Θεού στην Γη. Σε κάνει αδρανή, σε παραλύει - από φόβο και ανασφάλεια ή από ανόητη βεβαιότητα πως όλα θα πάνε καλά, αντίστοιχα. Αλλά η ζωή είναι δράση. Πράξεις. Όχι ουρλιαχτά πανικού από φοβισμένες ψυχές.

Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την ζωή και δεν έχουμε ανάγκη να νιώθουμε ότι είμαστε πολύ καλοί ή πολύ κακοί. Ξέρουμε ότι δεν είμαστε τίποτε από τα δύο. Είμαστε ένα σύνολο από ελαττώματα και προτερήματα.

Μην ακούς τους γέρους.
Ο μηδενισμός τους είναι φόβος θανάτου και θρήνος για όσα δεν έζησαν στην ώρα τους. Ή ίσως κακή σχέση με τον εαυτό τους. Χαμηλή αυτοεκτίμηση. Μηδενική αυτογνωσία... σε κάθε περίπτωση... Μην παρασύρεσαι. Ζεις ακόμα σε μια από τις πιο προνομιούχες εποχές της Ιστορίας, και σε μια από τις πιο φιλικές στον άνθρωπο γωνιές της υφηλίου. Διάβασε, έλα σε επαφή με ιδέες, με άλλους τρόπους ταξινόμησης του σύμπαντος. Ερωτεύσου, μάθε τον εαυτό σου, κάνε λάθη, ζήσε θριάμβους, προσωπικούς και "κοινωνικούς". Αποδέξου με ταπεινότητα και γλύκα τα καλά και τα κακά σου. Στρέψου στους ανθρώπους σου, στο αίμα και στους φίλους. Μην εχθρεύεσαι ότι δεν κατανοείς. Πίστεψε ότι οι μεγάλες αλλαγές γίνονται με μικρές πράξεις. Τους καταρράκτες σταγονίδια τους φτιάχνουν, ξέρε! Κυρίως όμως...

Μην ακούς τους γέρους
Το μίσος τους για τον κόσμο που ζουν είναι βασισμένο σε απέχθεια για τον εαυτό τους. Μην πέσεις στην παγίδα. Δεν είναι αντικειμενικό το τίποτα που έχουν μπροστά τους και που στο ορθώνουν και σένα. Δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Είναι άδικο. Κάποιοι από αυτούς είναι πολυταξιδεμένοι - ξέρουν πως όλες οι χώρες έχουν τα ίδια σκατά δίπλα στα μαργαριτάρια. Όμως έχουν χάσει πια την δυνατότητα να βλέπουν την αλήθεια... είναι αξιολύπητοι και χρειάζονται βοήθεια. Θα έπρεπε να τους δούμε με συμπάθεια. Όχι όμως όταν λειτουργούν έτσι επικίνδυνα. Όχι όταν προσπαθούν να σε πείσουν ότι είσαι καμένη γενιά! Αμύνσου σε αυτό. Αμύνσου σε αυτούς. Είναι πιο βλαβεροί από τον χειρότερο ανθέλληνα. Πολύ πιο βλαβεροί. Είναι τοξικοί. Είναι σαν πουλιά της συμφοράς που στέκονται πάνω από τον άρρωστο συγγενή στο νοσοκομείο και ουρλιάζουν "θα πεθάνεις, θα πεθάνεις, θα πεθάνεις, θα πεθάνεις".

...Εμείς δεν είμαστε έτσι. Εμείς αγαπάμε την ζωή. Δεν θα πεθάνουμε επειδή εκείνοι το λένε. Αυτή η νοοτροπία, η νοοτροπία τους, είναι που θα πεθάνει. Εμείς θα την σκοτώσουμε.

ΥΓ - γέρος = ο άνθρωπος που αφήνεται να βυθιστεί στην απελπισία. Που νομίζει ότι δεν υπάρχει τίποτε καλό. Τίποτε καινούργιο. Που για αυτόν το αυτό καθ' εαυτό γεγονός της ζωής έχασε την αξία του και δεν επιφυλάσσει καμία έκπληξη. Και  ασφαλώς, το θέμα δεν είναι ηλικιακό.

ΥΓ2 – Η μάνα μου μπορεί και να πήγε πρόωρα στην από εκεί όχθη εξαιτίας κακών νοσοκομείων, ανύπαρκτης κοινωνικής πολιτικής που να στηρίζει ανύπαντρες μητέρες, κακών εργοδοτών που δεν τους ήλεγχε κανείς, απαράδεκτων κοινωνικών δομών. Μου ματώνει την καρδιά η ιστορία της. Ναι, έτσι δραματικά: Ματώνει. Πήγα να μισήσω τον  τόπο... αλλά γρήγορα κατάλαβα. Αυτό το μίσος παραλύει. Αυτό το μίσος διαιωνίζει την κατάσταση. Εμποδίζει την βελτίωση. Φέρνει τραγική ακηδία και αδράνεια.

Και, το πιο βασικό, κατάλαβα κάτι ακόμα... αυτός ο «τόπος» είναι εγώ. Η Ελλάδα και η πρόοδος της είμαστε εμείς. Η φρίκη της είμαστε εμείς. Η μάνα μας είμαστε εμείς. Ο πατέρας μας είμαστε εμείς. Ας πάψουμε να υστεριάζουμε σαν τα τρίχρονα που τους πήραν το παιχνίδι. Η νοοτροπία της απόσυρσης πίσω από την «φιλοσοφία της κωλοχώρας» είναι ακριβώς αυτό: Μια υστερία, από ανθρώπους που αρνούνται να μεγαλώσουν.


ΠΗΓΗ...http://www.toportal.gr

"Όπου με το χρήμα σε μέτρησαν σε βρήκαν λειψό"



Κάθε δεκαπεντάγουστο ο Στάθης πηγαίνει μονάχος στο χωριό για τρεις τέσσερις μέρες.
 Πιο πολύ από καθήκον το κάνει. Σαν χρέος στον συγχωρεμένο πατέρα του. Άλλωστε δεν ξέρει σχεδόν κανέναν στο χωριό. Όπως και να 'χει, και φέτος πήρε το δρόμο για την Πελοπόννησο. Την πρώτη μέρα που 'φτασε δεν έκανε πολλά. Καθάρισε το σπίτι από τα ζωύφια, άνοιξε τα τρία παράθυρα να αεριστεί, κάπως ξεχορτάριασε τη μικρή αυλή και πήγε κατά το σούρουπο μια βόλτα στο βουνό. 

