Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Η νέα ημερομηνία για το "20ό Ποντιακό Πανοϋρ".


Το λεωφορείο των 6.15 π.μ.


Κατά την προσφιλή μου εξερεύνηση, που καθημερινά πραγματοποιώ στο διαδίκτυο, το μάτι μου έπεσε τυχαία σε μια φωτογραφία παλαιού λεωφορείου των περασμένων δεκαετιών.
Αυτόματα, ως δια μιας  μαγικής αφύπνισης, ήρθαν στο νου μου, οι παλιές εποχές τις οποίες έζησα σαν μικρό παιδί.

Δεκαετίες του 1970 και ’80.
Υποδομές ανύπαρκτες, χωμάτινος ο δρόμος, που συνέδεε τους Προμάχους με την Αριδαία.
Ελάχιστα τα οχήματα, μόνο ένα ταξί και κανά δυο φορτηγά ίσως.
Εμείς μικρά παιδιά, τελειώνοντας το Δημοτικό σχολείο στο χωριό, θα έπρεπε να συνεχίσουμε στο Γυμνάσιο της Αριδαίας.
Λόγω της  έλλειψης πολλών λεωφορείων, οι συγκοινωνίες ήταν αραιές και οι τότε αρχές προγραμμάτιζαν τα δρομολόγια των οχημάτων κατά το δοκούν, προσπαθώντας να μεταφέρουν τους μαθητές από τα πάμπολλα χωριά της Αλμωπίας, στην πρωτεύουσα.

Στους Προμάχους λοιπόν, το λεωφορείο ερχόταν στις 6.15 το πρωί. Ξυπνούσαμε οι μαθητές από τις 5.30, και μέσα από τα κρύα και χιονισμένα σοκάκια, κατευθυνόμασταν στην πλατεία του χωριού, για να περιμένουμε το λεωφορείο μας. 
Ευτυχώς τα χρόνια εκείνα, υπήρχε ο Μπάη Πέτκος. Ένας μεγαλόσωμος καλοσυνάτος γεράκος, που είχε ένα μακρόστενο καφενείο και που πάντα ξυπνούσε νωρίς και το άνοιγε. Μια μεγάλη σόμπα, από κάποιο μεταλλικό  βαρέλι, που το μετέτρεψε ο σιδεράς του χωριού, δέσποζε στο κέντρο του καφενείου, μας περίμενε πάντα αναμμένη, κι εμείς κάνοντας κύκλο γύρω της, καθόμασταν στις παλιές ψάθινες καρέκλες. Ο καημένος ο γεράκος ήταν βαρήκοος κι εμείς κάναμε καλαμπούρια και τον πειράζαμε με τα παιδικά μας καμώματα. Συνήθως κρύβονταν πίσω στη κουζίνα του καφενείου και πασαλειβόταν όλη την ώρα με οινόπνευμα, προσφιλή τακτική των γεροντότερων εκείνα τα χρόνια, για να καταπολεμήσει τους πόνους των καταπονημένων αρθρώσεών του.

