Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Μενέλαος Λουντέμης: «Αναμονή»


Σε περιμένω.

Μη ρωτάς γιατί.

Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος

Που δεν έχει τί να περιμένει

Και όμως περιμένει.

Γιατί σαν πάψει να περιμένει

Είναι σα να παύει να βλέπει

Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό

Να παύει να ελπίζει

Σα να παύει να ζεί.

Αβάσταχτο είναι...

Πικρό είναι

Να σιμώνεις αργά στ'ακρογιάλι

Χωρίς να είσαι ναυαγός

Ούτε σωτήρας

Παρά ναυάγιο.

 Μενέλαος Λουντέμης, «Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς»

Η σημασία της μοναξιάς σε μια εποχή διαρκούς δικτύωσης…


Η μοναξιά έχει πολλά πλεονεκτήματα. Μας παρέχει ελευθερία σκέψης και δράσης. Ενισχύει τη δημιουργικότητα. Προσφέρει ένα πεδίο όπου μπορεί η φαντασία να καλπάσει. Εμπλουτίζει τις επαφές μας με άλλους παρέχοντας προοπτική, η οποία ενισχύει την οικειότητα και καλλιεργεί την ενσυναίσθηση.

Η αλήθεια είναι ότι δεν βιώνουμε πάντα τη μοναξιά με θετικό τρόπο. Κατά καιρούς, μπορεί να οδηγήσει κάποιους ανθρώπους στην απομόνωση. Με αυτή την έννοια, η μοναξιά είναι ένα νόμισμα με δύο όψεις, σαν τις άλλες ανάγκες της ζωής, όπως το φαγητό. Όπως και με το φαγητό, επωφελούμαστε αν είμαστε προσεκτικοί με την ποσότητα και την ποιότητα μοναξιάς που βιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή.
Αυτό ισχύει και για την επιδιωκόμενη μοναξιά και για εκείνες τις στιγμές αθέλητης μοναξιάς που μπορεί να αντιμετωπίσουμε. Και τα δύο είδη μοναξιάς μπορούν να επιφέρουν τα οφέλη που προαναφέρθηκαν, αλλά η δεύτερη κατηγορία μπορεί να είναι είδος προς εξαφάνιση, τουλάχιστον για κάποιους.
Στην κοινωνική ψυχολογία, η μοναξιά παραδοσιακά ορίζεται και μετράται βάσει του να είναι κάποιος σωματικά μόνος, ή, σε κάποιες περιπτώσεις, να μην συναναστρέφεται με άλλους που είναι μαζί του. Από τότε που έχει δημιουργηθεί αυτός ο ορισμός, έχουν αλλάξει οι εποχές, όπως και οι δυνατότητες να είναι κάποιος «μαζί με» άλλους.
Ίσως σας είναι οικείο το παλιό φιλοσοφικό ερώτημα: «Αν ένα δέντρο πέσει στο δάσος και δεν το ακούσει κανείς, θα κάνει θόρυβο;». Αφότου ψάχτηκα με τις μελέτες σχετικά με τη μοναξιά, έφτιαξα μια νέα εκδοχή: «Αν ένα άτομο είναι μόνο του στο δάσος όταν πέφτει ένα δέντρο, αλλά δεν το βλέπει γιατί στέλνει μήνυμα, εξακολουθεί τελικά να είναι μόνο του;»

Τι σημαίνει να είσαι μόνος;
Με τα κινητά και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, έχουμε τα δίκτυά μας πάντα μαζί μας, και οι νέες δυνατότητες συνεχούς επικοινωνίας δημιουργούν προβλήματα στη μοναξιά –όχι μόνο στο πώς τη βιώνουμε, αλλά και στη μελέτη της. Αν όλες οι παλιές γνώσεις που είχαμε για τη μοναξιά και τον τρόπο με τον οποίο μετράται δεν ισχύουν πια, τότε δεν έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία για να διευρύνουμε την κατανόηση του φαινομένου αυτού. Χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν τους τρόπους με τους οποίους συνδέονται με τον ψηφιακό κόσμο μέσα από το Διαδίκτυο και τα κινητά, δεν μπορούμε να ξέρουμε πόση μοναξιά βιώνουν οι άνθρωποι, πώς επωφελούνται ή βλάπτονται από αυτήν, ή τους τρόπους με τους οποίους την αντιλαμβάνονται. Όταν τελείωσα το διάβασμα σχετικά με τη μοναξιά πέρυσι το καλοκαίρι, είχα την αίσθηση ότι η έρευνα για τη μοναξιά είχε φτάσει σε αδιέξοδο και χρειαζόταν μια ανανέωση.
Αυτή η ανανέωση ήρθε πέρυσι το φθινόπωρο, όταν εκδόθηκε το βιβλίο της Sherry Turkle, καθηγήτριας του MIT, Reclaiming Conversation. Το βιβλίο της Turkle έχει δεχτεί επαίνους και αντιρρήσεις για την επικριτική αντίληψη απέναντι στα ψηφιακά μέσα και την υποτίμηση της συζήτησης κατά πρόσωπο. Θέτοντας για μια στιγμή αυτό το ζήτημα στην άκρη, το βιβλίο προβάλλει κάποια επιχειρήματα που βοηθούν στο άνοιγμα της συζήτησης για τη μοναξιά στην ψηφιακή εποχή.
Ένα από τα επιχειρήματα της Turkle είναι ότι η δυνατότητα να συνδεόμαστε παντού και πάντα σημαίνει ότι δεν θα βιώσουμε ποτέ μοναξιά χωρίς να το θέλουμε (δείτε το σκετς του Louis C. K. για αυτό το θέμα). Αυτό αποτελεί πρόβλημα γιατί, όπως το θέτει η Turkle, «στη μοναξιά βρίσκουμε τον εαυτό μας∙ προετοιμαζόμαστε για τις συζητήσεις». Για αυτήν, το θεμελιώδες ζήτημα είναι το πώς η τεχνολογία, ειδικά οι κινητές επικοινωνίες, μας κάνει να αποφεύγουμε τη συνηθισμένη βαρεμάρα στην καθημερινή μας ζωή. Εκτός από τη βαρεμάρα, μπορούμε να πούμε αρκετούς βασικούς λόγους για τους οποίους κάποιος μπορεί να καταφύγει στο smartphone του αντί για τις σκέψεις του κατά τις περιόδους αδράνειας –και γιατί υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για σκόπιμη μοναξιά για αυτούς που θέλουν να επωφεληθούν από αυτήν.