Την επόμενη μέρα όμως πήγε να τη βρει. Το συνήθιζε κάθε χρόνο. Το μόνο που ήξερε για αυτήν ήταν το σπίτι της και πως λίγο μετά το δεκαπενταύγουστο το επισκέπτεται κι αυτή για λίγες μέρες. Δε μιλάγανε σχεδόν καθόλου. Κάνανε απλά περιστασιακό σεξ χαμηλών προσδοκιών, σχολίαζαν λίγο τα κάδρα στον τοίχο και ύστερα χανόντουσαν. Είχαν τις ζωές τους στην Αθήνα και οι δυο. Δεν ήθελαν να μπλέξουνε τα πράγματα. Να δεις. Την έλεγαν Ιουλία. Πρόπερσι Κατερίνα. Πριν Βαγγελιώ. Τη γνώρισε Ανθούλα. Δεν τον ενδιέφερε το όνομά της. Δεν την ενδιέφερε να του το πει. Ήταν σχέση ουσίας της μιας μέρας. Ήταν σχέση απουσίας εκτός από μια μέρα. Κι όμως. Κρατούσε πάνω από δέκα χρόνια η περίσταση. Απανωτά.
 Έτσι πήγε να τη βρει και φέτος όπως απαιτούσε το έθιμο κρατώντας ένα λουλούδι. Όμως δεν ήταν μέσα. Της ξαναχτύπησε. Καμιά απάντηση. Ρώτησε δίπλα. Κάτι άκουσαν λέει πως το σπίτι αυτό το είχε πάρει η τράπεζα. Τώρα είχε τρομάξει. Έκατσε στο πεζούλι αποσβολωμένος. Πέταξε το λουλούδι στο δρόμο. Κατάλαβε πως δεν θα την ξαναδεί ποτέ του. Μα δεν έκλαιγε μόνο γι' αυτό. Κάτι πιο αιχμηρό υπήρχε που του έξυνε τα σωθικά. Συνειδητοποίησε πως κάθε σπίτι κουβαλά σχέσεις. Σχέσεις ασύλληπτες. Ναι. Το σπίτι είναι ένας ναός δεσμών. Καμία σχέση δεν έχει με περιουσίες. Κι αν καμιά φορά γκρεμίζεται είναι που δεν αντέχει να βαστά στην πλάτη τόσες διηγήσεις.

 Σηκώθηκε πάνω πεισμωμένος. Έβγαλε το κλειδί του και άρχισε να ξύνει την κόκκινη εξώπορτα. Έφτασε στο προηγούμενο στρώμα μπογιάς. Ήτανε μπλε. Συνέχισε να ξύνει κλαίγοντας. Βρήκε το λευκό. Το πράσινο. Τον προηγούμενο αιώνα. Πάλι κόκκινη μπογιά. Ήθελε να βρει όλες τις στρώσεις των συναισθημάτων. Να μάθει για την ιστορία του τόπου. Τους ανθρώπους του. Τα μυστικά τους. 

Ώσπου έφτασε στο αρχικό το ξύλο. Είδε καθαρά το δέντρο. Ναι. Είδε τον υλοτόμο παππού του να κόβει το αιωνόβιο πεύκο από το βουνό που πάει εκείνος βόλτα.
 Γυρνώντας σπίτι πέρασε από τον τάφο του πατέρα του. Του μίλησε αν και δεν το συνήθιζε:
 συγνώμη μπαμπά αλλά φέτος δεν κατάφερα να πάω στο χωριό σου. Φέτος επισκέφθηκα το δικό μου. Τα λέμε.



Τα ναύλα



Ερημιά.

Ναυλώνουμε δυο ξέψυχα κορμιά για να περάσουμε στην απέναντι όχθη.

Τα πετάμε με δύναμη στην κρύα θάλασσα και περιμένουμε την άνωση

να μετατρέψει το βάρος σε σχεδία.

Πατάμε προσεκτικά πάνω στις κοιλιές τους και μένουμε για λίγο ακίνητοι,

ισορροπούμε μαγικά ανάμεσα στον τρόμο της επιβίωσης

και την λαχτάρα της πατρίδας.

Σκύβουμε έπειτα και τα γόνατά μας ακουμπούν στους ανήμπορους ώμους.

Χρησιμοποιούμε τα χέρια τους για κουπιά και ξεκινάμε το μεγάλο ταξίδι.

Η θάλασσα είναι ο σύντροφος που λιποτάκτησε.

Μας φωνάζει βγάζοντας αφρούς, μας αντιστέκεται υψώνοντας βραχονησίδες.

Όσους φάρους κι αν προσπαθήσαμε να κεντήσουμε εντός της,

εκείνη αντιγύρισε πνιγμούς και μαύρα κύματα.

Ο σύντροφος που θα βρεθεί απέναντί σου θα είναι πάντα ο πιο επικίνδυνος εχθρός.

Το τέλος της μάχης δεν έβγαλε νικητή.

Μείναμε ξέπνοοι κι εμείς πάνω στα ξεψυχισμένα σώματα.

Κι αυτά, έγιναν η μόνη μας πατρίδα.


Κείμενο γραμμένο για την εκπομπή «Αν σου μιλάω με παραβολές, είναι γιατί τ’ακούς γλυκότερα», παρέα με τον Silentcrossing, στο αφιέρωμα του Radiobbuble για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.



ΠΗΓΗ...https://taxamenaepeisodia.wordpress.com

Σε μία ώρα ξημερώνει



Σε μία ώρα ξημερώνει

Είδα στον δρόμο τον πρωινό Εωσφόρο και του έδωσα ένα κομμάτι από την μπουγάτσα. Με πήγε μέχρι το σπίτι κουνώντας της ουρά του και ‘χω το διάολο στην εξώπορτα μου.

Σε μια ώρα ξημερώνει

Όταν βρει η επιστήμη τον τρόπο να δέσουν ένα πιρούνι σε ένα στυλό θα μπορώ να γράφω και να τρώω μαζί.
κ’‘ θα φαίνονταν χρήσιμο αυτή τη στιγμή.

Σε μία ώρα ξημερώνει

Πλέον είμαι σίγουρος ότι η ώρα δουλεύει. Για τις μέρες δεν είμαι σίγουρος. Όταν δεν ξέρεις τι μέρα σου ξημερώνει …  ο μήνας όμως είναι Αύγουστος. Κ’ οι μήνες καλά είναι.

Σε μία ώρα ξημερώνει

Και στο δρόμο βρήκα μόνο λεωφορεία χωρίς νούμερα. Άμα ξεκινάς από την αφετηρία χωρίς νούμερο, γιατί στην υπόλοιπη διαδρομή έχεις ένα? Κι ‘μαι η πρώτη βάρδια γιατί δεν μπορώ να ξυπνήσω το πρωί.

Σε μία ώρα ξημερώνει

Και πλέον το ξέρεις και εσύ. Αλλά κοιμάσαι. Στ’ μ...νί σου, ε? Όταν ξυπνήσεις, όμως, δεν θα έχει άλλη μπουγάτσα.

Σε λίγο ξημερώνει  … άσε με ξύπνιο 5 λεπτά ακόμη…






ΠΗΓΗ...https://themadinme.wordpress.com

“Και αυτό θα περάσει” - Αλκυόνη Παπαδάκη



Το πιο σοφό που έμαθα είναι αυτή η κεντημένη φράση στις παλιές μπάντες. “Και αυτό θα περάσει”… Και, γύρω γύρω, πουλιά και λουλούδια… 

από το Τετράδιο της Αλκυόνης Παπαδάκη

"Ο Ερευνητής" - Χόρχε Μπουκάϊ (Ιστορίες να σκεφτείς)



Αυτή είναι η ιστορία ενός ανθρώπου τον οποίο εγώ θα χαρακτήριζα ερευνητή …
Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει,  όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει. 
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι, απλώς, κάποιος για τον οποίο η ζωή αποτελεί μια αναζήτηση. 
Μια μέρα, ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματα του, που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε. 
Μετά από δύο μέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό, του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από το μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο. 
Μια μπρούντζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει. 
Ξαφνικά, αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σ’ εκείνο το μέρος. 
Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δέντρα. 
Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου. 
Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή, κι ίσως γι’ αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μια απ’ τις πέτρες:

Αμπντούλ Ταρέγκ: έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, δύο εβδομάδες και 3 μέρες.

Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μια πέτρα: ήταν μια ταφόπλακα. 
Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σ’ εκείνο το μέρος. 
Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος ότι και η διπλανή πέτρα είχε μια επιγραφή. Πλησίασε να τη διαβάσει. Έλεγε:

Γιαμίρ Καλίμπ: έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 εβδομάδες.

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση. 
Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο, και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος. 
Μία μία, άρχισε να διαβάζει τις πλάκες. 
Όλες είχαν παρόμοιες επιγραφές: ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού. 
Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει τον πιο πολύ καιρό, μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια … 
Νικημένος από μια αβάσταχτη θλίψη, έκατσε κι άρχισε να κλαίει. 
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε. 
Τον κοίταξε να κλαίει για λίγο σιωπηλός, και μετά τον ρώτησε αν έκλαιγε για κάποιον συγγενή. 
«Όχι, για κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σ’ αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σ’ αυτό το μέρος; Ποια είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπου; και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά:» 
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε: 
«Μπορείτε να ηρεμήσετε. Δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω …

»Οταν ένας νέος συμπληρώνει τα δεκαπέντε του χρόνια, οι γονείς του του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, για να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει: 
Στα δεξιά, αυτό που απόλαυσε. 
Στ’ αριστερά, πόσο χρόνο κράτησε η απόλαυση. 
»’Εστω ότι γνώρισε μια κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε το μεγάλο αυτό πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους; Μια εβδομάδα; Δύο; Τρεις και μισή:» 
»Και μετά, η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού … Πόσο κράτησε; Μόνο το ενάμισι λεπτό του φιλιού; Δύο μέρες; Μια εβδομάδα; 
»Και η εγκυμοσύνη, και η γέννηση του πρώτου παιδιού; 
»Και ο γάμος των φίλων; 
»Και το ταξίδι που πάντα ήθελε; 
»Και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μια μακρινή χώρα; 
»Πόσο κράτησε στ’ αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων; 
»Ώρες; Μέρες; 
Έτσι , συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε … Κάθε λεπτό. 
»’Οταν κάποιοιος πεθαίνει, έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιο του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι για εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΖΗΣΕΙ.»

πηγή: Χόρχε Μπουκάϊ (Ιστορίες να σκεφτείς)

Η Μοναξιά είναι επιλογή.

Ζώντας σε μια πόλη, κοιμάσαι και ξυπνάς παρέα με 10 ενοίκους στην πολυκατοικία, στριμώχνεσαι στο μετρό και κολλάς στην κίνηση, πας στη δουλειά, στο πανεπιστήμιο, σε επαγγελματικά meeting και καθημερινά συγχρωτίζεσαι με μια ντουζίνα ατόμων χάρη στην απελευθέρωση της επικοινωνίας και τη βελτιωμένη τεχνολογία (βλέπεfacebook,twitter,skype κ.α.). Κάνοντας όμως μια βόλτα από τα chat και τα forum στο internet ,κατακλύζεσαι από ολοένα και περισσότερα απεγνωσμένα μηνύματα ανώνυμων χρηστών που πιστεύουν ότι κανείς δεν τους καταλαβαίνει και νιώθουν εντελώς μόνοι.
"Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών των ανθρώπων δεν ήτανε τόσο κοντά η μία στην άλλη,όσο είναι σήμερα, κι όμως ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη όσο είναι σήμερα". (Αντώνης Σαμαράκης)
Στις μέρες μας οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο απρόσιτοι από ποτέ. Μιλάνε αλλά δεν επικοινωνούν. Συζητάνε αλλά δεν ακούνε. Ο καθένας απορροφάται με τα δικά του προβλήματα, τις δικές του έγνοιες και ανησυχίες και ζει στη δική του σφαίρα στην οποία εσύ φυσικά έχεις περιορισμένη πρόσβαση…
Στο διπλανό διαμέρισμα μένει ένας γείτονας που δεν τον έχεις δει ποτέ. Η μήπως έμενε; Μέσα σε χιλιάδες άτομα στην πόλη, εσύ δεν είσαι παρά μια απρόσωπη κουκίδα που παλεύει για κάποιο λόγο να διατηρήσει την ιδιωτικότητα και την ανωνυμία της. Σιγά-σιγά και οι παλιές γειτονιές σβήνουν και χάνονται μέσα στο αστικό χάος.
Και οι παρέες; Τι γίνεται με τις παρέες; Συρρικνώνονται και αιμορραγούν. Τώρα που περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει τόσο ανάγκη ο ένας τον άλλο, οι άνθρωποι επιλέγουν να είναι πιο εγωιστές και πιο κλειστοί από ποτέ…
Όμως τι είναι αυτό που μας εμποδίζει τόσο από το να δεθούμε με άλλους;
Πρώτα απ’ όλα, ο χρόνος. Ο χρόνος είναι σαν το χρήμα. Τρέχει μέσα από τα χέρια σου, τελειώνει τόσο γρήγορα που θα ευχόσουν να είχες άλλο τόσο για να προλάβεις και γι αυτό το λόγο είναι πολύτιμος. Οι ανθρώπινες σχέσεις θέλουν χρόνο να για αναπτυχθούν, να δοκιμαστούν και να ωριμάσουν και εσύ δεν τον χαρίζεις πουθενά. Δεν αντέχεις να περιμένεις, δε σ’ αρέσει να κάνεις υπομονή…      
Μετά, είναι η δυσπιστία. Έχουμε πλέον χάσει την εμπιστοσύνη μας στους ανθρώπους . Δυσκολευόμαστε να επενδύσουμε σε νέα άτομα γιατί έχουμε ήδη προδοθεί στο παρελθόν. Έχουμε γίνει περισσότερο καχύποπτοι αλλά και δειλοί. Δεν δοκιμάζουμε και δεν ρισκάρουμε από φόβο μην κάνουμε λάθος, απογοητευτούμε, προδοθούμε και πονέσουμε.
dreameryu5
Τέλος, υπάρχει ενδόμυχα και ο φόβος της απόρριψης. Κρατάμε κρυμμένο τον πραγματικό μας εαυτό και θάβουμε τους φόβους μας γιατί αν τους ομολογήσουμε νιώθουμε ευάλωτοι. Κρύβουμε τα ελαττώματα μας  πίσω από ένα ψεύτικο εγώ για να μη μας καταλάβουν και μας απορρίψουν.
Επιλέγοντας να συμπεριφερθούμε μ’ αυτόν τον τρόπο, αφ’ ενός κερδίζουμε πολύτιμο χρόνο και αποφεύγουμε μεγάλα κομμάτια απογοήτευσης , αφ’ ετέρου χάνουμε και τεράστια κομμάτια συντροφικότητας… Τα πάντα στη ζωή είναι ένα κόστος ευκαιρίας…
Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο είδη μοναξιάς: Η αληθινή, όταν πραγματικά δεν υπάρχει κανείς δίπλα μας και αυτή που φτιάχνουμε μόνοι μας και την επιβάλλουμε στον εαυτό μας. Αυτό που συνήθως συμβαίνει στη πράξη είναι το δεύτερο…
Στην ουσία πάντα θα υπάρχουν ευκαιρίες για να γνωρίσουμε ανθρώπους  και είναι αποκλειστικά δική μας επιλογή  να μην το κάνουμε. Κανένας μας δεν έρχεται με περίληψη και οδηγίες χρήσης μέσα στο κουτί. Πρέπει να δοκιμάσεις, να τεστάρεις και να αξιολογήσεις. Η αξία των ανθρώπινων σχέσεων δεν μετριέται σε ώρες χαμένου χρόνου αλλά σε στιγμές επενδυμένου χρόνου. Αυτή η αναθεώρηση της ανθρώπινης επαφής  θα γίνει μόνο αν μειώσουμε την εσωστρέφεια και την ανασφάλειά μας που έχουν χτυπήσει κόκκινο και αν συνειδητοποιήσουμε την αξία του να μοιράζεσαι με άλλους. Όταν μιλάς και εκφράζεσαι, βλέπεις ότι δεν είσαι μόνος γιατί υπάρχουν κι άλλοι που περνάνε ακριβώς τις ίδιες δυσκολίες και έχουν μέσα τους ακριβώς τις ίδιες ανασφάλειες με σένα αλλά εσύ δεν το ήξερες γιατί και αυτοί δεν στο είπαν ποτέ…
Το μεγάλο λάθος που κάνουμε είναι ότι πιστεύουμε πως κόλαση είναι η παρουσία των άλλων, ενώ στην ουσία είναι η απουσία τους…
______________

