Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2020

Ο θαυματουργός προστάτης των Κερκυραίων Άγιος Σπυρίδων


Ο Άγιος των Κερκυραίων, και πολιούχος του νησιού, ο θαυματουργός Άγιος, που έσωσε πολλές φορές το νησί των Φαιάκων με τα θαύματα του από την καταστροφή και την πείνα, στον οποίο προστρέχουν χιλιάδες πιστοί μέχρι και σήμερα αναζητώντας παρηγοριά και βοήθεια, ο Άι-Σπυρίδωνας δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στο νησί.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας
Γεννήθηκε σε μία φτωχή οικογένεια στην Τριμυθούντα της Κύπρου, κοντά στη Σαλαμίνα, το 270 μ.Χ. Αν και ήταν ένας απλός και αγράμματος βοσκός ξεχώριζε για την πίστη του στο Θεό, την ταπεινοφροσύνη του και τη φιλανθρωπία του. Από το γάμο του απέκτησε μία κόρη, την Ειρήνη. Όταν χήρεψε στράφηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και έγινε κληρικός. Η φήμη που απέκτησε ήταν τόσο μεγάλη που όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Τριμυθούντος ο ίδιος ο πιστός λαός τον ανακήρυξε επίσκοπο.
Ακόμα και τότε ο Σπυρίδωνας δεν ξεχώριζε από τους υπόλοιπους φτωχούς ανθρώπους, που αποτελούσαν το ποίμνιο του. Φορούσε τα ίδια απλά και φτωχικά ρούχα με πριν, τον ίδιο σκούφο από φύλλα φοίνικα ενώ και ο βίος του ήταν το ίδιο φτωχικός καθώς όλα του τα υπάρχοντα εξακολουθούσε να τα μοιράζεται με τους φτωχούς. Παντού εξακολουθούσε να πηγαίνει με τα πόδια, ασχολείτο με τις αγροτικές εργασίες και συνέχιζε, ως καλός ποιμένας, να φυλάει το κοπάδι του. Η φήμη του μεγάλωσε ακόμη περισσότερο όταν με τα θαύματα του βοήθησε ανθρώπους που προσέτρεχαν στη βοήθεια του.
Ο Άγιος Σπυρίδωνας στην Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ.
Ο Σπυρίδωνας ως επίσκοπος Τριμυθούντα πήρε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 314 μ.Χ., την οποία συγκάλεσε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, προκειμένου να αποφανθούν οι Πατέρες της Εκκλησίας περί των θεωριών του Αρείου.
Ό Άρειος, μορφωμένος Πατέρας από την Αλεξάνδρεια, θεωρούσε το Χριστό κτίσμα του Θεού και απέρριπτε την τρισυπόστατη φύση του. Ο Σπυρίδωνας, ήδη πολύ γνωστός για το θεόπνευστο κήρυγμα του, μολονότι ουσιαστικά αμόρφωτος, επέτυχε να αντιταχθεί στο λόγο του Αρείου και να αποδείξει την αληθινή φύση του Θεού, το ομοούσιο της Αγίας Τριάδας, με το γνωστό θαύμα με το κεραμίδι.
Αφού συνέκρινε την Αγία τριάδα –Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα- με το κεραμίδι και τα τρία συστατικά του που το κάνουν Ένα – φωτιά, νερό και χώμα- κράτησε στο χέρι του ένα κεραμίδι και αμέσως ξεπετάχτηκε από το χέρι του φωτιά. Στη συνέχεια έτρεξε προς τη γη νερό και στο τέλος απέμεινε στο χέρι του μόνο χώμα. Μπροστά σ’ αυτό το θαύμα ο Άρειος καταντροπιασμένος ζήτησε συγνώμη.
Ο Σπυρίδωνας εκοιμήθη σε βαθιά γεράματα, στις 12 Δεκεμβρίου του 358 μ.Χ. σε ηλικία 88 ετών και ανακηρύχτηκε Άγιος από την Εκκλησία μας.

Ο Άγιος Σπυρίδωνας «φτάνει» στην Κέρκυρα
Όταν οι Σαρακηνοί πάτησαν το νησί της Κύπρου πιστοί άνοιξαν τον τάφο του Άγιου Σπυρίδωνα, προκειμένου να μεταφέρουν τα οστά του στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να τα γλιτώσουν από τα χέρια των απίστων. Με έκπληξη όμως διαπίστωσαν ότι το σκήνωμα του Αγίου διατηρείτο άθικτο ενώ ο τάφος του μοσχοβολούσε βασιλικό.
Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στη Βασιλεύουσα όπου και παρέμεινε μέχρι το 1456. Τότε, τρία χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς, ένας πρεσβύτερος, κερκυραϊκής καταγωγής, ο πάτερ Γεώργιος Καλοχαιρέτης, έκρυψε το ιερό σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνα καθώς και της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, μέσα σ’ ένα καλάθι και αφού τα σκέπασε με χόρτα, τα φυγάδευσε από την τουρκεμένη Κωνσταντινούπολη.
Διασχίζοντας με μεγάλο κίνδυνο τη Θράκη, τη Μακεδονία και την Ήπειρο έφτασε στην Κέρκυρα. Τα ιερά λείψανα, που τοποθετήθηκαν αρχικά στο ναό του Αγίου Αθανασίου, τα κληρονόμησαν οι τρεις γιοί του του Καλοχαιρέτη, Μάρκος, Λουκάς και Φίλιππος. Το μερίδιο του ο Μάρκος, το σκήνωμα της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, το δώρισε το 1483 στο λαό της Κέρκυρας. Οι κληρονόμοι του λειψάνου του Αγίου Σπυρίδωνα προσπάθησαν να μεταφέρουν το άγιο λείψανο εκτός της Κέρκυρας αλλά συνάντησαν τη σθεναρή αντίσταση των Κερκυραίων και εγκατέλειψαν το σχέδιο τους. Εν τέλει μεταβίβασαν τα δικαιώματα τους στην κόρη του Φιλίππου, Ασημίνα.
Το λείψανο πέρασε τελικά στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βούλγαρη, ως προίκα της Ασημίνας, όταν παντρεύτηκε το Σταματέλλο Βούλγαρη το 1520. Από τότε και για τέσσερις αιώνες έως το 1925, βρισκόταν στην κυριότητα της οικογένειας. Αρχικά και μέχρι το 1528 το λείψανο μεταφέρθηκε στον καθεδρικό ναό του Ταξιάρχου Μιχαήλ στο Καμπιέλο. Το 1528 ο Σταματέλλος Βούλγαρης το μετέφερε στο ναό, που έχτισε η οικογένεια προς τιμήν του Αγίου στο προάστιο του Σαρόκκου (Αγίου Ρόκκου). Ωστόσο το 1537,κατά τη διάρκεια της πρώτης πολιορκίας της Κέρκυρας από τους Τούρκους, το σκήνωμα μεταφέρθηκε για ασφάλεια στο ναό των Αγίων Αναργύρων στο Παλαιό Φρούριο και επέστρεψε μετά τη λύση της πολιορκίας.
Το 1577 αποφασίστηκε η κατεδάφιση του ναού, καθώς έπρεπε να επεκταθούν τα τείχη. Το λείψανο μεταφέρθηκε προσωρινά και πάλι στο ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων στη Γαρίτσα, μέχρι και το 1589, οπότε και πραγματοποιήθηκαν τα θυρανοίξια του σημερινού ναού, η ολοκλήρωση του οποίου έγινε περίπου το 1594, και παραμένει εκεί μέχρι και σήμερα.
Το 1967 ο ιερός ναός του Αγίου Σπυρίδωνος της Κέρκυρας αναγνωρίστηκε επισήμως ως ίδιον Ν.Π.Δ.Δ με Προεδρικό Διάταγμα, υπό την επωνυμία «Ιερόν Προσκύνημα Αγίου Σπυρίδωνος Κερκύρας».