Πάντα δικτυωμένοι, πιο αυτόματα
Ζούμε σε μια εποχή όπου είναι υψηλή η προσδοκία να είμαστε συνδεδεμένοι και διαθέσιμοι. Ο κοινωνιολόγος Rich Ling την αποδίδει στη μετάβαση των κινητών επικοινωνιών από κάτι καινούργιο σε κάτι δεδομένο, όπως το να λέμε την ώρα. Όταν οι κινητές επικοινωνίες ήταν κάτι καινούριο, το να είμαστε διαθέσιμοι ήταν κάτι πολύ ιδιαίτερο. Όχι πια. Το θεωρητικό επιχείρημα του Ling για την προσδοκία διαθεσιμότητας υποστηρίζεται από μια πρόσφατη δημοσκόπηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, στην οποία 80% των εφήβων είπαν ότι κοιτάνε το κινητό τους ανά ώρα, και 72% είπαν ότι νιώθουν την ανάγκη να απαντάνε αμέσως στα μηνύματα.
Καθώς οι κινητές επικοινωνίες ενσωματώνονται στην κοινωνία, κινούνται επίσης στο υπόβαθρο των γνωστικών διεργασιών. Οι άνθρωποι δεν σκέφτονται τόσο συνειδητά όταν χρησιμοποιούν συνηθισμένα πράγματα, όπως τα ρολόγια, τα συρραπτικά, και τα κινητά, όταν έχουν γίνει πλέον κοινότυπα. Στην πραγματικότητα, η συνήθης (λιγότερο συνειδητή) χρήση των κινητών εξηγεί γιατί στέλνουμε μηνύματα ενώ οδηγούμε.
Οι κινητές επικοινωνίες αποτελούν πλέον δεύτερο δέρμα μας, παρά μια καινοτομία. Όταν καλούν, οι άνθρωποι απαντούν, συνήθως αυτόματα. Ακόμα και όταν τα κινητά μας δεν κάνουν τίποτα, μερικές φορές αντιδράμε σε «φανταστικές δονήσεις». Οι συνήθειές μας μπορεί να προκαλούνται από τα συναισθήματα και το περιβάλλον μας.
Πριν από λίγα χρόνια, ήμουν μέλος μιας μικρής ομάδας που επισκέφτηκε ένα καταφύγιο θηλαστικών κοντά στο Μαϊάμι. Το ενδιαφέρον ήταν ότι οι μαϊμούδες περιπλανούνταν ελεύθερες ενώ οι άνθρωποι ήταν κλεισμένοι σε κλουβιά. Η διεύθυνση μας άφησε ελεύθερους για λίγο και ήμασταν γεμάτοι από μικρές μαϊμούδες που ήθελαν να κάνουν νέους φίλους (φίλους που είχαν καρύδια και σταφίδες). Η πρώτη μας κίνηση ήταν να βγάλουμε τα κινητά μας και να τραβήξουμε φωτογραφίες και βίντεο. Δεν το σκεφτήκαμε καν.
Αν οι άνθρωποι στρέφονται σε αυτές τις συσκευές χωρίς πολλή σκέψη όταν συμβαίνουν απίστευτα γεγονότα, είναι λογικό να κάνουμε το ίδιο σε στιγμές αθέλητης μοναξιάς. Αυτή η τάση οξύνεται και από την προσδοκία να είμαστε διαθέσιμοι πάντα και παντού. Δεν προβάλλω τη θέση ότι όλοι μας χρειαζόμαστε περισσότερη μοναξιά στη ζωή μας. Εν τούτοις, καθώς η αθέλητη μοναξιά δεν είναι πλέον υποχρεωτική, ίσως είναι καλή ιδέα να θέτουμε στην άκρη περιόδους, μέρη και δραστηριότητες όπου μπορούμε να είμαστε μόνοι μας, όχι μόνο από πλευράς ατόμων και μορίων, αλλά και από πλευράς bits και bytes.

*Ο Scott Campbell είναι Καθηγητής Τηλεπικοινωνιών στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.  






Γεωργια Μυστριωτη 
Πηγήelogiki από fee.org

«Πεταλούδα στο κρασί» του Έρμαν Έσσε


Στο κύπελλο με το κρασί μια πεταλούδα πετά,
στο γλυκο χαμό της υποκύπτει μεθυσμένη,
λάμνει βρεγμένη να πεθάνει αποφασισμένη·
ώσπου στο τέλος το δάχτυλό μου από μέσα την τραβά.

Έτσι είναι κι η καρδιά μου, την έχουν τα μάτια σου τυφλώσει,
ευτυχισμένη στο ευωδιαστό κύπελλο της αγάπης βυθισμένη,
να πεθάνει αποφασισμένη, απ’ το κρασί της μαγείας σου μεθυσμένη,
αν μια κίνηση του χεριού σου την μοίρα μου δεν περατώσει.