Κατά τις 6.10, με δεδομένη την απόλυτη ησυχία που επικρατούσε τα χρόνια εκείνα, ακούγονταν το λεωφορείο μας, να προσπαθεί να ανέβει στην πλατεία, αγκομαχώντας και δίνοντας αγώνα να αποφύγει τις λακκούβες και τις πέτρες του λασπωμένου δρόμου.
Ήταν ένα παλαιό όχημα, ίσως και από την εποχή του μεσοπολέμου, με μια μακριά μούρη μπροστά και δυο κακοσυντηρημένες πόρτες, που δίναμε μάχη για να τις κλείσουμε.  Μικρός διάκοσμος μέσα, με μόλις 20 η 25 καθίσματα, ενώ κάποια παράθυρά του ήταν συνεχώς ανοιχτά. Πίσω του, υπήρχε μια σκάλα, η οποία οδηγούσε στην εξωτερική οροφή, όπου οι μεγάλοι, τοποθετούσαν τις αποσκευές τους σε κάποια ειδικά διαμορφωμένα μεταλλικά ράφια.
«Προχωρείτε στο βάθος», η αιώνια ατάκα-διαταγή του εισπράκτορα κι εμείς στριμωχνόμασταν όλο και πιο πίσω, σωστές σαρδέλες, μιας και το χωριό μας είχε πάντα πληθώρα μαθητών.
Ακολουθούσε ο έλεγχος των εισιτηρίων και το ταξίδι προς τη γνώση, ξεκινούσε.
Αξέχαστες στιγμές βέβαια, ήταν η αγωνία που αισθανόμασταν, όταν ο ξεροπόταμος είχε κατεβάσει νερά από τα γύρω βουνά και το μικροσκοπικό λεωφορείο θα έπρεπε να περάσει μέσα από τα φουσκωμένα νερά της ανύπαρκτης γέφυρας, ενώ εμείς βγάζαμε τα παπούτσια μας και περνούσαμε ξυπόλητοι, πηδώντας από πέτρα σε πέτρα.
Κάπου στη μέση της διαδρομής, επιβεβλημένη ήταν η στάση στη Σωσάνδρα, για να πάρουμε και τους μαθητές του γειτονικού χωριού. Ακολουθούσε η ατάκα «προχωρείτε στο βάθος» και οι διαμαρτυρίες μας «μα ποιο βάθος; είμαστε στο τέρμα» και αφού η σαρδελοποίηση έβρισκε τον απόλυτο ορισμό της, ο οδηγός μας, ξεκινούσε.
Επικρατούσε δε ο προαιώνιος διαπληκτισμός με τα παιδιά της Σωσάνδρας, για το ποιο χωριό είναι καλύτερο, αποκαλώντας μας αυτοί «Κινέζους» κι εμείς «Σίρι τόρμπες»(μτφρ. ζητιάνους, αμακαδόρους).
Μετά την απαραίτητη στάση στο «ΣΤΕΚ», όπου επιβιβαζόταν ο ελεγκτής , για τον έλεγχο τυχών λαθρεπιβατών, φτάναμε νύχτα ακόμη στο ΚΤΕΛ, που την εποχή εκείνη ήταν κοντά στο Γυμνάσιο.

Αφήνοντας το ημιθανές  λεωφορείο, να δέχεται τις περιποιήσεις –φιλί της ζωής του οδηγού και του εισπράκτορα, κατευθυνόμασταν στο τεράστιο κτίριο του Γυμνασίου με τις παγωμένες αίθουσες και μη έχοντας τίποτα να κάνουμε μέχρι τις 8.30, που ξεκινούσαν τα μαθήματα, βοηθούσαμε τον κυρ Γιάννη, τον βλάχο επιστάτη του σχολείου με το χαρακτηριστικό του μουστακάκι κι ανάβαμε τις μεγάλες ξυλόσομπες των αιθουσών.
Το μεσημέρι, μετά από το δύσκολο εξάωρο μάθημα, αφού κάναμε μια γευστική στάση στο σουβλατζίδικο της «Μακεδονίας» και μετείχαμε στην οργασμική απόλαυση του γευστικότατου σάντουιτς με το πεντανόστιμο κυλινδρικό μπιφτέκι και την χαρακτηριστική μουστάρδα(η οποία πάντα ήταν λίγη), ανεβαίναμε ξανά στο λεωφορείο μας και η περιπέτεια, ξεκινούσε πάλι από την ανάποδη μεριά.

Το δε ηρωικό μας όχημα, σκούζοντας κι αγκομαχώντας, έδινε όλες του τις δυνάμεις και μέσα από τους μαύρους καπνούς που έβγαζε, ατένιζε με υπερηφάνεια τον κάμπο της Αλμωπίας, καταπίνοντας τα κακοτράχαλα χιλιόμετρα.


Το χωριό μου, αυτό το "τέλειο άπειρο".




Πορφυρογέννητος ο Πήγασος, αχαλίνωτος
ζεμένα τα ημισφαίρια του νου
η σκέψη ηνίοχος, ταξιδεύει τη βούληση
νοσταλγεί.

Οδήγησέ με στον μετέωρο βράχο
σμίξη ουρανού και γης
λιλιπούτεια σπιρτόκουτα τα σπίτια κάτω
ευτυχισμένα κελιά μιας ζωής.

Μαζοχιστικό το ράπισμα του Αίολου
ανοιχτοί ασκοί, θυελλώδεις
κατευναστικό ύδωρ, ασβεστολιθικός βράχος
μήτρα ίασης, αγίασμα.

Ιριδικός καμβάς, πινελιές ουράνιες
πράσινη, μπλε, καφετί
οξιά, ουρανός, πέτρα
παράσταση Αναγεννησιακή.

