Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Τρίτη 18 Απριλίου 2017

Κατερίνα Γώγου - «Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών»


...νύχτωνε στον ουρανό...

Και σε δυό περίεργα σύννεφα

Που ακίνητα τρέχαν

Εγώ ανάμεσα σε δυό διάτρητους «ληστές»

Στα φώτα σταυρωμένη


Μπορεί δίκαια...

Προκάλεσα με πάθος την ζωή.

Ασέβησα δύο φορές γιατί ήξερα τους Νόμους.

Άσκησα την όραση μου για μακριά

Κι έχασα τα κοντινά μου


Τώρα

Πληρώνω με ντροπή

Τυφλή

Χωρίς σκυλί

Χωρίς ραβδί

Διαβαίνω ανάμεσά σας


Εσύ!

Εσένα που αγάπησα.

Κοίτα άμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις

Μην πεις ποτέ πως μ’αγάπησες

Δεν θ’ άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο

Σε ξεροπόταμους να πλέω...

[...]

Μια νύχτα λοιπόν...

που το φεγγάρι είχε κατέβει πολύ χαμηλά

κι ο θάνατος είχε μπλεγμένα στα δάκτυλά του

τούφες από τα δικά μου μαλλιά

κατηφόρισα να βρω έναν άνθρωπο.

Είχα χρόνους ν ακούσω ανθρώπου λαλιά

Όμως όλοι όσοι ήτανε συναθροισμένοι στην αγορά

Κροάζανε κρα κρα

Κι ακόμα

Είχαν βγάλει πίσω τους

Κροκοδείλου ουρά

έπρεπε

αν ήθελα ακόμα να σωθώ

αν ήθελα ακόμα να ζήσω

να βρω έναν τρόπο να μοιάζω μ’ αυτούς

ή κάτι τέλος πάντων

να τους εξευμενίσω [...]


Κατερίνα Γώγου

Ιστορία ενός χαμένου ροδιού - Πέτρος Θεοδωρίδης


Κάθε μέρα μόλις ξυπνώ, θυμάμαι την ιστορία του χαμένου ροδιού.

Ηταν ένα ρόδι περίεργο,μισανοιχτο ,έχασκε σαν στόμα παιδιού και μέσα φαίνονταν πρόσωπα χρυσά και κόκκινα σαν αίμα,ανασαινε θαρρείς, μικρό και χρυσοκκόκινο ,όμορφο και πάντα ολόδροσο σαν μα κόπηκε τώρα από τον κήπο της Εδέμ. Και το ρόδι μιλούσε κιόλας ,γλώσσα παράξενη ,γαργαριστή. Όλο ρο και λάβδα.

Και κάθε τόσο επαναλάμβανε λέξεις και φράσεις που μοιάζανε σαν σπασμένες ή σαν να τις τράβηξε κανείς από το ουράνιο στερέωμα κι αυτές - αστέρια Που πέφτουν ή κομήτες- μοναχικές σπίθες σε ένα μαύρο δίχως νόημα κενό λαμπύριζαν, ή μοιάζανε με δάκρυα χελώνας τεράστιας αναποδογυρισμένης στην αμμουδιά το βράδυ Οταν δεν έχεις τι να πρωτοθυμηθείς ,όταν το παρελθόν σου μοιάζει με κομμάτια που περιφέρονται στο πουθενά , σαν ένας άλλος άνθρωπος –ολοζώντανος –ένα φάντασμα του εαυτού σου ,ένα υπόκωφο αντίγραφο ,μια ανεμώνη ,όταν ο εαυτό σου περιφέρεται στους ολοσκοτεινους διαδρόμους ενός λαβυρίνθου που δεν τελειώνει πουθενά ,όταν ο εαυτός σου από το σώμα βγαίνει και σου μιλά ,οι λέξεις τότε μοιάζουν να βγαίνουν από αυτό το ροδι . μικρά πετράδια ,γευστικά που η αξία τους βρίσκεται στη ψύχα ,στο μέσον, καταμεσής της λέξης .

Αυτό το ρόδι κατρακυλούσε, χοροπηδούσε ,έπαιζε στο δωμάτιό μου.

Το νιωθα σαν παιδί μου κι όταν κάποτε έλεγε …μπα..μπα …και άλλα ασυνάρτητα , , λες και ήτανε ποτέ δυνατό να έχουνε τα ρόδια μπαμπά έναν άνθρωπο. Η όταν κάποτε έλεγε τραγουδιστά π.χ. ‘’Ρωφίλη’’, εγώ θυμόμουν τα ‘’ρω’’ του ‘ερωτα, και αναρωτιόμουνα πως γίνεται τα ρόδια να γράφουν ποίηση .

Ένα πρωί το ρόδι χάθηκε. Πιθανό να κατρακύλησε στη σκάλα από την μισάνοιχτη εξώπορτα .Πιθανό να ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο.

Τώρα μάλλον θα κείτεται σάπιο στην άκρη ενός βρώμικου δρόμου.

Όμως το ρόδι άφησε τη ζωντανή σκιά του στο τραπέζι της κουζίνας μου κι αυτό κάθε πρωί μου τραγουδάει , με σπασμένες λέξεις που δεν οδηγούν πουθενά.

