Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

"Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σαν μοναδική ευκαιρία" - Χρόνης Μίσσιος


“Η ζωή μας μια φορά μας δίνεται, άπαξ, που λένε, σαν μοναδική ευκαιρία. Τουλάχιστο μ’αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.

Και μεις τι κάνουμε, ρε αντί να τη ζήσουμε?

Τι την κάνουμε? Τη σέρνουμε από δω και από κει δολοφονώντας την…

Οργανωμένη κοινωνία, οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.

Μα αφού είναι οργανωμένες, πως είναι σχέσεις?

Σχέση σημαίνει συνάντηση, σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πως να οργανώσεις τα συναισθήματα…

Έτσι, μ’αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες?

Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν “αξίες”, σαν “ηθική”, σαν “πολιτισμό”.

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να παίξουμε και να χαρούμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας…

Όλα, όλα τα αφήνουμε για το άυριο που δεν θα ‘ρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για εμάς… Όμως το αφήσαμε για αύριο…

Για να πάμε που?

Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά μόνο στο θάνατο και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ’τη ζωή μας, χαιρόμαστε.

Ξέρεις γιατί?

Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.

Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμμία ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δεν δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχθές απ’την ταράτσα για να μην πεθάνει.

Ήρθανε να την πάρουν και η Μαρία είπε το όχι με τον πιο αμετάκλητο τρόπο. Πήγαμε στην κηδεία της και τι άκουσα τον παπά να λέει: “Χους ει και εις χουν απελεύσει”. Και τότε κατάλαβα πως η Μαρία σώθηκε. Του χρόνου, όλα τα στοιχεία της, που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής, θα γίνουν πανσέδες, δέντρα, πουλιά, ποτάμια…”

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χρόνη Μίσσιου “Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε?”





Τέννεσι Ουίλιαμς - Γυάλινος κόσμος (απόσπασμα)


"Δεν πήγα στο φεγγάρι, πήγα πιο πέρα. Γιατί ο χρόνος είναι η μεγαλύτερη απόσταση που χωρίζει δύο τόπους... Μετά από λίγο καιρό μ’ έδιωξαν από τη δουλειά, γιατί έγραψα ένα ποίη­μα πάνω σ’ ένα κουτί παπουτσιών. Έφυγα από το Σαιν Λούις. Κατέβηκα για τελευταία φορά εκείνη τη σκάλα κινδύνου και από τότε ακολούθησα τα χνάρια του πατέρα μου, προσπαθώ­ντας με τη διαρκή κίνηση να βρω αυτό που είναι χαμένο στο χάος. Γι’ αυτό και ταξίδεψα πολύ. Οι πόλεις στροβιλίζονταν γύρω μου σαν νεκρά φύλλα, φύλλα με ζωντανά ακόμα χρώ­ματα, αλλά αποκομμένα από το κλαδί τους.
 Θα μπορούσα να έχω σταματήσει κάπου, αλλά είχα την αίσθηση ότι κάτι με κυνηγούσε, κάτι που εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά μου και με ξάφνιαζε. Άλλοτε ένα κομμάτι μουσικής που κάτι μου θύ­μιζε, άλλοτε ένα κομμάτι απλό, διάφανο γυαλί... Μπορεί να περπατάω βράδυ σ’ ένα δρόμο, σε κάποια άγνωστη πόλη, προτού βρω παρέα. Και να περάσω από μια φωτισμένη βιτρίνα αρωματοπωλείου γεμάτη πολύχρωμα γυαλάκια, μπουκαλάκια σε υπέροχες αποχρώσεις, σαν κομμάτια ουράνιου τό­ξου. Και τότε να νιώσω το χέρι της αδελφής μου στον ώμο μου. Στρέφω και την κοιτάζω κατάματα...
 Αχ, Λώρα, Λώρα, προσπάθησα να σ’ αφήσω πίσω μου, αλλά τώρα σού είμαι πιο πιστός απ’ όσο ήμουν τότε! Ψάχνω για τσιγάρο, περνάω στο απέναντι πεζοδρόμιο, τρέχω σ’ ένα σινεμά ή σ’ ένα μπαρ, παίρνω ποτό, μιλάω στον πρώτο τυχόντα που θα βρω δίπλα μου, κάνω τα πάντα για να καταφέρω να σβήσω τα κεριά σου. Γιατί σήμερα ο κόσμος φωτίζεται μόνο με αστραπές. Σβήσε τα κεριά σου."


Το θαυμαστικό! Αντόν Τσέχωφ



Την Παραμονή των Χριστουγέννων ο Εφήμ Περεκλάντι, «υπουργικός γραμματεύς», πλάγιασε πολύ άκεφος. Ένιωθε πως τον είχαν προσβάλλει βαριά.