Για την ευτυχία



Τι σημαίνει ευτυχία; Πότε είμαστε ευτυχισμένοι; Ίσως είναι πιο εύκολο να ορίσουμε την κατάσταση της ευτυχίας ως τις στιγμές που δεν είμαστε δυστυχισμένοι. Τι προκαλεί όμως τη δυστυχία; Ένα και μόνο πράγμα πιστεύω και πλέον είμαι βέβαιος! Οι σκέψεις μας.

Το ξέρω πως διαφωνείς, αλλά πιστεύω πως μπορώ να σου αλλάξω την άποψη. Οι σκέψεις μας έχουν πάντα δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι προς τα πίσω, στο παρελθόν. Η δεύτερη είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση, στο μέλλον. Πολλές φορές σκεφτόμαστε πράγματα όμορφα, είτε που ζήσαμε, είτε που πιστεύουμε πως θα ζήσουμε. Και είναι όμορφη η αίσθησή τους.

Τις περισσότερες φορές όμως, σκεφτόμαστε πράγματα που ζήσαμε και μας άφησαν άσχημη γεύση, μας στιγμάτισαν, μας πόνεσαν. Αναπαράγουμε άσχημες αναμνήσεις. Τις επαναφέρουμε στο παρόν μέσα από μια απλή σκέψη και τις ξανά ‘ζούμε’. Πολλές φορές πάλι σκεφτόμαστε πράγματα που περιμένουμε να έρθουν, τα οποία φοβόμαστε, μας προκαλούν άγχος. Πλάθουμε σενάρια για το μέλλον και από τη μία σκέψη πηδάμε στην επόμενη και φτάνουμε στην καταστροφή, μέχρι που συνειδητοποιούμε πως ήταν απλά μια σκέψη.

Υπάρχουν άνθρωποι που ζούνε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους βυθισμένοι σε σκέψεις. Αρνητικές κατά κύριο λόγο. Θέτουν ένα στόχο, ο οποίος τους κυριεύει, πιστεύοντας πως όταν τον πετύχουνε θα είναι ευτυχισμένοι και τη στιγμή της επιτυχίας, προχωράνε στον επόμενο στόχο.

Η αλήθεια είναι μία όμως και είναι πολύ ξεκάθαρη. Το παρελθόν πέρασε, έφυγε. Το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα. Επομένως και οι δύο αυτές έννοιες είναι μη πραγματικές. Δεν υπάρχουν. Το μόνο πράγμα που υπάρχει είναι το τώρα. Το σήμερα. Το εδώ. Το παρελθόν είναι το τώρα του χθες και το μέλλον το τώρα του αύριο. Και τα δύο όμως είναι στο ίδιο σημείο. Στο τώρα.

Τα προβλήματα μας πηγάζουν από ένα και μόνο πράγμα λοιπόν. Από το ζωηρό μυαλό μας. Όταν συναντάμε μία κατάσταση την οποία θεωρούμε δύσκολη έχουμε δύο και μόνο επιλογές. Να την αποδεχτούμε, να την αντιμετωπίσουμε και να την αλλάξουμε ή να φύγουμε από αυτή αν γίνεται. Δεν είναι εύκολο το ξέρω, αλλά είναι οι μόνες επιλογές που έχουμε.

Έχεις σκεφτεί ποτέ πως κατέληξες να είσαι αυτός που είσαι; Πιστεύεις πως οι όμορφες στιγμές είναι αυτές που σε διαμόρφωσαν σαν προσωπικότητα; Όχι. Οι άσχημες είναι αυτές που μας κάνουν πιο δυνατούς, που μας δίνουν γερά μαθήματα για να προχωρήσουμε στο μέλλον. Είμαστε οι αποτυχίες μας. Γινόμαστε καλύτεροι μέσα από αυτές. Μένει να μάθουμε να τις δεχόμαστε και να τις αποδεχόμαστε. Και να προχωράμε.

Η ευτυχία είναι επιλογή λοιπόν. Μπορούμε να ξεκινήσουμε να είμαστε ευτυχισμένοι από σήμερα, εδώ και τώρα, αρκεί να το θελήσουμε και να το πιστέψουμε. Αρκεί να βάλουμε στην άκρη τον ζωηρό μας νου. Αρκεί να γίνουμε παρατηρητές του. Να μάθουμε να τον ελέγχουμε. Να μην είμαστε οι σκέψεις μας. Να μην είμαστε οι δεξιότητές μας. Να μην είμαστε οι στόχοι μας. Να μην είμαστε οι επιτυχίες μας. Να μην είμαστε η εικόνα μας. Να μην είμαστε το εγώ μας. Να μην είμαστε ούτε οι αποτυχίες μας. Απλά να είμαστε.



ΠΗΓΗ...https://to23ogramma.wordpress.com

Δροσοσταλίδα…



Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρή ψιχάλα. Μια τόοοσο δα μικρή δροσοσταλίδα. Δεν είχε ηλικία γιατί έτσι κι αλλιώς οι δροσοσταλίδες δεν έχουν ηλικία, είναι αιώνιες!

Σπίτι μου είναι τα σύννεφα, τα ποτάμια, οι λίμνες, η θάλασσα, έλεγε και ξανάλεγε με περηφάνια χορεύοντας πάνω σ’ ένα μικρό κατάλευκο σύννεφο.

