Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

Το τρολ


ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΞΗΜΕΡΩΣΕ, ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑ ΤΡΟΛ·
 από θηρίο του διαδικτύου
 ζώο το έκανε οικόσιτο,
κι ήτανε τρυφερό και διακριτικό και στην αφή τόσο απαλό,
 πιό απαλό ακόμα κι από γάτα.
Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, 
αυτό το τόσο εξημερωμένο τρολ
τον κατα-σπάραξε, κανείς δεν ξέρει.



Του Αργύρη Χιόνη από τα "Ασήμαντα Περιστατικά"
όπου τρολ, μοναξιά κι όπου διαδίκτυο, έρημος






Το μηδέν το νιώθεις. Δεν είσαι όμως.


Της Λουκίας Πέτρου.

Έχεις αισθανθεί το κενό; Tο απόλυτο κενό; Να αδειάζεις από όλα και τίποτα να μη σε αγγίζει; Ούτε τα λόγια, ούτε οι προσβολές, ούτε ακόμα και η θλίψη. Να μη νιώθεις τίποτα, να μην σε νοιάζει το τίποτα. Να μη χωράει τίποτα στο κενό σου…
Ηρεμία… Γαλήνη…
Αυτά νιώθεις. Και τίποτα άλλο. Όλα ξαφνικά σαν να έχουν γκρεμιστεί. Να έχουν ισοπεδωθεί και να μην αισθάνεσαι ούτε την έμφυτη ανάγκη, να μαζέψεις ότι μπορείς. Απλά να στέκεσαι και να τα κοιτάς. Με ένα ελαφρύ χαμόγελο γιατί ξέρεις, ότι τώρα απαλλάχτηκες από εκείνα που σε κρατούσαν. Που σε έδεναν με το παρελθόν.  Που δε σε άφηναν να προχωρήσεις μπροστά. Και τώρα μπορείς…. Γι΄ αυτό και χαμογελάς. Γιατί μπορείς να τα χτίσεις όλα από την αρχή.
Δεν σου λείπει η δύναμη. Ποτέ δε σου έλειπε. Παρά μόνο η θέληση, να σπάσεις για να ξαναδημιουργηθείς. Από την αρχή.
Γιατί έχεις αδειάσει…. Και είσαι έτοιμος να γεμίσεις ξανά. Και δε χρειάζεται να αλλάξεις τίποτα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα να αλλάξεις. Όλα έχουν χαθεί, όλα έχουν χάσει τη δύναμη τους,  να σε κρατάνε. Τη δύναμη, να σου κλείνουν τα μάτια και να σε τυφλώνουν. Να μη βλέπεις γύρω σου. Να σου κλείνουν τα μάτια και να μην ακούς. Όλα εκείνα, που σε κρατάνε πίσω…
Και ξαφνικά καταλαβαίνεις, πως τόσο καιρό, το τείχος που έχτιζες μέσα σου για να προστατεύσεις αυτό που νόμιζες σημαντικό, διαλυόταν. Σε συντρίμμια στηριζόταν. Και τώρα έπεσε. Και δεν έκανε το θόρυβο που νόμιζες πως θα κάνει… Γιατί δεν είχε μείνει τίποτα, για να ακουστεί….
Το μηδέν. Το νιώθεις.
Δεν είσαι όμως.
Πόσο χώρο πιάνει το κενό. Όλο το μέσα σου, κενό. Για λίγο όμως. Μέχρι να ανασυνταχθείς και να ξεκινήσεις πάλι. Να αρχίσεις και πάλι να θες…Εκείνα που σε γεμίζουν, αλλά δε σε γκρεμίζουν. Δε σε αδειάζουν.
Στο μηδέν.
Έτσι νιώθεις. Πως είσαι πάλι εκεί. Όχι πίσω όμως. Στην αφετηρία και πάλι, αλλά όχι πίσω από όλους, όχι πίσω από όλα. Βγαίνεις μπροστά και δεν περιμένεις τίποτα από κανέναν. Γιατί τώρα ξέρεις. Τι να απαιτήσεις. Σε τι, να μην υποχωρήσεις, αλλά και τι να διεκδικήσεις.
Το όλο κι όχι το μηδέν. Το καινό,  μα όχι το κενό.
Το να θες και πάλι…