Πυγολαμπίδες πίστης, καντήλια αχνόφωτα
γρύλοι, του σούρουπου υπασπιστές
κούκος απόμακρος, θρύλους ξυπνάει
κουρνιασμένοι γυπαετοί.

Θρόισμα φύλλων σε αλέες πλατάνων
άρωμα φρέσκου Ελληνικού
σέρτικος βήχας, ξερή, κολτσίνια
στο ρυάκι η ψάθα, αναπολεί.

Ουρανόσταλτος ήχος, μεταλλικός
κάλεσμα παρηγοριάς, επικοινωνίας
μαύρη μαντήλα, υγρή ρυτίδα
φλόγα απώλειας, βασανιστική.

Χάλκινες νότες, υπερηφάνειας
γαλανόλευκο τρεμούλιασμα, έξαψη
προγονική παράδοση, τίμημα βαρύ
ασήκωτο χρέος, δόξα, τιμή.

Βουκολικός οργασμός, κάθιδρο σώμα
ήρα και στάρι, ομφάλιος λώρος
οσμές φουρνιστές, ερεθιστικές
εστία στο κέντρο, ενώνει ψυχές.

Τελεία στον χάρτη, μικρόκοσμη, ασήμαντη
όμως ευρύχωρη σαν ωκεανός, απέραντη,
συμπαντικό βασίλειο,
φαντάζει το τέλειο άπειρο, του όλου μου "είναι". 



Το χωριό μου, αυτό το "τέλειο άπειρο".

Ασπρόμαυρες αναμνήσεις και ηχοχρώματα από τους Προμάχους



Νοσταλγικές αναμνήσεις από περασμένες εποχές στους Προμάχους,  μέσα απο το φωτογραφικό αρχείο των "Π.Ν."  διανθισμένες με τα μουσικά ηχοχρώματα της Ελένης Καραίνδρου. 

Μουσική: ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΙΝΔΡΟΥ (το βαλς του γάμου) από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου "Ο μελισσοκόμος".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ 1960.


Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960 και στο όμορφο χωριό των Προμάχων ο ήλιος ξεπροβάλει από τα ανατολικά βράχια της Μπάινας, φωτίζοντας με τις ζεστές του ακτίνες όλη την περιοχή, που έχει αρχίσει να πρασινίζει, υποδηλώνοντας ότι η άνοιξη έφτασε.
Ήδη κάποιες αμυγδαλιές και κάποιες σλίβες έχουν αρχίσει να ανθίζουν, χαρίζοντας υπέροχες ροζ ανταύγειες με τα άνθη τους.
Αν και πέρασε ο χειμώνας, οι κάτοικοι δεν έχουν αρχίσει να ασχολούνται με τα χωράφια τους και πολλοί από αυτούς, μαζεύουν δυνάμεις για την δύσκολη καλλιεργητική περίοδο, που θα ξεκινήσει σε λίγες εβδομάδες.
Από τα δυτικά του χωριού ακούγονται ήχοι περίεργοι, σημάδια ανθρώπινης δραστηριότητας.
Κάποια ομάδα εργατών, δουλεύει εντατικά και ο θόρυβος από αξίνες, φτυάρια και τσάπες, είναι ευδιάκριτος.
Διερχόμενος τον κεντρικό χωματόδρομο και περνώντας την δημόσια κοινοτική βρύση με το τρεχούμενο νερό, μπορείς να δεις, ότι στην αυλή, δίπλα από το σπίτι του Μπάι Γκιόργκε, δέκα γεροδεμένοι άντρες, σκάβουν σε τέσσερα σημεία, μεγάλες τρύπες ιδρώνοντας και αγκομαχώντας.
Σήμερα ξεκινάει το χτίσιμο του νεαρού γιου της οικογένειας, καθώς αρραβωνιάστηκε πρόσφατα και πρέπει σε λίγο καιρό να ανοίξει το δικό του σπιτικό.
Έτσι λοιπόν οι τέσσερις βάσεις του σπιτιού ετοιμάζονται και στην γύρω περιοχή επικρατεί ένας γιορτινός αναβρασμός. Οι μεν άντρες να πειράζονται μεταξύ τους, οι δε γυναίκες να πηγαινοέρχονται αλαφιασμένες, προσπαθώντας να ετοιμάσουν νόστιμους μεζέδες και πίτες για τους απαιτητικούς εργάτες. Τα πιάτα με τα ορεκτικά πάνε κι έρχονται, ενώ το δυνατό τσίπουρο ρέει άφθονο, δίνοντας δύναμη στους σκληροτράχηλους άντρες.
Ο παππούς της οικογένειας πηγαινοέρχεται νευρικά καπνίζοντας ένα σέρτικο σκέτο τσιγάρο και δίνει εντολές βήχοντας και ξύνοντας το αξύριστο πηγούνι του.
Κατά το απομεσήμερο η δουλειά κοντεύει να τελειώσει και ο αρχηγός της οικογένειας διαλέγοντας τον μεγαλύτερο πετεινό από το παρακείμενο κοτέτσι, το σφάζει και με το αίμα του ραντίζει τις βάσεις του νέου σπιτιού, τηρώντας το πατροπαράδοτο έθιμο.. Στη συνέχεια παραδίνει το μεγαλόσωμο πτηνό στην νοικοκυρά, για να το μαγειρέψει και να φάνε οι κατάκοποι μαστόροι.
Το απομεσήμερο, όταν πια η δουλειά έχει τελειώσει, στήνεται ένα τεράστιο τραπέζι, κάτω από το πλατάνι, στην άκρη της αυλής και όλοι μαζί κάθονται και απολαμβάνουν τα κάθε λογής εδέσματα, που στρώθηκαν από τις γυναίκες του σπιτιού και τις γειτόνισσες, που βοηθούν.