- Παράτα με, μάγισσα! ούρλιαξε με κακία, μόλις τον ρώτησε η γυναίκα του παραξενεμένη για το κατσούφικο ύφος του.
Εκείνο το βράδυ βρισκόταν σε μια διασκέδαση και είχε ακούσει πολλά δυσάρεστα πράγματα που τον πλήγωσαν κατάκαρδα. Στην αρχή μιλούσαν για τη σημασία που έχει γενικά η μόρφωση, ύστερα η συζήτηση πέρασε, έτσι χωρίς να το καταλάβουν, στα προσόντα που χρειάζονται για να γίνει κανείς υπουργικός υπάλληλος. Και επειδή δεν έχεις ανάγκη και πολύ σπουδαία φόντα για να τρυπώσεις σε μια δημόσια υπηρεσία, το θέμα έγινε αφορμή για πικρόχολες παρατηρήσεις, παρεξηγήσεις και πειραχτικά σχόλια. Στο τέλος, όπως γίνεται πάντοτε σε κάθε ρούσικη παρέα, το γενικό ζήτημα μετατοπίστηκε σε προσωπικές περιπτώσεις.
- Θέλετε ένα παράδειγμα; Ορίστε! Εσείς, κύριε Περεκλάντιν. Έχετε μια σπουδαία θέση…αλλά ποια είναι η μόρφωσή σας;
- Καμιά, κύριε. Στη δική μου υπηρεσία δε χρειάζεται μόρφωση, αποκρίθηκε με μετριοφροσύνη ο Περεκλάντιν. Φτάνει να ξέρεις ορθογραφία.
- Και πού μάθατε εσείς ορθογραφία;
- Η συνήθεια, κύριε… Σαράντα χρόνια υπηρεσία, μαθαίνει το χέρι. Βέβαια στην αρχή ήταν κάπως δύσκολα, έκανα λάθη, αλλά με την καθημερινή ρουτίνα έμαθα.
-Και η στίξη;
- Και η στίξη το ίδιο…, δεν κάνω λάθη.
- Χμ! έκανε ο νεαρός ενοχλημένος. Η συνήθεια όμως δεν είναι το ίδιο πράμα με τη μόρφωση. Δε φτάνει να ξέρεις πού θα βάλεις τις οξείες και τις περισπωμένες… όχι κύριε! Πρέπει να ξέρεις και γιατί. Όταν βάζεις κόμμα, να πούμε, πρέπει να ξέρεις για ποιο λόγο βάζεις κόμμα… μάλιστα κύριε! Και η αυτόματη ορθογραφία σας… η ανακλαστική… δεν αξίζει καπίκι. Είναι μηχανική δουλειά και τίποτα παραπάνω.
Ο Περεκλάντιν δεν έβγαλε μιλιά, χαμογέλασε μάλιστα με μετριοφροσύνη. (Ο νεαρός ήταν γιος κρατικού συμβούλου πέμπτης τάξεως και ο ίδιος ήταν κιόλας δημόσιος υπάλληλος δέκατου βαθμού.) Αλλά τώρα που πλάγιασε άφησε να ξεσπάσουν η αγανάκτηση και ο θυμός του.
«Σαράντα χρόνια υπηρεσία δε μου είπε κανείς κουβέντα και έρχεται αυτός να μου κάνει τον έξυπνο. Αυτόματη ορθογραφία… ανακλαστική…  Μηχανική δουλειά! Μπορεί να καταλαβαίνω εγώ καλύτερα από σε΄να και ας μην πήγα σε πανεπιστήμια». Αφού έλουσε το νεαρό με όλα τα επίθετα που είχε το υβρεολόγιό του και ζεστάθηκε κάτω από τις κουβέρτες, ξαναβρήκε τη γαλήνη του.
«Ξέρω… καταλαβαίνω… συλλογιζόταν μισοκοιμισμένος. Δεν βάζω ποτέ άνω τελεία εκεί που χρειάζεται κόμμα, έχω συνείδηση λοιπόν τι κάνω, ξέρω. Μάλιστα… έτσι είναι, νεαρέ μου! Πρέπει να στρωθείς στην καρέκλα, να δουλέψεις κάμποσα χρονάκια και ύστερα να κρίνεις τους γέρους».
Στα γλαρωμένα μάτια του Περκλάντιν πέρασε ξαφνικά ένα φωτεινό κόμμα σαν μετέωρο ανάμεσα σε τούφες πηχτά, μαύρα σύννεφα που του χαμογελούσαν. Ένα άλλο, και άλλο, και άλλο ακόμη, και σε λίγο ολάκερος ο απέραντος μαύρος φόντος, που απλωνόταν στον ουρανό της φαντασίας του, πλημμύρισε φωτεινά, φτερωτά κόμματα.
«Ας πάρουμε αυτά τα κόμματα για παράδειγμα, συλλογιζόταν ο Περεκλάντιν, που ένιωθε το κορμί του να ποτίζεται από μια γλυκιά νάρκη, τα ξέρω καλά… Είμαι ικανός, αν θέλεις, να βρω για το καθένα τη θέση που του ταιριάζει και… ευσυνειδήτως, όχι στην τύχη… Δοκίμασέ με και θα δεις… Όσο μπερδεμένο είναι το κείμενο, τόσο περισσότερα κόμματα χρειάζεται. Κόμμα βάζω πάντοτε μπροστά στο ‘ο οποίος, η οποία, το οποίο’ και στο ‘ό,τι’, όταν είναι αναφορικό. Όταν γράφεις μια κατάσταση των υπαλλήλων, πρέπει να βάζεις κόμμα ύστερα από κάθε όνομα. Το ξέρω».
Τα χρυσά κόμματα έπεσαν, σε λίγο, σαν βροχή και έσβησαν…
Στον απέραντο μαύρο φόντο πρόβαλαν κατακόκκινες τελείες. «Τελεία βάζουμε, όταν τελειώνουμε… Επίσης, όταν θέλουμε να δείξουμε το σημείο που πρέπει να γίνει μια μεγάλη διακοπή για να κοιτάζουμε τον ακροατή. Τελεία βάζουμε στο τέλος των μεγάλων παραγράφων, για να μην πιάνεται η ανάσα του γραμματικού που θα διαβάσει το κείμενο. Πουθενά αλλού».
