Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2021

Ο Επιτάφιος της Παναγίας των Προμάχων 2021.


Χρόνια πολλά.
Καλή Παναγιά.











 

Το πανηγύρι της Παναγίας στο Γαρέφι Αλμωπίας




Κάθε καλοκαίρι εδώ και δεκαετίες, δέσποζε στην Αλμωπία το πανηγύρι της Παναγίας, που γινόταν στο πανέμορφο και γραφικό χωριό του Γαρεφείου.

Το πανηγύρι γινόταν την επόμενη του δεκαπενταύγουστου και το μικρό χωριό έσφυζε από πλήθος επισκεπτών, που συνέρρεαν από τα γύρω κυρίως χωριά.
Οι περισσότεροι ασφαλώς επισκέπτες προέρχονταν από το γειτονικό και αδερφό χωριό των Προμάχων, που κατά παρέες κατέκλυζαν από νωρίς το Γαρέφι μιας και οι περισσότεροι είχαν συγγενικά και φιλικά πρόσωπα και με την ευκαιρία της μεγάλης γιορτής της Παναγίας, έβρισκαν πρόσχημα για μια διασκεδαστική ημέρα.
Τα παλιότερα χρόνια, τις δεκαετίες του 60 και του 70 οι Προμαχιώτες μη έχοντας και πολλές ευκαιρίες για διασκέδαση πήγαιναν στο πανηγύρι από νωρίς το απόγευμα με ό,τι μέσο έβρισκαν, συνήθως μουλάρια, και πολλοί ήταν που πήγαιναν και με τα πόδια. Χαρακτηριστικό της εποχής ήταν, ότι πάντα για την ημέρα της Παναγίας όλοι  φρόντιζαν να αγοράσουν καινούρια ρούχα, τα οποία θα πρωτοφορούσαν στο πανηγύρι του Γαρεφείου. Βέβαια μετά από την πολύωρη πεζοπορία στον χωμάτινο δρόμο, που συνέδεε τα δυο χωριά, οι περισσότεροι έφταναν στο Γαρέφι κατασκονισμένοι, αλλά με δυο τρία τινάγματα τα ρούχα τους επανέρχονταν στην αρχική τους κατάσταση.
Πολλοί κάτοικοι την ημέρα του πανηγυριού, μεσούσης της καπνοπαραγωγικής περιόδου, φρόντιζαν να μην μαζέψουν πολλή ποσότητα, για να έχουν τον χρόνο τους να ετοιμαστούν και να εκδράμουν στο γειτονικό χωριό.
Είναι αξέχαστες οι εικόνες, που ο δρόμος προς το Γαρέφι να είναι κατάμεστος, από παρέες μικρών και μεγάλων Προμαχιωτών , οι οποίοι τραγουδώντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλον, κατευθύνονταν στον προορισμό τους, το "Τσαρνέσοβο".
Στον χώρο του πανηγυριού δέσποζε η μεγάλη "βόλτα", όπου η νεολαία βημάτιζε από το πάνω Γαρέφι προς το κάτω Γαρέφι. Κεντρικό σημείο αναφοράς και τόπος ραντεβού, ήταν η μεγάλη γέφυρα, που χωρίζει τα δυο γραφικά τμήματα του Γαρεφείου. Στα δυο περίπου χιλιόμετρα της "βόλτας", νέοι και νέες, φορώντας ό,τι  πιο καινούριο υπήρχε στις βιτρίνες, αντάλλασσαν κλεφτές ματιές και πειράγματα, προσπαθώντας να προσελκύσουν το ενδιαφέρον. Πολλοί έρωτες έχουν γεννηθεί σε εκείνα τα δυο χιλιόμετρα της αγάπης.
Εκτός από τις κλασικές καντίνες με τα βραστά λουκάνικα και τα διάφορα εποχικά υπαίθρια μαγαζάκια-πάγκοι, που υπήρχαν, πουλώντας διάφορα παιχνιδάκια για τα παιδιά, το παραδοσιακό "μαλλί της γριάς", υπήρχαν και οι "βάρκες" , αιώρες σε σχήμα βάρκας, που κινούνταν σαν εκκρεμές έχοντας τα μικρά παιδιά μέσα τους να ξεφωνίζουν από χαρά.
Το "βαρύ πυροβολικό" του πανηγυριού ήταν ασφαλώς το μεγάλο γλέντι, που ξεκινούσε νωρίς το βράδυ, όπου και στα δυο τμήματα του άνω και κάτω Γαρεφείου ,  κυριαρχούσαν τα "όργανα" , παραδοσιακές μπάντες της περιοχής παίζοντας τοπικούς ρυθμούς, βάζοντας φωτιά στη διασκέδαση, που κρατούσε μέχρι τις πρωινές ώρες.
Οι φιλόξενοι Γαρεφιώτες, πιστοί στην παράδοση και τα ήθη -έθιμα των προγόνων τους, αγαπώντας και αγκαλιάζοντας τον μακρόβιο αυτόν θεσμό, διοργανώνουν μέχρι και τις μέρες μας το πανηγύρι, με πολύ μεράκι και έχοντας με το μέρος τους την τεχνολογία και τα σύγχρονα μέσα, τον έχουν αναβαθμίσει και κάθε χρόνο παρουσιάζουν όλο και πιο ποιοτικά αποτελέσματα.
Έχοντας σαν κινητήριο μοχλό τον αεικίνητο μορφωτικό σύλλογο του χωριού τον "Κώστα Γαρέφη", μας προσκαλούν κάθε χρόνο, να θυμηθούμε τα παλιά και να δώσουμε κίνητρα στους νέους του χωριού, για να τιμήσουν τον τόπο τους και την πίστη στην Παναγία και την ορθοδοξία.



Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα της Παναγίας;


Ποια ήταν η ζωή της Παναγίας; Που βρίσκεται ο τάφος Της; Γιατί δεν βρέθηκε ποτέ το σώμα Της; Αυτές είναι τρείς βασικές ερωτήσεις τις απαντήσεις των οποίων γνωρίζουν λίγοι. 

Η Μαριάμ όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, πριν εξελληνιστεί σε Μαρία, ήταν η μονάκριβη κόρη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, της Άννας και του Ιωακείμ.

Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Παναγία κοιμήθηκε στα Ιεροσόλυμα και τάφηκε στην Γεσθημανή, δέκα χρόνια μετά τη Σταύρωση του Ιησού. Τρείς μέρες μετά το θάνατό Της, μετέστη στον ουρανό.

Αρκετά χρόνια μετά την μετάσταση Της , διατυπώθηκαν πολλές διαφορετικές απόψεις σχετικά με το μέρος που είχε ταφεί η Παναγία μητέρα του Ιησού. Η επίσημη εκκλησιαστική ιστορία αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο τάφος ήταν στη Γεσθημανή, ήδη από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αμφισβητώντας το γεγονός, προσπάθησε να μεταθέσει την τοποθεσία του τάφου, χρησιμοποιώντας ως τεκμήριο εκκλησιαστικά κείμενα που, κατα την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν αποδείκνυαν την εγκυρότητα των όσων έγραφαν.

Οι περισσότεροι κληρικοί της Εκκλησίας μας υποστηρίζουν την παραδοσιακή εκδοχή, ότι δηλαδή η Παναγία πέθανε και τάφηκε στη Γεσθημανή, βασιζόμενοι στα κείμενα των υμνογράφων της Εκκλησίας.

Διάφοροι κανόνες γνωστών ποιητών, ύμνοι αφανών και επιφανών υμνογράφων και άλλα έργα της θρησκευτικής ιστορίας, αλλά και οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος αναφέρονται στον ίδιο τόπο.


Ο ναός έχει τριάντα μέτρα μήκος και οκτώ μέτρα πλάτος. Είναι λαξεμένος σε τετράγωνο βράχο, με κοίλωμα ενός μέτρου.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΖΩΝΗΣ
Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της στη Γεσθημανή. Ο μοναδικός που δεν ήταν παρών στο γεγονός ήταν ο Απόστολος Θωμάς.

Λέει η παράδοση πως όταν η νεφέλη, το σύννεφο δηλαδή, μετέφερε τον Θωμά στη Γεσθημανή συνάντησε την Θεοτόκο την στιγμή της ανόδου Της στον ουρανό.

Εκείνη του χάρισε την ζώνη Της για να μπορεί να αποδείξει την συνάντησή τους.

Όταν ο Θωμάς πήγε και εξιστόρησε το γεγονός στους υπόλοιπους Αποστόλους, άνοιξαν τον τάφο και είδαν πως το σώμα έλειπε.




πηγή...https://www.dogma.gr

Οι άνθρωποι του Αυγούστου


Είτε μόνιμοι κάτοικοι είτε παραθεριστές, τους συναντάμε κάθε καλοκαίρι στο χωριό. Τους απαντάμε στον περίπατο, μας κερνάνε στο καφενείο, σμίγουμε στην ταβέρνα ή στο ζαχαροπλαστείο, γλεντάμε παρέα στις γιορτές και στα πανηγύρια.

Γεμίζει το χωριό με κόσμο κάθε Αύγουστο· «πότε ήρθατε; Θα καθίσετε μέρες;». Ζωντανεύει η πλατεία με τα χαχανητά και τα ξεφωνητά μας· παίρνει φωτιά το τάβλι, αποτελειώνουμε μια παρτίδα πρέφα που έμεινε στη μέση από πέρσι, δεν προλαβαίνει ο καφετζής να κουβαλά μεζέδες, τσικουδιές και καφέδες.

Ακόμη και το χορταριασμένο προαύλιο της εκκλησίας θα ξαναζήσει στιγμές δόξας, καθώς θα μαζευτούμε τα σκολινά πρωινά με τα καλά μας να σιγομουρμουρίσουμε τα νέα μας ενόσω μέσα ο παπάς θα μουρμουράει τα Βαγγέλια.

Συζητάμε για τον χειμώνα που πέρασε και για τα γονικά μας σπίτια που τα ξαραχνιάζουμε μία φορά τον χρόνο· απαριθμούμε τις φθορές τους και ανταλλάσσουμε τηλέφωνα μαστόρων για τις επισκευές.