Αυτή η σκιά του ροδιού ,χαμένο ρόδι, μια τρύπα στη μέση του τίποτε μου λέει: "σ' αγαπώ" κάθε βράδυ . Την αγαπώ τη σκιά . Αυτή μου ψιθυρίζει λόγια μυστικά κάθε βράδυ, τονίζοντας αντί τα ‘’ρω’’ τα ‘’σι’’. Λέει Σσσσι….σιιι….. Κι αυτά τα λόγια κι άλλα πολλά που δεν τα γράφω.

Για σας μπορεί να μη σημαίνουν τίποτε, για μένα όμως σημαίνουνε πολλά .

Σημαίνουνε το μυστικό του σύμπαντος ,που δεν μπορεί κανείς να το προφέρει ,γιατί ο κόσμος όλος θα χαθεί.

Μονάχα ένα ρόδι που χάθηκε μπορεί να αφήσει τη σκιά του να κάνει σιιιι……..σσι…. Κι αυτό το σσς .. είναι ένα βάλσαμο , το βράδυ ,και με οδηγεί σ΄ύπνο γλυκό σα να πετώ στ΄ουράνια…..





ΠΗΓΗ...http://nosferatos.blogspot.gr

Γεννηθήτω το θέλημα σου


Μόνο μια μάνα προδομένη
Δεν πρόλαβε ούτε να πει: παρένεγκε το ποτήριον τούτο
Τώρα, ποτίζει την ξηρανθείσα συκή, με ένα ρυάκι πίκρας, 
Απ’ τα μάτια της
Ανδρώνοντας, καημούς και δέντρο
Κλαδιά καινούργια, ικριώματα τόσα να γεννηθούν,
Που να χωρούν όλα τα σώματα
Της Άγιας Πόλης
Ήξερε τον γιό της
Τον νικημένο απ’ τα θέλγητρα
Που θα επιστρέφει τώρα τα βράδια, αδιάκοπα,
Ρωτώντας για το μερτικό του
Γνήσιο παιδί της ανάγκης
Το δώρο της σωτηρίας, μια λέξη
Ένα εκκρεμές σώμα
Κι όμως, θα μπορούσε να είναι Υιός Του
Ήταν εξάλλου, ο γιός κάποιου
Αυτός που ίσως πίστεψε περισσότερο όλων
Βιαστικός αναχωρητής του επίσημου Δείπνου
Πιστός, του ρόλου γνώστης δεινός
Διατέλεσε
Μα η μάνα, απαρηγόρητη
Τώρα στρέφει το βλέμμα στον ουρανό
Κι Αυτός, χαμηλώνει τα μάτια, καθώς τον βαρύνουν,
Τα κεφαλαία του γράμματα.

                Ιορδάνης Σενόγλου

                     Εγκοπή


















ΠΗΓΗ...http://www.o-klooun.com

Πέρα απ’ τις στιγμές της ηδονής και της απάτης


Φοβάμαι. Φοβάμαι τα ύψη και τον θάνατο, φοβάμαι τη ζωή και τις αρρώστιες, τ’ ατυχήματα, φοβάμαι αυτό που θα ‘ρθει απρόσμενα, αυτό που δεν περίμενα να ‘ρθει, αυτό που νόμιζα ότι θα προσπεράσει.
Φοβάμαι τους ανθρώπους, φοβάμαι τον εαυτό μου, τον τρόπο που αντιδρώ, τόσο λίγος, τόσο μικρός.
Φοβάμαι τον χρόνο, που δεν κραυγάζει προσπερνώντας, ούτε καν ψιθυρίζει, μόνο μένει πίσω, στοιβάζεται αθόρυβα, κάνοντας τα μαλλιά μου γκρίζα και τη μέση εύθραυστη.

Ποτέ δεν ήμουν θαρραλέος, ποτέ δεν είχα αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε ν’ αντικρίζω τον κόσμο χαμογελώντας αυτάρεσκα.
Κάποτε τους ζήλευα αυτούς τους ανθρώπους, αυτούς που ξεχειλίζουν σιγουριά -κι ίσως και τώρα να ‘θελα να τους μοιάζω. Έστω λιγάκι.
Όμως πλέον ξέρω ότι δεν θα γίνω τόσο αρρενωπός όσο ο Μπόγκαρτ, τόσο ασυμβίβαστος όσο ο Μάλκολμ Εξ, τόσο λαμπερός όσο ο Φρέντι Μέρκιουρι, τόσο (έστω λίγο) μεγαλοφυής όσο ο Λεβιστρός.
Είναι μικρός ο ρόλος μου στη σκηνή.
Ένας ηθοποιός που βγαίνει να πει μια ατάκα, κι αυτή ακόμα την μπερδεύει, την ξεχνάει, κι όταν πρέπει να μιλήσει δεν ακούγεται, ξεχνιέται να κοιτάει τα νερά του ξύλου.

Κι υπάρχουν κάποιες στιγμές, μικρές κι ασήμαντες για τον κόσμο, ανύπαρκτες για το σύμπαν, που ‘χουν μείνει στο μυαλό μου.
Πέρα απ’ τις στιγμές της ηδονής και της απάτης, της μοναξιάς και της πλήρωσης, υπάρχουν κάποιες άλλες, που φαντάζουν ασήμαντες, αλλά για μένα, μόνο για μένα, θα είναι καταχωνιασμένες στα ράφια με τ’ απούλητα βιβλία, αυτά που κανείς δεν αγόρασε και κράτησα για τον εαυτό μου.