Οι τελείες παιχνίδισαν, στριφογύρισαν και ο Περεκλάντιν είδε να προβάλει μπρος στα μάτια του μια ολόκληρη στρατιά από «δυο τελείες».
«Πού βάζουμε δύο τελείες; Δύο τελείες βάζουμε μετά το ‘αποφασίζομεν’, ‘διατάσσομεν’».
Οι τελείες χάθηκαν και ήρθε η σειρά των ερωτηματικών. Ξεχύθηκαν από τα σύγνεφα και άρχισαν να χορεύουν κανκάν.
«Το ερωτηματικό; Έχουν δει τα μάτια τέτοια! Και χίλια να μου δώσεις, κάπου θα βρω να τα βολέψω, Το βάζουμε πάντοτε όταν θέλουμε να ρωτήσουμε για κάτι ή όταν θέλουμε να ζητήσουμε πληροφορίες για ένα έγγραφο… ‘Πού υποβλήθηκε ο απολογισμός του τάδε έτους;’ ή ‘Το αστυνομικό τμήμα έχει πληροφορές περί της σημερινής κατοικίας του Ιβανώφ;’ κτλ».
Τα ερωτηματικά αναποδογύρισαν, ίσιωσε η μαγκουρίτσα τους και με μιας, σαν να υπάκουσαν σε κάποιο παράγγελμα, έγιναν θαυμαστικά.
«Χμ!... Αυτό ‘το σημείο της στίξεως’ μεταχειριζόμαστε πολύ συχνά στα γράμματα. ‘Αγαπητέ κύριε!’ ή ‘Εξοχότατε, πατέρα και ευεργέτη!...’ Και στα υπηρεσιακά έγγραφα όταν… μα πότε;»
Τα θαυμαστικά έκαναν ένα σάλτο μπροστά, κορδώθηκαν ακόμα περισσότερο και στάθηκαν εκεί ασάλευτα, περιμένοντας…
«Στα υπηρεσιακά έγγραφα, όταν χμ… πώς να το πω; Χμ!... Αλήθεια, πότε, βάζουμε θαυμαστικό; Στάσου… να θυμηθώ… Χμ!»
Ο Περεκλάντιν άνοιξε τα μάτια του και γύρισε από το άλλο πλευρό. Μόλις όμως έκλεισε τα βλέφαρά του, να σου τα θαυμαστικά πρόβαλαν πάλι στο μαύρο φόντο.
«Να πάρει ο διάολος!... Πότε πρέπει να βάλουμε θαυμαστικό;» συλλογιζόταν πασχίζοντας να αποδιώξει από τη φαντασία του αυτούς τους ενοχλητικούς επισκέπτες. «Το ξέχασα λοιπόν; Βέβαια, ή το ξέχασα ή δεν έβαλα ποτέ…»
Άρχισε να ξαναζωντανεύει στη θύμησή του τα έγγραφα που είχε συντάξει στα σαράντα χρόνια της υπαλληλικής του ζωής. Βασάνισε τη σκέψη του, έστυψε το μυαλό του, τίποτα! Ο Περεκλάντιν κατσούφιασε! Σε όλο αυτό το ταξίδι στα περασμένα δε βρήκε ούτε ένα θαυμαστικό.
«Μα είναι καταπληκτικό! Γράφω σαράντα ολόκληρα χρόνια και δεν έχω βάλει ούτε μια φορά θαυμαστικό!... Χμ!... Πού διάολο μπαίνει αυτός ο μπελάς;»
[…]
-Μάρθα, ψιθύρισε, και σκούντηξε τη γυναίκα του, που πάντοτε καμάρωνε για τα χρόνια που πέρασε εσωτερική στο λύκειο. Ξέρεις, μάτια μου, πού βάζουμε θαυμαστικό, όταν γράφουμε;
-Και βέβαι ξέρω! Εφτά χρόνια έμεινα εσωτερική. Ξέρω όλη τη γραμματική απ’ έξω κι ανακατωτά. Αυτό το σημείον στίξεως χρησιμοποιείται εις τας προσφωνήσεις, τας αναφωνήσεις και όταν θέλομεν να εκφράσωμεν ενθουσιασμόν, αγανάκτησιν, χαράν, οργήν, και άλλα συναισθήματα.
«Ωραία! Συλλογιζόταν ο Περεκλάντιν. Ενθουσιασμό, αγανάκτηση, χαρά, οργή και άλλα συναισθήματα…»
Ο υπουργικός υπάλληλος βυθίστηκε στις σκέψεις του. Σαράντα χρόνια μουντζούρωνε χαρτιά, είχε γεμίσει χιλιάδες κόλλες, μυριάδες και όμως δε θυμάται ούτε μια μονάχα γραμμή που να εκφράζει ενθουσιασμό, αγανάκτηση ή κάτι τέτοιο.
«Και άλλα συναισθήματα…συλλογιζόταν. Μα τι χρειάζονται τα συναισθήματα στα υπηρεσιακά έγγραφα; Ακόμα κι ένας αναίσθητος μπορεί να τα συντάξει…»
[…]
…Μαρτύρησε όλη τη νύχτα. Μα και το πρωί δεν τον άφησε καθόλου το φάντασμα. […] Βγαίνοντας στο δρόμο φώναξε ένα έλκηθρο και, καθώς πλησίαζε ο αμαξάς, νόμισε πως αντί για έλκηθρο ερχόταν καταπάνω του ένα πελώριο θαυμαστικό.
Πέρασε το κατώφλι του γραφείου και ο κλητήρας του φάνηκε σαν θαυμαστικό. Όλα του μιλούσαν για ενθουσιασμό, αγανάκτηση, οργή. Έπιασε τον κοντυλοφόρο και νόμισε πως κρατούσε ένα θαυμαστικό στα δάχτυλά του… Ο Περεκλάντιν βούτηξε την πένα στο καλαμάρι και υπόγραψε: «Εφήμ Περεκλάντιν, γραμματεύς!!!»
Και απλώνοντας αυτά τα τρία θαυμαστικά στην αράδα, δοκίμαζε ενθουσιασμό, αγανάκτηση, χαρά και την ίδια στιγμή έβραζε από το κακό του.
-Για κοίτα! Για κοίτα! μουρμούρισε καρφώνοντας το βλέμμα του στον κοντυλοφόρο.
Το φωτεινό θαυμαστικό ικανοποιημένο πια εξαφανίστηκε.




