Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016
"Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι 'συ" - Ζωρζ Σαρή
Η Ζωή θέλει να την αγαπάνε.
Να την αγαπάνε χωρίς παζαρέματα, πολύ και αλογάριαστα.
Μικρή κατάλαβε πως για να τα καταφέρει, έπρεπε πρώτα ν΄ αγαπήσει αυτή τους ανθρώπους ή τουλάχιστον να κάνει πως τους αγαπά…
Αγαπούσε όπως πεινούσε, όπως διψούσε, όπως πονούσε, όπως γελούσε.
Το δίχτυ της Ζωής ήταν σοφά πλεγμένο. Είχε κι άλλες κλωστές πολύ γερές.
Άνοιγε τις χούφτες της και σκόρπιζε το παιδικό της βιος.
Χάριζε τα βιβλία της, τα μολύβια της, τις πέννες της, τις ζωγραφιές της, τα παιχνίδια της. Κρυφά από τους δικούς της χάρισε το χρυσό σταυρό της, το δαχτυλιδάκια της, μια παλιά καρφίτσα της γιαγιάς. Έψαχνε στα συρτάρια, κάτι να βρει ακόμα, να το χαρίσει κι αυτό, να γίνει ένας παραπανίσιος κρίκος στην αλυσίδα που θα την έδενε με τους ανθρώπους.
Αγωνιζόταν.
Η λαχτάρα της γινόταν ορμητικό ποτάμι και παράσερνε τα εμπόδια.
Όχι, όχι δεν ήτανε παιχνίδι. Ήταν αγωνία. Παιδιάστικη αγωνία.
Η μητέρα το ΄χε καταλάβει και της παραστεκότανε χωρίς πολλά λόγια. Ένιωθε τη μοναξιά που τρόμαζε το παιδί της, ίσως γιατί την ήξερε, τη φοβόταν. Έλεγε στη Ζωή:
«Να εμπιστεύεσαι τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είσαι 'συ».
«Όταν ο ήλιος»
Ζωρζ Σαρή
"Αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης" - Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.
Νίκου Καζαντζάκη: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.
Στο παρακάτω απόσπασμα: Η μαντάμ Ορτάνς -που είναι ένα από τα κύρια πρόσωπα του μυθιστορήματος επειδή ήταν συνδεδεμένη με τον Ζορμπά- έχει πεθάνει και ο συγγραφέας με τον Ζορμπά επιστρέφουν από την κηδεία της.)
Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά, σαν παιγνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας.
Βγήκαμε από το χωριό, πήραμε το δρόμο κατά το ακρογιάλι μας.
-Ζορμπά, είπα, για να κόψω τη βαριά σιωπή, τι αγέρας είναι ετούτος; Νοτιάς;
Μα ο Ζορμπάς πήγαινε μπροστά, κρατώντας σα φανάρι το κλουβί με το παπαγάλο και δεν αποκρίθηκε.
Όταν φτάσαμε στο ακρογιάλι μας, ο Ζορμπάς στράφηκε:
-Πεινάς, αφεντικό; ρώτησε.
-Όχι, δεν πεινώ, Ζορμπά.
-Νυστάζεις;
-Όχι.
-Μήτε εγώ. Ας καθίσουμε στα χοχλάδια, έχω κάτι να σε ρωτήσω.
Ήμασταν και οι δυο κουρασμένοι, μα δε θέλαμε να κοιμηθούμε. Δε θέλαμε να χάσουμε το φαρμάκι της μέρας ετούτης, ο ύπνος μας φαίνουνταν σα μια φυγή σε ώρα κιντύνου και ντρεπόμασταν να κοιμηθούμε.
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας∙ έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατά του και κάμποση ώρα σώπαινε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ' αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τά 'βλεπε για πρώτη φορά.
-Τι γίνεται εκεί απάνω! μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε.
-Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά; Ποιος τα έκαμε; Γιατί τα έκαμε; Και πάνω απ' όλα, ετούτο (η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο): Γιατί να πεθαίνουμε;
-Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το εξηγήσω.
-Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό. Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε:
-Τότε τι ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις; Άμα δεν λένε αυτό τι λένε;
-Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν' απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
-Να τη βράσω τη στενοχώρια τους! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω:
-Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
-Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί. Στράφηκε πάλι σε μένα
-Εγώ θέλω να μου πεις από που ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές∙ θα ‘χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί∙ τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε, αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μια απόκριση! Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη∙ μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
-Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
-Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ' ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η γης μας∙ τ' άλλα φύλλα είναι τ' αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα∙ τ' οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει∙ το γευόμαστε, τρώγεται∙ το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου∙ από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει την καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος.
Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει...
Σταμάτησα. Ήθελα να πω: «Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η ποίηση», μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
-Τι αρχίζει; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες;
-...Αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε: "Θεός"∙ άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε: «Μου αρέσει».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα∙ βασανίζουνταν να καταλάβει.
-Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο∙ τον κοιτάζω και δεν φοβούμαι. Όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω: Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου! Δεν είμαι λεύτερος; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι:
-Όχι, δε θ' απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω: «σφάξε με, αγά μου, ν' αγιάσω!»
Δε μιλούσα∙ στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
-Δεν είμαι λεύτερος; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευγο σε δικιά σου λεύτερη βούληση -αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το 'ξερα, και γι αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
-Καληνύχτα, αφεντικό, είπε∙ φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να ‘ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα∙ ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν' αλλάζω.
Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.
Το τελευταίο τρένο για το Άλφα του Κενταύρου
Καιρό είχα να βρεθώ σε σταθμό, νύχτα.
Όλοι οι backpacker γνωρίζουν τον πρώτο κανόνα του φτηνού ταξιδιού με τρένο: Ταξιδεύεις νύχτα. Έτσι κοιμάσαι στο τρένο και γλιτώνεις τα έξοδα του ξενοδοχείου. Απλό, αλλά κουραστικό.
Πάνε πολλά χρόνια απ’ την τελευταία φορά που ταξίδεψα μ’ αυτόν τον τρόπο. Τώρα κάθομαι σ’ ένα παγκάκι, στο σταθμό της Θεσσαλονίκης και γράφω στο τετράδιο μου.
Δίπλα μου δυο καθαρίστριες, που κάνουν ένα τσιγάρο μέχρι να έρθει το επόμενο τρένο. Να δουλεύεις στις 23:00 και κάποιοι να τολμούν να λένε ότι οι καθαρίστριες είναι ελίτ.
Παραδίπλα τουρίστες και πρόσφυγες. Μετακινούνται οι άνθρωποι, πάντα έτσι γινόταν. Κάποιοι με τη θέληση τους, άλλοι εξαναγκάζονται.
Το φάντασμα της δραχμής πλανιέται πάνω απ’ την πόλη, ενώ το βαμπίρ του ευρώ μας έχει πιεί το αίμα. Κι όμως, πιο πολύ φοβόμαστε κάτι το ανύπαρχτο, παρά το αληθινό. Είναι ακριβώς αυτός ο φόβος για το άγνωστο, αυτός ο έντεχνα κατασκευασμένος φόβος, που μας κρατάει δέσμιους του ευρώ και της καταστροφής που σπέρνει.
«Κατασκευή συναίνεσης», το λέει ο Τσόμσκι.
Ένας πατέρας συνοδεύει τον φοιτητή γιο του. Κρατιέται καλά, παρά τα γκρίζα μαλλιά, παρότι βρίσκεται στην νεότητα των γηρατειών, τα πενήντα. Ο γιος του ακτινοβολεί. Έχει όλον τον κόσμο (και τον χρόνο) μπροστά του.
Δυο τουρίστριες παίρνουν πληροφορίες από κάποιον πρόθυμο μεσήλικα, που έχει ρουφήξει την κοιλιά και μιλάει αυτοσχέδια αγγλικά. Ένα πιτσιρίκι με την τσάντα στον ώμο. Ένας νέγρος, ένας άνθρωπος που ίσως να είχε δει και ελέφαντα, αν δεν είχαν απαγάγει του προγόνους τους οι Ευρωπαίοι, στέκεται παραδίπλα.
~~
Το τρένο φτάνει, σαν ένας τεράστιος πίνακας για γκράφιτι. Απ’ τα μεγάφωνα μας ειδοποιούν ότι θα πραγματοποιηθούν ελιγμοί και ότι θα επικολληθούν βαγόνια κι ότι θα αναβαθμιστεί το σύστημα προώθησης κι άλλα τέτοια παράδοξα, οπότε θα φύγουμε με είκοσι λεπτά καθυστέρηση.