Τις επόμενες ημέρες και αφού ρίχτηκαν οι βάσεις, με τσιμέντο, ξεκινά η διαδικασία του χτισίματος περιμετρικά. Κι εδώ το ίδιο σκηνικό. Άντρες και γυναίκες, με μουλάρια και γαϊδούρια, κουβαλούν από τους γύρω χειμάρρους, πέτρες κάθε λογής, ενώ οι έμπειροι μαστόροι, πελεκώντας τα τεράστια βράχια, δίνουν σχήμα σε αυτά και οι χτίστες τα τοποθετούν με μαεστρία, δημιουργώντας γερά και ασφαλή πετροντούβαρα.
Φίλοι, συγγενείς και γείτονες, συμμετέχουν στην όλη επιχείρηση βοηθώντας όπως μπορεί ο καθένας και η "μυσταγωγία" θα διαρκέσει πολλές ημέρες.
Μόλις έρθει η ώρα για το "ρίξιμο της πλάκας(ταράτσα), ένα συνεργείο από έμπειρους εργάτες θα κατευθυνθεί στη Μπιτσκία, όπου με την βοήθεια του μοναδικού τρακτέρ του χωριού, θα ισιάξουν τα σίδερα, που απαιτούνται για να οπλιστεί το μπετόν.
Την ημέρα που θα "ρίξουν" την πλάκα, συνήθως επιλέγουν κάποια Κυριακή, ο τόπος θυμίζει γιορτή.
Δεκάδες εθελοντές βρίσκονται στον τόπο και ο καθένας στο πόστο του, σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, εργάζονται και πειράζει ο ένας τον άλλον, ενώ το τσίπουρο έχει την τιμητική του.
Ένας βάζει νερό στην μπετονιέρα, άλλος τα τσιμέντα, άλλοι τη γεμίζουν με χαλίκια, ενώ επάνω στην ταράτσα, χειροδύναμοι νεαροί, σπρώχνουν με μανία τα καρότσια, γεμάτα με το έτοιμο μπετόν. Παραδίπλα, τα έμπειρα μαστόρια, κρατώντας μακριά ξύλινα "μαστάρια" σιάζουν το μπετόν, δίνοντας τις κατάλληλες κλίσεις.
Η διαδικασία θα κρατήσει πολλές ώρες και τελειώνοντας το πολυπληθές συνεργείο θα αποζημιωθεί από το "λουκούλλειο" γεύμα που ετοιμάζουν οι προκομμένες νοικοκυρές, υπό την αυστηρή επίβλεψη του Μπάι Γκιόργκε, ο οποίος δεν αφήνει να ξεχαστεί, ούτε η παραμικρή λεπτομέρεια.
Όταν έρθει η ώρα του χτισίματος των δωματίων και το σοβάτισμα, ανοίγουν μια τεράστια τρύπα σε μια άκρη της μικρής πλέον αυλής, και θα ρίξουν μέσα τεράστιους ασβεστόλιθους, που προμηθεύονται από την Πολυκάρπη. Στη συνέχεια ρίχνουν νερό και ανακατεύοντας, με μακριά ξύλινα κοντάρια, ετοιμάζουν τον ασβεστοπολτό που είναι απαραίτητος για το χτίσιμο. Σύννεφο από αναθυμιάσεις γεμίζει την γύρω ατμόσφαιρα, αλλά οι έμπειροι άντρες συνεχίζουν απτόητοι την επίπονη ασχολία τους.
Μερικές μέρες αργότερα ο ασβεστοπολτός αφού ξεθυμάνει, θα είναι έτοιμος προς χρήση.
Κάποιο σκυλί της γειτονιάς, μη προσέχοντας, θα πέσει μέσα στον καυστικό λάκκο και στριγκλίζοντας θα τρέξει προς το ποτάμι, για να ξεπλύνει τον ασβέστη που το κατακαίει.