Έθιμα Δωδεκαημέρου στους Προμάχους


ΕΘΙΜΑ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ
Με ιδιαίτερη λαμπρότητα τηρούνταν και τηρούνται ακόμη και σήμερα από τους κατοίκους των Προμάχων τα έθιμα του Δωδεκαημέρου, του διαστήματος δηλαδή που μεσολαβεί από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την ημέρα των Φώτων.
Κάποια από τα έθιμα αυτά είναι "διαβατήρια έθιμα", γιατί βοηθούν τους ανθρώπους να περάσουν με "καλούς οιωνούς" από τον προχωρημένο χειμώνα στην υποψία της άνοιξης, από τον παλιό χρόνο στον καινούριο. Πίσω από το θρησκευτικό περιεχόμενο των γιορτών αυτών κρύβεται κι ένα πρωτόγονο και ανθρωπολογικό περιεχόμενο, που εκφράζει τις συνεχείς ανησυχίες των ανθρώπων για το μέλλον τους, ανησυχίες που συμμερίζεται και σέβεται η εκκλησία.
Πρόκειται για γιορτές που ευνοούν την οικογενειακή ενότητα και θαλπωρή. Γύρω από το τζάκι, την προστατευτική εστία των αρχαίων Ελλήνων , μαζεύονταν όλη η οικογένεια τα βράδια του Δωδεκαημέρου και η γιαγιά, ευτυχισμένη, άρχιζε το παραμύθι.
Ένα παραμύθι που τις κρύες νύχτες του χειμώνα μιλούσε για τα καλικαντζαράκια, τα κακά αυτά πνεύματα, που σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, κυριαρχούσαν το διάστημα αυτό στη γη, κάνοντας σκανταλιές.Λέρωναν ρούχα,αναποδογύριζαν όσα αντικείμενα δεν είχαν κρύψει οι νοικοκυρές, μόλυναν ό,τι άγγιζαν και κυρίως εχθρεύονταν την οικογενειακή ζωή. Εισέβαλαν στα σπίτια από την καμινάδα και, όπως έλεγε η γιαγιά, έτρωγαν σιγά σιγά τα θεμέλια της γης. Και μόνο στο άκουσμα της ευχής "κύριε ελέησον", στο αντίκρυσμα της φωτιάς και με τον ερχομό της ημέρας, εξαφανίζονταν έντρομα.
Το παραμύθι της γιαγιάς ενθουσίαζε τα παιδιά, διέγειρε την φαντασία τους, κέντριζε την περιέργειά τους και συγχρόνως μάγευε και τους μεγάλους. Φανέρωνε την αγωνία του ανθρώπου για το χειμώνα και τα σκοτάδια του, την ανησυχία του για την κτηνοτροφία και τη σοδειά. Και στηριζόταν το παραμύθι σε μια δοξασία που ανάγεται στα Ρωμαϊκά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι φαντάζονταν  ότι οι δυνάμεις του χειμώνα και του σκοταδιού πάλευαν με τον αήττητο Ήλιο.
Αλλά η γιαγιά, ανύποπτη και ευτυχισμένη, ίσως και να αγνοούσε τον συμβολισμό της δοξασίας αυτής.