Πώς το θυμήθηκα αυτό; Πώς το ανέσυρα απ’ τη βιβλιοθήκη μου; Μοιάζει πια σαν να ήταν όνειρο και θα μπορούσε να είναι.
Μια σελίδα, μια εικόνα, ένα βλέμμα, από τότε που ήμουν εικοσάχρονος, τότε που πληρωνόμασταν σε δραχμές.
Γιατί το θυμήθηκα; Κάποιες φορές μοιάζει λες κι όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να σε κάνει να μπερδευτείς.

Πρώτη φορά μακριά απ’ το σπίτι, να κερδίζω το ψωμί μου ακούγοντας χριστοπαναγίες από ένα σαδιστικό αφεντικό.
Βοηθός σερβιτόρου, πιτσιρικάς, σ’ ένα εστιατόριο με αστακούς και ζωντανές τσιπούρες. Και στην κουζίνα να βοηθάει τη μάνα του ένα κορίτσι από την Αλβανία -ούτε δεκαπέντε χρονών δεν ήταν.
Κάποια στιγμή εκείνη να ρίχνει και να σπάει ένα πιάτο. Και τ’ αφεντικό να μπαίνει στην κουζίνα βλαστημώντας, ψάχνοντας για τον φταίχτη.
«Ποιος το ‘σπασε;» ουρλιάζει.
Το κορίτσι μαζεύεται, γίνεται ένα με τον τοίχο.
«Ποιος το ‘σπασε;» λέει ξανά ο χοντρός.
«Εγώ», του λέω και στέκομαι μπροστά του ατάραχος, αδιάφορος.
Ο σαδισμός του δεν ικανοποιείται απ’ τον αποδέκτη. Δεν βρίσκει αρκετό φόβο για να τραφεί. Σβήνει.
«Την επόμενη φορά θα το χρεωθείς», μου λέει. «Δεν θα μου το διαλύσετε το μαγαζί.»
Και φεύγει.
Σηκώνω τους ώμους αδιάφορα, αλλά καθώς γυρνάω βλέπω τα μάτια του κοριτσιού. Δεν μου λέει κάτι, δεν μιλάει, τα χείλη δεν κουνιούνται, είναι μόνο τα μάτια της που χαμογελούν, που απλώνονται απ’ τον έναν ως τον άλλον τοίχο της κουζίνας.
Έχω γίνει ο ήρωας της, ένας ιππότης με άσπρο πουκάμισο και τιρμπουσόν στην τσέπη.

Δεν το σκέφτομαι, δεν το αναφέρω καν στους συναδέλφους και στους φίλους, συνεχίζω να στέκομαι -χωρίς ομπρέλα- μες στη βροχή των περιστατικών.
Μουσκεμένος ως το κόκαλο, χρόνια μετά, μίλια μακριά, βλέπω ένα κορίτσι να κοιτάει τον πατέρα της με μάτια που λάμπουν, σαν να είναι ο Μπόγκαρτ, σαν να είναι ο Μάλκολμ Εξ.
Και με χτυπάει στη μνήμη.

Φοβάμαι. Μέσα σ’ ένα όνειρο και φοβάμαι.
Στέκομαι σ’ έναν βράχο, σαράντα μέτρα πάνω απ’ τη θάλασσα. Δεν θυμάμαι πώς και γιατί ανέβηκα, ξέρω μόνο ότι βρίσκομαι εκεί πάνω. Κι ότι φοβάμαι τα ύψη και τα χρόνια.
Έχω τρεις επιλογές: Να μείνω εκεί, να κατέβω πίσω στην ασφάλεια της αμμουδιάς ή να τολμήσω το άλμα.
Όποιο δρόμο και να πάρω ξέρω ότι θα είναι σύντομος.
Να μην κάνω τίποτα δεν γίνεται. Να κατεβώ αργά δεν θέλω. Αλλά φοβάμαι και να πηδήξω.
Μια φωνή, στο όνειρο, λέει: «Κλεισ’ τα μάτια και πήδα!»
Μια άλλη λέει: «Άνοιξ’ τα μάτια και πήδα!»
Φωνάζω καθώς πέφτω. Δεν είναι φόβος, δεν είναι χαρά, δεν είναι ηρωισμός.
Μια υπενθύμιση είναι μόνο.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Η φωτογραφία «l’ horizon vertical» είναι του μάγου Michel Kirch http://www.michelkirch.com/





ΠΗΓΗ...http://sanejoker.info

Δραστηριότητες του Εδεσσαϊκού Θεάτρου


«Με την υποστήριξη του Ε.Θ. η Θεατρική ομάδα του ΕΠΑΛ Έδεσσας οδεύει για την 5η Θεατρική Άνοιξη Εφήβων Γυμνασίων & Λυκείων Ημαθίας, Πιερίας και Πέλλας »