Στο τελικό στάδιο πλέον, έχει απομείνει η κατασκευή της σκεπής, συνήθως με παλιά Τούρκικα κεραμίδια και η γιορτή κορυφώνεται.
Όλη η γειτονιά είναι στο πόδι, μιας και απαιτούνται πολλά χέρια και κανείς δεν αρνείται την συμμετοχή.
Ο πρωτομάστορας, σκαρφαλωμένος στο ψηλότερο σημείο, κάνοντας τον τελάλη, φωνάζει με όλη του τη δύναμη τα ονόματα αυτών που φέρνουν δώρα για τους εργάτες. Συνήθως αυτά είναι πετσέτες, κάλτσες και φανελάκια, τα οποία τα κρεμούν σε περίοπτη θέση. Εκείνα τα χρόνια έλλειπαν τα πολύβουα μηχανήματα που υπάρχουν τώρα, και δεδομένης της ησυχίας που επικρατούσε, όλο το χωριό μπορούσε να ακούσει την στεντόρεια φωνή του τελάλη.
Καθιερωμένο βέβαια σκηνικό και το πλούσιο τραπέζι στο τέλος της εργασίας και τα χαρούμενα και γεμάτα ικανοποίηση πρόσωπα των παρευρισκόμενων.
Λίγους μήνες αργότερα το καινούριο σπιτικό, το ποτισμένο με ιδρώτα και μόχθο, θα είναι έτοιμο να στεγάσει την αγάπη και τα όνειρα του νεαρού ζευγαριού, που θα συνεχίσει την αέναη και αιώνια παρουσία των υπερήφανων κατοίκων στον πολύπαθο και ευλογημένο τόπο.
Όμορφες εικόνες των περασμένων δεκαετιών, από την ταπεινή ζωή στο αγαπημένο μας χωριό και άλλη μια τρανή απόδειξη της αλληλεγγύης των κατοίκων και της αλληλοστήριξης που τους διακρίνει μέχρι και τις μέρες μας. .

Η εσωτερική μετανάστευση και οι Προμαχιώτες στις περασμένες δεκαετίες.

ΦΩΤΟ. Νεαρός Προμαχιώτης(Βαγγέλης Μυλωνάς) στον κάμπο της Σκύδρας.