Περπατάμε στα ρημαγμένα χωράφια μας και στις κλειστές μας γειτονιές, πονούμε για τα ξεραμένα μας πηγάδια και τις γκρεμισμένες ξερολιθιές, ανάβουμε τα καντήλια των προγόνων μας, ανιστορούμαστε τα παιδικάτα μας κι αναζητούμε τις συκιές, τις απιδιές και τις καρυδιές μας, με λαχτάρα να τις βρούμε στη θέση τους και να γευτούμε τα γεννήματά τους.

Κουβεντιάζουμε γι’ αυτούς που αρρωστήσανε ή φύγανε ξαφνικά μες στη χρονιά κι έμεινε κενή η γωνιά που συνήθιζαν να κάθονται στο καφενείο.

Πόσοι απομείνανε στο χωριό, ποια σπίτια ερημώσανε, ποιοι νέοι άνθρωποι φύγανε για τις πολιτείες ή για ξένες χώρες.

Μετράμε και τα κοπέλια που γεννήθηκαν, πόσοι φοιτούνε στο σχολείο, ποιοι δώσανε πανελλήνιες και περιμένουνε να βγούνε οι βάσεις, να πάνε για σπουδές.

Ξαφνιαζόμαστε με το πόσο μεγαλώσανε τα παιδιά συγγενών, φίλων και γειτόνων· αμείλικτοι χρονομέτρες τα παιδιά, βλέποντάς τα να βλασταίνουν και ν’ ανθίζουνε καταλαβαίνεις ότι πέρασε ένας ακόμα χρόνος από πάνω σου.

Κι έπειτα, επάνω που ξαναβρίσκουμε το σπίτι, το χωριό και τη ρίζα μας, αρχίζουνε τα κλειδαμπαρώματα κι οι αποχαιρετισμοί.

Φορτωνόμαστε με φρούτα και λαχανικά, κρασί και λάδι ή κανένα σφαχτό άμα βολέψει, να κουβαλήσουμε στην πολιτεία λίγη γεύση και μυρωδιά πατρίδας.

Πνίγουμε τα δάκρυά μας καθώς φιλιόμαστε και ανταλλάσσουμε ευχές, «να ‘μαστε καλά του χρόνου να ξανασμίξουμε», και τραβά ο καθείς για τη μοναξιά του, αφήνοντας τους συγχωριανούς μας στη δική τους.

Λευτέρης Κουγιουμουτζής





Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα, Λουίτζι Πιραντέλο (απόσπασμα)



Αν ο θάνατος, κύριέ μου, ήταν κάτι σαν αυτά τα παράξενα και βρωμερά έντομα που βρίσκει καμιά φορά κανείς επάνω του θα μπορούσαμε…
 Περπατάμε στο δρόμο. Ένας κάποιος τυχαίος περαστικός σας σταματά ξαφνικά και με πολύ λεπτότητα σας λέει τεντώνοντας το χέρι του επάνω σας: «Συγγνώμη, κύριε, μου επιτρέπετε; Αγαπητέ μου, έχετε το θάνατο επάνω σας». Και παίρνει το βρωμερό έντομο απ’ το σακάκι σας και το πετά στο δρόμο…
 Θα ήταν θαυμάσια ε; Μα ο θάνατος δυστυχώς δεν είναι έτσι. Πολλοί απ’ αυτούς που πηγαίνουν ήσυχοι κι αμέριμνοι τον έχουν ίσως επάνω τους, μα κανένας δεν τον βλέπει. Εγώ παραδείγματος χάριν αγαπητέ κύριε… να… πλησιάστε. Θα σας δείξω κάτι. Βλέπετε εδώ, κάτω από το μουστάκι, αυτή την ωραία βιολέτα στα πάνω χείλος; Ξέρετε πώς τη λένε στην ιατρική; Ω, ένα όνομα πολύ γλυκό, σαν καραμέλα: «Επιθηλίωμα»!
 Πέστε το, είναι αδύνατο να μην αισθανθείτε κάποια γλύκα στο στόμα. «Επιθηλίωμα!» Ο θάνατος πέρασε και μού έβαλε αυτό το λουλούδι στο στόμα: «Κράτησε αυτό φίλε μου», μούπε, «θα ξαναπεράσω σε οχτώ δέκα μήνες…» 

Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα, Λουίτζι Πιραντέλο 
Μετάφραση: Λ. Μυριβήλη

Περιμένοντας τον Γκοντό, Σάμουελ Μπέκετ (απόσπασμα)



Βλαδίμηρος:
Μήπως κοιμόμουν, όταν οι άλλοι υπόφεραν; Μήπως κοιμάμαι τώρα; Αύριο, άμα ξυπνήσω, ή θα νομίζω πως ξύπνησα, τι θα πω για τούτη τη μέρα; Ότι εγώ κι ο φίλος μου ο Εστραγκόν καθόμασταν σε τούτο το μέρος, μέχρι να νυχτώσει, και περιμέναμε τον Γκοντό ; Ότι πέρασε ο Πότζο με τον αχθοφόρο του και μας μίλησε; Μάλλον.
 Πόση όμως αλήθεια θα υπάρχει σ’ όλα αυτά; Αυτός δε θα ξέρει τίποτα. Θα μου πει για τις κλωτσιές που έφαγε κι εγώ θα του δώσω ένα καρότο. (Παύση) Καβάλα σ’ ένα τάφο και δύσκολη γέννα. Στον πάτο του λάκκου, με το πάσο του, ο νεκροθάφτης βάζει μπρος τον εμβρυουλκό. Έχουμε καιρό να γεράσουμε.
 Ο αέρας αντιλαλεί τις κραυγές μας. Αλλά η συνήθεια είναι σπουδαίος σιγαστήρας. Και μένα με κοιτάζει κάποιος τώρα, και για μένα υπάρχει κάποιος που λέει, Κοιμάται, δεν ξέρει τίποτα, άσ’ τον να κοιμηθεί. Δεν μπορώ να συνεχίσω.
 (Παύση) Τι είπα;