Το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας σε συνεργασία με τις Διευθύνσεις Β΄βάθμιας Εκπαίδευσης Ημαθίας, Πιερίας, Πέλλας και υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας διοργανώνουν την 5η Θεατρική Άνοιξη Εφήβων Γυμνασίων-Λυκείων από τη Δευτέρα 24 έως και την Παρασκευή 28 Απριλίου 2017 στην Αντωνιάδειο Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών στη Βέροια.
Μεταξύ των σχολείων που διακρίθηκαν να διαγωνιστούν είναι και το ΕΠΑΛ Έδεσσας το οποίο συμμετέχει με το έργο «Αυτός που λέει ναι και αυτός που λέει όχι» του Μπέρτολτ Μπρεχτ, την επιμέλεια του οποίου έχει αναλάβει η φιλόλογος κα Δέσποινα Σεμερτζίδου.
Το Εδεσσαϊκό Θέατρο, στηρίζει την προσπάθεια των μαθητών παραχωρώντας το εντευκτήριο του συλλόγου για πρόβες αλλά και κοστούμια από το βεστιάριο, γεγονός που επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά καθώς πέρσι στήριξε με τον ίδιο τρόπο τη συμμετοχή του 2ου ΓΕΛ Έδεσσας, όταν στην 4η Θεατρική Άνοιξη Εφήβων Γυμνασίων και Λυκείων Ημαθίας, Πιερίας και Πέλλας, συμμετείχε με το έργο του Αλέξανδρου Ρίζου-Ραγκαβή «Του Κουτρούλη ο γάμος». Αξίζει να σημειωθεί πως το Βραβείο Α΄ αντρικού ρόλου απονεμήθηκε πέρσι στο μαθητή Χρήστο Σοφιανό, ο οποίος ήταν ενεργό μέλος του Εδεσσαϊκού Θεάτρου καθώς συμμετείχε στις δράσεις του Θεατρικού Εργαστηρίου.
Το Δ.Σ. του Εδεσσαϊκού Θεάτρου ευελπιστώντας σε μια ακόμη διάκριση για την πόλη μας, εύχεται ολόψυχα καλή επιτυχία στη Θεατρική ομάδα του ΕΠΑΛ Έδεσσας, η οποία είναι η μοναδική εκπρόσωπος του Νομού Πέλλας.

Θεατρική βραδιά με τα «Κόκκαλα»

Την Τετάρτη 12 Απριλίου 2017 οι συντελεστές της παραγωγής «Κόκκαλα», συγκεντρώθηκαν στο εντευκτήριο του συλλόγου και παρακολούθησαν την προβολή της παράστασης που παρουσιάστηκε από τη νεοσύστατη Νεανική Σκηνή τον προηγούμενο Δεκέμβρη. Για πρώτη φορά και όλοι μαζί, είχαν την ευκαιρία να πάρουν το ρόλο του θεατή, να κρίνουν, να αξιολογήσουν, να σχολιάσουν, να επισημάνουν λάθη, να χαρούν, να απολαύσουν μα κυρίως να δώσουν την υπόσχεση για νέες θεατρικές περιπέτειες στη σκηνή.
Η πένα του συγγραφέα Ανδρέα Φλουράκη, οι εξαιρετικές ερμηνείες των νεαρών πρωταγωνιστών σε συνδυασμό με την ευρηματική σκηνοθετική ματιά της Θεατρολόγου κας Ηρώς Γεωργίου, δικαίως κέρδισαν τις εντυπώσεις της μαθητικής κοινότητας και του θεατρόφιλου κοινού ενώ παράλληλα οδήγησαν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου στην απόφαση εκπροσώπησης του Εδεσσαϊκού Θεάτρου στο 15ο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου Κορίνθου, με την θεατρική ομάδα της Νεανικής Σκηνής. 


Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Ο υπέρλαμπρος στολισμός των εικόνων του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου των Προμάχων

Ο υπέρλαμπρος στολισμός των εικόνων του Ιερού Ναού Αγίου Δημητρίου των Προμάχων, από τους ευλαβείς πιστούς κατοίκους του ιστορικού χωριού, τους οποίους εμπνέει και καθοδηγεί στα μονοπάτια της Χάριτός Του, ο σεβάσμιος και ακάματος Ιερέας της ενορίας μας, πάτερ Γεώργιος. 

























Θυμάμαι..θυμάσαι;