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ.
Σαράντα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα ξεκινούσε η νηστεία των πιστών, για να εξαγνιστούν και να είναι ψυχικά έτοιμοι να δεχτούν το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου.
Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν  για τον σκοπό αυτό. Το γουρούνι αναλάμβαναν να σφάξουν οι άνδρες του σπιτιού την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ιγνατίου στις 20 Δεκεμβρίου η την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές. Το χοιρινό κρέας λοιπόν αποτελούσε το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι των κατοίκων των Προμάχων, όπως άλλωστε και σήμερα. Επίσης έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική. Οι νοικοκυρές συνήθως την παραμονή των Χριστουγέννων, άνοιγαν φύλλα για τον μπακλαβά και έφτιαχναν το πατροπαράδοτο αυτό γλυκό χρησιμοποιώντας σουσαμόλαδο. Ήταν μια διαδικασία στην οποία επιδίδονταν οι άξιες νοικοκυρές με κέφι και μεράκι. Έπειτα, περήφανες μοίραζαν κομμάτια από τον μπακλαβά σε φιλικά σπίτια.
Το βράδυ της παραμονής, οι κάτοικοι κουβαλούσαν ξύλα από τα σπίτια τους και τα πήγαιναν στην πλατεία του χωριού, όπου άναβαν τη "μεγάλη φωτιά".Χαρούμενοι λοιπόν ξενυχτούσαν όλοι στη πλατεία αντικρίζοντας με θαυμασμό αυτή τη φωτιά, που συμβολίζει τη θεική λάμψη που έφερε ο Χριστός με τον ερχομό του στη γη. Πρόκειται για ένα έθιμο που και σήμερα τηρούν οι κάτοικοι με μεγάλη χαρά.
Ανυπόμονα και με διάχυτη  στα πρόσωπά τους τη χαρά , περίμεναν τα παιδιά να έρθουν μεσάνυχτα , για να χωριστούν σε παρέες και να τραγουδήσουν στα σπίτια του χωριού τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Οι καιρικές συνθήκες με τις οποίες οι μικροί καλαντιστές έλεγαν τα κάλαντα ήταν συχνά αντίξοες. Συγκινητική η δήλωση κάποιων γιαγιάδων απο τους Προμάχους ότι, όταν οι ίδιες ήταν παιδιά και καλαντούσαν, δεν είχαν ούτε παπούτσια να φορέσουν και τους κατασκεύαζαν οι παππούδες τους τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ειδικά για αυτή τη νύχτα, ενώ το ραβδί που κρατούσε το κάθε παιδί το προστάτευε από τα σκυλιά.
Χαρακτηριστικό ήταν ότι τα κάλαντα απευθύνονταν κυρίως στη γιαγιά του σπιτιού και παρέπεμπαν στη σφαγή των νεογέννητων, που έγινε από τον Ηρώδη, όταν έμαθε τη γέννηση του Ιησού. Τα κάλαντα λοιπόν των Χριστουγέννων έλεγαν χαρακτηριστικά:
"Σφαγή, γιαγιά σφαγή!
 Ό,τι έχεις στο ράφι
βάλε μου στο σάκο
να πηγαίνω με παρέα(το θεό)
να μη με φάνε σκύλος και σκυλίτσα".
Αν και οι μικροί καλαντιστές, που τραγουδούσαν σηκώνοντας ψηλά το ραβδί που κρατούσαν, έδιναν τον κατάλληλο τόνο στη φωνή τους, τα κάλαντα ακούγονταν σαν μια κραυγή αγωνίας, που καλούσε σε βοήθεια. Και θυμίζουν τον ύμνο των αγγέλων τη νύχτα της γέννησης του Χριστού:"Δόξα εν υψίστοις θεώ...."
Χαρούμενες οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά όχι χρήματα, μιας και υπήρχε φτώχεια, αλλά ό,τι υπήρχε στο σπιτικό,Βρασμένο καλαμπόκι με ζάχαρη,κουλουράκια, καρύδια, κάστανα η καραμέλες. Η ανταμοιβή των παιδιών για τα κάλαντα δεν αποτελούσε ούτε και αποτελεί φιλανθρωπία. Ήταν μια πράξη ευγνωμοσύνης των νοικοκυριών στα παιδιά για τις ευχές που αυτά 
 τους έδιναν για την αφθονία και τον πολλαπλασιασμό των αγαθών.
Τα ξημερώματα μετά τα κάλαντα, κάθε παιδί έπαιρνε ένα κάρβουνο από τη μεγάλη φωτιά της πλατείας και το πήγαινε στους γονείς του, πράξη που συμβολίζει το πνευματικό φως που χαρίζουν τα αθώα παιδιά στους μεγάλους. Μεγάλη σημασία έδιναν στο ποδαρικό που έκαναν σε κάθε σπίτι που πήγαιναν πρώτα την παραμονή. Η κάθε νοικοκυρά οδηγούσε τα παιδιά στον επάνω όροφο, τους έδινε ξυλαράκια και τα παιδιά τα έβαζαν στο τζάκι φωνάζοντας:"πουλάκια-κατσικάκια-προβατάκια
μεταξοσκώληκες". Ευχόταν επίσης τα παιδιά να γεννήσουν αυγά οι κότες και τα πουλερικά του νοικοκύρη και να ωφεληθούν γενικά τα ζωντανά του. Το έθιμο ενδεικτικό της ανησυχίας των απλών βιοπαλαιστών για την παραγωγή τους από την κτηνοτροφία και την πτηνοτροφία, κατέληγε στην παρακάτω φράση : "Μετάξι να σας δώσει ο θεός και ο μικρός Χριστός".
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, υπήρχε η συνήθεια να βάζει η γιαγιά στο τζάκι πέντε κάρβουνα, που το καθένα συμβόλιζε κάποιο αγροτικό προϊόν. Το ένα κάρβουνο ταυτιζόταν με το καλαμπόκι, το άλλο με το σιτάρι, το κριθάρι... Αν γινόταν μέχρι το πρωί στάχτη όλα τα κάρβουνα, τότε θα υπήρχε καλή σοδειά τη νέα χρονιά σε όλα τα προϊόντα. Αν όμως γίνονταν στάχτη μερικά κάρβουνα, τότε θα υπήρχε σοδειά μόνο στα προϊόντα που συμβόλιζαν τα αντίστοιχα κάρβουνα.
Σύμφωνα με κάποιο άλλο 'έθιμο το βράδυ της παραμονής, έβγαζε κάθε οικογένεια τρία κάρβουνα από το τζάκι. Το ένα αποσκοπούσε στη προστασία της οικογένειας από το θεό, το δεύτερο στην πρόοδο της οικογένειας και το τρίτο ήταν για τα ζωντανά.
Ο παππούς έκοβε ένα ξύλο ροδιάς η τζιντζιφιάς και το έβαζε στη φωτιά, που έκαιγε μέσα στο τζάκι. Εκεί το ξύλο καιγόταν λίγο-λίγο κατά τη διάρκεια του βραδινού φαγητού, διαδικασία που γινόταν κάθε βράδυ από την παραμονή μέχρι τα Φώτα. Έπειτα ο παππούς έκοβε ένα κομματάκι από το ξύλο που δεν είχε καεί και το έδενε στο αλέτρι, για να είναι "γερό" και για να υπάρχει αφθονία στη παραγωγή. Το καμένο ξύλο το έκρυβαν σε κάποιο σημείο του αμπελιού.
Την παραμονή των Χριστουγέννων η γιαγιά ζύμωνε ένα ψωμί με σόδα, όπου έβαζε μια τρύπια δεκάρα και στη συνέχεια το έψηνε "στη στάχτη". Το βράδυ της ίδιας μέρας, αφού μαζεύονταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι, ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε το χριστόψωμο. Το πρώτο κομμάτι ήταν αφιερωμένο στο θεό, το δεύτερο στο σπίτι, για το "καλό", το επόμενο στα ζώα, για την παραγωγή τους. Έπειτα έπαιρνε ένα κομμάτι κάθε μέλος της οικογένειας. Είναι αξιοσημείωτο ότι το μοίρασμα του χριστόψωμου είναι έθιμο που παραπέμπει στις σπονδές των αρχαίων Ελλήνων.
Στη συνέχεια η δυναμική γιαγιά έδενε με μια κλωστή το φλουρί σε ένα γκιούμι, όπου έμενε μέχρι το πρωί των Φώτων. Τότε τα εγγόνια πήγαιναν να γεμίσουν νερό στο γκιούμι, από το οποίο έπιναν όλοι, για να υπάρχει υγεία. Και η γιαγιά φύλαγε την "τρύπια δεκάρα" του τυχερού μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Το πρωί των Χριστουγέννων, χαρούμενοι και καθαροί από τη νηστεία των σαράντα ημερών, οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία για να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού.
Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι, όπου γίνονταν πλούσιο φαγοπότι με βασικό φαγητό το χοιρινό κρέας κι έπειτα ακολουθούσε χορός και τραγούδι.
Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο οι νοικοκυρές δεν "σήκωναν" το τραπέζι, γιατί κυριαρχούσε η δοξασία ότι θα καθόταν ο Χριστός για να φάει. Το τραπέζι το μάζευαν το επόμενο πρωί.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία του χριστουγεννιάτικου δέντρου, από τους κατοίκους του χωριού. Η καθιέρωσή του ήρθε μόλις την δεκαετία του 1960, όπου μας παραπέμπει σε ένα έθιμο των ρωμαϊκών χρόνων, όπου συνήθιζαν να στολίζουν τα σπίτια με κλαδιά δέντρων. Ο στολισμός του "χριστουγεννιάτικου δέντρου", συμβολίζει την αναπαραγωγή, την αναβλάστηση, το οικογενειακό δέντρο και την καινούρια ζωή. Χαρίζει κέφι και χαρά σε μικρούς και μεγάλους, απομακρύνοντάς τους από την πεζή πραγματικότητα.


ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Με ανυπομονησία περίμεναν οι χωρικοί και την Πρωτοχρονιά.
Τη νύχτα της παραμονής, άναβαν φωτιά στην πλατεία του χωριού, όπως και τα Χριστούγεννα. Οι γέροι γλεντούσαν μπροστά στη φωτιά τρώγοντας λουκάνικα και πίνοντας τσίπουρο. Έτσι περίμεναν την αλλαγή του χρόνου.
Άλλοι ξενυχτούσαν παίζοντας χαρτιά στα σπίτια και κυρίως στα καφενεία. Κάποτε στο χωριό αυτός που κέρδιζε στα χαρτιά, έβγαζε τα όργανα στη πλατεία του χωριού και χόρευε με αυτόν που είχε χάσει. Ήταν μια πράξη ενδεικτική της ηθικής ανωτερότητας του πρώτου. Η χαρτοπαιξία συνηθίζεται και σήμερα και αποσκοπεί στη δοκιμή της τύχης καθώς και στον εκβιασμό της να μας πλουτίσει.
Το ξενύχτι της παραμονής είναι Ρωμαϊκό έθιμο. Αντιστοιχεί στα νυχτέρια των λαών κατά τις κρίσιμες στιγμές της αλλαγής των εποχών, στιγμές που οι άνθρωποι παρακολουθούσαν την τύχη τους. Χαρακτηριστική η προσπάθεια των ανθρώπων για αποφυγή κάθε άσχημης ενέργειας και συνήθειας την παραμονή, για να αποφεύγονται ανάλογες ενέργειες κατά τη διάρκεια της νέας χρονιάς. Αντίθετα υπήρχε η προτροπή προς κάθε θετική πράξη με την ελπίδα ότι έτσι θα πάει καλά η χρονιά.
Χαράματα Πρωτοχρονιάς τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα.
"Πρωτοχρονιά γιαγιά, πρωτοχρονιά ό,τι έχεις στο ράφι βάλε μου στο σακίδιο, να πηγαίνω με παρέα, να μη με φάει σκύλος και σκυλίτσα".
Στα παιδιά που καλαντούσαν έδιναν κομμάτια από τα λουκάνικα που είχαν φτιάξει για τα Χριστούγεννα ή λίγο χοιρινό κρέας. Κάποιοι έδιναν βρασμένο καλαμπόκι με ζάχαρη ή κουλουράκια.
Με χαρά και ανυπομονησία συγκεντρώνονταν η οικογένεια για την κοπή της βασιλόπιτας, έθιμο για το καλό της νέας χρονιάς. Η κοπή γινόταν από τον αρχηγό της οικογένειας τα μεσάνυχτα της παραμονής ή το πρωί της πρωτοχρονιάς. Το φλουρί του τυχερού το έβαζε η γιαγιά στο μέρος όπου η οικογένεια φύλαγε τα χρήματα του σπιτιού. Ήταν μια πράξη συμβολική, που αποσκοπούσε στον πολλαπλασιασμό των χρημάτων της οικογένειας και στην καλή τύχη τους. Το έθιμο παραπέμπει στους άρτους που προσέφεραν οι αρχαίοι στους θεούς, στους νεκρούς και στους κακούς δαίμονες, για την εξασφάλιση της υγείας και της τύχης , ενώ σε μας τους χριστιανούς πέρασε την εποχή του Αγίου Βασιλείου, όταν ο άγιος πρότεινε στους κατοίκους της Καισάρειας να φτιάξουν πίτες, στην κάθε μία από τις οποίες έβαλαν ένα από τα πολύτιμα αντικείμενα που προορίζονταν αρχικά για τον έπαρχο της Καππαδοκίας.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, ημέρας τιμής της μνήμης του Αγ.Βασιλείου, ιδιαίτερα αγαπητού στους λαούς της Ανατολής, οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία. Οι γυναίκες πήγαιναν ένα προζύμι, για να το ευλογήσει ο παπάς. Οι γυναίκες μαγείρευαν το "μεγάλο στομάχι" του γουρουνιού, το οποίο έτρωγε η οικογένεια το μεσημέρι.




ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΩΝ  ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΤΩΝ  ΠΡΟΜΑΧΩΝ.

ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΠΕΦΤΑΝΕ - ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΒΟΥΤΥΡΑ


ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΠΕΦΤΑΝΕ

Τα δέντρα σιγά, σιγά έμεναν γυμνά, τα φύλλα τους, που τόσο χαρωπά σκιάζαν την αυλή, πέφτανε, σωριάζονταν χάμω σε κάθε φύσημα του ανέμου.
Ο χειμώνας είχε έρθει, και η αυλή του μικρού μαγαζιού άρχισε να χάνει τη χαρά της. Το κάθε φύλλο πούπεφτε απ΄ τα δέντρα της, ήταν ένα κομμάτι της χαράς της, που χανόταν. Όλα σκυθρωπά γινόντουσαν.
Αλλά μόνο κείνος ο γέρο κάπελας, χοντρός, στρογγυλός, έμενε πάντα ο ίδιος, γελαστός και σα νάχε την άνοιξη πάντα στο πρόσωπό του. Έτρεχε, έτοιμος, μ΄ όλα τα γερατιά του, σε κάθε προσταγή.
Κάθε μέρα είμαστε εκεί. Στην αυλή, όταν πρασίνιζαν τα δέντρα, και σ΄ ένα μικρό δωμάτιο, όταν άρχιζε να φυσά ο βοριάς, που σάρωνε τα φύλλα και άφηνε τα δέντρα γυμνά. Και είμεθα, οι περισσότεροι, χτυπημένοι απ΄ την τύχη, αφού μας είχε δροσίσει λιγάκι, ή για κάμποσον καιρό...
Άσπρες τρίχες στόλιζαν τα μαύρα, ή καστανά μαλλιά μας, και γραμμές, οι γραμμές του χρόνου, μα και του πόνου, χάραζαν το καθαρό άλλοτε, πρόσωπό μας. Ο χειμώνας είχε έρθει και σε μας. Αλλ΄ η άνοιξη; Τι λέω!... Αλίμονο... Έχουν τα φύλλα, που πέφτουν, άνοιξη;
Εκεί μέσα στο δωματιάκι μιλούσαμε και πίναμε. Και τις περισσότερες φορές λέγαμε για τα περασμένα. Μα και τι άλλο να λέγαμε; Τα φύλλα, που πέφτουν απ΄ τα δέντρα, αν μπορούσανε να μιλήσουν, ή αν αισθανόντουσαν και μιλούσαν, τι θα λέγανε μεταξύ τους; Δε θα λέγανε, πως ήτανε ψηλά εκεί, καθαρά, πράσινα, πως άκουγαν κ΄ έβλεπαν τα πουλιά να κελαϊδούν, και κοίταζαν τον κόσμο περιφρονητικά που κάτω περνούσε; Δε θα λέγανε πώς παίζανε μεταξύ τους σε κάθε δροσερή πνοή, και αγκαλιαζόντουσαν, φιλιόντουσαν μανιακά, όταν τα κινούσε ο θερμός του καλοκαιριού άνεμος;
Ένα βράδυ που έξω φυσούσε, βούιζε ο βοριάς, εμείς μέσα κει στο δωματιάκι, μιλούσαμε και πίναμε. Πάλι όμως, σε λίγο, πέσαμε στα περασμένα. Πάλι όμως, σε λίγο, πέσαμε στα περασμένα. Α, πολλά απ΄ αυτά τα ’ξερα απέξω κι ανακατωτά, όπως τα παιδιά λένε.
Αυτή τη βραδιά όμως, ακούσαμε κι ένα νέο, μια νέα ιστορία απ΄ το Μίγκα.
— Σας έχω πει που μια φορά, πήγα να κλέψω, αρπάξω κάτι να το βγάλω με τη βία; μας είπε.
— Ποτέ!
— Συ να κλέψεις;...
— Θα ήμουν, άρχισε αυτός, δεκατεσσάρων χρονών. Ευτυχισμένη εποχή;... Πάψε, γέρο Πάγκα... Ήθελες, λες, να ξαναγινόσουν πάλι; Ίσως όμως συ να ’χεις δίκαιο, να θέλεις να ξανακάνεις τον ίδιο δρόμο! Εγώ όμως όχι... Όταν γυρίζω και τον κοιτάζω, τρομάζω...
Ήμουν λοιπόν δεκατριών ή δεκατεσσάρων χρόνων παιδί όταν πήγα να κάνω αυτό που σας είπα. Λίγη προσοχή τώρα, γιατί αρχίζει η ιστορία.
Ήταν καλοκαίρι είχαμε δηλαδή, παύσεις και ήμουν όλο χαρά, γιατί δε βρισκόμουνα φυλακισμένος στο βρωμοσκολείο. Κάθε βράδυ γύριζα δω και κει, πήγαινα στα θεατράκια και περνούσα ευχάριστες ώρες. Ένα όμως θεατράκι σε μια πλατεία με τράβηξε στο τέλος και δεν ξεκολλούσα.
Σ΄ αυτό το θεατράκι έπαιζαν παντομίμες κι έκαναν κάποτε και διάφορα γυμνάσματα, σήκωναν βάρη. Ήταν ξένος θίασος. Αλλά δε με τράβηξε το καλό παίξιμό τους, οι καλές παραστάσεις τους, αλλά μια γυναίκα όμορφη, θεία μορφή και σώμα, που υπήρχε μέσα στο θίασο. Έκανε αυτή, πάντα την κόρη, που κλέβουν, την ερωτευμένη, και ο παλιάτσος τής έδινε κάποτε κάμποσες ξυλιές. Εγώ, πάει!... όταν την έβλεπα, μαγευόμουνα, χανόμουνα! Πώς ήθελα νάμουν ο εραστής, που την έσερνε από το χέρι να φύγουν, και ακόμα ήθελα νάμουν ο παλιάτσος που τους κυνηγούσε και όταν τους έπιανε, αφού πρώτα χτυπούσε μ΄ όλη του τη δύναμη τον εραστή, έδινε και σ΄ αυτή ελαφρές ξυλιές.
Και βρισκόμουν εκεί, στο θεατράκι, πριν αρχίσει... Τι λέω; Νωρίς πολύ πήγαινα, όταν ήταν ακόμη μέρα. Μα μπορούσα να κάνω αλλιώς, που όλο αυτή είχα στο νου μου; Όταν έτρωγα, δάγκανα τα χείλια μου, γιατί εκεί στο φαΐ δεν υπήρχε ο νους μου, όταν περπατούσε πήγαιναν να με πατήσουν τ’ αμάξια, και μάλιστα, ένα μια φορά μ΄ έριξε χάμω. Έρωτας ήταν αυτός! Τι αναστενάζετε; Παύτε... Πάει για μας, δεν πρέπει να υπάρχει. Εμείς δε θα δούμε πια το πουλί να κελαηδεί κοντά μας...
Λοιπόν. Μια μέρα πήγα μόλις είχε βασιλέψει ο ήλιος. Αφού γύρισα απέξω απ΄ το θεατράκι, μπήκα στο καφενείο του θεάτρου, που υπήρχε δίπλα, για να πιω ένα νερό. Ο διευθυντής του ήτανε φίλος του πατέρα μου, κι είχα το θάρρος. Στεκόμουνα ακόμα στον πάγκο, θυμούμαι, όταν ξαφνικά τάχασα, θαμπώθηκα, σα να με χτύπησε η εμφάνιση ήλου. Μες στον καθρέφτη είδα εκείνη, την είδα να ’ρχεται. Γύρισα ταραγμένος. Φορούσε ένα κόκκινο πολκάκι. Τι ωραία που ήταν! Φαίνεται πως παρατήρησε την ταραχή μου, πώς την κοίταξα, γιατί με κοίταξε καλά καλά. Αυτό μου έλειπε! Πάει, είχα ζουρλαθεί...
Το βράδυ κείνο ο θίασος έκανε και διάφορα γυμνάσματα, τούμπες και τα λοιπά. Και βγήκε και κείνη ντυμένη μάλιες, ή με στολή ακροβάτη. Δυσαρεστήθηκα, μα την αλήθεια, που την είδα έτσι, όχι ότι δεν της πήγαιναν, ήταν ουρανία, αλλά δεν ήθελα να την έβλεπε και ο κόσμος. Αν μπορούσα θάβγαζα όλων τα μάτια...
Και μάλιστα, άκουσα και κάποιον, που ήταν κοντά μου, να λέει;
— Μωρέ μπούτια...
Τον ήξερα αυτόν που τόπε. Ήταν ο χασάπης της γειτονιάς μου, ένας κοντός, μαυριδερός, κατσαρομάλλης.
Πόσο με πείραξε! Και μου ’κανε κακό και η λέξη που μεταχειρίστηκε, σα να επρόκειτο για μπούτια προβάτου ή μοσχαριού. Εγώ τα ’ξερα αλλιώς...
Ήτανε μαρτύριο αυτό το βράδυ για μένα. Ύστερα όμως άμα τελείωσε, έπλαθα όνειρα γλυκά...
Αλλά πέρασε το καλοκαίρι. Ο ουρανός μια μέρα γέμισε σύννεφα, και σε όχι πολύ, βροχή έλουσε την πόλη με κεραυνούς. Είχε έρθει ή ερχόταν ο χειμώνας κι έμπαινε πανηγυρικά.
Το βράδυ κείνο το θέατρο δεν άνοιξε. Άνεμος φυσούσε ψυχρός. Την άλλη μέρα το ίδιο. Ψύχρα ξαφνικιά είχε έρθει. Το θεατράκι έκλεισε.
Πήγαινα σχολείο, αλλά πάντα το θεατράκι ήταν στο νου μου.
Ένα πρωί εορτής, είχα βγει έξω και γύριζα. Ξαφνικά ακούω μουσική πένθιμη. Ήταν κηδεία. Η μουσική μ΄ έσυρε και πήγα. Αλλ΄ είδα αντί στρατιωτική μουσική, πολίτες μουσικούς, και μαζί ανθρώπους του θιάσου εκείνου ν’ ακολουθούνε.
Ρώτησα ποιος ήταν ο νεκρός, γιατί η κάσα ήταν σκεπασμένη. Κι έμαθα. Είχε πεθάνει εκείνη...
Ακολούθησα κι εγώ την κηδεία, όχι για τη μουσική, αλλά σαν άνθρωπος που ακολουθά αγαπημένο του νεκρό, χτυπημένος τρομερά απ΄ το δυστύχημα...
Το βράδυ, πριν πλαγιάσω, γονάτισα και προσευχήθηκα για την ψυχή της. Αυτό άρχισα να το κάνω τακτικά.
Την Κυριακή πήγα και στο νεκροταφείο. Δεν άργησα να βρω το μνήμα της. Το όνομά της ήταν γραμμένο με ξενικά γράμματα. Αλλά πάνω στο σταυρό υπήρχε και η φωτογραφία της. Πώς στάθηκα και την κοίταξα. Και πού να φύγω... Η ώρα περνούσε κι εγώ εκεί, να την κοιτάζω και να παραμιλώ... Είχα όμως, κάποτε, και το νου μου να μη με βλέπουν.
Και στο νεκροταφείο υπήρχε μια ησυχία μεγάλη, μια σιωπή, και μόνον ένας χτύπος μακρινός, αλλά ρυθμικός σχεδόν, ακουγόταν, ή έπεφτε, σ΄ αυτή. Κάποιον είχα διακρίνει να σκάβει, πέρα κει, μέσα στο πλήθος των σταυρών.
Απ΄ εκεί μ΄ έδιωξε η εμφάνιση μιας κηδείας, που ερχότανε με ξεφωνητά. Έφυγα γρήγορα, χάθηκα μες στα δέντρα, ζητώντας την έξοδο.
Περάσανε μέρες.
Ένα βράδυ κάτι μου βάλθηκε στο νου μου. Να πάω να κλέψω τη φωτογραφία, να την βγάλω απ’ το σταυρό και να την πάρω...
Και το πρωί, αντί να πάω στο σχολείο, τράβηξα για το νεκροταφείο. Είχα πάρει μαζί μου ένα σουγιά κι ένα σίδερο, που νόμισα, πως ήταν κατάλληλο γι΄ αυτή τη δουλειά.
Φυσούσε άνεμος αυτή τη φορά, δυνατός, ο ουρανός συννεφιασμένος και σταγόνες πέφτανε κάποτε.
Το νεκροταφείο ήταν έρημο. Και μόνο απ’ έξω απάντησα πολλούς, που φεύγανε από κηδεία.
Προχωρούσα σα σωστός κλέφτης. Κανείς. Τα δέντρα κουνιόντουσαν, βούιζαν και οι σταυροί... Οι σταγόνες απ΄ τα θολά σύννεφα περισσότερες πέφτανε.
Πλησίασα έχοντας έτοιμο το σουγιά και το σίδερο. Αλλά καθώς αντίκρισα, το σταυρό, έμεινα, μαρμαρώθηκα... Η φωτογραφία δεν υπήρχε πια εκεί... Η κορνίζα χαλασμένη μ΄ ένα κομμάτι γυαλί πάνω... Άλλος... άλλος την είχε βγάλει, άλλος μου την έκλεψε...-


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ.
Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 80-85.