6 Ιουλίου 1919

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ [HERMANN HESSE (1877-1962)]: Πεταλούδα στο κρασί

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση





Το τραγούδι του Πλούτου


Εγώ και ο άνθρωπος είμαστε ερωμένοι
Με λαχταρά και τον ποθώ, 
Αλλά δυστυχώς! Εμφανίστηκε ανάμεσά μας
Μία αντίζηλος που μας φέρνει δυστυχία.
Είναι σκληρή και απαιτητική,
Δεν κατέχει παρά μόνο κενό δέλεαρ.
Το όνομά της είναι Ύλη.
Μας ακολουθεί όπου κι αν πάμε
Και παραφυλά σαν σκοπός, φέρνοντας
Ανησυχία στον αγαπημένο μου.

Αναζητώ τον αγαπημένο μου στο δάσος
Κάτω από δέντρα, στις λίμνες.
Δεν μπορώ να τον βρω, γιατί η Ύλη
Τον αφάρπαξε στην θορυβώδη
Πόλη και τον τοποθέτησε στο θρόνο
που σείει μεταλλικά πλούτη.

Τον φωνάζω με τη φωνή της
Γνώσης και το τραγούδι της Σοφίας.
Δεν ακούει, γιατί η Ύλη
Τον ξελόγιασε μέσα στο κάτεργο 
Της ιδιοτέλειας, όπου κατοικεί η φιλαργυρία.

Τον αναζητώ στο χωράφι της Ικανοποίησης,
Αλλά είμαι μόνη, επειδή η αντίζηλος τον έχει
Φυλακίσει στην σπηλειά της λαιμαργίας
Και απληστίας, και τον κλείδωσε εκεί μέσα
Με οδυνηρές αλυσίδες χρυσού.

Τον καλώ το πρωινό, όταν η Φύση χαμογελά,
Αλλά δεν ακούει, γιατί η αφθονία έχει
βαρύνει τα ναρκωμένα μάτια του με αρρωστημένο ύπνο.

Τον παραπλανώ το βράδυ, όταν η Σιωπή βασιλεύει
Και τα λουλούδια κοιμούνται. Αλλά δεν αποκρίνεται,
Επειδή ο φόβος του για το αύριο και τι αυτό θα Φέρει,
σκοτεινιάζει τις σκέψεις του.

Λαχταρά να μ' αγαπήσει·
Με αποζητά στις πράξεις του. Αλλά 
δε θα με βρει παρά μόνο στις πράξεις του Θεού.
Με ψάχνει στα οικοδομήματα της δόξας του
που οικοδόμησε πάνω στα κόκκαλα άλλων·
Μου ψυθιρίζει ανάμεσα από 
Τους σωρούς του με χρυσό και ασήμι·
 Αλλά θα με βρει μόνο αν έρθει στο
Σπιτικό της Απλότητας που ο Θεός έχτισε
Στην όχθη του ρυακιού της στοργής.

Επιθυμεί να με φιλήσει μπροστά στα θησαυροφυλάκιά του
Αλλά τα χείλη του δεν θα αγγίξουν ποτέ τα δικά μου παρά μόνο
Μπροστά στα πλούτη μιας αγνής αύρας.

  Μου ζητά να μοιραστώ μαζί του
τα αμύθητα πλούτη του, αλλά δεν θα λησμονήσω τα πλούτη
Του Θεού· δε θα γδυθώ το μανδύα της ομορφιάς.

Ψάχνει ως μέσο την απάτη· εγώ ψάχνω
μόνο το μέσο για την καρδιά του.
Μωλωπίζει την καρδιά του στο στενό κελί του·
 Θα πλούτιζα την καρδιά του με όλη μου την αγάπη.

Ο αγαπημένος μου έχει μάθει πως να ουρλιάζει και
Να κλαίει για τον εχθρό μου, την Ύλη· θα του 
Μάθαινα πως να χύνει δάκρυα στοργής
Και οίκτου από τα μάτια της ψυχής του
Για όλα τα πράγματα,
Και να βγάζει αναστεναγμούς ικανοποίησης μέσω
Αυτών των δακρύων. 

Ο άνθρωπος είναι ο αγαπημένος μου·
Θέλω να του ανήκω.

Khalil Gibran (1883-1931)


Μετάφραση: Τρύφων Λιώτας
Από τη συλλογή ποιημάτων και διηγημάτων:  "Δάκρυα και Γέλιο"





ΠΗΓΗ...http://trofigiaskepsi.blogspot.gr

Εσύ «ήρωα» πόσα ΟΧΙ δείλιασες να πεις;


Της Στεύης Τσούτση.
28η Οκτωβρίου 1940. Σαν σήμερα δηλαδή.

Ένα μεγάλο «Όχι» που ήρθε να μπει στις πιο διάσημες σελίδες της ελληνικής κι όχι μόνο, Ιστορίας.
Ένα «Όχι» περήφανο, που το γιορτάζουμε, το παρελαύνουμε και το θυμόμαστε κάθε 28 Οκτωβρίου. Και μόνο τότε.
Δυστυχώς.
Βλέπετε τούτη η γενιά τους ξέχασε τους ήρωες. Και θα μου πείτε αυτή είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων. Κάποια στιγμή, ηρωισμοί κι εποποιίες ξεχνιούνται, γίνονται αχνά, σχεδόν διάφανα περιγράμματα που τα φωτίζουμε μόνο στις Εθνικές Επετείους, μαζί με κάτι σκονισμένες σημαίες, μελαγχολικά κρεμασμένες από τα μπαλκόνια.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι εκεί. Δεν είναι στο ότι ξέχασαμε τους ήρωες της Ιστορίας μας. Είναι στο ότι ξεχάσαμε τους δικούς μας μικρούς καθημερινούς ήρωες. Κάπου στο δρόμο, ξεχάσαμε εμάς. Στρίψαμε κι ο ίσκιος μας, δε μας ακολούθησε.
28 Οκτωβρίου 2017.