Θυμάμαι.. θυμάσαι; Σε μια ξένη πόλη ούτε δική μου ούτε δική σου, εκεί σε πρωτοείδα 
Μπορεί και να μ΄ήξερες από παλιά κι απλά με ξαναβρήκες 
Κι έβρεχε, χωρίς ομπρέλα
 ΤΟ ΘΥΜΑΣΑΙ; την άλλη κιόλας μέρα φτιάξαμε ένα τρένο κίτρινο κόκκινο μπλε το βάψαμε και ταξιδεύαμε τη γη.. 
νύχτες ταξιδεύαμε στον ουρανό.. 
αστέρι και σταθμός
ΘΥΜΑΣΑΙ; βρήκες το πιο μακρινό αστέρι κι είπες να το γυαλίσουμε να του φυτέψουμε μια λέυκα να μείνουμε για πάντα εκεί 
ΘΥΜΑΣΑΙ; όταν σου έδινα πορτοκάλι πήναινε να πει μόνο μαζί σου ταξιδεύω 
Με πέντε πορτοκάλια κάναμε πορτοκαλάδα την πίναμε μισή μισή 
ΘΥΜΑΣΑΙ; Κι έτρεχα κάθε άνοιξη σ΄όλη τη γη να βρω το πρώτο πρώτο λουλούδι για σένα βέβαια.. 
Κατέβαινες στα βάθη του ωκεανού εσύ και μου ΄φερνες ένα κοχύλι 
ΘΥΜΑΣΑΙ; Άμα στο ζήταγα γινόσουνα ποτάμι λίμνη θάλασσα ωκεανός.. 
Κι όταν το ζήταγες γινόμουνα κι εγώ 
ΘΥΜΑΣΑΙ; Μου έστελνες στον ύπνο μου όνειρα καλοπλυμένα, καλοχτενισμένα και τα δικά σου όνειρα εγώ τα ετοίμαζα 
ΘΥΜΑΣΑΙ; θυμάσαι τότε που κατέβηκα στον ύπνο σου μ΄ ένα τεράστιο ροζ αερόστατο; Σου χάρισα ένα μύλο να τον κρατάς γερά γιατί φοβόσουν τα σκοτάδια 
Μου χάρισες έναν ολόιδιο κι εσύ το θυμάσαι ακόμη; Μια νύχτα χάθηκες σένα μεγάλο δάσος 
Είχες το μύλο δε φοβήθηκες… κι έτρεξα και σε βρήκα 
Μου χάρισες ένα χρυσόψαρο που μέτραγε ως τα χίλια κι ένα τζιτζίκι και μια ζίνα κι ένα πουκάμισο άσπρο.. το θυμάσαι; και σου μάθα να ζωγραφίζεις κάμπους και ποτάμια 
Μη πατάς πολύ το μολύβι σου ΄λεγα 
Μια αγκαλιά ψυχές το τοπίο κι οι ψυχές δεν έχουν περίγραμμα 
ΘΥΜΑΣΑΙ; Και μου μάθες να φτιάχνω χάρτινα καράβια 
Και χάρτινα κινέζικα πουλιά 
Μια μέρα είπαμε καιρός πια να εφεύρουμε την δική μας γραφή να μην την ξέρει άλλος 
Τη ζωγραφίσαμε στο πι και φι κοντά σ’ενα ποτάμι, πάντα ένα ποτάμι τη θυμάσαι ακόμη εκείνη τη γραφή; Κι εφεύραμε ένα σωρό πράγματα από τότε τη σαντιγύ τον ήλιο τις αυπνίες την παλίρροια το σκούρο μπλε τα θυμασαι όλα; Ότι δεν χώραγε στις λέξεις το κάναμε μικρές μικρές σημαιούλες πολύχρωμες 
Θυμάσαι πως τις ανεμίζαμε; Το μαγικό δωμάτιο που άλλαζε σχήμα ανάλογα με τη στάση του κορμιού μας το θυμάσαι; κι ήταν φορές που γινότανε ολοστρόγγυλο 
Θυμάσαι πότε; Μαζί διαβάζαμε τα πιο ωραία παραμύθια 
Κι όταν μας τέλειωσαν αρχίσαμε να παίζουμε δικά μας παραμύθια 
Μια φορά και έναν καιρό ήτανε δυο 
ΘΥΜΑΣΑΙ; Ήτανε δυο κι ήτανε σαν ένας ένας και πολλοί μαζί 
Χωρίζαμε για λίγο μόνο γιατί αλλιώς πως θ’ ανταμώναμε ξανά; Και σου ‘γραφα κάθε στιγμή κάτι τεράστια γράμματα 
Μου ΄γραφες και συ ακόμη πιο τεράστια 
Μια φορά όμως που άργησες πρόλαβε κι ήρθε ο χειμώνας που κράτησε όσο πέντε 
Κι όταν τέλειωσε ήρθε πάλι χειμώνας ακόμη πιο βαρύς 
Και δεν μπορούσες να γυρίσεις 
Έμεινες μακριά 
Και μου ΄γραψες 
Η πιο μεγάλη απόσταση είναι ο χρόνος… Μπορεί… όμως.. τα πιο ωραία μας ταξίδια δεν τα ταξιδέψαμε ακόμη 

Σε περιμένω… 

ΕΛΑ Θα μετρήσω ώς το δέκα.. 

Xρήστος Μπουλώτης






ΠΗΓΗ...http://ithaque.gr

Χίλιες φορές


Γιατί νομίζεις, ότι θα πεθάνεις μόνο μια φορά….

 Όταν δεν ζήτησες, όσες συγνώμες θα έπρεπε να ζητήσεις.

 Όταν δεν είπες, όσες φορές θα έπρεπε να πεις σ’ αγαπώ.

 Για όλα εκείνα, που δεν πρόλαβες ή δεν θέλησες να ζήσεις.

 Για εκείνα τα όνειρα, που φοβήθηκες να πραγματώσεις.

 Για τις αλάνες που δεν έπαιξες σαν μικρό παιδί. για τα βουνά που δεν ανέβηκες, για τις θάλασσες που δεν κολύμπησες, για τους δρόμους που δεν περπάτησες, για τα τραγούδια, που ποτέ δεν τραγούδησες.

 Γιατί… με τον πόνο δεν έκλαψες, με τη χαρά δεν χάρηκες, με το δάκρυ δεν δροσίστηκες, με την ευχή, δεν θυμήθηκες.

 Γιατί νομίζεις λοιπόν, ότι θα πεθάνεις, μόνο μια φορά…


 Κυριάκος Κυτούδης







ΠΗΓΗ...http://ithaque.gr

Έμαθες πια ότι είσαι ο κλόουν της ζωής.