Αντόν Τσέχωφ,  Διηγήματα

Μετάφραση Κυρ. Σιμόπουλος
Θεμέλιο, Αθήνα 2000

Σάββατο 25 Απριλίου 2020

"Λαθρεπιβάτης στη χλόη" - Τάσος Λειβαδίτης


Ονειρεύομαι κάτι δροσιστικό,
ένα αίνιγμα σαν μια φιλία
μια λέξη σαν ένα χέρι αρπαγμένο
μέσα στον πανικό
έναν κατάδικο που σκεπάζει τη μηλιά
με το καπέλο του
ή μια γυναίκα που ριψοκινδυνεύει
μες στον καθρέφτη –
τελικά, η σκάλα ήταν έρημη
κι εγώ ο τρελός που έκλεβε τα πορτοκάλια –
θυμάμαι τον παππού στο παράθυρο,
όμοιον μ’ ένα ρόδι ξερό
και την κλωστή που όταν έσπαγε,
συνέχιζε η καμπάνα την ιστορία,
τόσες διηγήσεις, που δεν ξέρουμε πια τίποτα,
όπως όταν τελειώνει ένα ποίημα
και μόνον αυτοί πηγαίνουν στον παράδεισο
που έζησαν σκιαγμένοι μες στο ίδιο τους το σπίτι,
ονειρεύομαι ένα ταξίδι σαν παιδικό παράπονο,
ένα ρολόι που να μη μας διώχνει,
το πρωινό τσιγάρο που κάνει το δήμιο 
ν’ αργοπορεί
ή το ασυνάρτητο γέλιο ενός κοριτσιού 
σαν μια Ιλιάδα,
ονειρεύομαι να μην ονειρεύομαι,
μόνο να κάθομαι έξω στα χωράφια,
την ώρα που νυχτώνει
και το σφύριγμα του τρένου μακριά ακούγεται,
άξαφνα, έξω απ’ τη ματαιότητα.

Τάσος Λειβαδίτης
από τη συλλογή Ανακάλυψη, 1977

"Βρες χρόνο" - Γιάννης Ρίτσος


Βρες χρόνο για σκέψη ,
αυτό είναι η πηγή της δύναμης.

Βρες χρόνο για παιχνίδι ,
αυτό είναι το μυστικό της αιώνιας νιότης.

Βρες χρόνο για διάβασμα ,αυτό είναι το θεμέλιο της γνώσης.


Βρες χρόνο να είσαι φιλικός ,
αυτό είναι ο δρόμος προς την ευτυχία.


Βρες χρόνο για όνειρα ,
αυτά θα τραβήξουν το όχημά σου ως τ' αστέρια.


Βρες χρόνο ν' αγαπάς και ν' αγαπιέσαι ,αυτό είναι το προνόμιο των Θεών.


Βρες χρόνο να κοιτάς ολόγυρα σου ,
είναι πολύ σύντομη η μέρα για να 'σαι εγωιστής.


Βρες χρόνο να γελάς αυτό είναι η μουσική της ψυχής...''


Γ. Ρίτσος

"Το παραμύθι ενός ραγισμένου έρωτα" - Μενέλαος Λουντέμης (Κωνσταντινούπολη 1906 - Ἀθήνα 1977):



Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
ἦταν ἕνας Ερωτας.
Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.

«Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
ἄλλων ματιῶν μεθύσια
καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
Ἔρωτα χρυσομάλλη,
ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
ἦταν ἡ Λησμονιά».

Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
«Ἔρωτα μὴ σὲ... Ἔρωτα μὴ σὲ...
ἔρωτα μισέ... ἔρωτα μισέ...»

Θέ μου!
Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
Ἕνα πονετικὸ χέρι,
γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:

«Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
τὰ μαγεμένα βέλη;
Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
μὲ δάκρυα πικραμένα,
καρφιά ῾ταν πυρωμένα
καὶ μπήχτηκαν βαθιά».
......................................................

Ποιός μου χτυπᾷ τὸ τζάμι;
Μὴ μοῦ χτυπᾶτε.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ κατοικεῖ ἡ Μοναξιὰ
μὲ μόνιμη νοικάρισα τὴ Πλήξη.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Μάταια χτυπᾶτε.
Ἐγὼ δὲ μπορῶ ν᾿ ἀνοίξω.
Δὲ μπορῶ νὰ συρτῶ
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου,
οὔτ᾿ ὡς τὴ πόρτα τοῦ ἄλλου κόσμου.

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Δὲν εἶμαι ῾δῶ.
Ἐδῶ εἶν᾿ ἕνα ξερὸ ἔντομο
σ᾿ ἕνα κόσμο, -φέρετρο-
ὅπου ἀπαγορεύεται -μὲ κίνδυνο ἀνάστασης-
ἀκόμη κι ὁ θάνατός σου!

Μὴ μοῦ χτυπᾶτε λοιπὸν τὸ τζάμι.
Κάνετε λάθος.
Λάθος στὸ σπίτι.
Λάθος στὴ πόρτα.
Λάθος στὸν αἰῶνα.
Λάθος. Λάθος. Λάθος!