Εκτός από το μεγάλο κύμα μετανάστευσης, που εκδηλώθηκε την δεκαετία του 1960 κυρίως, κατά την οποία πολλοί Έλληνες-και Προμαχιώτες- άφησαν τα πατρώα εδάφη, για να αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής, και μετακινήθηκαν σε ξένες χώρες, κυρίως Γερμανία, Αμερική και Αυστραλία, υπήρχε και ένα ιδιότυπο μικρότερο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης.
Πολλοί κάτοικοι του χωριού, μη έχοντας δουλειά στα κακοτράχαλα και μικρά επί το πλείστον χωραφάκια τους, άφηναν το χωριό και αναζητούσαν μεροκάματο σε άλλα πλουσιότερα χωριά της κεντρικής Μακεδονίας, όπου υπήρχε μεγάλη προσφορά εργασίας.
Το φαινόμενο εκδηλώθηκε κυρίως τις δεκαετίες '70 και '80 κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Στα βαμβακοχώρια της Χαλκηδόνας.
Στα χωριά του κάμπου της Χαλκηδόνας, καλλιεργούσαν μεγάλες εκτάσεις με βαμβάκι και επειδή η μηχανές συλλογής ήταν σπάνιες, απαιτούνταν εργατικά χέρια, τα οποία οι γαιοκτήμονες τα έβρισκαν στους κατοίκους των Προμάχων.
Έτσι οι κάτοικοι, κυρίως γυναίκες, δημιουργούσαν μικρές ομάδες-συνεργεία, αποτελούμενα συνήθως από 4-5 άτομα, και αφού έκλειναν συμφωνία με τα αφεντικά, άφηναν τις οικογένειές τους και μετανάστευαν στα βαμβακοχώρια, όπου και παρέμεναν εργαζόμενοι εκεί μέχρι το τέλος της συγκομιδής.
Αξέχαστες είναι οι εικόνες των γυναικών, που έχοντας μια μεγάλη βαλίτσα η έναν μπόγο με τα απαραίτητα, να περιμένουν στην πλατεία του χωριού, το παλιάς τεχνολογίας λεωφορείο, το οποίο θα φορτώσουν στην οροφή του με τις αποσκευές τους και θα αναχωρήσουν για ένα μήνα περίπου, αποχαιρετώντας τα μικρά παιδιά τους κλαίγοντας.
Να τονίσουμε ότι οι Προμαχιώτισσες εργάτριες, ήταν περιζήτητες τα χρόνια εκείνα, γιατί εκτός της εργατικότητάς τους, ήταν φιλότιμες και τιμούσαν το μεροκάματο που πληρώνονταν.
Επίσης έντονες ήταν και οι εικόνες από την επιστροφή τους, ένα μήνα μετά, όπου η πλατεία αντηχούσε από γέλια και καλωσορίσματα, και φυσικά το γεμάτο πορτοφόλι από τον μόχθο των νοικοκυρών, έδινε ανακούφιση στον φτωχικό προϋπολογισμό του κάθε σπιτιού.

Στα καπνοχώραφα του βάλτου.
Παρόμοιες εικόνες εμφανίζονταν και στα τέλη του καλοκαιριού, όταν μπουλούκια γυναικών-εργατριών, μετακινούνταν στα χωριά της Κρύας Βρύσης και της Ημαθίας, στα φημισμένα καπνοχωριά.
Έχοντας τελειώσει ή κοντεύοντας να τελειώσουν τη δική τους μικρή καπνοπαραγωγή, οι κάτοικοι αφού έκλειναν συμφωνίες με τους μεγάλους καπνοπαραγωγούς των χωριών του βάλτου, πήγαιναν εκεί και για τρεις τέσσερις εβδομάδες, εργάζονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στα γεμάτα υγρασία χωράφια.
Κοινή πεποίθηση όλων την εποχή εκείνη, η "μπέσα", που υπήρχε και η αξιοπρεπής στάση και συμπεριφορά τόσο των αφεντικών, όσο και των προκομένων Προμαχιωτών εργατών.
Δύσκολες συνθήκες εργασίας, με την πρωινή δροσιά να τρυπάει τα κόκαλα των εργατών, που γεμίζοντας ολόκληρες καρότσες με τον ευλογημένο καπνό, και στη συνέχεια το ολοήμερο "αρμάθιασμα" και κρέμασμά του, στις τεράστιες λαμαρινένιες αποθήκες, κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο.
Οι φιλότιμες εργάτριες σφίγγοντας τα δόντια, έφερναν σε πέρας την αποστολή τους και μετά από πολλές ημέρες επέστρεφαν στις οικογένειές τους, χαρούμενες και με τον μόχθο τους στα φουσκωμένα πορτοφόλια, για να ανακουφίσουν τις πολλές υποχρεώσεις του νοικοκυριού.

Στα ροδάκινα των χωριών της Σκύδρας.
Ο πλούσιος κάμπος της Σκύδρας με τα πολλά ροδάκινα, ήταν επίσης πόλος έλξης πολλών Προμαχιωτών εργατών.
Εδώ συνήθως πήγαιναν νεαρά παλικαράκια του χωριού, κυρίως για να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους και να μην επιβαρύνουν την οικογένειά τους, μένοντας στο χωριό άνεργοι.
Κάθε καλοκαίρι, τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο πολλά μπουλούκια νέων του χωριού μετανάστευαν στα χωριά του κάμπου και συνήθως μη έχοντας κλείσει κάποια συμφωνία, πήγαιναν στα τυφλά και με την ελπίδα, ότι κάποιο "αφεντικό" θα τους πάρει στη δούλεψή του και θα βγάλουν μεροκάματο.
Οι περισσότεροι βέβαια έβρισκαν αμέσως δουλειά, μιας και οι Προμαχιώτες εργάτες φημίζονταν, υπήρχαν όμως περιπτώσεις που αρκετοί δεν τα κατάφερναν και αναγκάζονταν να ψάχνουν για μέρες "αφεντικό".
Είναι πασίγνωστο το ξενοδοχείο "Τα Αστέρια", όπως αποκαλούσαν το γήπεδο του Προφήτη Ηλία στο οποίο αναγκάζονταν να διανυχτερεύσουν πολλοί.
Επίσης είναι γνωστές και οι εικόνες των νεαρών, που έχοντας βγάλει 5-6 μεροκάματα να μένουν "ταπί", ξοδεύοντας όλο τον μόχθο τους στα πάρα πολλά πανηγύρια, που γίνονταν τις μέρες εκείνες στα χωριά της Σκύδρας.