Παρατηρώ τις κινήσεις σου.
Κοιτάζεις έξω απ’ το παράθυρό σου τις εικόνες που αλλάζουν συνεχώς. Κι όμως είναι ο ίδιος τόπος. Οι ίδιοι άνθρωποι που κατακλύζουν τους δρόμους. Τα ίδια παλάτια.
Σηκώνεις τα χέρια, όχι για να παραδοθείς στην δίνη των γεγονότων, αλλά για να αγγίξεις τις πόρτες, τα τζάμια, τους τοίχους, το ταβάνι κι αυτά όλο απομακρύνονται, χάνονται από μπροστά σου και βρίσκεσαι απροστάτευτος ανάμεσα στο άγριο πλήθος που σε κυνηγά και θέλει να σε κατασπαράξει.
Κι εσύ; Τι κάνεις;
Σκυθρωπός ανεβαίνεις τα σκαλοπάτια που σε οδηγούν στο χώρο της σιωπής. Οι λέξεις που βγαίνουν από τα χείλη σου θολώνουν την ψυχή σου. Βρίσκεσαι ανάμεσα στα χέρια εκείνων που σε οδηγούν στα αόρατα μονοπάτια της ζωής κι εσύ πρέπει να βρεις τον τρόπο να αγγίξεις τους τοίχους που βρίσκονται μπροστά σου κι ας μη φαίνονται πια. Πρέπει να τους διακρίνεις μέσα στο σκοτάδι. Σε πνίγουν, οι άνθρωποι σε ποδοπατούν, ουρλιάζεις, κρυώνεις. Τα δάκτυλά σου προσπαθούν να βρουν τις σκιές, να τις αγγίξουν. Θέλεις να πιστέψεις. Πρέπει να πιστέψεις πως υπάρχεις.
Είσαι κι εσύ ένα κομμάτι ζωντανό, αληθινό. Αναπνέεις, έχεις αίμα που κυλά στις φλέβες σου κι ας βρίσκεσαι ανάμεσα στις αόρατες αποχρώσεις του πουθενά. Οι μέρες σου ακολουθούν το τόξο του ουρανού. Πολύτιμα πετράδια κατακλύζουν τις νύχτες στα όνειρά σου, κι εσύ μένεις παγωμένος, ανέκφραστος.
Η ανάσα σου γίνεται αργή, τα δάκρυα στεγνώνουν, τα βλέφαρά σου κλείνουν για να δουν τα χρώματα του πέρα απ’ τη Γη. Ανοίγεις τα χέρια σου, θέλεις να χωρέσεις στην αγκαλιά σου τον κόσμο σου, αυτόν τον κόσμο που σε χειροκροτεί.
Προσπαθείς να τον διακρίνεις πίσω από τις κόκκινες κουρτίνες, να ακούσεις της χαράς τις φωνές, αλλά δεν βλέπεις κανέναν, δεν ακούς τίποτε. Δεν ξέρεις αν ζεις, αν είσαι κι εσύ κάτι ανάμεσα σε εκείνους που λίγο πριν αντίκριζες και γέλαγες μαζί τους. Δεν ξέρεις πια αν υπάρχει σκηνή.
Αν η αυλαία σηκώθηκε ή έπεσε για πάντα ή αν δεν υπήρξε ποτέ. Γελάς. Γελάς και θρηνείς μαζί για την ευτυχία που έψαχνες να βρεις. Γελάς. Γελάς και θρηνείς μαζί γιατί έμαθες πια, είσαι ο κλόουν της ζωής.
Καληνύχτα σας.


Καίτη Λιανού-Ιωαννίδου Απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Αρωμα σε μαλανοδοχείο»





ΠΗΓΗ...http://ithaque.gr/

Τάσος Λειβαδίτης: Θα ήθελα να φωνάξω το όνομά σου.


Θα’θελα να φωνάξω τ΄ όνομά σου, αγάπη, μ΄όλη μου την δύναμη.

Να τ’΄ακούσουν οι χτίστες απ΄  τις σκαλωσιές και να φιλιούνται με τον ήλιο να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν΄ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα

Να τ΄ακούσει η άνοιξη και να ΄ρχεται πιο γρήγορα να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι, να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές, τα τρυγόνια πάνω στους φράχτες να τ»ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε μ΄ όλες τις καμπάνες τους να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα χέρια τους.

Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Να το ακούσει ο χρόνος και να μην σ΄ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ

Τάσος Λειβαδίτης

Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν.- Δημήτρης Λιαντίνης


Κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν.
Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύονται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Η, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova.
Έτσι, από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής. Πιο πλατιά, και πιο μακρυά, και πιο βαθιά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος.
Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το είναι και το μηδέν του όντος. Τα δύο μισά και αδελφά συστατικά του. Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει.
Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική, ασθενής, ισχυρή, βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο.
Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου. Γι αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ιδίου προσώπου.

Δημήτρης Λιαντίνης

Εκείνοι οι άνθρωποι οι λαμπερά ανασφαλείς, οι ολότελα κούφιοι.


Της Στεύης Τσούτση.