Γι᾿ αὐτὸ πάψτε.
Πάψτε -γιὰ τὸ Θεό- νὰ μοῦ χτυπᾶτε!
Σᾶς τὸ ξαναλέω- μή!
Ἐδῶ δὲ κατοικῶ ἐγώ.
Ἐδῶ κατοικεῖ μία αἱμοβόρα
κι ἀκροβάτισα ἀράχνη,
ποὺ πρὶν λίγο ἔφαγε μία πεταλούδα.
Μιὰ χρυσή, λεπτὴ πεταλούδα,
ποὺ -ἀλίμονο- εἶχε τ᾿ ὄνομά μου!

Ἄρα δὲν εἶχα ἀγαπηθεῖ, αὐτὸ ἦταν ὅλο
Ἴσως ἀνόητα ὑποδύθηκα τὸ ρόλο
Γελωτοποιοῦ πολὺ μετρίας κλάσης
Λησμονημένος σὲ μιὰν ἄχρηστη ἀποθήκη
Ἠλίθιος κοῦκλος μὲ σπασμένη μύτη


(Τέσσερα Ποιήματα ἀπὸ τὴν συλλογή: 
«Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»)

Η καλή και η ανάποδη - A. Camus



Αρκεί ένα μόνο φως να λάμψει και ξεχειλίζω από μια συγκεχυμένη και μεθυστική χαρά. Αυτό το απόγευμα με φέρνει έτσι απέναντι στην ανάποδη μεριά του κόσμου. Μα η ατμόσφαιρα παραμένει κρύα. Παντού ένα αραχνοΰφαντο πέπλο ήλιου που κι ένα νύχι θα το ‘σχιζε, μα που ντύνει τα πάντα μ’ ένα θαλερό χαμόγελο.
 Ποιος είμαι εγώ και τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να συμμετέχω στο παιχνίδι του φωτός μέσα στα φυλλώματα; Να είμαι αυτή η αχτίδα που καίει το τσιγάρο μου, αυτή η γλυκύτητα κι αυτό το διακριτικό πάθος που ανασαίνει με τον αέρα.

Κι αν προσπαθήσω να βρω τον εαυτό μου, το πετυχαίνω μόνο χάρη στο φως. Κι αν επιχειρήσω να καταλάβω και να δοκιμάσω τούτη τη λεπτή γεύση που μου φανερώνει το μυστικό του κόσμου, μόνο τον εαυτό μου ανακαλύπτω στο βάθος του σύμπαντος. Τον εαυτό μου, δηλαδή αυτή την ακραία συγκίνηση που με λυτρώνει απ’ το σκηνικό. Άλλοι αφήνουν ένα λουλούδι ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου, φυλακίζουν εκεί έναν περίπατο όπου τους άγγιξε ο έρωτας. Κι εγώ κάνω περιπάτους, μα με χαϊδεύει ένας θεός. Η ζωή είναι σύντομη κι είναι αμαρτία να χάνεις τον καιρό σου. Λένε πως είμαι δραστήριος. Αλλά το να είσαι δραστήριος σημαίνει να χάνεις τον καιρό σου, εφόσον χάνεσαι ο ίδιος.
 Το σήμερα είναι μία στάση και η καρδιά μου φεύγει να συναντήσει τον εαυτό της. Αν με πνίγει ακόμα μια αγωνία, είναι γιατί αισθάνομαι τούτη την αψηλάφητη στιγμή να γλιστρά μέσα απ’ τα δάχτυλά μου όπως οι σταγόνες του υδράργυρου. Αφήστε λοιπόν όσους θέλουν να γυρίσουν την πλάτη τους στον κόσμο. Δεν παραπονιέμαι αφού βλέπω να γεννιέμαι. Τούτη την ώρα, όλο μου το βασίλειο ανήκει σ’ αυτό τον κόσμο. Αυτός ο ήλιος κι αυτές οι σκιές, αυτή η ζέστη κι αυτό το κρύο που έρχονται απ’ το βάθος του αέρα: ν’ αναρωτηθώ αν κάτι πεθαίνει κι αν οι άνθρωποι υποφέρουν, αφού τα πάντα γράφονται σ’ αυτό το παράθυρο όπου ο ουρανός σκορπίζει την πληρότητά του που έρχεται να σμίξει με τον οίκτο μου.
 Μπορώ να πω και θα το πω αμέσως ότι αξίζει να είναι κανείς αληθινός, κι αυτό τα περιλαμβάνει όλα, και την ανθρωπιά και την απλότητα. Και πότε λοιπόν είμαι αληθινός, αν όχι όταν είμαι ο κόσμος; Η επιθυμία μου εκπληρώνεται πριν προλάβω να την εκφράσω. Η αιωνιότητα είναι εδώ κι εγώ την περίμενα με ελπίδα. Τώρα δεν εύχομαι πια να είμαι ευτυχισμένος αλλά να έχω συνείδηση της πραγματικότητας.

Ένας άνθρωπος παρατηρεί με θαυμασμό τον κόσμο κι ένας άλλος σκάβει τον τάφο του: πώς να τους ξεχωρίσω; Τους ανθρώπους και τον παραλογισμό τους; Αλλά να το μειδίαμα του ουρανού. Το φως δυναμώνει και μήπως έρχεται σε λίγο το καλοκαίρι; Αλλά να τα μάτια και η φωνή εκείνων που πρέπει ν’ αγαπώ. Είμαι δεμένος με τον κόσμο με όλες μου τις κινήσεις, με τους ανθρώπους, με όλο τον οίκτο και την ευγνωμοσύνη μου. Ανάμεσα σε τούτη την καλή και την ανάποδη του κόσμου, δεν θέλω να επιλέξω, δεν μου αρέσει να επιλέγω. […]

Το πραγματικό θάρρος είναι ακόμα να κρατά κανείς τα μάτια ανοιχτά στο φως όπως και στον θάνατο. Άλλωστε, πώς να εκφράσω αυτό που συνδέει την τρομερή αγάπη της ζωής μ’ εκείνη τη μυστική απελπισία; Αν δεχτώ την ειρωνεία, κρυμμένη στο βάθος των πραγμάτων, εκείνη τότε αποκαλύπτεται αργά. Κλείνοντας το μικρό και φωτεινό μάτι της, λέει: «Ζήστε σαν…» Παρά τις τόσες έρευνες, η γνώση μου σταματά εδώ.