Κάποια μέρα την είδε ένας αετός καθώς περνούσε από κει, να χορεύει χαρούμενη και της χαμογέλασε.

Η δροσοσταλίδα σταμάτησε το χορό της και πλησιάζοντας στην άκρη του συννέφου τον ρώτησε διστακτικά.

-«Μήπως ξέρεις τ’ όνομά μου;»

-«Όχι», απάντησε ο αετός και μ’ ένα δυνατό τίναγμα των φτερών του απομακρύνθηκε συνεχίζοντας  την πορεία του στον ουρανό.

Μετά από λίγο φύσηξε ένας δυνατός άνεμος και πήρε το σύννεφο μακρυά, στέλνοντας το στη χώρα της Βροχής.

Μόλις έφτασαν εκεί η δροσοσταλίδα είδε τις αδελφές της να αφήνουν τα χέρια τους από το σύννεφο και να πέφτουν με γέλια και φωνές προς τη γη. Μια και δυο έκανε κι αυτή το ίδιο. Άφησε τα χέρια της από το σύννεφο κι άρχισε να πέφτει, να πέφτει, να πέφτει… ώσπου ανταμώθηκε με το ποτάμι.

Σκαρφάλωσε σ’ ένα ξεραμένο φύλλο που ταξίδευε στην επιφάνεια του νερού και άρχισε πάλι να χορεύει…

Ξάφνου σταματάει το χορό της και σοβαρή σοβαρή ρωτάει το ξεραμένο φύλλο.

-«Μήπως ξέρεις  τ’ όνομά μου;»

-«Όχι», αποκρίθηκε εκείνο τρέχοντας πάνω στα διάφανα νερά του  ποταμού.

Μετά από το μεγάλο ταξίδι της στο ποτάμι, η δροσοσταλίδα έφτασε στη θάλασσα.

Τώρα είχε γαντζωθεί πάνω σ’ ένα άδειο μπουκάλι που επέπλεε πάνω στα κύματα, και  χόρευε κι αυτό μαζί της.

-«Μήπως ξέρεις πως με λένε;» ρώτησε κάποια στιγμή λυπημένη η δροσοσταλίδα.

-«Όχι», απαντάει το μπουκάλι, «μα σίγουρα θα ξέρει ο αφρός των κυμάτων!» . Όταν έφτασαν στην κορυφή ενός τεράστιου κύματος η δροσοσταλίδα είπε με τρεμάμενη φωνή στον αφρό.

-«Μου είπε το μπουκάλι ότι εσύ θα ξέρεις το όνομά μου. Είναι αλήθεια ; Το ξέρεις;»

-«Όχι», είπε ο αφρός των κυμάτων καθώς άσπριζε ολοένα και πιο πολύ τη θάλασσα….

Κουρασμένη η δροσοσταλίδα από τους χορούς και τα ταξίδια αποκοιμήθηκε επάνω στο μαλακό φελλό του μπουκαλιού…

Το πρωί που ξύπνησε ήταν πάλι στο σπίτι της, στο σύννεφο, (γιατί όταν κοιμούνται οι δροσοσταλίδες και ονειρεύονται, ελαφραίνουν και πετούν προς τον ουρανό).

Τεντώθηκε λοιπόν και όπως το ‘χε συνήθεια έριξε μια ματιά κάτω προς τη γη. Και τι να δει!

Από κάτω ακριβώς βρισκόταν ένας πανέμορφος κήπος, με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια. Μαργαρίτες, τριανταφυλλιές, ορτανσίες…

Η δροσοσταλίδα σάστισε από την ομορφιά του κήπου και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Άφησε λοιπόν τα χέρια της από το σύννεφο και άρχισε να ταξιδεύει προς τον κήπο….

Προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα καταπράσινο φυλλαράκι γιασεμιού και άρχισε να κυλάει σαν δάκρυ προς την άκρη του.

Το φυλλαράκι ένιωσε την δροσοσταλίδα πάνω του και χάρηκε πολύ.

-«Σ’ ευχαριστώ για τη δροσιά που μου έδωσες», είπε ,»πες μου τι θες να κάνω κι εγώ για σένα;»

-«Το όνομά μου», είπε.  «Θα ‘θελα να μάθω το όνομά μου!»

-«Δυστυχώς δεν το ξέρω», αποκρίθηκε  το φυλλαράκι καθώς έβλεπε τη δροσοσταλίδα να πηδά προς τα κάτω…

Για καλή της τύχη η δροσοσταλίδα έπεσε πάνω στην πλάτη μιας πασχαλίτσας.

Και όχι όποιας κι όποιας μα της πιο σοφής του κήπου.

-«Τι έχεις και είσαι λυπημένη;» ρώτησε η πασχαλίτσα.

-«Θέλω να μάθω το όνομά μου», είπε η δροσοσταλίδα μελαγχολικά.

«-Αιώνες τώρα χορεύω στα σύννεφα, στα ποτάμια, στις λίμνες, στις θάλασσες…και όποιον συναντώ τον ρωτώ πως με λένε, μα κανείς δεν ξέρει. Μήπως ξέρεις εσύ;»

-«Όχι», απάντησε  η σοφή πασχαλίτσα, «αλλά θα σε πάω σε κάποιον που σίγουρα ξέρει!»

Μια και δυο ξεκίνησαν και μετά από λίγο έφτασαν σ’ ένα σπόρο φραουλιάς που λιαζόταν ξαπλωμένος  τεμπέλικα στο χώμα.

Η πασχαλίτσα άφησε τη δροσοσταλίδα πάνω στο σπόρο και φεύγοντας είπε χαμογελώντας.

-«Να αυτός ξέρει το όνομά σου».

Έκπληκτη η δροσοσταλίδα ρώτησε τον σπόρο της φραουλιάς.

-«Αλήθεια; Αλήθεια εσύ ξέρεις το όνομά μου;»

-«Ναι, το ξέρω» απάντησε ο σπόρος μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, «το ξέρω».

-«Σε λένε ΖΩΗ και σε περίμενα…» της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά…







ΠΗΓΗ...https://fairytalesdreams.wordpress.com/

Το αίνιγμα της αγάπης…


Θα ξέρετε ασφαλώς ότι όλα τα ζώα, τα πουλιά, και τα έντομα μιλάνε.
Και τα λουλούδια επίσης! Για την ακρίβεια δε μιλάνε μα ψιθυρίζουν,
ψιθυρίζουν τόσο σιγά που πρέπει να πας πολύ κοντά τους για να τ’ ακούσεις.
Πιάνουν την κουβέντα με τις ώρες και ούτε που λεν να σταματήσουν.
Ειδικά τα λουλούδια είναι οι μεγαλύτεροι πολυλογάδες.
Τους αρέσει συνήθως  να μιλούν για τ’ αρώματα τα χρώματα και την ομορφιά τους.