Απ’ την αψάδα του έρωτα στη γλύκα της αγάπης


-Γιαγιά, κλαις ;
-Μπα σε καλό σου, παιδάκι μου! Με βλέπεις να κλαίω;
-Μα αφού τρέχουν δάκρυα από τα μάτια σου.
-Με καίει η αψάδα των  κρεμμυδιών.
-Τότε γιατί τα αγαπάς;
Αυτός ο διάλογος επαναλαμβανόταν κάθε φορά που η γιαγιά καθάριζε κρεμμυδάκια. Η μικρή Λουκία δεν μπορούσε να καταλάβει πώς  η γιαγιά της μπορούσε να τα αγαπάει, αφού αυτά την έκαναν να κλαίει. Γιατί αυτό συνέβαινε. Η γιαγιά, από όλα τα λαχανικά που είχε στο μποστάνι της, στα φρέσκα κρεμμυδάκια είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Η Λουκία το έβλεπε στον τρόπο που τα κρατούσε σφιχτά στην παλάμη της και τα χάιδευε προσεκτικά κάτω από το τρεχούμενο νερό, καθώς και στην απόλαυση που ζωγραφιζόταν στο πρόσωπό της, τη στιγμή που μασουλούσε τα φρέσκα φυλλαράκια τους. Ερχόταν όμως εκείνο το μαχαίρι που ανέτρεπε την τάξη. Από τα δικά της  χέρια, το αγαπημένο λαχανικό γινόταν κομμάτια  και το σκηνικό μπερδευόταν πάλι στο μυαλό της.
-Αφού τα αγαπάς, γιατί τα κόβεις με το μαχαίρι;
-Αν δεν τα ψιλοκόψω, πώς θα τα βάλω στην κατσαρόλα;
-Μα πονάνε…
-Πώς το ξέρεις, βρε μπελά; Σου παραπονέθηκαν ποτέ;
«Μπελά» την έλεγε, γιατί ήταν όλο ερωτήσεις. Ένα «γιατί» ήταν μόνιμα κολλημένο στα χείλη της κι ένα «μα», όταν δεν την ικανοποιούσαν οι απαντήσεις.
Στην παιδική της όμως ψυχή τα πάντα ήταν απλά. Αγάπη σήμαινε  ευτυχία. Γέλια και  χαρές. Ένα ήσυχο κύμα, σαν χάδι, στην αμμουδιά της καρδιάς, ένας ήλιος ζεστός που αγκαλιάζει το κορμί μετά το πρωινό πούσι.  Όχι κλάματα και πόνος. Ύστερα γινόταν το θαύμα. Μέσα στο μικρό κουζινάκι η γιαγιά φάνταζε με μάγισσα  που έκανε τα μαγικά της, για να μετουσιώσει το κλάμα σε νοστιμιά, σίγουρη πως η κάθαρση, ακόμη και στη μαγειρική, προϋποθέτει έναν πόνο για να λειτουργήσει λυτρωτικά. Μυημένη στη μαγεία της τέχνης της, ήξερε πως εκείνο το αψύ λαχανικό με τη βαριά μυρωδιά, χρειαζόταν ένα  μαγικό φίλτρο βασισμένο στο λαδάκι για να μεταμορφωθεί σε ένα γλυκό έδεσμα, που σκόρπιζε αρώματα και μοίραζε τη γλύκα τής γεύσης  σε κάθε φαγητό.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, τα φρέσκα κρεμμυδάκια γίνονταν στα χέρια της βάλσαμο όχι μόνο για τον ουρανίσκο αλλά και για κάθε πονεμένο μέλος τού σώματος, αφού τα καταπλάσματα που έφτιαχνε με αυτό θεράπευαν από πόνους στα κόκαλα ως πονόκοιλο και πονοκέφαλο. Γρήγορα, το ταπεινό λαχανικό μετατράπηκε από ένα απλό γαστριμαργικό έδεσμα σε φαρμακευτικό σκεύασμα και από μια συνηθισμένη λέξη σε έναν κρίκο στην αλυσίδα τού λεξιλογίου της.
«Έτσι και σας πιάσω, θα σας κάνω με τα κρεμμυδάκια» έλεγε συχνά στις γάτες, που η πείνα τις έκανε να τρυπώνουν στην κουζίνα κι η μικρή Λουκία, από φόβο μην  τις δει μαγειρεμένες στην κατσαρόλα, έμπαινε στη μέση και τις έδιωχνε.
Όσο για τον παππού, ούτε κι εκείνος γλίτωνε από τις παροιμιώδεις φράσεις της. Αντιδρώντας στην επιμονή της να του αλείφει την άγονη, από τρίχες, κεφαλή με ένα ενισχυμένο κατάπλασμα,  έτρεχε γύρω γύρω από το τραπέζι και την πείραζε που δεν μπορούσε να τον πιάσει.