Εμμένω στο παγκάκι, ενώ ο κόσμος επιβιβάζεται. Πάντα ήμουν εκείνος που επιβιβαζόταν τελευταίος. Σχεδόν πάντα.
Ακριβώς μπροστά στην πόρτα ένα ζευγαράκι είναι σφιχταγκαλιασμένο. Η κοπέλα ακουμπάει στο στήθος του αγοριού. Εκείνος της χαϊδεύει το πρόσωπο. Θα αποχωριστούν, αλλά χάρη στους ελιγμούς και τις επικολλήσεις, κέρδισαν είκοσι λεπτά.
Συμπεριφέρονται λες κι ένας απ’ αυτούς (ο άντρας συνήθως) πηγαίνει στον πόλεμο -κι ίσως ποτέ να μη γυρίσει, οι πόλεμοι έχουν μια τέτοια ασάφεια.
Έτσι είναι ο έρωτας. Κάθε δευτερόλεπτο μακριά είναι θάνατος.
Σιγοτραγουδάω: «Κάνε κάτι λοιπόν, να χάσω το τρένο».
~~
Μια μητέρα χαιρετάει τον γιο της, που έχει ήδη κάτσει στη θέση του, δίπλα στο παράθυρο. Ο πατέρας την τραβάει για να φύγουν. Εκείνη εμμένει. Ο γιος της κάνει νόημα να φύγει. Εκείνη εμμένει.
Η εμμονή της μάνας, θα μπορούσε να είναι πίνακας του Νταλί.
Τελικά το παίρνει απόφαση. Πηγαίνει στο παράθυρο και φωνάζει: «Να περάσετε καλά!» Κάνει να φύγει, αλλά έχει ξεχάσει κάτι σημαντικό: «Και να προσέχεις.»
Και μετά φεύγει συντετριμμένη. Ίσως να είναι η πρώτη φορά που ο γιος της, το σπλάχνο της, πάει μόνος διακοπές. Τι τραύμα!
Η καθαρίστρια, αυτή που κάπνιζε πριν, πηγαίνει να σφουγγαρίσει και λέει (αυστηρά) στο ζευγαράκι να κάνει άκρη. Μάλλον έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ήταν ερωτευμένη κι εκείνη.
Ζέστη πολλή, μέσα Ιουλίου. Έξω απ’ το βαγόνι μόνο δύο καπνιστές, οι ερωτευμένοι κι ένας τύπος που γράφει μέχρι τελευταίας ρανίδος
Όταν γράφεις χάνεις τον εαυτό σου. Γίνεσαι οι άλλοι, τα χέρια τους, τα μάτια τους, τα φιλιά τους, ο πόνος τους (ένας νεαρός περνάει, στην μπλούζα του γράφει Pain, και μετά ένας άλλος, Italia).
Ησυχία πια. Πριν μιλούσαν όλοι, όλες τις γλώσσες του πλανήτη. Τώρα ήρθε η κινητή φωλιά, μπήκαν μέσα κι ησύχασαν. Έκατσαν στις θέσεις τους, σωστά αριθμημένοι.
Και το ρολόι δείχνει 23:20. Τα ρολόγια των σταθμών έχουν μια ιδιαίτερη σημειολογία. Ίσως είναι κάτι σαν
Ξαφνικά το τρένο κινείται και οι πόρτες κλείνουν. Το ερωτευμένο ζευγαράκι πανικοβάλλεται. Το ίδιο και ο συγγραφέας. Τρέχουμε και χτυπάμε να μας ανοίξουν. Μπαίνουμε λαχανιασμένοι, αλλά το τρένο δεν φεύγει.
Ίσως ο οδηγός να είναι πλακατζής. Να μας είδε που καθόμασταν αμέριμνοι απ’ έξω και να είπε να μας κάνει μια πλάκα. Σαν τον αθέατο πλακατζή του πεπρωμένου, που λέει κι ο Τομ Ρόμπινς.