Μια φορά που λέτε, σ’ ένα μεγάλο καγκελόφραχτο κήπο κι ενώ απομακρυνόταν ο κηπουρός που καθημερινά τα φρόντιζε, έπιασαν το κουβεντολόι!
Πρώτο πήρε το λόγο το Τριαντάφυλλο.
– Θαρρώ πως είμαι το ομορφότερο λουλούδι του κήπου, είπε αυτάρεσκα επιδεικνύοντας
τους πορφυρούς βελούδινους μανδύες του.
– Μα τι λες? διαμαρτυρήθηκε ο Κρίνος ισιώνοντας την κίτρινη γραβάτα του μέσα από το άσπρο του κοστούμι.
– Η μυρωδιά μου, η δροσερή ανάσα μου δεν απαντιέται πουθενά, τον διέκοψε η Γαρδένια κουνώντας με νάζι το λευκό της φόρεμα.
-Ει εειιιι είμαι κι εγώ εδώ,  φώναξε ο Πανσές μέσα απ’ το μαβί μεταξωτό πουκάμισό του. Ρίξτε μια ματιά προς τα κάτω και είμαι βέβαιος πως θ’ αλλάξετε γνώμη, είπε και γέλασε τρανταχτά καθώς ένα Μυρμήγκι του γαργαλούσε την πατούσα.
-Για κάντε λιγάκι ησυχία να κοιμηθούμε, αναστέναξε το Νυχτολούλουδο. Και όσον αφορά τ’ αρώματα και την ομορφιά ας το συζητήσουμε το βράδυ ρωτώντας και το φεγγάρι να μας πει τη γνώμη του, και γύρισε νυσταλέα απ’ την άλλη πλευρά για να συνεχίσει τον υπνάκο του.
-Μπα!  Και γιατί παρακαλώ να μη ρωτήσουμε τον ήλιο? αναφώνησε απορημένο το Ηλιοτρόπιο. Αυτός θα ξέρει καλύτερα!

Έξω απ’ το φράχτη του κήπου στεκόταν μια Μαργαρίτα και παρακολουθούσε τη συζήτηση μα δεν τολμούσε να μιλήσει. Δεν είχε και πολλά να πει άλλωστε, ούτε εντυπωσιακή ήταν, και ούτε κουβαλούσε κάποια ιδιαίτερη μυρωδιά στο κορμάκι της

Ζούσε στο δρόμο δίχως φίλους και εκτός των άλλων τα ρούχα της ήταν βρώμικα και σκονισμένα μιας και ποτέ ο κηπουρός δε σκέφτηκε να την φροντίσει.
Μονάχα άκουγε σιωπηλή την κουβέντα που είχε πια ανάψει για τα καλά. Το λόγο πήραν με τη σειρά η Ντάλια, το Χρυσάνθεμο, και η Πικροδάφνη που επέμενε  διαρκώς πως έπρεπε να την λένε Γλυκοδάφνη και οτι ο νονός της ήταν κουφός, δεν άκουσε καλά κι έτσι έγινε η παρεξήγηση. Τέλος ο Νάρκισσος σίγουρος για τον εαυτό του και την ομορφιά του,  πρότεινε κομπάζοντας να ρωτήσουν την Μέλισσα που καθημερινά ερχόταν και έδινε σε όλους το φιλί της.
-Σωστά, τη Μέλισσα!!! αναφώνησαν όλοι  μαζί. Τη Μέλισσαααα!!!
Η Μέλισσα άκουσε τα ξεφωνητά τους πλησίασε κοντά και τους αποκρίθηκε ξύνοντας σκεφτική το κεφάλι της
-Όλα τα λουλούδια είστε όμορφα το δίχως άλλο.  Όλα σας έχετε φανταχτερά χρώματα
και υπέροχα αρώματα που με μεθάνε. Ακόμα και ένα να έλειπε από σας ο κόσμος δεν θα ήταν το ίδιο όμορφος, δεν θα ήταν τόσο δροσερός ο αέρας ούτε κι ο ήλιος θα ήταν τόσο λαμπερός. Ίσως να μην υπήρχε καν το φεγγάρι, είπε  χαμογελώντας κλείνοντας πονηρά το μάτι στο Νυχτολούλουδο που ‘χε πια ξυπνήσει για τα καλά τούτη τη φορά. Όλα σας αγαπώ και γι’ αυτό κάθε μέρα θα σας δίνω το φιλί μου!
Μα…μα κάποτε είχα ακούσει συνέχισε η Μέλισσα,  ότι ένας από σας λύνει το αίνιγμα της αγάπης…
Όλα τα λουλούδια κοιτάχτηκαν απορημένα μεταξύ τους.
-Ποιος?  Ποιος?  φώναξαν όλα μαζί μ’ ένα στόμα. Ποιος από μας έχει αυτή τη δύναμη?
Η Μέλισσα ξαναέξυσε λίγο το κεφάλι της να θυμηθεί και ύστερα από λίγο απάντησε.
-Η Μαργαρίτα!
-Η Μαργαρίτα???  αναφώνησαν όλα μαζί ξαφνιασμένα και γύρισαν προς το μέρος της. Μα εκείνη δεν ήταν πια εκεί…

Την ίδια  στιγμή ακριβώς μια φωνή ακούστηκε λίγο πιο μακρυά έξω απ’ το φράχτη να μονολογεί…
-Μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά , μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά , μ΄αγαπά δε μ’ αγαπά.
-Μ’ αγαπάααα, ήταν η τελευταία λέξη που άκουσαν καθώς έβλεπαν τα μικρά  σκονισμένα πέταλα της Μαργαρίτας να στροβιλίζονται στον αέρα και να πέφτουν  απαλά προς το έδαφος….