Οι ράγες κυλούν παράλληλα


Χειμώνας του ’50

O Δόκτωρ  Ρόνσκι και η φθαρμένη δερμάτινη βαλίτσα του  επιβιβάστηκαν στο τρένο. Τους τελευταίους τρεις χειμώνες επισκεπτόταν τακτικά τη γειτονική πρωτεύουσα, για το ψυχιατρικό συνέδριο. Τα τραύματα  του πολέμου, οι πληγές βαθιές, αποτυπωμένες σε τοίχους και θλιμμένες μορφές. Κι εκεί, στον τοίχο απέναντι απ’ το βαγόνι, με κόκκινη μπογιά γραμμένες λέξεις, από αυτές που δύσκολα ξεχνιούνται.

« Όπλα βαριά που δόθηκαν σε χέρια νεαρά, 
απαλό το δέρμα, κι αρχίζει να σκληραίνει.
Το κρύο βυθίζεται μέσα, παγώνει το αίμα, δεν τρέχει, δεν κυλά…  
Μονάχα βλέμματα κενά, ν’ αναζητούν ακόμη
εκείνα τα χέρια τα νεανικά  για να τους βάλουνε φωτιά,            
μα γίνηκαν στάχτη που στον άνεμο γυρνά…»

Το τρένο σφύριξε, τα βαριά σκουριασμένα σίδερα έτριξαν. Η διαδρομή μεγάλη. τον ηρεμούσε που κάποιος άλλος είχε το τιμόνι, αφού ο Ρος δεν κατάφερε να χωρέσει τη ζωή του σε δυο ράγες.

~~

Έφτασε στον ξασπρισμένο από τα χιόνια σταθμό του Βερολίνου. Οι κινήσεις του όπως κάθε άλλη φορά καθορισμένες: Θα περπατούσε στους παγωμένους δρόμους μέχρι το πανδοχείο, όπου θ’ ανέβαινε στο δωμάτιο για να ρίξει μερικά  ξύλα στην σόμπα –περιμένοντας άσκοπα να σπάσει η αποπνικτική υγρασία που έλουζε το δωμάτιο. Ύστερα, τον περίμενε η θέση του στο μικρό συνοικιακό καφέ, μια ζεστή σοκολάτα και λίγη βότκα από το φλασκί του πιθανότατα.

Ένιωθε το χιόνι να τυλίγεται γύρω απ’ τα πόδια του σε κάθε βήμα. Από ένα σημείο κι έπειτα ήταν σαν να πατούσε γυαλιά σπασμένα. Ενώ διέσχιζε το δρόμο της Έμμα Χέροεκ, δυτικά του σταθμού, προσπάθησε να διακρίνει -μικραίνοντας τα κουρασμένα του μάτια- τι ήταν αυτό που κινούνταν προς το μέρος του με ασταθή πορεία.

Ήταν ένα αυτοκίνητο. Μόνο σαν έφτασε πολύ κοντά ο οδηγός τράβηξε το χειρόφρενο του προπολεμικού αυτοκινήτου. Τα παλιά λάστιχα δεν βοήθησαν την κακή αυτή στιγμή.

Ο οδηγός έτρεμε. Καταριόταν τα σπασμένα του δάχτυλα που δεν του επέτρεψαν να σταματήσει εγκαίρως. Πήρε τρεις βαθιές ανάσες, άνοιξε την πόρτα κι έσπευσε να δει αν ο άτυχος περαστικός είχε τραυματιστεί.

Ο Ρος ήταν κουλουριασμένος στο χιόνι και βογκούσε. το σίδερο που προεξείχε από τη μούρη του αυτοκινήτου είχε τραυματίσει το γόνατό του, ευτυχώς όχι πολύ. Ο οδηγός τον βοήθησε να σηκωθεί. Έπειτα παρατήρησε τα έντονα πολωνικά χαρακτηριστικά του. Καταράστηκε για μιαν ακόμη φορά τον διοικητή Κράμερ, που ακόμη και από τον τάφο είχε φροντίσει να τους ξεκάνει όλους… αυτούς.

Βαστώντας τον Ρος από τον ώμο και τινάζοντας τους πάγους από το κοτλέ πανωφόρι του, συστήθηκε ως Γιούτζην Λέβι. Επέμεινε να τον μεταφέρει στο τοπικό νοσοκομείο. Η αυτοκαταστροφική πλευρά του Ρος αντιστάθηκε αμέσως στην πρόταση. Ζήτησε ευγενικά να τον αφήσει στο πανδοχείο του, όπου θα φρόντιζε μόνος το επιπόλαιο τραύμα του.

Μόλις άνοιξε τη βαριά μεταλλική πόρτα αναθυμιάσεις μπογιάς και τσιγάρου γέμισαν τα ρουθούνια του. Έριξε μια φευγαλέα ματιά  στο πίσω κάθισμα. Αμέτρητοι καμβάδες κάτω από ένα μάλλινο ριχτάρι. Τα δερμάτινα καθίσματα γεμάτα πιτσιλιές κάθε χρώματος και μεγέθους -εναρμονισμένα με την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα.

Ο Γιούτζην μετακινούσε καμβάδες από τη θέση του συνοδηγού.

«Συγγνώμη για την ακαταστασία, δεν περίμενα πως θα είχα παρέα στην βόλτα μου».
«Μην ανησυχείτε» απάντησε ο Ρος, «είμαι κι εγώ ιδιαιτέρως ακατάστατος.»
«Να σας προσφέρω ένα τσιγάρο; Πάντα καταπραΰνει τον πόνο το άτιμο!»
«Ναι, φυσικά. Σας ευχαριστώ πολύ.» απάντησε κι έβγαλε τον αναπτήρα απ’ την τσέπη του.

Ήθελε να καπνίσει απ’ όταν πάτησε το πόδι του στον σταθμό. Η κασετίνα του είχε αδειάσει και δεν στάθηκε ν’ αγοράσει τ’ αγαπημένα του αμερικάνικα τσιγάρα. Τώρα όλο απόλαυση κατέβαζε τον καπνό βαθιά στο στήθος του. Το πόδι του απ’ τον πόνο και το κρύο είχε μουδιάσει και δεν το ‘νοιωθε πια.

«Να υποθέσω πως είστε ζωγράφος, κύριε Λέβι;» ρώτησε ο Ρος.
«Πράγματι, σωστά υποθέσατε!» απάντησε εκείνος. «Μ’ όλους αυτούς τους  καμβάδες που μπλέκονται στα πόδια σας θα ‘πρεπε να ‘μουνα, αν όχι ζωγράφος, τρελός ή μανιακός συλλέκτης!»

Ο Ρος γέλασε:
«Αν ήσασταν τρελός, θα είχατε χτυπήσει σίγουρα τον σωστό άνθρωπο. Ψυχίατρος είμαι. Μόλις έφτασα από την Βαρσοβία για το συνέδριο.»

«Σας εύχομαι να περάσετε όμορφα, παρά την ατυχία. Πραγματικά λυπάμαι τόσο πολύ. Βλέπετε είχα ένα… ατύχημα κι εγώ, με τα δάχτυλα μου, στον πόλεμο. Είναι σπασμένα όλα και δυσκολεύομαι με τ’ αμάξι. Ίσως πρέπει να σκεφτώ σοβαρά να το πουλήσω ή τουλάχιστον να…»
«Εδώ! Στρίφτ’ αριστερά!» είπε ξαφνικά ο Ρος.