«Του γέρου τα παιχνίδια σαν νερόβραστα κρεμμύδια» του έλεγε εκείνη, τάχα μου τάχα μου με κοροϊδευτικό ύφος, ενώ κατά βάθος χαιρόταν με εκείνα τα μικρά πειράγματα, που πρόσθεταν το αλατοπίπερο στη σχέση τους.
Πέρασαν τα χρόνια και η Λουκία μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Δέκα χρόνια γνωριμίας συμπλήρωνε με τον άντρα της και επέλεξε να μαγειρέψει κάτι αγαπημένο για την επέτειό τους, που θα τη γιόρταζαν οικογενειακά. Το τετράδιο, με τις παραδοσιακές συνταγές τής γιαγιάς, ήταν ανοιγμένο στη σελίδα που έγραφε: «Αρνάκι φρικασέ».
Πάνω στο τραπέζι ήταν αραδιασμένα όλα τα υλικά και τα κρεμμυδάκια σε αφθονία. Όσο τα κρατούσε στα χέρια της για να τα ψιλοκόψει, περνούσαν απ’ το νου της οι πρώτες στιγμές γνωριμίας μαζί του. Το πρώτο σφιχταγκάλιασμα, που σαν μαχαίρι της έκοβε την αναπνοή σε μικρές μικρές ανάσες, τα κλάματα από τα χτυποκάρδια που νότιζαν τα μάτια της. Κι ύστερα η σχέση, που πέρασε από σαράντα κύματα για να έρθει ο χρόνοςμε το λαδάκι της αγάπης να τη γλυκάνει. Έντονα τα παιδικά βιώματα μέσα στα αρώματα και τις μυρωδιές τής μικρής κουζίνας, άφησαν το νέκταρ τους στις κυψέλες τής ψυχής της, για να έρθει εκείνος σαν τη μέλισσα να το τρυγήσει και μαζί να φτιάξουν το μέλι τής σχέσης τους, βάλσαμο και γιατρικό για τις πληγές που, κατά καιρούς, άνοιγε ο χρόνος και τους πονούσε.
Σαν την Πυθία που ζαλιζόταν από τις μυρωδιές τής δάφνης κι έβλεπε οράματα, έτσι κι η Λουκία, μέσα απ’ τους ατμούς τής κουζίνας της, είδε αγαπημένες μορφές να ξεπηδούν και να μένουν παγωμένες σε κείνη τη στιγμή του χρόνου, που η γιαγιά με τον παππού έτρεχαν γύρω από το τραπέζι κι εκείνος την πείραζε και γελούσε.
«Ρυτίδες στο πρόσωπο, σακούλες στο σώμα κι ένα παιχνίδι ανάμεσα να νοστιμίζει τις στιγμές. Ο χρόνος μπορεί να αφαίρεσε την αψάδα τού έρωτα, μπορεί να στέγνωσε τα μάτια από τα δάκρυα του πόθου και να στέρησε τα μάγουλα από το αναψοκοκκίνισμα της νεανικής έξαψης, είναι όμως ο ίδιος που πρόσφερε τη διάρκεια στη σχέση. Κάτι πήρε, κάτι πρόσθεσε, έτσι πάνε αυτά. Η γλύκα τής συντροφικότητας, το άχνισμα στο τσουκάλι τού χρόνου χρειάζεται για να νοστιμίσει και το λάδι της κατανόησης για να μελώσει» σκεφτόταν η Λουκία.
«Το φαγητό δε θέλει βιασύνες, μόνο υπομονή και μπόλικο λαδάκι. Πώς αλλιώς θα γλυκάνει, μάτια μου;» έλεγε η γιαγιά στην εγγονή της, την ώρα που της άλειφε μια φέτα φρεσκοψημένο ψωμί, με μια γενναία δόση από τσιγαρισμένο κρεμμυδάκι επάνω. Τη νοστιμιά του δεν την ξέχασε ποτέ, όπως και τις κουβέντες της.
«Πόσο δίκιο είχες, γιαγιά. Απλά τα μυστικά τής επιτυχίας σου κι ας μαγείρευες σε μαυρισμένο τσουκάλι. Κι εμείς τώρα τι κάνουμε; Εξορίζουμε το λάδι, ας είναι καλά τα αντικολλητικά σκεύη και στριμώχνουμε το χρόνο σε χύτρες ταχύτητας, αφήνοντας τα υλικά να παλεύουν μόνα για να βγάλουν τα αρώματά τους. Νοστιμίζει όμως έτσι το φαγητό;» αναρωτήθηκε η Λουκία την ώρα που έριχνε το κρεμμυδάκι στην κατσαρόλα με μπόλικο λαδάκι επάνω. Τι κι αν ήταν αντικολλητική; Το φαγητό χρειαζόταν το λαδάκι του για να ΄ρθει να γλυκάνει και το χρόνο του, για να ορίσει πότε έπρεπε να κατεβεί από τη φωτιά, έτσι ώστε να μη μοιάζει ούτε σαν αποκαΐδι αλλά ούτε και σαν νερόβραστο κρεμμύδι.
_
γράφει η Χριστίνα Σουλελέ