 Γιορτάζουμε ένα «Όχι» αντίκα και παράλληλα πενθούμε χίλια καθημερινά ασχημάτιστα «Όχι».

Είναι εκείνα που ξεχάσαμε ή φοβηθήκαμε να πούμε. Σ’ εκείνον που θέλησε να μας πληγώσει, να μας εξαπατήσει, να μας εκμεταλλευτεί, να καταπατήσει τα δικαιώματα μας, να ασεβήσει επάνω στις ανάγκες και τα θέλω μας.
Είναι τα «όχι» εκείνα που μετατράπηκαν σε μια άνευρη παραδοχή και παράδοση. Δίχως αντιδράσεις, δίχως θάρρητα, δίχως διεκδίκηση. Μόνο με συσσωρευμένο θυμό που ξεσπά πάνω σε εξιλαστήρια θύματα. Στους κυματοθραύστες της ζωής μας. Ανθρώπους αγαπημένους που ακούν όσα θα έπρεπε να έχουν ακούσει άλλοι. Από την καλή και την ανάποδη.

Και τώρα που το σκέφτομαι, θέλω να γυρίσει ο κόσμος ανάποδα.

Να γιορτάζουμε τα μικρά και μεγάλα καθημερινά μας «όχι» κι ας ξεχάσουμε να κυματίσουμε κι έναν Οκτώβρη τη σημαία. Πριν ξαμοληθούμε γεμίζοντας τις καφετέριες, υποκρινόμενοι πως έχουμε περισσότερα από τα τρία ευρώ του καφέ στην τσέπη.
Να γιορτάζουμε τα  «όχι» που δε δειλιάσαμε να πούμε, από φόβο μήπως και χάσουμε την ψεύτικη βολή και προστασία του χελωνίσιου καβουκιού μας.
Εγώ βαρέθηκα. Εσείς όχι;
Αφού η στόφα του κάθε ανθρώπου, είναι φτιαγμένη για τα πιο μεγάλα πράγματα.

Έχει τις ικανότητες να κάνει υπερβάσεις, να ξαφνιάζει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό.

 Που στα κομμάτια χάσαμε τον ήρωα μας; Ποιος μας τον στέρησε; Ποιόν συμφέρει να είμαστε τα βουβά ανθρωπάκια που δέχονται αδιαμαρτύρητα το κάθε τι που στο όνομα μιας Κρίσης μας σερβίρουν;
Όχι δε θα φάω, ευχαριστώ. Οι ήρωες του ’40 μοιράζονταν μία μία τη σταφίδα πάνω στην Πίνδο, λιμοκτονώντας και παγώνοντας. Για μια ιδέα, ένα όραμα. Κι ας σκλαβώθηκαν. Νικητές ήταν κι όχι νικημένοι. Διεκδίκησαν κι αξιώθηκαν μια ελευθερία που ο καθένας από μας, τους σημερινούς «ελεύθερους» ανθρώπους, δεν την έχει. Την ελευθερία εκείνη του ήρωα, που δε συμβιβάζεται, δεν υποτάσσεται, δεν χαμηλώνει το βλέμμα στα παπούτσια του.
Έναν τέτοιο ήρωα πρέπει να ξυπνήσουμε από μέσα μας. Όχι με φιλιά, καθώς δε ζούμε σε παραμύθι μα με χαστούκια. Ηχηρά μπας και ταρακουνηθούμε. Τον ήρωα που θα ξέρει να λέει και «όχι». Κι ας μένει νηστικός και παγωμένος. Θα είναι από επιλογή.

Θα είναι το δικό του «όχι» αντίστασης, σε έναν κόσμο που πολιορκείται από εύκολα αποπνικτικά «ναι».

Χρόνια πολλά σε όλους. Λεύτερα κι άφοβα. Και με «όχι» ηχηρά, εκεί που πρέπει.





Το χαμόγελο του Παβαρότι


Άνοιξε τα μάτια όσο το σκοτάδι ήταν ακόμη πυκνό. Ρολόι δε χρειάστηκε να κοιτάξει. Ήξερε. Ήταν 6.30 ακριβώς. Η ώρα που πάντοτε ξυπνούσε. Σηκώθηκε και πήγε κατευθείαν στο παράθυρο. Άνοιξε τα ξύλινα παντζούρια και ένα αεράκι φθινοπωρινό, δροσερό, καθάριο, φερμένο από τα στήθη του βουνού, του χάιδεψε τα μάγουλα. Το πρωινό πούσι καλημέριζε το χωριό, αφήνοντας τη λίμνη και το δάσος να κοιμούνται σκεπασμένα με πάπλωμα πουπουλένιο, ζεστό, αφράτο. Τι όνειρο να έβλεπαν άραγε; Σε ποια παραμύθια περιδιάβαινε το όνειρό τους; Με ποια μυθικά πλάσματα αγκαλιάζονταν αποβραδίς; Με ποια τραγούδια τούς νανούριζαν οι νεράιδες, που με ξέπλεκα μαλλιά τραγουδούσαν γυμνόστηθες; Η φύση, από το διάφανο χνώτο της ομίχλης και κάτω, έμοιαζε με μυστική πολιτεία που ξυπνούσε τα βράδια και ζούσε κρυφά τον έρωτα. Μόνο οι κορφές των ελάτων και οι ψηλές κορφές των βουνών προεξείχαν, φύλακες που στέκονταν πιστά στο μετερίζι τους για να προστατέψουν από τα αδιάκριτα βλέμματα τις προσωπικές στιγμές.