A. Camus, Η Καλή και η Ανάποδη, εκδ. Καστανιώτη

"Τ΄ άπειρο για να ξαναρχίσω" - Pablo Nerouda



Θα ξέρεις πως δε σ'αγαπώ και πως
σ'αγαπώ αφού η ζωή μας δυό έχει τρόπους
η λέξη είναι φτερούγα της σιωπής
έχει φωτιά το'να μισό από κρύο.

Σ'αγαπώ για να σ΄αγαπήσω πάλι,
τ' άπειρο για να ξαναρχίσω
κι απ'το να σ'αγαπώ για να μην πάψω,
γι'αυτό κι εγώ δε σ΄αγαπώ ακόμα.

Σ'αγαπώ και δεν σ'αγαπώ σαν να'χα
στα χέρια τα κλειδιά της ευτυχίας
κι ένα δύστυχο αβέβαιο πεπρωμένο.

Δυό ζωές να σ'αγαπώ η αγάπη μου έχει.
Γι' αυτό όχι μόνον όταν σ'αγαπάω
μα σ'αγαπάω κι όταν δε σ'αγαπάω.

Pablo Nerouda

Η Χαμογελαστή Καρδιά - Charles Bukowski



η ζωή σου είναι η δικιά σου ζωή
μην την αφήνεις να ενωθεί σε μια υγρή υποταγή.

να παραφυλάς.

υπάρχουν έξοδοι.

υπάρχει ένα φως κάπου.
μπορεί να μην είναι πολύ φωτεινό αλλά
διώχνει το σκοτάδι.

να παραφυλάς.

οι θεοί θα σου προσφέρουν ευκαιρίες.
να τις μάθεις. 
να τις αρπάξεις.

δεν μπορείς να νικήσεις το θάνατο αλλά
μπορείς να νικήσεις το θάνατο στη ζωή, μερικές φορές.

και όσο πιο συχνά μάθεις να το κάνεις,
τόσο περισσότερο φως θα υπάρχει.

η ζωή σου είναι η δικιά σου ζωή
μάθε τήν όσο την έχεις.

είσαι υπέροχος
οι θεοί περιμένουν να πάρουν μεγάλη ευχαρίστηση
από εσένα.



The Laughing Heart

Charles Bukowski (1920-1994)

"Προσκυνητές" Γιόζεφ Μπρόντσκι


Προσκυνητές 

"Τα όνειρα και τα αισθήματά μου εκατοστή φορά
Σ’ εσένα έρχονται με δρόμο των προσκυνητών"
Φ. Μπέικον

Δίπλα από τα σφαγεία και χρυσορυχεία,
δίπλα από τα καλύβια και παλάτια, 
δίπλα από τα σικάτα νεκροταφεία, 
δίπλα από τα μεγάλα ελάτια,
δίπλα από τη Μέκκα και Ρώμη, 
δίπλα από τη συμφορά ακόμη,
της αγιοσύνης μιμητές,
περνάνε οι προσκυνητές.
Σακάτηδες, από την κούραση έχουν μεθύσει, 
μισόγυμνοι, χωρίς φαγί, 
τα μάτια τους γεμάτα δύση, 
οι καρδιές τους, αυγή.
Πίσω τους άδουν οι ερημιές, 
λάμπουν οι μακρινές αστραπές, 
μπροστά τους γεννιούνται οι τρικυμιές, 
και βραχνά προφητεύουν πτηνά μεγαλοπρεπές:
Ότι ο κόσμος δε θ’ αλλάξει, 
θα μείνει πραγμάτων παλιών η τάξη,
ο κόσμος θα μείνει εκτυφλωτικά χιονάτος, 
και ατιμωτικά κεφάτος, 
ο κόσμος θα μείνει απατηλός, 
ο κόσμος θα μείνει ανάπηρος, 
ίσως γλυκόπικρος, 
κι όμως άπειρος.
Κ’ αυτό σημαίνει, ότι δε θα ωφελήσει
η πίστη στον εαυτό σου, στον Θεό, στη φύση.
… Κ’ αυτό σημαίνει ότι είσαι μόνος:
η αυταπάτη και ο δρόμος.
Και θα συνεχιστούν πάνω στη γη τα βασιλέματα, 
και θα συνεχιστούν πάνω στη γη τα χαράματα.
Θα την λιπαίνουν οι οπλίτες. 
Θα την εγκρίνουν οι ποιητές-προφήτες.