Είπα να Φύγω… Έμεινα Εδώ


Είπα να Φύγω… Έμεινα Εδώ

Είπα να φύγω…
Το αλφάβητο που βρήκα ήταν λίγο,
λίγες οι νότες, τα χρώματα της Γης.
Με μια κραυγή νίκησα το θυμό
λιοντάρι ανέμελο, για μάχη ικανό.
Τους πόνους άντεξα στο σώμα το σφιχτό.
Πλέκω τα γράμματα,
μπερδεύω χρώματα,
Όνειρα τραγουδώ.
Ψυχή περίσσεια στου χρόνου το σφυγμό.
Έμεινα εδώ…





Να μην ζω την κάθε μέρα σαν περαστικός


Δουλειά, σπίτι, λογαριασμοί, εφορία, φροντιστήρια, το πλυντήριο που χάλασε, ο ενφια που έληξε, ο πυρετός του παιδιού, να μην ξεχάσω να πάρω..., να δώσω..., να αφήσω..., να σηκώσω..., να μαζέψω...

Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό; Είτε είστε άντρας, είτε γυναίκα; Ακόμα κι αν δεν έχετε παιδιά, σκυλί ή πλυντήριο; Μήπως και εσείς τρέχετε από το πρωί έως το βράδυ; Σας λένε κάτι όλα αυτά τα ερωτήματα; Αν όχι, τότε συγχαρητήρια! Αλήθεια, σημαίνει ότι κάτι καλό κάνετε και τα καταφέρνετε μια χαρά! Μπορείτε να σταματήσετε την ανάγνωση αυτού του κειμένου εδώ! Όλοι οι υπόλοιποι όμως...