Περιμένοντας τον Γκοντό, Σάμουελ Μπέκετ 
Μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου 

Σαλώμη, Όσκαρ Ουάιλντ (απόσπασμα)



Σαλώμη:
Δε θέλησες να μ’ αφήσεις να φιλήσω το στόμα σου, Γιοχανάν. Καλά λοιπόν! Τώρα θα το φιλήσω. Θα το δαγκώσω με τα δόντια, όπως δαγκώνει κανείς τον ώριμο καρπό. Ναι, θα το φιλήσω το στόμα σου, Γιοχανάν. Αλλά γιατί δε με κοιτάς; Τα μάτια σου που ήσαν τόσο τρομερά, που ήσαν τόσο γεμάτα οργή και καταφρόνια, είναι κλεισμένα τώρα. Άνοιξε τα μάτια σου! Σήκωσε τα βλέφαρά σου, Γιοχανάν. Γιατί δε με κοιτάζεις; …
 Κι η γλώσσα σου, που ήταν σαν κόκκινο ερπετό που ακοντίζει δηλητήρια, δεν κουνιέται πια, δε λέει τίποτα τώρα, Γιοχανάν, η κόκκινη αυτή οχιά που ξέρασε το φαρμάκι της απάνω μου. Δε με θέλησες, Γιοχανάν. Μ’ απόκρουσες. Μου είπες πράματα αποτρόπαια. Μου φέρθηκες σα να ήμουν εταίρα, σα να ήμουν πόρνη, εγώ, η Σαλώμη, η κόρη της Ηρωδιάδας, Πριγκίπισσα της Ιουδαίας! Ε, λοιπόν, Γιοχανάν, εγώ ζω ακόμα, αλλά εσύ είσαι νεκρός και το κεφάλι σου μου ανήκει. Μπορώ να το κάμω ό,τι θέλω. Μπορώ να το ρίξω στα σκυλιά και στα πουλιά του αέρα. Ό,τι αφήσουν τα σκυλιά, τα πουλιά του αέρα θα το φάνε…
 Αχ! Γιατί δε με κοίταξες, Γιοχανάν; Αν με είχες δει, θα μ’ είχες αγαπήσει. Ξέρω καλά πως θα μ’ είχες αγαπήσει, και το μυστήριο της αγάπης είναι πιο μεγάλο απ’ το μυστήριο του θανάτου. Μόνο την αγάπη πρέπει να κοιτάζει κανείς. (Φιλάει το στόμα του Γιοχανάν) Α, το φίλησα το στόμα σου, Γιοχανάν, το φίλησα το στόμα σου. Είχανε μια πικρόστυφη γεύση τα χείλια σου. Να ήταν τάχα η γεύση που έχει το αίμα;…
 Όμως μπορεί να ήταν του έρωτα η γεύση. Λένε πως ο έρωτας έχει πικρόστυφη γεύση. Τι πειράζει όμως; Το φίλησα το στόμα σου, Γιοχανάν, το φίλησα το στόμα σου. 

Σαλώμη, Όσκαρ Ουάιλντ  
Μετάφραση: Στάθης Σπηλιωτόπουλος

Ο Ν. Καζαντζάκης για τον άνθρωπο



Αποφθέγματα του Καζαντζάκη για τον άνθρωπο:

Η πέτρα, το σίδερο, το ατσάλι, δεν αντέχουν, ο άνθρωπος αντέχει…
 «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ»

Ξεχνάει η ψυχή του ανθρώπου, ξεχνάει η κακομοίρα. Γι’ αυτό τη λένε κι αθάνατη.
 «ΚΑΠΕΤΑΝ ΜΙΧΑΛΗΣ»

Λίγο μαλακός, λίγο αναποδιάρης, πότε καλός, πότε σκύλος που δαγκάνει, μισό διάολος, μισό άγγελος, άνθρωπος κοντολογίς!
 «Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ»

Η καρδιά του ανθρώπου είναι ένα κουβάρι κάμπιες. Φύσηξε, Χριστέ μου, να γίνουν πεταλούδες!
 «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.
 «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»

Θεριό ’ναι η καρδιά του ανθρώπου. Θεριό ανήμερο… Χριστέ μου, μήτε εσύ μπόρεσες να τη μερώσεις…
 «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

 Θεριό είναι ο άνθρωπος στα νιάτα του, θεριό ανήμερο και τρώει ανθρώπους! (…..) Τρώει αρνιά και κότες και γουρουνάκια, μα αν δε φάει άνθρωπο, όχι, δε χορταίνει.
 «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ»

Ο διάολος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Κόλαση, ο άγγελος μπορεί και μπαίνει μονάχα στην Παράδεισο. Ο άνθρωπος όπου θέλει!
 «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ»

Ο άνθρωπος είναι χτήνος! (…..) Τούκαμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Τούκαμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.
 «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ»

Μωρέ, τι μηχανή είναι ο άνθρωπος! Της βάζεις ψωμί, κρασί, ψάρια, ραπανάκια και βγαίνουν αναστεναγμοί, γέλια κι ονείρατα. Εργοστάσιο!
 «ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ»

Ε, κακομοίρη άνθρωπε, μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις. Το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ’ναι πια πολύ αργά.
 «ΟΙ ΑΔΕΡΦΟΦΑΔΕΣ»

Δακρυσμένη νεράιδα…



Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, αλλά όποτε θυμάμαι αυτήν την ιστορία είναι σαν να την έζησα πριν λίγο….