Στα Λάδια της Σπάρτης.
Εδώ πήγαιναν ομάδες μεγαλύτερων σε ηλικία Προμαχιωτών , κατόπιν συμφωνίας με το αφεντικό, γιατί ήταν μακρινό το ταξίδι και οι ομάδες αποτελούνταν από 5-6 άτομα.
Ήταν δύσκολη και επίπονη δουλειά με τους εργάτες να επιδίδονται και στο μάζεμα της ελιάς, αλλά και στο ελαιοτριβείο, όπου παράγονταν το παρθένο ελαιόλαδο.
Η δραστηριότητα εξασκούνταν τον χειμώνα και οι συνθήκες ήταν δύσκολες μεν, οι εργατικοί όμως Προμαχιώτες δεν "μασούσαν" και με την φιλοτιμία τους έκαναν τους σκληροτράχηλους Σπαρτιάτες, να μιλούν με τα πιο κολακευτικά λόγια γι αυτούς.
Σημείο αναφοράς βέβαια είναι οι βραδυνές μαζώξεις, όπου Προμαχιώτες και Σπαρτιάτες γίνονταν μια παρέα στα καφενεία και στα ελαιοτριβεία και με τη συνοδεία Μπαχοβίτικου τσίπουρου και Σπαρτιάτικης φέτας ψωμιού, εμποτισμένης με παρθένο ελαιόλαδο, το γλέντι απογειωνόταν μέχρι τις πρωινές ώρες.
Επίσης έντονες είναι και οι εικόνες της επιστροφής στο χωριό, όπου εκτός από τα αρκετά χρήματα που έφερναν οι κάτοικοι, η πλατεία γέμιζε και με βαρέλια γεμάτα από τον ευλογημένο καρπό της ελιάς, για να μοιραστεί ή να πουληθεί σε κατοίκους που επιθυμούσαν

Σας παρουσιάσαμε λίγες μόνο δραστηριότητες των άξιων και εργατικών κατοίκων, οι οποίοι θέλοντας να ενισχύσουν το οικογενειακό τους εισόδημα και να καλυτερέψουν τη ζωή τους, δεν δίσταζαν να μεταναστεύσουν σε μακρινά μέρη αποδεικνύοντας την προκοπή και την εργατικότητά τους.
Παρόμοιες δράσεις γίνονταν και για την συλλογή μήλων, πορτοκαλιών και άλλων εποχιακών φρούτων, καθώς επίσης και πολλά μπουλούκια από φημισμένους οικοδόμους, χτίστες και πετράδες, που περιόδευαν ανά την Ελλάδα βάζοντας το λιθαράκι τους και εξοικονομώντας τα προς του ζην.
Άξια λόγου είναι και η μετανάστευση νεαρών ζευγαριών , που μαζικά μετανάστευσαν στη Νάουσα, στα φημισμένα κλωστοϋφαντουργεία, όπου διέπρεψαν με την συνέπεια και την εργατικότητά τους επί δυο δεκαετίες.
Δυστυχώς, λόγω της κατάντιας στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας, τα φαινόμενα των δεκαετιών '70 και '80 παρατηρούνται και στις μέρες μας, σημάδι της ανικανότητας των πολιτικών, που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, που αντί η χώρα μας να πάει μπροστά, κάνει δυστυχώς βήματα προς τα πίσω.. 

Καπνός: Η καλλιέργεια που μεγάλωσε γενιές Προμαχιωτών.