πηγή: Αντώνης Δημητρακόπουλος

Ιστορίες από ένα παγκάκι


Βιβλίο στο παγκάκι – Η πτώση του Οίκου των Άσερ
Δημήτρης Αλεξίου

Την αναγνώρισα μόλις κάθισε. Από το σχήμα των γλουτών της, τον
τρόπο με τον οποίο τα κόκαλα της λεκάνης πίεσαν τον ξύλινο σκελετό μου, τη μυρωδιά του κορμιού της που πότιζε τη φούστα στις ραφές, και το βιβλίο πουκρατούσε στα χέρια της. Το θυμόμουν το βιβλίο. Η πτώση του Οίκου των Άσερ.
Θυμήθηκα ότι το διάβαζε περιμένοντάς τον στο πρώτο τους ραντεβού. Πάει πολύς καιρός από τότε. Ηλιόλουστες και βροχερές μέρες, αναρίθμητες. Σώματα πολλά που πέρασαν από πάνω μου, άλλα ευγνώμονα και άλλα αγενή, άλλα βιαστικά και ανυπόμονα, άλλα νηφάλια και παρατηρητικά και άλλα απελπισμένα ή χαμένα σε ουσίες ή στη μοίρα τους.
Όμως εκείνο το ανοιξιάτικο πρώτο ραντεβού που φιλοξένησα, το θυμάμαι ακόμη. Ίσως γιατί όταν έφτασε εκείνος αργοπορημένος δεν της μίλησε.
Κάθισε δίπλα της ήσυχα, περιμένοντας να τελειώσει η ιστορία. Και χωρίς εκείνοι να το καταλαβαίνουν, εγώ αισθανόμουν τις δονήσεις τους. Μόνο εγώ ήξερα ότι οι καρδιές τους συντόνισαν τους χτύπους τους σ’ εκείνα τα τρία λεπτά της, χωρίς λόγια, έντασης. Μόνο εγώ κατάλαβα την απειροελάχιστη αλλαγή του βάρους τους καθώς ανάσαιναν ταυτόχρονα τις μικρές, κοφτές τους ανάσες.
Τους έβλεπα για έναν χρόνο. Εκείνη δούλευε στο κτίριο απέναντι από την πλατεία και εκείνος κατέβαινε από το λεωφορείο της κοντινής στάσης για να τη συναντήσει στο σχόλασμα. Σπάνια κάθονταν σ’ εμένα. Μου έφτανε μόνο που τους άκουγα να συναντιούνται δίπλα μου, ένιωθα την υγρασία απ’ το φιλί τους και το γαργαλητό απ’ τα μικρά χαριτωμένα γελάκια που φανέρωναν την αμηχανία του έρωτα. Έφευγαν μαζί απ’ την αφετηρία τους χωρίς να κοιτάζουν πίσω κι εγώ χαιρόμουν σαν να έβλεπα φίλους παλιούς να προοδεύουν στη ζωή τους.
Κατά έναν παράξενο τρόπο, σ’ εμένα βρέθηκαν μόνο στις δύσκολες στιγμές τους. Κάθισαν μαζί κι έκλαψαν πάνω μου αγκαλιασμένοι, όταν εκείνη απολύθηκε από τη δουλειά της και άλλη μία φορά όταν εκείνος έχασε τον σκύλο του. Τι κρίμα· ποτέ δε γνώρισα εκείνον τον σκύλο. Έχω παρηγορήσει πολλές φορές ανθρώπους που κλαίνε· θα έλεγα ότι πάντα όποιος θέλει να
κλάψει στη μέση του δρόμου, βρίσκει ένα παγκάκι να το κάνει. Ίσως αυτή η αίσθηση της οριοθετημένης κατεχόμενης περιοχής τους βοηθάει να βιώσουν πιο εύκολα μία ιδιωτική στιγμή σε δημόσιο χώρο. Όμως, εκείνοι οι δύο  φαίνονταν να κλαίνε ακόμα πιο ιδιωτικά, ακουμπισμένοι στην ξύλινη ράχη μου. Έκλαιγαν οι δυο τους σε έναν κόσμο όπου δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι.
Δεν έκλαιγαν ο ένας δίπλα στον άλλο. Έμοιαζε να κλαίνε ο ένας μέσα στον άλλο.
Ήταν και μία φορά που κάθισαν λίγο πάνω μου, παραπάνω απ’ το συνηθισμένο, για να καυγαδίσουν για ασήμαντα πράγματα, για αστείες
αφορμές που μόνο σκοπό είχαν να νοστιμίσουν τον έρωτα, νάζια που χρησιμοποιούν τα ζευγαράκια ως χάντρα γαλανή για να διώχνει το κακό μάτι, που επιβουλεύεται την ευτυχία τους. Ζήλεια θυμάμαι ήταν η αφορμή. Την είχε δει να κάθεται στο παγκάκι και δίπλα της να κάθεται ένας άλλος περαστικός -νέος όμως- από αυτούς που κάθονται για λίγο σε ένα σημείο μέχρι να αποφασίσουν προς τα πού θα κατευθυνθούν για να εκτονώσουν τα νιάτα και την ενεργητικότητά τους. Έφυγε -τυχαία- μόλις εμφανίστηκε εκείνος, χαιρετώντας την από ευγένεια, αμηχανία ή απλώς καλή διάθεση. Κι εκείνη του χάρισε ένα χαμόγελο για καλή τύχη σε ό,τι ετοιμαζόταν να κάνει.
Ένα χαμόγελο που ξύπνησε θυμό. Κι ήθελα τόσο να του πω ότι είχε άδικο.
Ήθελα να του πω ότι τα δύο σώματα που κάθονταν κοντά πάνω μου, είχαν χιλιόμετρα απόσταση το ένα απ’ το άλλο, δε συντονίζονταν, δεν εξέπεμπαν
την ίδια ενέργεια, δεν αισθάνθηκε το ένα το άλλο. Αλλά εγώ είμαι μόνο ένα παγκάκι και η ύλη μου με περιορίζει να υπάρχω χωρίς να παρεμβαίνω, να παρακολουθώ χωρίς να παίζω ρόλο, να είμαι χωρίς να σημαίνω.
Ούτε τη δεύτερη φορά που καυγάδισαν πάνω μου έγινε κάτι περίεργο.
Κάτι είχαν πει από πριν, κάποια κουβέντα από αυτές που πεισμώνουν τον άλλο. Εκείνη έκλαψε για ώρα πάνω μου κι εκείνος ζητούσε συγνώμη, που υπήρξε απερίσκεπτος, βιαστικός, αναποφάσιστος. Χωρίς να μπορώ να υπερηφανευτώ ότι ξέρω πολλά από ανθρώπους ή σχέσεις, νομίζω ότι κάπως
έτσι συμβαίνει σε όλα τα ζευγάρια.
Ανακαλύπτουν ξαφνικά ο ένας για τον άλλο την ανθρώπινη υπόστασή του, τη φύση του που έχει ελαττώματα, συνήθειες, πεποιθήσεις που δεν είχαν το θάρρος να φανερωθούν. Τότε θυμώνουν πολύ. Εκνευρίζονται, πληγώνονται και απογοητεύονται γιατί η θεϊκή μορφή που έβλεπαν δίπλα τους τόσο καιρό, αποδεικνύεται ανθρώπινη, φθαρτή και ανεπαρκής. Τόσο λίγα
μόνο έχω καταλάβει εγώ, που κάθε άνθρωπος που μ’ ακουμπάει για λίγο, γίνεται κύριός μου, είναι ο Θεός μου των λίγων λεπτών, αφού δεν προλαβαίνω να γνωρίσω την άλλη του πλευρά.
Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί μάλωσαν εκείνη την ημέρα. Ούτε γιατί
έκλαψαν, ούτε γιατί απολογήθηκαν. Ένιωσα όμως ότι μαζί είχαν περάσει σε  άλλο επίπεδο. H σχέση τους είχε φύγει από εμένα, δεν ήταν πια ένα ραντεβού.
Δεν ήταν δικοί μου πια -όχι ότι υπήρξαν ποτέ- αλλά να, δεν έδιναν πια την
εικόνα του ζευγαριού στο παγκάκι. Είχαν αποφοιτήσει από τη δική μου τάξη