Όλα ξεκίνησαν σε μια παραλία, ένα μεσημέρι του Αυγούστου σ’ ένα μικρό χωριό.
Ένα αγόρι, παίζει με τους φίλους του στη θάλασσα, χαμένο στη ξενοιασιά της ηλικίας του.
Μαζί του και όλη του η παρέα, οι καλοί του φίλοι, αυτοί που έβλεπε μόνο ένα μήνα το χρόνο στις διακοπές τους.
Το αγόρι σε μια στιγμή, κοιτάζει μέσα στο πλήθος της παραλίας, σαν να έψαχνε κάτι. Και ξαφνικά… το βρίσκει. Μακριά σκούρα μαλλιά, μεγάλα μάτια με εκφραστικό βλέμμα και ένα υπέροχο πρόσωπο που έλαμπε στον ήλιο.
Ο μικρός μας ήρωας, την πλησιάζει αμέσως και της συστήνεται.
Το ίδιο και εκείνη. Δεν μπορεί να σταματήσει να την κοιτάει. Εκείνη το καταλαβαίνει. Χαμογελάει αμήχανα. Περνάνε τα λεπτά χωρίς να πούνε τίποτα. Ώσπου την προσκαλεί στην παρέα του.
Το κορίτσι, έπαιζε πια με την παρέα του μικρού μας ήρωα και εκείνος δεν σταμάτησε να την κοιτά. 
Το ίδιο βράδυ, βγαίνουν πάλι όλοι μαζί. Μέσα στα γέλια, η παρέα ξεχάστηκε και πια ήταν αργά… κάθε βράδυ έτσι γινόταν.
Ξεκίνησαν να γυρίσουν μα οι δυο μικροί μας ήρωες θέλησαν να μείνουν μόνοι.
Πήγαν στην ίδια παραλία που γνωρίστηκαν, το αγόρι ξάπλωσε στην άμμο, άπλωσε το χέρι του και το κορίτσι ξάπλωσε πάνω σ’ αυτό. Ο μικρός ήρωας δεν μπορούσε να είναι πιο ευτυχισμένος… ήταν οι πιο όμορφες στιγμές της ζωής του.
Μείνανε εκεί, ξαπλωμένοι στην άμμο, χαζεύοντας τα άστρα και τα άστρα αυτούς.
Η βραδιά ήταν φτιαγμένη για τους 2 μικρούς ήρωες. Μιλάγανε ως το πρωί για τα πάντα.
Το κορίτσι έβλεπε κάτι που δεν γνώριζε, ρώταγε το αγόρι και αυτός της απαντούσε…… μέχρι που τους βρήκε το χάραμα.
Το επόμενο μεσημέρι, βρεθήκαν πάλι στη ίδια παραλία. Ζούσαν την κάθε στιγμή που είναι μαζί. Και το βράδυ πάλι όλοι μαζί για βόλτα και ύστερα οι δυο τους στην παραλία εκείνη, ξαπλωμένοι μέχρι το πρωί. 
Οι μέρες πέρναγαν και οι μικροί μας ήρωες ερχόντουσαν κάθε μέρα όλο πιο κοντά. Όλη την ημέρα ήταν μαζί, αχώριστοι, όταν μίλαγε ο ένας ο άλλος συμπλήρωνε και όποτε μπορούσαν κλέβανε χρόνο για μια αγκαλιά. Τα βράδια, στην παραλία τους, η νύχτα τους χαμογελούσε και τα αστέρια τους έκαναν παρέα μέχρι το ξημέρωμα.
Ένα βράδυ, μόλις έχουν φύγει οι φίλοι τους για τα σπίτια τους και οι δύο μικροί μας ήρωες έχουν πάει στην παραλία τους, το κορίτσι είπε στο αγόρι πως θέλει κάτι σοβαρό να του πει και θέλει να την κοιτάει στα μάτια.
Το κορίτσι του είπε πως έπρεπε να φύγει μακριά για πάντα και πως δεν θα ξανά έβλεπε ποτέ το αγόρι.
Εκείνος την ρώτησε γιατί το λέει αυτό και αν της συμβαίνει κάτι.
Τότε το κορίτσι εξήγησε στο αγόρι πως είναι νεράιδα, η καλή του νεράιδα που τον προστατεύει και τον φυλάει εδώ και χρόνια και θέλησε να τον πλησιάσει για να του δείξει πως δεν είναι μόνος του και ότι κάποιος είναι πάντα στο πλευρό του.
Επίσης του είπε πως το ξημέρωμα θα χαθεί και θα επιστρέψει στην παλιά της μορφή. Αρνήθηκε να την πιστέψει το αγόρι και την παρακαλούσε να του πει πως του κάνει πλάκα… μια ανόητη φάρσα.
Το πρόσωπο της όμως δεν γέλαγε αυτή τη φορά. Ήταν σοβαρό και τα μάτια της κοιτούσαν τα δικά του. Άρχισε να την πιστεύει. 
-Και τώρα; Συνεχώς την ρώταγε τι θα γίνει από δω και πέρα.
Η καλή του νεράιδα του εξήγησε πως πρέπει να συνεχίσει χωρίς αυτήν… τουλάχιστον χωρίς να την βλέπει. Του ήταν όλο αυτό πολύ δύσκολο.
Όλα γίναν τόσο σύντομα και τώρα πρέπει να ξεχάσει αυτήν που ερωτεύτηκε για πρώτη φορά. Δεν ήξερε τι να πει. Παραμόνο έκλαιγε συνέχεια.
Η καλή του νεράιδα, τον κρατούσε συνέχεια στην αγκαλιά της και τον παρηγορούσε. Θα έκανε τα πάντα για να τον ηρεμήσει.
Η καλή νεράιδα δεν άντεξε… έβαλε κι αυτή τα κλάματα.
Ένα δάκρυ έπεσε πάνω στον αγαπημένο της ήρωα και εκείνος αμέσως αποκοιμήθηκε.
Η καλή του νεράιδα δεν τον άφησε από την αγκαλιά της. 
Το ξημέρωμα, το πρώτο φως του ήλιου ξύπνησε τον μικρό μας ήρωα.
Κοιτάζει δίπλα μα ερημιά. Η καλή του νεράιδα είχε χαθεί. Όπως του είχε πει. Δεν ήταν όνειρο τελικά. Μόνο το μαντίλι που φορούσε στο λαιμό της είχε μείνει πίσω.
Ο μικρός ήρωας δεν άντεξε. Πονούσε πολύ. Τόσο όσο δεν είχε πονέσει ποτέ ξανά.
Λίγες ώρες αργότερα, κάποιοι περαστικοί φώναξαν ένα ασθενοφόρο.
Ένα μικρό αγόρι ήταν νεκρό στη παραλία και κρατούσε ένα λευκό μαντίλι.