~~
Κάθομαι στη θέση μου. Ευτυχώς κανείς δεν είναι δίπλα μου. Δεν είναι ωραίο να κοιμούνται πάνω στον ώμο σου, ειδικά αν είναι κάποιος άγνωστος, κάποιος άγνωστος των εκατόν είκοσι κιλών, κάποιος άγνωστος των εκατό είκοσι κιλών που ροχαλίζει.
Το τρένο ξεκινάει τελικά στις 23:36. Ο πλακατζής οδηγός μας έβαλε μέσα δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα. Το ερωτευμένο κορίτσι είναι ο τελευταίος επιβάτης που κάθεται στη θέση του.
Απ’ έξω φεύγει η πόλη και ο έρωτας.
~~{}~~
Μπροστά μου μια κυρία τρώει πατατάκια και γυρνοβολάει στο facebook με το κινητό της. Δυο νεαροί κουβεντιάζουν. Ένας άντρας με άσπρα μαλλιά ήδη ξάπλωσε.
Βλέπω τον εαυτό μου στο δεξί παράθυρο. Μετά στο αριστερό. Κάπου στη μέση πρέπει να είμαι κι εγώ.
Ποιος είναι ο αληθινός; Εκείνος στα δεξιά, ο άλλος στα αριστερά ή μήπως εκείνος στη μέση; Ή μήπως κανείς;
Γράφω, άρα υπάρχω.
~~
Ο ελεγκτής πλησιάζει τρυπώντας εισιτήρια. Χρησιμοποιεί το ίδιο εργαλείο από τότε που ταξίδεψα για πρώτη φορά με τρένο. Τα τρένα άλλαξαν, τα εισιτήρια άλλαξαν, αλλά η φωνή παραμένει η ίδια, ρομποτική: «Όλα τα εισιτήρια».
Η φωνή ίδια, το εργαλείο ίδιο, ο σταυρός στο τριχωτό στήθος ίδιος, η κοιλιά και το μουστάκι ίδια. Λες και είναι ο ίδιος ελεγκτής, σε όλα τα τρένα, απ’ την παιδική μου ηλικία.
~~
Το τρένο σταματάει. Απ’ τα αθέατα ηχεία ακούγεται: «Πλατύ! Πλατύ! Αποβίβαση απ’ τη δεξιά πλευρά.»
Η ησυχία και η στασιμότητα, η ακινησία, προκαλούν νευρικότητα στους επιβάτες.
Παραδίπλα μια τουρίστρια, Ισπανίδα, σημειώνει στο τετράδιο της. Ένας γέρος μαυροπουκαμισάς ροχαλίζει. Μια τσιγγάνα πάει προς την τουαλέτα και ξεροβήχει.
Το τρένο ξεκινάει, αλλά λίγα χιλιόμετρα μετά, σταματάει στη μέση του δεν-υπάρχει-κανένα-φως-έξω. Όλοι κοιτάμε να δούμε τι έγινε. Ακούγεται μόνο το καζανάκι απ’ την τουαλέτα και η τσιγγάνα βγαίνει ξεροβήχοντας. Αυτοί οι Ρομά καταστρέφουν τα τρένα.
Έπειτα αρχίζει να δουλεύει ο εξαερισμός και το τρένο ξεκινά.
~~
Τα φώτα δεν χαμηλώνουν και ο κλιματισμός δεν δουλεύει. Η ώρα είναι 00:15 και αναρωτιέμαι πώς θα καταφέρουμε να κοιμηθούμε.
Το τρένο κυλάει ευθύγραμμα κι αθόρυβα μες στο σκοτάδι, απέξω περνούν φώτα κίτρινα κι άσπρα.
Είναι σαν να ταξιδεύουμε στο διάστημα, με ταχύτητα δίνης (δρ Σποκ) και τ’ άστρα να φαίνονται σαν τα φώτα μιας επαρχιακής πόλης, κάπου κοντά στην Κατερίνη.
Ίσως κάποτε, αν σταματήσουμε να πιστεύουμε ότι ο πλούτος είναι ο μοναδικός στόχος, αν κάποτε ξεκινήσουμε να ζούμε συλλογικά, ίσως τότε το ταξίδι στ’ άστρα να γίνει κάτι τόσο βαρετό και συνηθισμένο, που όλοι οι επιβάτες, σαν τον νεαρό απέναντι, να χασμουριούνται μέχρι να φτάσουμε στο Άλφα του Κενταύρου.