Όλοι όσοι διασχίζουν περαστικοί την ζωή τους, καταναλώνουν μονορούφι την ημέρα τους, δεν σταματούν να δουν τον ήλιο, την μέρα, το φως κι απότομα γι'αυτούς βραδιάζει, ίσως, λέω ίσως να σταθούν μια στιγμή για να σκεφτούν: Είμαι ευτυχισμένος με την ζωή μου; Είμαι ευχαριστημένος με αυτά που ζω, με αυτά που κάνω; Γιατί τα κάνω; Τι άλλο μπορώ να κάνω ή πως αλλιώς θα μπορούσα να τα κάνω;

Ας σταματήσουμε μια στιγμή, ας ακούσουμε μέσα μας, γύρω μας, τους διπλανούς μας, τον δρόμο, την πόλη, τους ήχους της πόλης, έστω αυτούς... Ας σταματήσουμε να πιούμε έναν καφέ, να μιλήσουμε με έναν φίλο, με τον σύντροφό μας, το παιδί μας, το γονιό μας - αλήθεια, πότε ήταν τελευταία φορά που ήπιατε έναν καφέ με τους γονείς σας, να μιλήσετε, να αγκαλιαστείτε...;

Ας περιμένει η προαγωγή, ο προϊστάμενος, το πρόβλημα, όλα όσα μέχρι τώρα προηγούνται... ας έρθουν μετά. Και πρώτα να μπουν η οικογένεια, οι φίλοι, μια βόλτα μέχρι την παραλία (όλη η Ελλάδα είναι μια απέραντη παραλία!) ή μια βόλτα μέχρι το βουνό...

Σταματάω εδώ. Πάω να πάρω τους γιούς μου να κάνουμε ποδήλατο...

Γιάννης Ξηνταράς

Πρόμαχοι. Καλοκαιρινά ταξίδια στο παρελθόν.


Καλοκαίρι του σωτηρίου έτους 2020.
Ο σοφός γέροντας έλεγε ότι η ψυχή είναι χρωματισμένη με συναισθήματα, σχηματίζοντας χιλιάδες αποχρώσεις στον καμβά των αναμνήσεων. Ανασύρονται λέει με κάθε μικρό έναυσμα κι έρχονται στην επιφάνεια, προκαλώντας νοσταλγία, αναπόληση και διεγείρουν τα πιο τρυφερά ένστικτα.
Ο νους ταξιδεύει πίσω, με έναν μαγικό και ανεξήγητο τρόπο, ανασκαλεύοντας τα βιώματα του καθένα.