Η πέρδικα – του Μιχάλη Μακρόπουλου



Ήταν ένα γερό κι όμορφο, αλλά αγέλαστο παλικάρι, ο Λιάκος, που ζούσε σ’ ένα χωριό στο σύνορο Ελλάδας με Αλβανία, κει που συνορεύουν η ερημιά του βουνού με τη μοναξιά τ’ ανθρώπου, κι όπου οι πέτρες, αν ξέρεις να τις ρωτήσεις, θα σου μιλήσουν για μάχες και νεκρούς, και για τη φτώχεια και την ξενιτιά.

Νωρίς ένα πρωί ο Λιάκος ανηφόρισε στο Κουτσόκρανο από μονοπάτια που τα ’ξεραν μόνον οι κυνηγοί και οι τσομπάνηδες. Του άρεσε να περνάει ώρες ολόκληρες μονάχος στο βουνό. Λίγο χαμηλότερα από την κορυφή ο Μαύρος, ο σκύλος του Λιάκου, τεντώθηκε ξαφνικά –σωστό ελατήριο− και χίμησε σηκώνοντας πέρδικες από χάμω. Σήκωσε ο Λιάκος το όπλο κι έριξε. Μια πέρδικα έπεσε κάτω λαβωμένη, και με τη λιγοστή ζωή που ’χε ακόμη μέσα του το πουλί είπε:

«Λυπήσου με, χάρισέ μου τη ζωή κι εγώ θα σε κάνω ευτυχισμένο».

«Πώς θα με κάνεις ευτυχισμένο εσύ, μια πέρδικα;» ρώτησε ο Λιάκος.

«Θα σου χαρίσω ό,τι θα ’ναι για σένα το πιο πολύτιμο και το πιο όμορφο, και θα το αγαπάς πιο πολύ από καθετί άλλο».

«Εντάξει, πέρδιπέρδικακα», είπε ο Λιάκος, «θα σε λυπηθώ μόνο τούτη τη φορά».

Το παλικάρι γύρισε με τον Μαύρο στο χωριό του, αλλά τώρα οι μέρες ήσαν αλλιώτικες γιατί ο Λιάκος περίμενε ό,τι του είχε τάξει η πέρδικα. Αν με κορόιδεψε, συλλογιόταν, θα την πετύχω ξανά στο βουνό και τότε δε θα τη λυπηθώ.

Ένα βράδυ ο Λιάκος σκάλιζε με το μαχαίρι του μια πέρδικα σε μια γκλίτσα και η πόρτα χτύπησε. Άνοιξε κι αντίκρισε μια κοπέλα που ωραιότερή της δεν είχε δει ποτέ.

«Δε θα με προσκαλέσεις να μπω;» του είπε εκείνη.

Την προσκάλεσε και, για να μην τα πολυλογώ, ένα μήνα μετά έγιναν στο χωριό οι γάμοι του Λιάκου και της Πέρδικας. Όλοι έλεγαν πως πιο όμορφη κοπέλα, και πιο ταιριαχτό αντρόγυνο, δεν είχαν ματαδεί. Κι ο Λιάκος δεν ήταν πια το αγέλαστο παλικάρι που όλοι ήξεραν. Για όλους είχε έναν γκαρδιακό λόγο κι ένα χωρατό.