Τους αναγνωρίζεις με την πρώτη ματιά.
Πληθωρικές παρουσίες γεμίζουν το χώρο που βρίσκονται. Είναι λες κι ένας προβολέας έχει στραφεί καταπάνω τους και τίποτα άλλο δε μετρά.
Μένεις να τους ζυγίσεις μια στιγμή κι αναρωτιέσαι αν πέφτεις έξω. Εκείνοι όμως άμεσα σε βοηθούν να επαληθευτείς. Δεν κάνεις λάθος.
Είναι ο χαλαρός αέρας που αποπνέουν και το άνετο στυλάκι τους. Αεράτοι και γεμάτοι αυτοπεποίθηση, αγαπούν τον εαυτό τους και το δείχνουν. Το παραδείχνουν μάλιστα!
Όμορφους δεν τους λες. Μήτε πνευματώδεις. Η γοητεία που τολμούν να ασκούν δεν έχει να κάνει μήτε με το πνεύμα, μήτε με το σώμα. Κι είναι ακριβώς αυτή η γνώση της αδυναμίας τους που τους κάνει τόσο επιθετικά “αεράτους”. Είναι αυτοί κι άλλοι δεν είναι. Είναι οι ατάκες τους, είναι η στάση “εγώ τα ξέρω όλα, τα έχω ζήσει όλα, τα κάνω όλα” , είναι η σιγουριά τους ότι δεν πρόκειται να βρεθεί κανείς να τους ανταγωνιστεί.
Είναι αυτοί οι επιθετικά ανασφαλείς που τρέχουν να καλύψουν τις ατέλειές τους με θράσος και λέγειν, με άνεση και σιγουριά.
Στην αρχή ευθυμείς μαζί τους. Μένεις σιωπηλός κι ακούς με όλη σου την προσοχή όσα θα πουν. Θα μιλήσουν για τα πιο εξωφρενικά πράγματα που έχουν δει, που έχουν ακούσει, που έχουν ζήσει. Θα έχουν γνώμη για τα πάντα, κατέχουν δεν κατέχουν. Θα στολίζουν τις φράσεις τους με λάθη που θα σου χτυπούν άσχημα στ’ αυτιά αλλά που δε θα τα παρεξηγείς. Αντίθετα θα τα περιμένεις.
Αυτοί όμως θα συνεχίζουν με το πιο βαθυστόχαστο ύφος. Γιατί είπαμε, αυτοί είναι κι άλλος κανείς. Μερικές φορές θα τους νιώσεις προκλητικούς. Ίσως και να θυμώσεις μαζί τους. Θα θελήσεις να ανοίξεις το στόμα σου και να βγάλεις στη φόρα την αμάθειά και την ψωνάρα τους.
Ίσως κάποτε να πεις μια μικρή φράση που να δείχνει τις αντιρρήσεις σου στο πρόσωπό τους, να μαρτυρά τη διαφωνία σου στη στάση και τη γνώμη τους. Αλλά θαναι μια σύντομη μόνο στιγμή που θα καταπνιγεί σε ένα χείμαρρο επιχειρημάτων. Τόσο πειστικά υποστηρίζουν αυτό που λένε αλήθεια τους που κι εσύ ακόμη βρίσκεσαι να αμφιβάλλεις. Αν ήσουν άλλος μπορεί και να σε έπειθαν.
Η επανάστασή σου καταπνίγεται πριν καν ξεκινήσει καλά καλά κι απομένεις να τους κοιτάς καθώς κινούνται στο χώρο με τα φώτα πάνω τους. Ποτέ δεν τους κουράζουν τα φώτα. Και τα θέλουν έντονα, τυφλωτικά. Βλέπεις στο δυνατό φως δε φαίνονται οι ατέλειες που κουβαλούν.
Σε κουράζουν. Ναι είναι αλήθεια πως αυτοί οι λαμπεροί άνθρωποι που ξεχειλίζουν από ανασφάλεια, σε κουράζουν. Δεν είναι ότι εσύ είσαι υπεράνω. Είναι απλά ότι είσαι διαφορετικός κι ορισμένα πράγματα, ορισμένες καταστάσεις και συμπεριφορές δεν τις αντέχει το πετσί σου.
Τους αφήνεις στα μοναχικά φώτα τους, δέχεσαι ότι δεν πρόκειται να καταλάβεις ποτέ τη στάση τους, δεν πρόκειται να γίνεις ποτέ φίλος ή οπαδός τους και συνεχίζεις τη ζωή σου όπως έμαθες. Με σιωπή όταν δε γνωρίζεις, με ταπεινότητα και δίχως προβολείς. Όσο γι’αυτούς; Τους αφήνεις στη βιτρίνα που εξέθεσαν τον εαυτό τους, καλογυαλισμένους, φανταχτερούς μα ολότελα, απελπιστικά, απέραντα κούφιους…