Πίσω λοιπόν, στις περασμένες δεκαετίες, τότε που παίζοντας με τα αυτοσχέδια ποδηλατάκια-αυτοκινητάκια φτιαγμένα με μαεστρία από σύρμα(μπάλιν τιελ), οι χωματόδρομοι σκόνιζαν τα φτωχικά ρουχαλάκια και οι γρατσουνιές στα δάχτυλα και τα γόνατα ήταν καθημερινό σήμα κατατεθέν. Οι χωρίς φόβο βουτιές στο κενό από τις ταράτσες των νεόχτιστων σπιτιών, στον ξεφορτωμένο σωρό άμμου, και οι κατασκευές φωλιών, σπηλιών και λαβυρίνθων στο σαθρό βουνό του ζεματιστού από τον ήλιο υλικού. 
Τότε που το μικρό ποταμάκι έσφυζε από τις φωνές των πιτσιρικάδων, παίζοντας μπουγέλο με τα επικά νεροπίστολα από το τελειωμένο πλαστικό μπουκαλάκι ξιδιού, που τσαλαβουτούσαν μέσα στα δροσερά νερά του, "ψαρεύοντας", καπάκια από πορτοκαλάδες "Φλώρινα" και μπύρα "ΦΙΞ"  μαζεύοντας θαρρείς τις πολυτιμότερες λίρες του κόσμου. Κάπου κάπου, σε κάποιο νεροβαθούλωμα, ανακάλυπταν και κάποιες κάρτες από τράπουλα την οποία είχε πετάξει ο ταβερνιάρης παραπάνω.
Και βέβαια, η καθιερωμένη καλοκαιρινή ατραξιόν, η φλούδα από το φαγωμένο Αμερικάνικο καρπούζι, το τεταρτημόριο, σε σχήμα μισιφέγγαρου, δεμένη με το "κανάπ", τον χοντρό σπάγγο από το αρμάθιασμα του καπνού, εν είδει βαρκούλας να αρμενίζει στο αφρισμένο νερό του διπλανού πετρόχτιστου νερόμυλου.
Οι μεταλλικοί χτύποι των κουτιών της κονσέρβας, που προκαλούσαν τα παιδιά, ώστε να βγει από την κρυψώνα του το ζευγάρι των σκαντζόχοιρων, στη νερολακούβα δίπλα από το καταρρακτάκι.
Οι φωνές και τα τραγούδια των γλυκόλαλων κοπελιών στη Μπιτσκία, δίπλα από την Αγία Παρασκευή, όπου άπλωναν τα φρεσκοπλυμένα "πλάτνα" τα υφαντά προικιά τους, που σαν τεράστιοι λευκοί σιδηρόδρομοι κατέκλυζαν τα γύρω δρομάκια.
Οι τσιρίδες και τα χαρούμενα ουρλιαχτά των ηρωικών παιδιών λίγο παραπάνω, στο "Αλαπούτ", που έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην κολύμβηση μέσα στα παγωμένα νερά του εμβληματικού "μπουνάρ", άλλα με το βρακί κι άλλα χωρίς τίποτα, ανέμελα κι αθώα.
Οι πιο θαρραλέοι μάλιστα, έχοντας ως εργαλεία παλιές καραβάνες, κουβάδες και τενεκέδες, ψάρευαν ό,τι υδρόβιο κινούνταν μέσα στις πέτρες και τα βράχια του απότομου χειμάρρου. Καραβίδες, βατράχια, ψαράκια, μέχρι και μικρά νερόφιδα, τίποτα δεν ξέφευγε, από την λιλιπούτεια ψαρομηχανή.
Τις μεταμεσημβρινές ώρες, σειρά είχε η καθιερωμένη επιδρομή στους κήπους, που με αναβαθμίδες πέτρινες εκτείνονταν γύρω από τον οικισμό. Κεράσια, φράουλες, ρόδια γλυκά "μόρτσκα", είχαν την τιμητική τους, ενώ πάντα κάποιος από την παρέα, παραφύλαγε μην τυχόν έρθει ο ιδιοκτήτης και πέσει η "αγία ράβδος" στα μαλακά. 
Τελικός και σίγουρος προορισμός ήταν πάντα το χωράφι με την συστοιχία των πολυετών τζιντζιφιών. Οι "σίρκες" λοιπόν, ο σαν γιαλυστερή κόκκινη μπίλια, καρπός, ήταν το ημερήσιο γλύκισμα όλων, ζουμερό και τραγανό, προσδίδοντας όλα τα θρεπτικά του στοιχεία. Βέβαια τα περισσότερα, όντας βιολογικά χωρίς ίχνος χημικών ραντισμάτων, εμπεριείχαν και το γνώριμο σκουληκάκι, που όμως περνούσε απαρατήρητο και καταναλώνονταν χωρίς αναστολές από τα βουλημικά, σαν μαϊμουδάκια σκαρφαλωμένα στα θεώρατα δέντρα, θηρία.
Το σούρουπο, η φωνές του γανωτή, του μπαρμπα Μεθόδη, ανακατεύονταν με τα βελάσματα των κοπαδιών που επέστρεφαν από την βοσκή και τα αλυχτίσματα των γιγάντιων τσομπανόσκυλων και σε συνδυασμό με τις τρέλες των παιδιών που απολάμβαναν το τσιλίκι, το τζαμί και το κρυφτό, δημιουργούσαν την πιο ευλογημένη και ουτοπική καλοκαιρινή συναυλία.
Η νύχτα δεν αργούσε να σκεπάσει με το μανδύα της τον γραφικό οικισμό μετά το εσπερινό χτύπημα της καμπάνας, τα φώτα άρχισαν να αχνοφαίνονται, οι μικροί θηριοδαμαστές, ξάπλωναν αποκαμωμένοι από τις ολοήμερες σκανδαλιές τους, χουχούλιαζαν στα δροσερά τους κρεβατάκια, και έκλειναν τα ματάκια τους αναμένοντας να ξημερώσει η επόμενη μέρα, να ακούσουν την πρωινή και στεντόρεια φωνή του Λεωνίδα, του παγωτατζή, όπου με ένα μικρό στρογγύλι ξύλο οξιάς, θα αγόραζαν ένα παγωτό ξυλάκι "ΕΒΓΑ".