ανθρώπων.
Τους ξαναείδα αρκετό καιρό μετά. Εκείνος με μαύρο κοστούμι και
ασημένια γραβάτα κι εκείνη να λάμπει στο άσπρο της νυφικό. Αισθάνθηκα μία υπερηφάνεια -είναι η αλήθεια- που διάλεξαν εμένα για να βγάλουν την αναμνηστική φωτογραφία του γάμου τους. Μία αναγνώριση για τις υπηρεσίες που προσφέρω αθόρυβα και διακριτικά στη μοναξιά των ανθρώπων. Κανείς δεν έχει σκεφτεί ποτέ τι υπηρεσίες μπορεί ένα παγκάκι να έχει προσφέρει στη ζωή του και είναι πολλοί αυτοί που πάνω μου έχουν ερωτευτεί για πρώτη φορά, έχουν φιληθεί για πρώτη φορά, έχουν χαμογελάσει ο ένας στον άλλο για πρώτη φορά. Αναμφισβήτητα όμως, κανένας άλλος δε μου είχε κάνει την
τιμή να με ορίσει παράνυφο, να παραστέκομαι στον γάμο ή έστω σε μία στιγμιαία φωτογραφική απεικόνισή του.
Κι εκεί το αισθάνθηκα πρώτη φορά. Μέσα απ’ το λευκό σατέν που
απλωνόταν πάνω από τις ξεφτισμένες σανίδες μου, οι χτύποι της καρδιάς που έβγαιναν από μέσα της ήταν δύο. Μία ευτυχισμένη, χαρούμενη καρδιά, που πέταγε χτύπους σαν κύματα που φεύγουν απ’ την καρίνα του πλοίου προς όλες τις κατευθύνσεις και μία αδύναμη, μικρή, νευρική, αναποφάσιστη αν
έπρεπε να χτυπά ή να σιωπήσει. Τις ένιωσα σαν να έβγαινε η μία μέσα απ’ την άλλη, σαν να εξαρτιόταν η μία από την άλλη.
Και η χαρά μου θα ήταν πολύ μεγάλη, θα έτρεμα πραγματικά από
συγκίνηση και όχι από την κακομεταχείριση των πολλών στον σκελετό μου, αν ταυτόχρονα δεν είχα αισθανθεί τόσο μακριά την καρδιά και το σώμα
εκείνου. Καθόταν δίπλα της και έβλεπα χιλιόμετρα να τους χωρίζουν, την κρατούσε αγκαλιά και τα σώματά τους δεν ταίριαξαν την ενέργειά τους ούτε μια στιγμή, τη φιλούσε κι έβλεπα το βλέμμα του να φεύγει μακριά αντί να χάνεται μέσα της. Νομίζω εκεί ράγισα. Εκεί έγειρε το ένα μου πόδι σαν ανακλαστική κίνηση. Κι εκείνοι θύμωσαν που το σκηνικό της σχέσης τους είχε χαλάσει για τη φωτογραφία και έφυγαν για το διπλανό παρκάκι, αφήνοντάς
με μόνο και ανάπηρο, να περιμένω έναν εργάτη του Δήμου πριν μπορέσω να αισθανθώ ξανά τη ζεστασιά κάποιου σώματος. Μάλλον δεν κατάλαβαν ότι ο χρόνος φθείρει. Όσο κι ο άνθρωπος.
Χθες ήρθε μόνη της. Με το ίδιο βιβλίο στο χέρι, το ίδιο άρωμα, τον ίδιο ήχο στο βάδισμα αλλά μόνη της. Χωρίς δεύτερο χτύπο καρδιάς μέσα της αλλά ούτε και έξω. Περίμενα ότι θα έβλεπα κι εκείνον, ότι θα έστριβε από τη γωνία  όπως παλιά, ότι θα είχε πάει κάπου να παρκάρει και θα την έβρισκε στο γνωστό τους σημείο, όπως κάνουν όλα τα παντρεμένα ζευγάρια. Αλλά εκείνη δε φαινόταν να τον περιμένει. Κάθισε πάνω μου, άνοιξε το βιβλίο και άρχισε
να διαβάζει. Η πτώση του Οίκου των Άσερ. Σημείωνε λέξεις και φράσεις με το
στυλό της. Ρωγμή. Αυτή ήταν η λέξη που σημείωσε. Μία ρωγμή στον τοίχο,
ασήμαντη, αόρατη σχεδόν από μακριά, απόλυτα εξηγήσιμη από τον χρόνο και την πάλη με τα καιρικά φαινόμενα. Υπογράμμισε όλη την τελευταία φράση του βιβλίου, το ακούμπησε απαλά πάνω μου ίσα για να με ταράξει κι έφυγε αργά, παρόλο που θα ορκιζόμουν -αν μπορεί ένα παγκάκι να ορκίζεται- ότι τον είχε δει να πλησιάζει.
Δεν της φώναξε ούτε εκείνος. Δεν της μίλησε, δεν την ακολούθησε.
Κάθισε απλώς πάνω μου, αποδεικνύοντας την ουσία της ύπαρξής μου: να φιλοξενώ διαδοχικά γλουτούς που βρέθηκαν εκεί μόνο για να ξεκουράσουν σώματα και μυαλά. Άνοιξε το βιβλίο και άρχισε να το διαβάζει. Ένιωσα την ανάσα του να βαραίνει, το βλέμμα να σκληραίνει πάνω στις υπογραμμισμένες λέξεις σαν τρένο που αγωνίζεται να μείνει στην τροχιά του πάνω σε στροφή.
Το διάβασε όλο. Κατάπιε και την τελευταία υπογραμμισμένη πρόταση.
Σκάλωσε σε κάθε τελεία, υπέφερε σε κάθε λέξη. Όταν τελείωσε η σιωπή μέσα του, ήταν τόσο πυκνή που άκουσα καθαρά το σπίτι να γκρεμίζεται συθέμελα στο μυαλό του. Από μια ρωγμή. Μια τόση δα μικρή ρωγμή που σχεδόν δε φαινόταν.
Όταν έφυγε, δεν πήρε το βιβλίο μαζί. Το άφησε πάνω μου εκεί ακριβώς που το είχε βρει. Εξάλλου οι άνθρωποι δε συνηθίζουν να παίρνουν μαζί τους τα συντρίμμια όταν φεύγουν. Το βιβλίο έμεινε εκεί για να το βρει ο καινούργιος νεαρός με το σκισμένο στο γόνατο μπλουτζίν και το σκουλαρίκι στο αυτί, που πρόλαβε να διαβάσει μέχρι τη μέση ώσπου να τον κόψει μια σφιχτή αγκαλιά. Αυτός, που στιγμές αργότερα έφυγε, κρατώντας σφιχτά το κορίτσι με τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά και το βιβλίο στο άλλο χέρι. Δεν ξέρω αν τελείωσε ποτέ την ιστορία. 
Δεν τους ξαναείδα ποτέ.



Ο Δημήτρης Αλεξίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974. Αποφοίτησε από το 1ο
Πειραματικό Λύκειο (τα Πλακιώτικα χρόνια του) και σπούδασε στη Νομική
Σχολή (τα χρόνια της εσωτερική πάλης μεταξύ Κολωνακίου και Εξαρχείων).
Είναι 30 χρόνια χορευτής στον Όμιλο Χορών «Ελένη Τσαούλη» (Τα
κουκακιώτικα χρόνια). Είναι δικηγόρος στην Αθήνα και, όποτε δε δουλεύει,
ζει με τη γυναίκα και τις δύο κόρες του στη Σκύρο. Είναι συνειδητοποιημένος
Bookcrosser, ερασιτέχνης ζαχαροπλάστης και αθεράπευτα αισιόδοξος. Έχει
γράψει τρία βιβλία: «Πικρά κεράσια» (2008), «Αμαρτωλά θαύματα» (2010),
«Αλάτι κόκκινο» (2012), όλα από τις εκδόσεις Διόπτρα.

www.facebook.com/groups/274036806366/
demetriskaryalexiou@yahoo.gr

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...