Εκείνες οι αγάπες που είναι ο ίδιος ο Παράδεισος…


Υπάρχουν κάποιες αγάπες που δεν πηγαίνουν στον παράδεισο. Είναι οι ίδιες ο παράδεισος.
Σχέσεις που δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα και τα πήραν όλα.
Σχέσεις που δεν ήθελαν τίποτα για τον εαυτό τους, αλλά τα έδωσαν όλα.
Ο χρόνος δεν χαρίζεται σε κανέναν όμως, αυτές οι αγάπες ξεπερνούν την έννοια του χρόνου.
Γίνονται αιώνια χυμώδη στιγμιότυπα, έντονες σχεδόν θρυλικές συναντήσεις του έρωτα.
Ιστορίες που μπορεί και να ξεπήδησαν από τα λογοτεχνικά μονοπάτια ή να υπήρξαν οι ίδιες αιτία για τη συγγραφή δυνατών στιγμών, ύμνοι στην πένα ανθρώπων που ευλογημένοι από το Θεό μπόρεσαν να ζήσουν αγάπες χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς εγωισμούς.
Έχουν υπάρξει εκπληκτικής διαύγειας ενσταντανέ, φτιαγμένα από τα πιο ζωηρά και παθιασμένα χρώματα.
Βλέμματα που όσα χρόνια κι αν περάσουν, όποτε συναντιούνται θα κοιτάζονται με την ίδια αγάπη.
Εραστές που έχουν κρατήσει ένα κομμάτι της καρδιάς τους ως φόρο τιμής για την πρώτη ή τη μεγαλύτερη αγάπη.
Την έχουν τοποθετήσει στο τμήμα του μυαλού, με τα ιερά και πολυαγαπημένα.
Όχι γιατί με το πέρασμα του χρόνου έμειναν μόνο οι καλές στιγμές και ξεχάστηκαν οι άσχημες.
Όχι γιατί το μυαλό τείνει να ωραιοποιεί περασμένα μεγαλεία.
Αυτές οι αγάπες έχουν υπάρξει μεγαλείο και έχουν αναδείξει ο ένας το μεγαλείο του άλλου.
Ζευγάρια που έχουν βγάλει στην επιφάνεια τα καλύτερα κομμάτια τους αβίαστα, απλά, λιτά και απέριττα.
Χωρίς βαρυσήμαντες δηλώσεις πόθου, χωρίς βαρύγδουπες εκδηλώσεις αγάπης, χωρίς υποσχέσεις που δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ.
Τα λόγια σε αυτές τις αγάπες είναι περιττά.
Μιλούν η σιωπή, τα βλέμματα, η τρυφερότητα που ο χρόνος δεν μπόρεσε να αποξενώσει.
Ακόμη κι όταν η ερωτική επιθυμία έχει φύγει, συνεχίζουν να αγαπούν όλα όσα ζήσανε μαζί.
Δεν αποποιούνται δευτερόλεπτο. Έχουν πάντα μια αγκαλιά μόνο για την αγάπη εκείνη. Δεν την αρνούνται.
Δεν εύχονται να μην την είχαν ζήσει.
Έχουν ξεπεράσει τα προσωπικά Εγώ κι έχουν νιώσει την κάθε στιγμή στο έπακρο, ακόμη κι αυτή του χωρισμού ή αποχωρισμού.
Πόσο τυχερός μπορεί να είσαι για να έχεις ζήσει μια τέτοια αγάπη;
Δεν είναι εύκολο, το ξέρω. Πρέπει να βρεθούν δυο άνθρωποι στο κατάλληλο μέρος, την κατάλληλη στιγμή.
Κυριότερα όμως πρέπει να νιώσουν τη στιγμή. Να μην την αφήσουν να περάσει. Να μη δειλιάσουν.
Να μη βάλουν μπροστά την λογική. Να ακούσουν το συναίσθημα. Να μην αναλώνονται στα πώς και τα γιατί.
Να ορμήσουν, κι όπου βγάλει.
Να ξεγυμνωθούν μπροστά στον έρωτα, ναι μεν με φόβο για το άγνωστο, αλλά επίσης με πάθος.
Να μην αναλογιστούν το μετά. Να ζήσουν το τώρα. Αυτό ξέρει καλύτερα.
Πόσοι τολμούν τελικά;
Πόσοι αφήνουν την προστατευμένη περιοχή τους για να ξεχυθούν στο άγνωστο κι όπου βγάλει;
Γιατί, δεν μπορείς να ξέρεις όταν αρχίζεις μια σχέση αν θα είναι καλή ή κακή.
Συνήθως η αποτίμηση γίνεται όταν περάσουν τα χρόνια ή όταν έχει τελειώσει.
Αλλά δεν μπορεί να είσαι τόσο ανόητος ώστε να μην καταλαβαίνεις πως ό,τι αρχίζει με πάθος χωρίς άλλες προσδοκίες, είναι συνήθως αυτό που τα δίνει όλα.
Όταν τα βλέμματα συναντιούνται, κλειδώνουν. Δεν στρέφει κανείς το κεφάλι.
Δεν ψάχνει κανείς εξόδους διαφυγής. Δεν τρέχεις κανείς προς άλλη κατεύθυνση.
Εκεί, μαζί, να ζήσουν κι όπου βγάλει.
Έτσι γεννιούνται οι μεγάλες αγάπες. Αυτές που αντέχουν στο χρόνο. Που δεν χάνονται στο χρόνο.
Αυτές που όσα χρόνια κι αν περάσουν παραμένουν μεγάλες.
Προσωπικοί παράδεισοι του καθενός που μένουν χαραγμένοι στη μνήμη, που ταξιδεύουν το νου, που κρατούν την καρδιά πάντα ζεστή.
Άνθρωποι που έχουν αγαπηθεί απόλυτα, δόθηκαν ολοκληρωτικά, παθιάστηκαν σαρκικά.
Άνθρωποι που έβαλαν το  συναίσθημα πάνω από τη λογική, τον πόθο πάνω από τις προσωπικές ανάγκες, και αγαπήθηκαν αιώνια.
Δεν πιστεύεις πως υπάρχουν τέτοιες αγάπες;
Είναι μέχρι να αγαπήσεις για πάντα.
Τότε ξέρεις πως θα ζεις για πάντα γιατί ότι κι αν γίνει,θα είσαι στην καρδιά κάποιου, πάντα.

Γράφει η Ιωάννα Γκανέτσα





ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...