~~
Το κεφάλι κάποιου μελαψού, πολύ πιο μελαψού απ’ το μεσογειακό, κρέμεται απ’ το κάθισμα.
Από ποια Κόλαση έφυγε και σε ποιον παράδεισο ονειρευόταν να βρεθεί; Είναι βία δέκα οχτώ χρονών.
Το τρένο σταματάει, χωρίς να κλείσει τις μηχανές. «Κατερίνη».
Έπειτα, σαν ιπτάμενος δίσκος, φεύγει απ’ την Κατερίνη, για το Άλφα του Κενταύρου.
Ένας νεαρός κατεβάζει την αποσκευή του, η καθαρίστρια μαζεύει τα σκουπίδια, η κυρία του facebook πίνει νερό, ο ελεγκτής πάει μπροστά, η τσιγγάνα που ξεροβήχει ξαναπερνάει, τα φώτα απέξω, ο αριστερός μου εαυτό και ο δεξιός, η Ισπανίδα ακουμπάει στον ώμο του συντρόφου της, κάποιος διαβάζει ένα βιβλίο, οι μισοί φοράνε παπούτσια Nike, η τουρίστρια σανδάλια, η τσιγγάνα παντόφλες κι ο ελεγκτής σκαρπίνια.
Τα φώτα δεν χαμηλώνουν. Μάλλον θα κοιμηθούμε μόνο όταν θα είμαστε απολύτως εξαντλημένοι.
~~{}~~
Δεν ξέρω πόσες ώρες έχουν περάσει. Ο αθέατος πλακατζής ξεκινάει να φωνάζει: «Δομοκός! Δομοκός! Φτάσαμε στη Δομοκό! Αποβίβαση απ’ την αριστερή πλευρά. Δομοκός! Δομοκός!»
Βλέπω μια συσκευασία από τυρί Δομοκού, 2,6 ευρώ, λίγο πριν ξυπνήσω.
Το τρένο σταματάει. Κάποιοι σηκώνονται. Μάλλον δεν θα βρούμε ποτέ την ησυχία, θα περιπλανιόμαστε ισόβια, σαν επιβάτες ενός τρένου που τα φώτα ποτέ δεν σβήνουν.
ΠΗΓΗ...http://sanejoker.info
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016
Στην 7η Γιορτή Καρατζοβίτικης Πιπεριάς
Η μαγευτική διαδρομή στον κατάφυτο επαρχιακό δρόμο, με τις διάσπαρτες ροδιές, τις κατάφορτες με τους χρυσοκόκκινους καρπούς, σωστά ρουμπίνια, θύμησες των προαιώνιων θρύλων, για το αίμα του πληγωμένου, κυνηγημένου μοναχού.
Η μουντή ατμόσφαιρα και τα ανθρακόχρωμα σύννεφα, που στεφανώνουν τη "Μεγάλη Πέτρα", που αγέρωχη στέκει εκεί ψηλά και υπενθυμίζει στον εχθρό, να μην τολμήσει καμία επιβουλή.
Η καταπράσινη οροσειρά, με τα ευθυτενή πεύκα στα βόρεια του οικισμού, σωστή νατουραλιστική πινελιά μεγάλου ζωγράφου, να διανθίζει το ειδυλλιακό φθινοπωρινό τοπίο.
Τα μεγαλόσωμα τσομπανόσκυλα με τα απειλητικά γαβγίσματα και τα αμέριμνα αμνοερίφια, που σε καλωσορίζουν βελάζοντας χαρούμενα, αναμασώντας το τελευταίο φρέσκο χορτάρι της χρονιάς.
Ο μεταλλικός ήχος των χάλκινων παραδοσιακών μελωδιών, που σε υποδέχονται καθώς προσεγγίζεις την ιστορική πλατεία και ο δυνατός παλμός της καρδιάς σου, που ξεκινά να πάλλεται ανυπομονώντας να φτάσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.
Οι αυστηρές, επιβλητικές μορφές των Ηρώων Μακεδονομάχων, που ζωντανεύουν στα γρανιτένια τους βάθρα, και η αίσθηση υπερηφάνειας, που σε διακατέχει για τους αγώνες των προγόνων.