«Μόνον», του είπε η Πέρδικα «πρέπει να μην παραβείς δυο χάρες που θα σου ζητήσω. Πρέπει, όποτε λείπω, να μη με γυρέψεις. Θα γυρίσω μονάχη. Και πρέπει να μην ξανακυνηγήσεις ποτέ πέρδικα».

Ο Λιάκος στεναχωρήθηκε γιατί αγαπούσε τόσο την Πέρδικα, που δεν έκανε δίχως αυτήν ούτε στιγμή, και γιατί, απ’ όλα τα πράματα, πιο πολύ αγαπούσε το κυνήγι. Αλλά συμφώνησε.

Κάθε μέρα η Πέρδικα έλειπε για λίγες ώρες, κι όταν γυρνούσε ο Λιάκος τη ρωτούσε: «Πού ήσουν;» κι εκείνη αποκρινόταν: «Με τις φιλενάδες μου» και δεν έλεγε τίποτε άλλο. Όσο κι αν τη ρωτούσε και την ξαναρωτούσε, και την πίεζε να του πει ποιες ήσαν οι φιλενάδες της, εκείνη άλλην απόκριση δεν του ’δινε.

Μια μέρα που ’λειπε η Πέρδικα, ο Λιάκος ήταν ανήσυχος, δεν τον χωρούσαν τα ρούχα του, το σπίτι. Πήρε τ’ όπλο του, σφύριξε στον Μαύρο να ’ρθει και πήρε το μονοπάτι για το Κουτσόκρανο. Δεν πάω να κυνηγήσω, συλλογίστηκε. Τ’ όπλο το παίρνω μην τύχει τίποτε. Τον Μαύρο τον παίρνω για συντροφιά.

Λίγο πριν από την κορυφή, έξαφνα ο Μαύρος τεντώθηκε ελατήριο, και χίμησε. Ένα κοπάδι πέρδικες σηκώθηκε από χάμω, πέταξαν όπως φεύγουν σκόρπιοι στον αέρα οι σπόροι από το χέρι του γεωργού.

Εκείνη τη στιγμή ο Λιάκος λησμόνησε την υπόσχεσή του, σήκωσε το όπλο, έριξε και πέτυχε μια πέρδικα στο φτερό και το λαιμό. Το πουλί έπεσε καταγής σπαρταρώντας και μια μεταμόρφωση συνέβη μπροστά στα μάτια του κυνηγού. Το κεφάλι και το κορμί του πουλιού μάκρυναν κι άλλαξαν, οι φτερούγες έγιναν χέρια, και μπρος στο Λιάκο τώρα ήταν πεσμένη στη γη, γυμνή και λαβωμένη, η Πέρδικα, με σφαλιστά μάτια, ψυχομαχώντας.

Τρελάθηκε αυτός από τον πόνο και την αγωνία, δεν ήξερε τι να κάνει. Πήρε την ετοιμοθάνατη στην αγκαλιά του· στην κορυφή ήταν το ξωκλήσι του Αϊ-Λια, την πήγε ως εκεί, την ξάπλωσε μες στην εκκλησιά και προσευχήθηκε να την έκανε καλά ο άγιος, και δε θα ξανάπιανε στη ζωή του όπλο.

Όλη νύχτα η κοπέλα πότε δρασκέλιζε το κατώφλι του Άδη και πότε κάτι την τραβούσε πίσω. Ο Λιάκος δεν έκανε ρούπι απ’ το πλευρό της· της κρατούσε το χέρι και προσευχόταν. Ώσπου, τέλος, παρακάλεσε:

«Να ζήσει αυτή παντοτινά κι ας τη χάσω εγώ για πάντα».

Τότε οι λαβωματιές χάθηκαν και το κορμί της Πέρδικας πήρε μεμιάς να μικραίνει και να αλλάζει, τα χέρια της να φτερώνουν, κι έγινε πουλί που πέταξε από το ξωκλήσι έξω, πάνω που αρχινούσε να ροδίζει η ανατολή.

Ο Λιάκος γύρισε στο ερημόσπιτό του με βαριά καρδιά, και από τότε κρατούσε άλλοτε την γκλίτσα του τσομπάνη κι άλλοτε το τσαπί του γεωργού, αλλά όπλο δεν ξανάπιασε. Μόνον ανέβαινε στο Κουτσόκρανο και, όποτε έβλεπε πέρδικα, του φαινόταν πως ήταν κείνη, και η καρδιά του τότε φτερούγιζε μαζί με το πουλί.

Έμεινε μόνος μέχρι τα βαθιά γεράματα, και έτσι μόνος πέθανε.