Με δυσκολία ο Γιούτζην έστριψε. Το αμάξι πατινάρισε για μια στιγμή, αλλά σχεδόν αμέσως επανήλθε. Ρούφηξε μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του.

«Συγγνώμη που δεν σας ειδοποίησα νωρίτερα, νόμιζα… Ξέρετε, νόμιζα πως γνωρίζατε τη διαδρομή», είπε ο Ρος.
«Τη γνωρίζω. Ξεχάστηκα.»
«Εγώ φταίω… Κι όσο για το πόδι, μη σας νοιάζει, θα περάσει. Δεν είναι…»

Ο Ρος σταμάτησε να μιλάει. Έτσι όπως πήρε απότομα τη στροφή ο Γιούτζην, είχε σηκωθεί το μανίκι του και ξεπρόβαλαν πέντε αριθμοί, πέντε καταραμένοι αριθμοί. Ανατρίχιασε. Μπορεί ο ίδιος να μην κατάφερε να χωρέσει τη ζωή του σε δυο ράγες, σκέφτηκε, αλλά του Γιούτζην και τόσων ακόμα ανθρώπων την χώρεσαν σε βαγόνια και θαλάμους.

Οι αναμνήσεις της φρίκης αναπόφευκτες. γράμματα, λέξεις, αριθμοί. Πάντα θα υπάρχει κάτι να τις ζωντανεύει.

Είχαν φτάσει έξω από το πανδοχείο. Οι δυο άντρες αποχαιρετίστηκαν κι ο καθένας συνέχισε την πορεία του, στις δικές του ράγες.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο γράφτηκε απ’ τη Λιλί, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.




"Πειρασμός" Όσκαρ Ουάιλντ


Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς τον πειραμό,
είναι να ενδώσεις σε αυτόν.

Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ' τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.

Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό. Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμου.


Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde)

Ευγένιος Τριβιζάς: το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι (video)


Όταν τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα με έναν διαφορετικό τρόπο!

 Μια ακόμα εξαιρετική ιστορία του Ευγένιου Τριβιζά σε ένα υπέροχο βίντεο, με απολαυστική μουσική, δοσμένη με φαντασία και τρυφερότητα.

Μια μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Είναι τέλη Δεκέμβρη. Στον χτύπο της αλλαγής, σαν δώρο θεού —ή διαβόλου— όλα επιτρέπονται…
Τα φώτα της πόλης ήταν μαύρα και κάτι μικρά σπιθουράκια, σαν άστρα σε καθαρό ουρανό, έδιναν την αίσθηση μια σκιάς πασπαλισμένης με άσπρες νιφάδες. 

Τα χιόνι δεν ήταν λευκό. Ένα κόκκινο χρώμα, που όλο σκούραινε καθώς πλησίαζε στο δρόμο, γέμιζε τις λακκούβες με πληγές. Έπαιρνε εκείνο το βαθύ μπορντό, δείγμα πως όσο πιο πολύ μένει κάτι στο χρόνο, τόσο πιο έντονο γίνεται.

Οι άνθρωποι, ντυμένοι με ρούχα γιορτινά και διαθέσεις μουντές, στεκόταν μπροστά στα φορτηγά του Δήμου. Εκείνο το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς μοίραζαν δωρεάν κοκτέιλ συναισθημάτων. 

Κάποιοι υπάλληλοι ντυμένοι στο πένθιμο τ’ ουρανού, με πολύχρωμα λαμπάκια πάνω στα καπέλα τους και γύρω στη ζώνη τους, άνοιγαν την κάνουλα των βαρελιών και γέμιζαν σιωπηλά, μηχανικά, σχεδόν απρόθυμα τα ποτήρια. Ένα μικρό τσιτσίρισμα ακούγονταν κάθε φορά που το μείγμα άφριζε.

Ένας άντρας γύρω στα 50, με ατσαλάκωτο γυαλιστερό κουστούμι και μεταξωτή γραβάτα είχε ήδη πιει τρία, όταν άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Σίγουρα είχαν πέσει παραπάνω τύψεις στη δοσολογία, γιατί είχε κάθισε και σε ένα παγκάκι, με τα χέρια στο πρόσωπο και μονολογούσε σπαρακτικά. 

«Θεέ μου, τι έχω κάνει!», έλεγε και ξανάλεγε.

Μια κυρία, αρκετά μικρότερη του, με αέρα ντίβας που μύριζε πατσουλί, ντυμένη στα κόκκινα, παραπατούσε στη μέση της πλατείας πάνω στις ψιλές λουστρίν γόβες της. Γελούσε και τραγουδούσε. «Κάποτε αγαπήθηκα, μα όχι πια. Αγάπησε με, πριν να είναι αργά, αγάπη μου…». 

Ύστερα έκανε παύση και φώναζε για σερβιτόρους, να της φέρουν λίγο ακόμη από δαύτο το μαγικό φίλτρο της αγάπης. Κανένας δεν έκανε βήμα. Όλοι την κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι τους με αποστροφή. Την λυπόταν περισσότερο από τους ίδιους, κι ας ήξεραν πως τους έλειπε το ίδιο, η αγάπη.

«Κουνήστε λίγο το βαρέλι!», ακούστηκε η φωνή ενός νεαρού άντρα, ενώ έφτυνε κάτω το υγρό που μόλις είχε δοκιμάσει. 

«Ο Δήμαρχος υποσχέθηκε νέκταρ ευδαιμονίας και εσείς κερνάτε φαρμάκι!»

«Ηρεμήστε, κύριε», αντέδρασε συνωμοτικά ένας κοντός άντρας, με μουστάκι, διορθώνοντας το καπέλο του. 

«Η καλλιέργεια και παραγωγή συναισθημάτων σε εξωτερικούς χώρους, πέραν δηλαδή της ψυχής, όπου λαμβάνει χώρα η φυσική διαδικασία, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι ακόμη σε δοκιμαστικό στάδιο. Η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει μια εξαίρεση για τούτη τη μέρα, καθότι παρατηρήθηκε πως ο κόσμος, από φόβο μήπως πληγωθεί, έπαψε να συναναστρέφεται και ως εκ τούτου σταμάτησε να νιώθει δυνατά συναισθήματα. Το πνεύμα των γιορτών κινδυνεύει να εκλείψει, φαινόμενο που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ πριν μέσα στους αιώνες…»

Απομακρύνθηκα αηδιασμένος, στον απόηχο μιας ακόμη διαμαρτυρίας του νεαρού, που επέμενε πως έπρεπε ν’ ανοίξουν καινούργιο βαρέλι.

Βρέθηκα να σεργιανίζω σε κάτι στενά σοκάκια, λίγο πιο κάτω. Κλωτσούσα φύλλα, χωρίς καμιά διάθεση να δοκιμάσω απομίμηση συναισθημάτων σε ποσότητες διόλου ελεγμένες και πιστοποιημένες. Δίπλα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, ανάμεσα στα χαλάσματα, συνάντησα κάποιες καρδιές να τσαλαβουτούν σε λακκούβες γεμάτες με το αίμα τ’ ουρανού.

«Δικό μας είναι», μου ‘λεγαν γελώντας, «μα δεν πειράζει. Θα γιατρευτούμε κάποτε, μονάχα για να πληγωθούμε πάλι. Όποιος φοβάται τον πόνο, δεν ζει».

Θυμάμαι που με τράβηξαν από το χέρι και με χόρεψαν, άλλοτε όλες μαζί κι άλλοτε κάθε μια ξεχωριστά. Όλες τους έπαιρναν τη μορφή εκείνων που αγάπησα. Αλήθεια, πόσο μου έλειπαν! Ήθελα να τρέξω, να τους βρω, να τους πω όσα «σ’ αγαπώ» είχα αναβάλει.