«Άτιμη συνήθεια το πρωινό ξύπνημα φιλαράκο» σιγοψιθύρισε στον Παβαρότι που ήταν δεμένος στον κορμό ενός κέδρου και γκάριζε. Ο γάιδαρος άνοιξε το στόμα, αφήνοντας δυο σειρές θεόστραβα δόντια να κάνουν πανηγυρικά την εμφάνισή τους, κάτι που εκείνος το ερμήνευε σα χαμόγελο. Άδικο πράγμα για έναν καλλιτέχνη να ταυτίζεται το όνομά του με γάιδαρο, μα σάμπως είναι το μόνο άδικο σε αυτό τον κόσμο. Τον ονόμασαν, όμως, έτσι τα εγγόνια του γιατί, μαθημένα στους θορύβους της πόλης, η φωνή του γαϊδάρου έφτανε ξενοφοβικά στα αυτιά τους και η στεντόρεια φωνή του χαλούσε τη γλύκα του άγουρου ύπνο τους. Αλλά κι αυτός ο άτιμος λες και ήταν προγραμματισμένος από τη γέννησή του να γκαρίζει κάθε πρωί την ίδια ώρα. Λεπτό δεν έχανε.

Έκλεισε το παράθυρο και πήγε κατευθείαν στην κουζίνα. Έβαλε νερό στο μπρίκι. Άλλη συνήθεια κι αυτή. Χρόνια τώρα η ίδια δουλειά. Κάποτε καφές, τώρα τσάι. Συμβουλή γιατρού. Κομμένος ο καφές, κομμένα τα τσιγάρα. Και εκείνος που είχε εξάρτηση κι απ’ τα δυο, κόντεψε να πεθάνει από την έλλειψη. Τον καφέ τον έκοψε μαχαίρι. Το τσιγάρο σιγά σιγά, ώσπου έμεινε με ένα μόνο μετά το φαγητό. «Για την ιεροτελεστία» έλεγε στη γυναίκα του και εκείνη τον κοιτούσε με λοξή ματιά. Άνοιξε την πόρτα και πήγε και έκατσε στην αγαπημένη του γωνιά, κάτω από τη μηλιά που βρισκόταν στην άκρη της αυλής, σε μια προεξοχή που σχημάτιζε μπαλκόνι. Η λίμνη άρχισε να ξυπνά, να χασμουριέται, να τεντώνει τα χέρια της και να μαζεύει προσεκτικά το ανάριο πάπλωμα μην τυχόν και το τσαλακώσει. Αναδύθηκε ξεκούραστη, καθάρια, πανέμορφη. Τα πουλιά την καλημέρισαν, τα δέντρα τής χαμογέλασαν, οι πλαγιές τη μύρωσαν με αρώματα αιθέρια.

«Πώς τα φέρνει όμως η ζωή! Από δω το πάει, από κει το πάει, πάντα το δικό της γίνεται. Σαν τη γυναίκα κι αυτή» σκεφτόταν κι έστρεψε το βλέμμα στη γυναίκα του, που μόλις είχε εμφανιστεί κρατώντας μια κούπα με αχνιστό καφέ.

Πού να το φανταζόταν, όταν χρόνια πριν είχε επιλέξει να περπατήσει σε άλλα μονοπάτια. Ανάλωσε τις ώρες του, ξόδεψε τη ζωή του στο κυνήγι της καριέρας. Με το άλλοθι μιας καλύτερης ποιότητας ζωής που θα εξασφαλιζόταν όπως πίστευε μόνο με το χρήμα, έτρεχε ξέπνοος να κατακτήσει την κορυφή της ιεραρχίας. Ώρες ολόκληρες κλεισμένος σε κτίρια άχρωμα και άοσμα, σφούγγιζε τον ιδρώτα του σε κάθε σκαλί που ανέβαινε κι έστυβε τις μέρες του μέχρι που τις άφησε στεγνές από χαρά, στέρφες από απόλαυση. Όσο εκείνος έτρεχε τόσο η καρδιά του έμενε πίσω. Του φώναζε να σταματήσει, λαχάνιαζε, σημασία δεν της έδινε. Ώσπου δεν άντεξε. Έμφραγμα είπαν οι γιατροί, από θαύμα γλίτωσε. Τα χρειάστηκε.

 Πήρε μια μεγάλη άδεια και ήρθε σ’ αυτό το ορεινό χωριό, το χωριό του, που είχε να πατήσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Εδώ γνώρισε την ηρεμία και έμαθε να ξεχωρίζει την ομορφιά από την ασχήμια, το απλό από το σύνθετο. Συνήθισαν τα μάτια του τα γήινα χρώματα και μια και δυο το πήρε απόφαση να παραιτηθεί από την εταιρεία. Άφησε κινητά και ακίνητα στα παιδιά του και έμεινε μ’ ένα μικρό σπιτάκι, τη συντροφιά της γυναίκας του, των συγχωριανών του και το χαμόγελο του Παβαρότι. «Δεν τα λες και λίγα» σκεφτόταν πολλές φορές και με βαθιές ανάσες γέμιζε το είναι του από τα αρώματα και τη φρεσκάδα του βουνού.

Ένα δυνατό γκάρισμα τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ο γείτονας τραβώντας τον Παβαρότι από το σκοινί, πέρασε από μπροστά του πηγαίνοντας προς το βουνό για ξύλα. Στάθηκε, τον καλημέρισε και είπαν δυο κουβέντες, όσο ο γάιδαρος άφηνε το δωράκι του έξω από την αυλή. Μια τούρτα καβαλίνα χορταστική χορταστική, που έκανε τη γυναίκα του να σιχτιρίζει κάθε πρωί για τις βρωμιές που έπρεπε να μαζεύει.