Αφού όμως τον κήδεψαν, δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μην έρθει μια πέρδικα και να κάτσει στο χορταριασμένο μνήμα. Το πουλί τιτίβιζε λυπητερά για λίγο, και μετά πετούσε ψηλά.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]




ΠΗΓΗ...http://frear.gr

Αυτός που έκλεψε τον ήλιο



Κάποτε που ο Γέροντας ταξίδευε εδώ κι εκεί, έφτασε στην καλύβα του Ήλιου και ο Ήλιος του πρότεινε να μείνει.
Ο Γέροντας χάρηκε με την πρόσκληση.
Μια μέρα που το κρέας είχε τελειώσει, είπε ο Ήλιος: «Κάι! Τι λες Γέροντα; Πάμε να κυνηγήσουμε ελάφια;»
«Καλά τα λες», αποκρίθηκε ο Γέροντας. «Μου αρέσει το ελαφίσιο κρέας.»
Τότε ο Ήλιος πήρε ένα σακούλι κι από μέσα έβγαλε ένα ωραίο ζευγάρι παντελόνια. Ήταν στολισμένα με αγκάθια σκατζόχοιρου και πολύχρωμα φτερά. «Αυτά τα παντελόνια είναι για το κυνήγι», είπε ο Ήλιος «κι έχουν μεγάλη δύναμη. Δεν έχω παρά να τα φορέσω και να περπατήσω γύρω από μια συστάδα δέντρων και τα παντελόνια θα βάλουν φωτιά, τα ελάφια θα πεταχτούν κι εγώ θα τoυς ρίξω».
«Χέι-για!» αναφώνησε ο Γέροντας. «Τι καλά!» Κι έβαλε με το νου του να κάνει δικά του τα παντελόνια αυτά, ακόμη κι αν κάτι τέτοιο θα σήμαινε κλοπή.
Πήγαν λοιπόν για κυνήγι και μόλις βρέθηκαν στην πρώτη συστάδα ο Ήλιος με τα παντελόνια του της έβαλε φωτιά. Επειδή τα ελάφια με τις λευκές ουρές που πετάχτηκαν ανάμεσα απ’ τις φλόγες ήταν πολλά, ο καθένας τους μπόρεσε και σκότωσε από ένα. Εκείνη τη νύχτα, όταν πήγαν να κοιμηθούν, ο Ήλιος έβγαλε τα παντελόνια του και τ’ άφησε δίπλα του.
Ο Γέροντας είδε που τα ακούμπησε και στα μισά της νύχτας, όταν όλοι κοιμόντουσαν, βούτηξε τα παντελόνια και το ‘βαλε στα πόδια. Ταξίδεψε για ώρες, μέχρι που έφτασε μακρυά και όντας κουρασμένος, τα έθεσε για προσκέφαλο, ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί άκουσε φωνές. Ήταν ο Ήλιος που τον ρωτούσε «Γέροντα, γιατί τα παντελόνια μου βρίσκονται κάτω απ’ το κεφάλι σου;» Κοίταξε γύρω του και είδε πως βρισκόταν στην καλύβα του Ηλίου. Σκέφτηκε πως πρέπει να είχε περιπλανηθεί όλη νύχτα σε κύκλο, πως έτσι χάθηκε κι επέστρεψε στο ίδιο μέρος. Ο Ήλιος του μίλησε για άλλη μια φορά και τον ρώτησε: «Τί δουλειά έχεις εσύ με τα παντελόνια μου;»
«Αχ», απάντησε ο Γέροντας, «δεν μπορούσα να βρω μαξιλάρι κι έτσι έβαλα αυτά για προσκέφαλο».
Ξανάρθε η νύχτα και για άλλη μια φορά ο Γέροντας έκλεψε τα παντελόνια και το έβαλε στα πόδια. Αυτή τη φορά δεν περπάτησε καθόλου, μόνο έτρεχε κι έτρεχε μέχρι πριν το ξημέρωμα, οπότε ξάπλωσε κι αποκοιμήθηκε.
Βλέπετε τι ανόητος ήταν. Δε γνώριζε πως η καλύβα του Ήλιου είναι ολόκληρη η πλάση. Δε γνώριζε πως όσο μακρυά κι αν τρέξει, δεν μπορεί να ξεφύγει από το βλέμμα του Ηλίου.
Όταν ήρθε λοιπόν το πρωί, βρέθηκε για άλλη μια φορά στην καλύβα του. Αλλά αυτή τη φορά ο Ήλιος του είπε: «Γέροντα, αφού σ’ αρέσουν τόσο πολύ τα παντελόνια μου, θα σου τα χαρίσω. Κράτησέ τα.» Κι έτσι ο Γέροντας έφυγε καταχαρούμενος.
Μια μέρα που του είχε τελειώσει όλη η τροφή, αποφάσισε να φορέσει τα μαγικά παντελόνια και να βάλει φωτιά σε μια συστάδα βλάστησης. Ήταν έτοιμος να σκοτώσει ένα από ελάφια που έτρεχε να ξεφύγει, όταν πρόσεξε ότι η φωτιά τον πλησίαζε. Έτρεξε μακρυά όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά η φωτιά ήταν γρηγορότερη από αυτόν και του έκαιγε τώρα τα πόδια. Τα πατζάκια του είχαν πάρει φωτιά.
Έφτασε σ’ ένα ποτάμι, πήδηξε στο νερό κι έβγαλε τα παντελόνια όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αυτά κάηκαν, έγιναν στάχτη.
Ίσως αυτό να ήταν δουλειά του Ηλίου, επειδή ο Γέροντας είχε προσπαθήσει να του τα κλέψει.

***Ένας θρύλος των Blackfoot







ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...