Η, με στρατιωτική τάξη και ακρίβεια, διάταξη των τραπεζιών και το σαν μελίσσι βουητό των εθελοντών, διοργανωτών, καθώς και το συνεχές ποδοβολητό πάνω κάτω, να προλάβουν τα πάντα.
Η σφιχτή χειραψία και το ζεστό, όλο λάμψη χαμόγελο του Τάσου, ο ζεστός Ελληνικός καφές δίπλα στο αναμμένο τζάκι και ο Λακωνικός διάλογος με τον "Πρύτανη".
Το ασφυκτικά γεμάτο πέτρινο αμφιθέατρο και ο πανύψηλος γερο πλάτανος με τα τεράστια απλωμένα κλαριά του να σκεπάζει σαν στοργικός πατέρας όλο τον διάκοσμο.
Ο χαμογελαστός πρόεδρος του "Κώστας Γαρέφης", οι ευχαριστίες προς όλους για την τιμή της επίσκεψης και οι διαβεβαιώσεις του για την άνομβρη εκδήλωση.
Το, σαν κολασμένος σιδηρόδρομος, στήσιμο των τραπεζιών, γεμάτα γαστριμαργικές αμαρτίες με κάθε λογής πιπεριές, μαγειρεμένες με δεκάδες εκδοχές και προτάσεις.
Οι πρόχειροι πάγκοι των πλανόδιων με τα φανταχτερά παιχνιδάκια και τα τρανταχτά κλάματα των μικρών, που τα θέλουν όλα, τραβώντας από το μανίκι τους παππούδες.
Η μελωδική τοπική παραδοσιακή μπάντα των χάλκινων και το γλυκόλαλο παίξιμο τους, σωστό Αγγελικό δοξάρι, κατευθείαν στο κέντρο, στα τρίσβαθα της ψυχής.
Το τσίτωμα του δέρματος και ο ανεπαίσθητος λυγμός, που δύσκολα συγκρατείται, στο αντίκρυσμα των μικρών χορευτών με το μετρημένο, σοβαρό τους χαμόγελο, άξιοι συνεχιστές της ιστορικής παράδοσης.
Οι λυγερόκορμοι χορευτές και χορεύτριες, απόγονοι του Γαρέφη από τον σύλλογο της Νήλειας και η αίσθηση του αδερφικού πνεύματος, που σου πλημμυρίζει τα σωθικά.
Οι εντυπωσιακές χορεύτριες και χορευτές των Αλησμόνητων πατρίδων με τις φανταχτερές φορεσιές και οι ρυθμικοί κροταλισμοί που σε ταξιδεύουν , πέρα στην άλλη άκρη του Αιγαίου, στις χρυσοφώτιστες ακτές της Μικρασίας.
Η Μακεδονική κορμοστασιά και οι γεωμετρικοί σχηματισμοί, χαραγμένοι λες με διαβήτη, και οι αλάνθαστες φιγούρες των μελών του συλλόγου Χρύσας-Τσάκων-Ροδωνιάς, και το συναισθηματικό ντελίριο που σε καταλαμβάνει, ανεμόσκαλα θαρρείς προς την Ουτοπία της παράδοσης.
Ο συγκινητικός λόγος του Δημάρχου, τέκνο της περιοχής, γέννημα θρέμμα, και η επιτακτική ανάγκη επίσπευσης των ενεργειών για την προώθηση του κόκκινου χρυσού του τόπου και την συστηματικότερη ανάπτυξη της καλλιέργειας .
Μα πάνω από όλα, οι μαυροφορεμένες γιαγιάδες, που κουρνιάζουν υπομονετικά στα πέτρινα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου, και το κρυφό δάκρυ στα ρυτιδιασμένα μάγουλα, που σκουπίζεται και ξανασκουπίζεται από την άκρη του μαύρου τσεμπεριού, και τα τρεμάμενα χείλη, που σιγοτραγουδούν και συνοδεύουν νοητικά την ορχήστρα, στους ντόπιους, Μακεδονικούς, Ελληνικούς σκοπούς.



































































































