«Τα βλέπεις γυναίκα; Μια ζωή με μια τσάντα γεμάτη χάπια κυκλοφορούσα. Χάπια για το έντερο, χάπια για την κύστη, χάπια για το άγχος, χάπια για το πάθος, χάπια για την κατάθλιψη, χάπια για το στομάχι, χάπια την καρδιά. Χάπια, χάπια, χάπια. Όσο στέρευε το σώμα μου από χαρά τόσο γέμιζε με ‘κείνους τους διαόλους, τα δηλητήρια, που έριχνα μέσα μου. Έρχεται που λες η στιγμή, όπως τώρα καλή ώρα, που ένας γάιδαρος ακυρώνει την προηγούμενη ζωή μου και μου μαθαίνει από την αρχή πώς είναι να λειτουργεί φυσιολογικά το σώμα μου. Σκατά στα μούτρα σου και στην καριέρα σου, μου λέει κάθε πρωί που αφήνει τις ακαθαρσίες του, περνώντας από μπροστά μου. Είναι η στιγμή που μου σκάει και το χαμόγελο. Ειρωνεία να το πεις; Καλημέρισμα να το πεις; Όπως και να το ερμηνεύσεις τούτο το χαμόγελο έχει τον συμβολισμό του, και ξέρεις κάτι; Μου αρέσει έστω κι αν μου το χαρίζει γάιδαρος» της είπε και τα μάτια του έκρυβαν όλα τα χαμόγελα του κόσμου.

Εκείνη κουνούσε το κεφάλι κοροϊδευτικά. Κοιτούσε μια αυτόν και μια τον Παβαρότι, που είχε σταθεί έξω από την αυλή και με ξαλαφρωμένο έντερο, ήταν στραμμένος προς το μέρος του. Είχε ανοίξει το στόμα σε όλο το μήκος και το πλάτος του, έτσι που έμοιαζε με ξεχειλωμένη μπουγάδα άτσαλα απλωμένη πάνω στα σχοινιά. Το σαρκώδες πανωχείλι του είχε ανασηκωθεί και αν κάποιος διέθετε μια καλοπροαίρετη φαντασία θα το ερμήνευε και ως χαμόγελο.

 Η γυναικεία ματιά, όμως, αν και αγουροξυπνημένη, έβλεπε και ξεχώριζε. Το βλέμμα του γαϊδάρου άλλα πρόδιδε. Στη μηλιά ήταν καρφωμένο και τα χείλη του ανοιγόκλειναν από λαχτάρα για τα κατακόκκινα μήλα που κρέμονταν από τα κλαδιά της. Μια φορά έτυχε να τον φιλέψει και από τότε εκείνος διεκδικούσε το κέρασμά του με τον μοναδικό τρόπο που ήξερε. Να το πει στον άντρα της; Ούτε λόγος! Ήταν ικανός να κόψει όλα τα μήλα για να μην κακοκαρδίσει το φίλο του. Τον άφηνε λοιπόν να πιστεύει πως ο γάιδαρος του χαμογελά, αφού αυτό τον έκανε χαρούμενο.

- Με πιστεύεις τώρα; Τη ρώτησε, δείχνοντας το γάιδαρο που είχε στυλώσει τα πόδια και τον κοιτούσε με ανοιχτό στόμα.

- Σε πιστεύω καρδιά μου, σε πιστεύω. Μην το λες όμως παραέξω. Ο γάιδαρος δε χαμογελά σε όλους και θα ζηλέψουν. Εδώ ο τόπος είναι μικρός. Θα αργήσουν νομίζεις να σου κρεμάσουν κουδούνια, του απάντησε και σηκώθηκε βιαστικά από την καρέκλα, ανασηκώνοντας την ποδιά της. Καλού κακού έπρεπε να μαζέψει τα μήλα για τις πεντανόστιμες μηλόπιτες που έφτιαχνε και πρόσφερε στους γείτονές της, όταν κάθε απόγευμα αντάλλασσαν επισκέψεις. Δεν τα έκοψε όλα. Κάποια τα άφησε πάνω στο δέντρο για την ομορφιά, αλλά και για το χαμόγελο του Παβαρότι.

_

γράφει η Χριστίνα Σουλελέ





ΠΗΓΗ...https://tovivlio.net

Η αποδοχή δεν είναι υποταγή


Η ζωή είναι γεμάτη αλλαγές. Άλλες έρχονται να μας βρουν και άλλες τις επιδιώκουμε για το καλύτερο της καθημερινότητάς μας. Όταν κάποιος προσεγγίζει τη διαδικασία της αλλαγής είτε με βοήθεια ειδικού, είτε μόνος του, έχει να περάσει από κάποια απαραίτητα στάδια.

Στάδιο Α: Χρειάζεται να θέλει! Να επιθυμεί! Χρειάζεται να αποφασίζει ο ίδιος και όχι με την επιβολή τρίτου να μπει στην διαδικασία της αλλαγής. Στην περίπτωση που κάποιος ξεκινά τη διαδικασία της αλλαγής από επιβολή άμεση ή έμμεση (ακόμη και χειριστική) ελλοχεύει ο κίνδυνος της διακοπής της προσπάθειας στην πρώτη δυσκολία. Άρα απαραίτητη συνθήκη η αυτενέργεια.

Στάδιο Β: Χρειάζεται να ξέρει τι θέλει να αλλάξει. Πολλές φορές νοιώθουμε πως κάτι δεν πάει καλά, στη σχέση μας, στη συμπεριφορά μας, στην ατμόσφαιρα γύρω μας αλλά δεν ξέρουμε τι. Για να το αλλάξουμε χρειάζεται να το εντοπίσουμε. Η διαδικασία αυτή μπορεί να είναι γρήγορη, εύκολη, επίπονη, μοναχική, με την βοήθεια ενός ειδικού ή ενός εμπειρότερου, πάντως είναι από μόνη της μια διαδικασία εφικτή εφόσον προηγείται το Στάδιο Α. Εφόσον κάποιος θέλει δεν μπορεί παρά να βρει τον τρόπο, τον δρόμο, τη διαδικασία.