Στιγμές μαγικές, ανεξίτηλα χαραγμένες σε πολλούς, που ευλογήθηκαν να βιώσουν, στο προικισμένο από τη φύση και τον Θεό ιστορικό χωριό μας. 
  

Κοινοβουλευτική παρέμβαση του ΚΚΕ για τις καταστροφές από χαλαζόπτωση σε καλλιέργειες στο Δήμο Αλμωπίας της ΠΕ Πέλλας



ΕΡΩΤΗΣΗ
Προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

Θέμα: Καταστροφές από χαλαζόπτωση σε καλλιέργειες στο Δήμο Αλμωπίας της ΠΕ Πέλλας

     Τεράστιες ζημιές προκλήθηκαν σε καλλιέργειες, από τη χαλαζόπτωση (10/6/2020), στο Δήμο Αλμωπίας της ΠΕ Πέλλας. Το χαλάζι προκάλεσε ζημιές σε καλλιέργειες κερασιών, που είναι στο στάδιο της συγκομιδής, στην πατατοκαλλιέργεια, καθώς και σε καλλιέργειες ροδακίνων βερίκοκων και καλαμποκιών στα χωριά Νότια, Περίκλεια, Λαγκαδιά και Φούστανη.
     Αποτέλεσμα της καταστροφής είναι οι παραγωγοί να βρίσκονται σε απόγνωση. Οι εκτιμήσεις χρειάζεται να γίνουν άμεσα, δεδομένου ότι αρκετές από τις καλλιέργειες είναι στο στάδιο συγκομιδής.
     Οι μικρομεσαίοι αγροτοκτηνοτρόφοι της περιοχής μας ήδη βρίσκονται σε δεινή θέση εξαιτίας του αυξημένου κόστους παραγωγής και των εξευτελιστικών τιμών των αγροτικών προϊόντων. Επιπλέον πλήττονται από τις πολιτικές των κυβερνήσεων με τη φοροληστεία στα πενιχρά εισοδήματά τους, τα υπέρογκα ασφάλιστρα υπέρ ΕΛΓΑ και το διαρκή κίνδυνο κατάσχεσης – πλειστηριασμού των περιουσιών τους.
     Επιβάλλεται άμεση, γρήγορη και δίκαιη καταγραφή με πλήρη αποζημίωση στο 100% της καταστροφής. Αλλαγή του κανονισμού του ΕΛΓΑ προκειμένου να ασφαλίζει και να αποζημιώνει την παραγωγή 100% από όλες τις φυσικές καταστροφές και νόσους.

ΕΡΩΤΑΤΑΙ ο κ. Υπουργός,
·      Σε ποιες άμεσες ενέργειες θα προβεί ώστε να αποζημιωθούν στο 100% της καταστροφής οι πληγέντες αγρότες - παραγωγοί του Δήμου Αλμωπίας στην ΠΕ Πέλλας.
·      Τι μέτρα θα λάβει για την ανάπτυξη των συστημάτων πρόληψης των καταστροφών, όπως είναι τα έργα αντιπλημμυρικής, αντιχαλαζικής προστασίας κλπ;

Οι Βουλευτές
Δελής Γιάννης
Στολτίδης Λεωνίδας

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...