Αγάπη


Ένα καλό τεστ για την αληθινή αγάπη, λέει ο Barbellion*  ή κάποιος άλλος πάνω σ' αυτό, είναι αν μπορείς ν' αντέξεις στη σκέψη να κόβεις τα νύχια των ποδιών του αγαπημένου σου. Αυτή είναι πράγματι μια αξιομνημόνευτη εικόνα. Όχι μόνο είναι τα νύχια των ποδιών συμβολικά για όλα όσα μια σεμνότυφη περίοδος θα περιέγραφε ως απόβλητα που θα έπρεπε να υποφέρεις χωρίς σιχασιά – ιδρώτας, περιττώματα – αλλά βλέπεις εκεί μέσα και το γονάτισμα, την περιποιητική στάση στα πόδια του αγαπημένου σου. Πραγματικά δεν είσαι τίποτα παραπάνω από τον νυχοκόπτη ενός θεϊκού ποδιού.
     Το να κόβεις τα νύχια των ποδιών κάποιου είναι σαν να επιτίθεσαι σε κάποιον μ' ένα όπλο, όσο μικροσκοπικό κι αν είναι αυτό. Αν η σεξουαλικότητα είναι πόλεμος, η αγάπη είναι οπλισμένη ειρήνη. Για κάτι παραπάνω από οπλισμένη ειρήνη ο άνθρωπος δεν είναι ικανός.
     Παραμένει ο εαυτός του και την ίδια στιγμή τον ξεπερνά. Παραμένει ο εαυτός του γιατί, αν και έχει κλείσει ένα σύμφωνο ειρήνης, δεν μπορεί να απαρνηθεί την πολεμοχαρή, αιμοδιψή του φύση, ξεπερνά τον εαυτό του γιατί ορκίζεται ότι έχει κλείσει αυτή την συμφωνία για πάντα. Άρρηκτα συνδεδεμένη είναι η αγάπη με μεγαλόστομες λέξεις όπως αφοσίωση, ειρήνη, αιωνιότητα – κι όμως δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο πεδίο σε τέτοια αφθονία τα υποκοριστικά: Αγαπούλα. Φιλάκι. Τρυπούλα. Νυχάκι ποδιού.
     Αφήνει επίσης η αγάπη, για κάτι που θεωρείται τόσο επουράνιο, με ευχαρίστηση να περιγράφεται με γήινους όρους. Μπορούμε να πιούμε τις λέξεις από τα γλυκά σα μέλι χείλια της αγαπημένης, μπορούμε να λατρέψουμε τις καμπύλες κάποιου, μπορούμε παραδεισένια να βυθιστούμε σε μια θεϊκή αγκάλη, να τρυγήσουμε τ' αστέρια του ουρανού, να μετρήσουμε τις χρυσές αποχρώσεις της ίριδας, μα και απλά να κόψουμε τα νύχια των ποδιών κάποιου. Η πιο ταπεινή χειρονομία δε ταπεινώνει, όχι, πρωτύτερα ανυψώνει την αίγλη της αγάπης μας. Διότι – παράδοξο νούμερο τόσο – μένουμε έγκυοι απ' την αγάπη μόνο μόλις χάσουμε ολότελα τον εαυτό μας. Αυτό που αγαπάμε – αυτός ο άλλος – μας έχει υπό την κατοχή του. Κοιτάμε με τα μάτια του άλλου, αισθανόμαστε με τα χέρια του άλλου, ζούμε στο σώμα του άλλου. Κόβουμε τα νύχια των δικών μας ποδιών.
     Εκεί κυβερνά μια εκκωφαντική ειρήνη. Βρισκόμαστε ανυπεράσπιστοι μπρος στη δικιά μας ομοβροντία. Και ενώ έχουμε χάσει τον εαυτό μας – θα τελειώσουν άραγε ποτέ αυτές οι αντιφάσεις;  - έχουμε ταυτόχρονα την πληρέστερη κατοχή όλων των ικανοτήτων μας. Οι στίχοι κυλάνε τελειότεροι από την πένα μας, οι κινήσεις του σώματος μας είναι λιγότερο απότομες και έχουν περισσότερη χάρη, κάνουμε πάντοτε τα σωστά πράγματα, κανένας καμπουριασμένος νάνος δεν διασχίζει πια το δρόμο μας, καμιά παραφωνία δε φτάνει στα αυτιά μας, η αίσθησή μας για το χιούμορ και για τους παραλογισμούς της ύπαρξης έχει αγγίξει τον υψηλότερο βαθμό εκλέπτυνσης και όλα αυτά που με καλοσύνη μπορούμε να κατέχουμε ακτινοβολούν από το μέτωπό μας, ακόμα και η καλοσύνη που δεν κατέχουμε.
     Θα μπορούσαμε, αν επιτρεπόταν να μας κατηγορήσουν, να είμαστε ανυπόφοροι: μακάριοι ηλίθιοι. Αλλά δεν επιτρέπεται να μας κατηγορήσουν: είμαστε ένας άλλος. Εκτελούμε ευτυχισμένοι θελήματα. Είμαστε ερωτευμένοι.
     Πόσο διαρκεί αυτή η κατάσταση; Για πολλούς ίσως όχι περισσότερο απ' όσο κάνει ένα νύχι ποδιού να μεγαλώσει ξανά. Για μένα είναι η κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκομαι σχεδόν αδιάκοπα. Είμαι ερωτευμένος με την ίδια την αγάπη. Με κάνει το πρωί, με το ξύπνημα, να μην ξεκινώ την ημέρα μου γεμάτος αηδία, με κάνει κατά τη διάρκεια της ημέρας να γνέφω εγκωμιαστικά χωρίς ίχνος ματαιοδοξίας, με κάνει το βράδυ να πέφτω για ύπνο χωρίς άγχος και πόνο.
     Αλίμονο αν μια μέρα μ' εγκαταλείψει η αγάπη. Θα είμαι τότε ένας μοναχικός αστεροειδής, ένα ψαλιδάκι νυχιών που αιωρείται ανάμεσα σε κόσμους, ψάχνοντας αμήχανα για το αγαπημένο του δάχτυλο.
____________________________ 
 *  Wilhem Nero Pilatus Barbellion ψευδώνυμο του Bruce Frederick Cummings (1889 – 1919) Άγγλος συγγραφέας. Το έργο του “Ημερολόγιο ενός Απογοητευμένου Ανθρώπου” θεωρείται ένα από τα πιο συγκινητικά ημερολόγια που έχουν ποτέ γραφτεί.





Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

H Διοίκηση της Ν.Μ. Γιαννιτσών του Γ.Ν. Πέλλας ευχαριστεί τον Δικηγορικό Σύλλογο Γιαννιτσών


        H Διοίκηση της Ν.Μ. Γιαννιτσών του Γ.Ν. Πέλλας   εκφράζει τις θερμές ευχαριστίες της, στον  Δικηγορικό  Σύλλογο  Γιαννιτσών  για την σημαντική ΔΩΡΕΑ,  όσον αφορά  την κάλυψη βασικών αναγκών της Ν.Μ. Γιαννιτσών σε υγειονομικό υλικό, οι οποίες συνδράμουν στην  εξυπηρέτηση των  ασθενών, κατά το διάστημα της νοσηλείας τους στο Νοσοκομείο, εν όψη της κρίσιμης χρονικής περιόδου κρουσμάτων από τον ιό του COVID -19.
       Ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
Μάσκες αναισθησίας-τεχνικού αερισμού ΝΟ3,4,5 (τεμάχια 29) 
Συνδετικό Υ- piece ΕΥΘΥ π.χ. Πολυαμιδίου για κύκλωμα  αναπνοής ενηλίκων (τεμάχια 20)
Άγκιστρο δακτυλίου σιλικόνης 22mm (τεμάχια 30)
Κεφαλοδέτες  σιλικόνης μικρού και μεγάλου μεγέθους (τεμάχια 30).



                        Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ 
                                                                                   της Ν.Μ.ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ του Γ.Ν. ΠΕΛΛΑΣ
                                                                                                                                            

                  ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΟΓΓΟΣ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙO ΔΗΜΟΥ ΑΛΜΩΠΙΑΣ


ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙO  ΔΗΜΟΥ ΑΛΜΩΠΙΑΣ

Ο Δήμος Αλμωπίας θα ήθελε να ευχαριστήσει θερμά:

1. Την οικογένεια Κώστα Αβραμίδη και το εστιατόριο ¨Διόνυσος¨.
2. Τους Λιούγα Δημήτριο και Λιούγα  Πέτρο από το εστιατόριο ¨Παραδοσιακό¨. 
3. Τις κυρίες Μαρία Ιγνατιάδου και Μαργαρίτα Καμενίδου. 
   
Οι οποίοι με την ευγενική προσφορά τους  στήριξαν τους συμπολίτες μας που έχουν  πραγματικά ανάγκη, λόγω της υγειονομικής κρίσης. 

Σας ευχαριστούμε πολύ!




Ευχαριστήριο Αντιπεριφερειάρχη Πέλλας στην Οικογένεια Κοτσαμπουικίδη και την επιχείρηση «Αφαία» της Κρύας Βρύσης



Έδεσσα, 24 Απριλίου  2020

Ευχαριστήριο Αντιπεριφερειάρχη Πέλλας στην Οικογένεια Κοτσαμπουικίδη και την επιχείρηση «Αφαία» της Κρύας Βρύσης

Ο Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας κ. Δάνης Τζαμτζής εκφράζει τις ευχαριστίες του στην Οικογένεια Κοτσαμπουικίδη που διατηρεί την εμπορική επιχείρηση «Αφαία», στην Κρύα Βρύση, για την άμεση, γενναιόδωρη ανταπόκρισή της και στήριξη της λειτουργίας της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας, με την προσφορά προϊόντων υγιεινής, από τις πρώτες ημέρες έναρξης της κρίσης της πανδημίας του κορωνοïού. Όπως σημειώνει ο κ. Αντιπεριφερειάρχης, «οι έλληνες πολίτες διαθέτουν ισχυρά κοινωνικά αντανακλαστικά τα οποία ενεργοποιούνται στις δύσκολες στιγμές και στις δοκιμασίες που κατά καιρούς έχει ζήσει η Ελλάδα. Το ελληνικό φιλότιμο, η ανθρωπιά, το ειλικρινές ενδιαφέρον για τον πλησίον και η αλληλεγγύη είναι χαρακτηριστικά των Ελλήνων τα οποία έχουμε κληρονομήσει από τους προγόνους μας και μ’ αυτά έχουμε μάθει να πορευόμαστε όπου κι αν βρεθούμε, όποια δυσκολία κι αν χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε».

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

Οι λαϊκές αγορές του Δήμου Αλμωπίας θα παραμείνουν κλειστές μέχρι και τις 27.04.2020


ΔΗΜΟΣ ΑΛΜΩΠΙΑΣ 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΑΪΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ  ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΛΜΩΠΙΑΣ 

Με γνώμονα πάντα την προστασία της υγείας των συνδημοτών μας, λαμβάνοντας υπόψη   τα πρόσφατα υγειονομικά δεδομένα της περιοχής μας και μετά από προτροπή του Υφυπουργού κ. Νίκου Χαρδαλιά, υπεύθυνου της  Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, ο Δήμος Αλμωπίας ανακοινώνει ότι οι λαϊκές αγορές του Δήμου Αλμωπίας θα παραμείνουν κλειστές μέχρι και τις 27.04.2020 


Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Ίσως η απουσία είναι...παρουσία - Pablo Neruda

Ισως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι, 
χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι 
σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς 
πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,
χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι 
που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει, 
που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει 
σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,
χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις 
απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου, 
καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι του ανέμου,
και από τότε είμαι γιατί εσύ είσαι, 
και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε, 
και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.
Pablo Neruda

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...