Το ρολόι σήμανε δώδεκα. Κοίταξα κλεφτά, μακριά πίσω στην πλατεία. Ο χρόνος είχε αλλάξει, μα οι συμπεριφορές παρέμεναν οι ίδιες. Το κοκτέιλ είχε, καθώς φαίνεται, πολύ παροδικά αποτελέσματα. Κανείς δεν χαμογελούσε. Κανείς δεν αγκάλιαζε κανέναν. Κανείς δεν έλεγε «χρόνια πολλά» στον διπλανό του.
Εκείνον τον χειμώνα κανείς δεν πέθανε από το κρύο. Όλοι φορούσαν για παλτό τούς φόβους τους. Μόνο κάποιες καρδιές τίναξαν την κάπνα ερώτων που πέρασαν, βάλθηκαν ν’ ανάβουν φωτιές με σκόρπια σ’ αγαπώ και κάηκαν προσπαθώντας. Τι ευτυχία!









"Τελικά υπάρχει Άγιος Βασίλης;" Τι λέμε στα παιδιά


Ο Άγιος Βασίλης.
Πότε πρέπει να αποκαλύψουμε την αλήθεια στα παιδιά μας;
Συχνά οι γονείς αναρωτιούνται πότε πρέπει να πουν στα παιδιά τους ότι ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, αλλά τον έχουμε δημιουργήσει εμείς στην φαντασία μας.
Το παιδί μέχρι τα έξι του χρόνια δεν μπορεί να ξεχωρίσει ακόμα το φανταστικό από το αληθινό. Ο Άγιος Βασίλης βρίσκεται στην φαντασία του και εξυπηρετεί κάποιες ανάγκες του. Είναι ο καλός ο παππούλης που φέρνει δώρα σε όλα τα παιδάκια και με υπερφυσικές δυνάμεις τρυπώνει σε όλα τα σπίτια. Στα παιδιά αρέσουν τα παραμύθια. Όταν εκείνα ζητάνε το παραμύθι, σημαίνει ότι χρειάζονται την ύπαρξη του. Σε αυτή την περίπτωση μπορείτε και εσείς να συμμετέχετε σε όλο αυτό τον φανταστικό κόσμο.
«Η έννοια της αγάπης»
O Άγιος Βασίλης είναι η προσωποποίηση της έννοιας των Χριστουγέννων και της αγάπης για τα παιδιά. Επειδή τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν το νόημα αλλά και την έννοια της γιορτής των Χριστουγέννων ο Άγιος Βασίλης γι' αυτά τα αντιπροσωπεύει όλα αυτά. Την αγάπη, τη γενναιοδωρία, την ευχαρίστηση του να προσφέρεις χωρίς αντάλλαγμα, όλα αυτά και πολλά ακόμα συμβολίζει η φιγούρα του για τα μικρά παιδιά αλλά και για μας τα πιο μεγάλα. Είναι μια προσωπικότητα που έχει μπει για τα καλά στο υποσυνείδητο μας, μια λαμπερή και οικεία εικόνα για όλους μας να υπενθυμίζει πως πρέπει να σκεφτόμαστε με γνώμονα όχι το «εγώ», αλλά το «εμείς».

Πώς μπορείτε να το χειριστείτε συγκεκριμένα:
  • Αν το παιδί σας είναι 6 και 7 ετών και του αρέσει η ιδέα του Άγιου Βασίλη, αφήστε το να πιστεύει. Μην προσπαθήσετε να το απογοητεύσετε και να το προσγειώσετε στην πραγματικότητα. Κατά βάθος, το παιδί γνωρίζει την αλήθεια, απλά του αρέσει ο παραμυθένιος κόσμος του Άγιου. Όμως καλό θα ήταν να μην προσπαθείτε και με κάθε τρόπο να του επιβεβαιώσετε την ύπαρξή του, γιατί αυτό είναι όντως ένα είδος εξαπάτησης και μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ· όταν το παιδί συνειδητοποιήσει με κάποιο τρόπο την πραγματικότητα ενδέχεται να σας ζητήσει το λόγο που του λέγατε ψέματα και μπορεί να δυσκολεύεται στο μέλλον να σας εμπιστευθεί. Από την άλλη, αν είστε απλά αμέτοχοι και συντηρείτε την ιδέα του παιχνιδιού πίσω από την ιδέα του Άγιου Βασίλη, τότε θα αισθάνεται ότι απλά και εσείς παίζατε μαζί του.
  • Υπάρχουν λοιπόν παιδιά που πραγματικά θέλουν να πιστεύουν ότι ο Άγιος Βασίλης είναι αληθινός και αυτή η ιδέα τους δεν είναι ανάγκη να «γκρεμιστεί» απότομα· από την άλλη δεν χρειάζεται να πείτε ψέματα, ακόμα κι έτσι. Για παράδειγμα, άμα σας ρωτήσουν συγκεκριμένα αν υπάρχει Άγιος Βασίλης τότε θα μπορούσατε, χαμογελώντας, να πείτε κάτι σαν «Γιατί δεν το βρίσκεις αυτό μόνος σου; Δεν θα έχει πλάκα να το ανακαλύψεις εσύ μόνος σου;» και αν επιμένουν τότε να ρωτήσετε εσείς «Εσύ τι λες;» ή «Τι σκέφτεσαι για αυτό εσύ;» ή ακόμα «Το μόνο που ξέρω είναι όταν ήμουν μικρός έβρισκα δώρα κάτω από το δέντρο την Πρωτοχρονιά… οπότε κι εσύ, μπορείς να περιμένεις το δώρο σου εκεί όταν ξυπνήσεις το πρωί». Πολλά παιδιά λένε αργότερα ότι ήξεραν την αλήθεια βαθιά μέσα τους, αλλά επέλεξαν να συνεχίσουν το παιχνίδι αυτό γιατί ήταν διασκεδαστικό.
  • Αν το παιδί όμως πραγματικά θέλει να μάθει και έχει αρχίσει να αμφισβητεί, τότε μάλλον είναι η ώρα να του πείτε ξεκάθαρα την αλήθεια και να του εξηγήσετε το μύθο πίσω από αυτό. Καλό θα είναι να αναφέρετε την πραγματική ιστορία και από πού ξεκίνησε το παραμύθι. Ευκαιρία είναι να το μάθετε να ψάχνει πληροφορίες σε εγκυκλοπαίδειες ή στο διαδίκτυο. Αν δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα μιλήστε του για τον Άγιο Νικόλαο. Ο Άγιος Νικόλαος μοίραζε δώρα σε όλα τα ορφανά παιδάκια. Από εκείνον ξεκίνησε ο Άγιος Βασίλειος, που κάποιος παραμυθάς τον βάπτισε με αυτό το όνομα. Μπορείτε να τα παροτρύνετε να νιώσουν και εκείνα όπως ο Άγιος Νικόλαος, μοιράζοντας δωράκια σε παιδιά που το έχουν ανάγκη. Με αυτό τον τρόπο δεν θα του έρθει απότομα και μπορεί μάλιστα να αρχίσει να προσεγγίζει το συμβολισμό πίσω από τον Άγιο Βασίλη. Σε αυτή την περίπτωση το παιχνίδι λειτουργεί μια χαρά, και νομίζω ότι μια απάντηση όπως, «Όχι, δεν υπάρχει πραγματικός Άγιος Βασίλης που ζει στο Βόρειο Πόλο, αλλά είναι σίγουρα διασκεδαστικό να προσποιούμαστε, έτσι δεν είναι;» δεν πρόκειται να βλάψει ένα παιδί που πραγματικά θέλει να ξέρει την αλήθεια.




ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...