Στάδιο Γ: Χρειάζεται να έχει ή να αναπτύξει Αποδοχή. Είναι το πιο δύσκολο στάδιο. Είναι σ’ αυτή τη φάση που μη μπορώντας να αντιληφθεί κανείς πόσο σημαντικό είναι να αποδεχτεί αυτό που συμβαίνει χάνεται το παιχνίδι. Είναι μια τόσο βασική προϋπόθεση που όμως επειδή είναι ξεχασμένη και παρεξηγημένη γίνεται ακόμη δυσκολότερη. Αποδοχή! Μεγάλη έννοια, σπουδαία συνθήκη και ενισχυτικός κώδικας εξέλιξης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που συναντάται ο όρος αυτός σε όλες τις προσεγγίσεις προσωπικής ανάπτυξης, σε όλες τις φιλοσοφίες και αποτελεί μαθητεία μακρόχρονη και επίπονη για εκείνους που ακολουθούν Πνευματικά μονοπάτια.

Όταν εδώ χρησιμοποιούμε τη λέξη «αποδοχή» δεν εννοούμε «παράδοση» δεν εννοούμαι «υποταγή» δεν εννοούμαι «παραδοχή». Η γλώσσα μας είναι ιδιαίτερα πλούσια αλλά και σοφή: «Από + δέχομαι» σημαίνει κινούμαι προς την λήψη κάτι ή κάποιου που προσφέρεται. Δηλαδή λαμβάνω, δέχομαι, αυτό που προέρχεται από τον άλλο, διότι η πρόθεση «από» εμπεριέχει την έννοια της εκκίνησης. Αποδοχή ακόμη θα πει συγκατάθεση, έγκριση, επιδοκιμασία, επικρότηση, θετική απάντηση σε κάποιον σε κάτι που του προσφέρουν ή του προτείνουν, θετική κρίση, απόφανση για κάποιον ή για κάτι.

Ας δούμε τώρα την έννοια πώς διαμορφώνεται στο φάσμα της Προσωπικής Ανάπτυξης
Αποδοχή είναι η ικανότητα να ξεχωρίζει κανείς τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του και τις πράξεις του από την πραγματική αξία που αποδίδει στον εαυτό του. Ζητούμενο να ισχύσει το ίδιο και για τον άλλο. Άλλο λοιπόν οι σκέψεις και τα συναισθήματα και άλλο η αξία του εαυτού. Μπορεί να έχω κακές σκέψεις αλλά αυτό δεν με κάνει απαραίτητα κακό άνθρωπο. Μπορεί να έχω συναισθήματα σαν την ζήλια, ή τον θυμό αυτό όμως δεν μειώνει την αξία μου σαν άνθρωπο οπωσδήποτε. Χρειάζεται να μάθουμε να αποδεχόμαστε και τον σκιώδη εαυτό μας γιατί και αυτός είναι κομμάτι μας. Το τι θα κάνουμε μ’ αυτό είναι άλλη ιστορία.

Κατ’ αρχήν ας το δούμε και ας αποδεχτούμε την υπάρξή του χωρίς να μπαίνουμε σε αξιολόγηση και κριτική. Αυτό είναι αποδοχή να δεις τα πράγματα έτσι ακριβώς όπως είναι. Είναι απλά η ικανότητα να βλέπεις την πραγματικότητα και όχι το τι θα έπρεπε να είχε γίνει (το παρελθόν) ή το τι θα θέλαμε να γίνει (το μέλλον). Ας έχουμε κατά νου πως χωρίς την αποδοχή η αλλαγή μπορεί να είναι μόνο πρόσκαιρη. Μόνο αποδεχόμενοι μπορούμε να περπατήσουμε σε πιο καθαρά μονοπάτια αυτογνωσίας.

Αν φύγουμε τώρα από τον εαυτό και προχωρήσουμε με στόχο τις καλύτερες σχέσεις και δούμε την αποδοχή να επεκτείνεται και για τον άλλον, αμέσως το τοπίο της καθημερινότητας αλλάζει. Αν καταφέρω να δω τον άλλο χωρίς κριτική, χωρίς διάθεση σύγκρισης και απόδοσης δικαίου ή αδίκου, αποδεχόμενη πως ενεργεί έτσι, γιατί δεν ξέρει να ενεργήσει αλλιώς και αγκαλιάσω την πραγματικότητά του όπως ακριβώς είναι, διευκολύνοντάς τον με κάθε τρόπο να αντιληφθεί την άλλη οπτική, ίσως τα πράγματα να άλλαζαν ριζικά. Ίσως να καταφέρει και ο άλλος να επανατοποθετηθεί.

Φυσικά δεν σημαίνει ότι, ιδιαίτερα στις στενές σχέσεις, αν ο άλλος αρνείται να επανατοποθετηθεί, χρειάζεται να παραμείνω αποδεχόμενη συνθήκες που γίνονται ακραίες ή προσβλητικές ή κακοποιητικές. Όλες οι έννοιες έχουν όρια. Δυσδιάκριτα τις περισσότερες φορές αλλά υπαρκτά. Μόλις περάσει το όριο που «κάτι» είναι «κάτι» , αυτό το «κάτι» γίνεται «κάτι άλλο». Μόλις η αποδοχή υπερβεί το όριό της μπορεί πολύ εύκολα να γίνει υποταγή και τότε η συνθήκη αλλάζει δόνηση. Αλλάζει χροιά και χρώμα. Άλλο άρωμα αναδύεται. Αν παραμείνω στην αποδοχή θα χρειαστεί να δω ότι χρειάζεται να έχει προηγηθεί η κατανόηση. Μόνον όταν κατανοήσω τις συνθήκες του άλλου μπορώ να τον αποδεχτώ και πιθανά σύντομα να μπορέσω και να τον συγχωρέσω (συν+χωρώ). Σε άλλο άρθρο τα περί συγχωρήσεως.

Κλείνοντας ας έχουμε συνεχώς στο νου πως η αποδοχή δεν είναι υποταγή. Είναι η δεκτική εκείνη κατάσταση που πηγάζει από την καλή πρόθεση να λειτουργήσουν τα πράγματα έτσι που να διευκολύνουν τις καλές και αγαθές σχέσεις

Συγγραφέας Ερατώ Χατζημιχαλάκη





ΠΗΓΗ...http://enallaktikidrasi.com

Ονειρέψου την πραγματικότητά σου κι άσε τους νεκρούς να προχωρούν


«Ζήσε στην πραγματικότητα!»

«Έλα στα συγκαλά σου, μην πετάς στα σύννεφα!»

Έχω βαρεθεί να το ακούω! Έχω βαρεθεί να σας ακούω να μου μιλάτε για πραγματικότητα και δεν εννοείτε τίποτε άλλο εκτός από την προτηγανισμένη συνήθεια που κάποιοι μας έχουν πείσει πως είναι «Η» πραγματικότητα! Σαν κομμένη σε τέλειο σχήμα πατάτας από ένα μηχάνημα η ζωή σας, έτοιμη να μπει στο ανθυγιεινό ηλιέλαιο γιατί έτσι γίνεται πιο τραγανή! Κι αυτό για εσάς είναι πέρα για πέρα αληθινό!

Πραγματικότητα είναι αυτό που ο καθένας έχει δημιουργήσει από τις εμπειρίες του, το γέλιο του, την προσπάθειά του, την πίστη του, την αδυναμία του και δεν μοιάζει σε τίποτα με το κουτί της δικής σας πραγματικότητας, μιζεριασμένοι γύρω μου. Εσείς είστε φαντάσματα! Αυτός που τολμά να αισθανθεί ακόμη και το τελευταίο κύτταρο του κορμιού τους ζώντας, βιώνοντας τις στιγμές της ζωής είναι ο ζωντανός, είναι «Η» πραγματικότητα! Οι υπόλοιποι είστε ζωντανοί νεκροί!

Σας βαρέθηκα φαντάσματα! Τρέχετε από τη μια μάσκα στην άλλη τρέφοντας το Εγώ σας! Σταματήστε να κρίνετε και να προσπαθείτε να αποδυναμώσετε τους ζωντανούς ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά πως η πραγματικότητα δεν είναι ένα αξίωμα, μία σταθερά αλλά έχει δυναμική, αλλάζει, μεταβάλλεται ανάλογα με την μεταμόρφωση που γεννά ο καθένας στην ψυχή του! Και αυτό δεν έχει κανένα κοινό με την προτιγανισμένη πατάτα σας…

Ονειρεύεσαι να πραγματοποιήσεις κάτι που φαίνεται αδύνατο, σου λένε σταμάτα να ζεις σε ψευδαισθήσεις και σε κρίνουν επειδή ζεις στο δικό σου παραμύθι. Από την άλλη βυθίζεσαι στην πραγματικότητα, σε κατηγορούν γιατί δεν τόλμησες να ζήσεις και δίνουν παράδειγμα τους παρατημένους εαυτούς τους μακριά από τα τολμηρά νεανικά τους όνειρα. Γεράσαμε σου λένε, τώρα ήρθε η σειρά σας!

Κι εσύ γίνεσαι το θύμα τους, σε ρουφάνε άλλωστε είναι τόσοι πολλοί αυτοί κι όσοι αντιστέκονται τόσοι λίγοι! Κι εσύ γίνεσαι το θύμα τους κι αμφιταλαντεύεσαι, να πάω στο όνειρο ή να πάω στην προμαγειρεμένη τους πραγματικότητα; Είναι γνώριμη αυτή η γεύση κανένας κίνδυνος, τα πετάς στην κατσαρόλα κι έτοιμη η τροφή σου! Όλα τακτοποιημένα… Κι όσο εσύ βυθίζεσαι στις αμφιβολίες σου εκείνοι συνεχίζουν να κατηγορούν… δεν τολμάς γιατί δεν το έκανες; Τόλμησες γιατί τόλμησες, μα δεν φοβάσαι σου λένε, δεν βλέπεις γύρω σου τι γίνεται;

Κι έτσι χτύπα χτύπα, φωλιάζεις στην γωνία σου και παραμιλάς μόνος φορτωμένος τις ενοχές που σου φύτεψαν σαν ερυνίες μες στο μυαλό σου. Τέλος ως εδώ!

«Συγγνώμη σας ζητώ που μαθαίνω τον εαυτό μου, που κάνω τις επιλογές μου μα όποιος δεν το αντέχει μπορεί να φύγει! Βαρέθηκα να είμαι ο κακός για τους μισούς και ο καλός για τους λίγους! Ας μείνετε εσείς στην βιτρίνα σας!»

Έτσι! Πάλεψε! Το όνειρό σου χρειάζεται μόνο εσένα δεν ζήτησες την πραγματικότητά τους κι αυτό είναι η δική σου αλήθεια, η δική σου πραγματικότητα! Ονειρέψου μέχρι εκεί που μπορείς να φτάσεις μα αν δεν ξεπεράσεις τα όριά σου δεν θα μπορέσεις ποτέ να βρεις εως πού φτάνουν αυτά σου τα όρια! Μέχρι πού μπορείς να οδηγήσεις την δική σου πραγματικότητα! Άσε τους γύρω να φοβούνται το τίμημά της, είναι εύκολο να κρίνεις τους άλλους το δύσκολο είναι η αυτοκριτική…

Ζήσε όπως αισθάνεσαι ζωντανός, πάντα με αξίες! Ονειρέψου την πραγματικότητά σου κι «άσε τους νεκρούς να προχωρούν…»

Συγγραφέας Ρίνα Σερέτη





ΠΗΓΗ...http://enallaktikidrasi.com

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...