Ο καπνός ήταν η βασική καλλιέργεια, που οι κάτοικοι των Προμάχων ασχολήθηκαν κυρίως τις δεκαετίες 1960-70-80.  Από την δεκαετία του 1990 και μετά ακολούθησε μια φθίνουσα πορεία, λόγω κάποιων-λανθασμένων κατά πολλούς- πολιτικών αποφάσεων, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί τελείως στις μέρες μας.
Η καλλιεργητική περίοδος ξεκινούσε νωρίς την άνοιξη με την προετοιμασία των "ασλαμάδων" , μικρές σειρές σπορίων, όπου οι παραγωγοί   έσπερναν τον σπόρο που κράτησαν από την περασμένη χρονιά. Έφτιαχναν μικρά αναχώματα , συνήθως στους κήπους, που είχαν, και ανακατεύοντας τον σπόρο με στάχτη τον τοποθετούσαν στα αναχώματα.  Μερικές βδομάδες μετά και με την κατάλληλη φροντίδα, τα καπνόφυτα ήταν έτοιμα για να φυτευτούν στα χωράφια.  Στην διαδικασία των ασλαμάδων συμμετείχε όλη η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι, άλλοι ξεχορταριάζοντας και άλλοι ποτίζοντας με τα κατάλληλα ποτιστήρια.Ακολουθούσε η προετοιμασία των χωραφιών, με τα κατάλληλα οργώματα , πάντα με τα βόδια ή με τα μουλάρια, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του '70 έκαναν την εμφάνισή τους και τα πρώτα τρακτέρ.
Με δεδομένη την τραχιά μορφολογία του πέτρινου εδάφους, το όργωμα ήταν πολύ κοπιαστικό, τόσο για τους σκληροτράχηλους αγρότες, όσο και για τα υπομονετικά ζώα, που αγκομαχούσαν κάτω από τον καυτό Μπαχοβίτη ήλιο. Μετά ακολουθούσε τα σβάρνισμα του οργωμένου χωραφιού, που γινόταν με κάποιο αυτοσχέδιο ξύλινο κατασκεύασμα, για να μαλακώσει όσο ήταν δυνατόν το χώμα.
Όταν έφτανε η ημέρα του φυτέματος, στις γειτονιές του χωριού επικρατούσε ένας οργασμός προετοιμασιών. Οι νοικοκυρές ξυπνούσαν από τα χαράματα για να ετοιμάσουν το φαγητό, που θα φάει η οικογένεια στο χωράφι. Αυτό συνήθως ήταν "κουκόσκα σου ουρίς" (κοτόπουλο με ρύζι) λίγες πιπεριές, λίγο τυρί και φρεσκοζυμωμένο χωριάτικο ψωμί.
Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, πήγαιναν στις ασλαμάδες για να βγάλουν τα φυτά, που θα σπείρουν.
Κατά τις οκτώ το πρωί όλα ήταν έτοιμα και αφού φορτωθούν τα πάντα στα μουλάρια, ξεκινούσαν με χαρά με προορισμό τον κάμπο.

Τις ημέρες της σποράς όλος ο κάμπος θύμιζε αληθινό μελίσσι, αφού η πλειοψηφία των κατοίκων ασχολούνταν με τον καπνό. Πειράγματα και τραγούδια ακούγονταν από παντού. Αραδιάζονταν λοιπόν όλοι στη σειρά , πιάνοντας ένα ένα τα αυλάκια και ο καθένας φύτευε  το καπνόφυτο, μπήγοντας το  στο μαλακωμένο, από το νερό που έτρεχε, χώμα.
Πολλές φορές, λόγω της έλλειψης υποδομών και νερού, γίνονταν ομηρικοί καυγάδες, επειδή ορισμένοι "έξυπνοι" έκοβαν το μοιρασμένο νερό, αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους. Την λύση τότε έδινε ο "παντάρ", ο αγροφύλακας δηλαδή, που προσπαθούσε να είναι ακριβοδίκαιος και πάντα ενεργούσε πυροσβεστικά, ώστε όλοι να δουλέψουν .
Το καταμεσήμερο ο αρχηγός της οικογένειας έδινε το σύνθημα για φαγητό και όλοι κάθονταν καταγής κάτω από παχιά σκιά, για να ξεκουραστούν και να φάνε το κοτόπουλο.
Αργά το απόγευμα, αποκαμωμένοι από την ολοήμερη κούραση και ηλιοκαμένοι αναχωρούσαν για το σπίτι με αίσθημα ικανοποίησης, βλέποντας το χωράφι  φυτεμένο από το ευλογημένο προϊόν, που θα αποφέρει στην οικογένεια έσοδα.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, ξεκινούσε η διαδικασία του τσαπίσματος, συνήθως γινόταν σε δυο χέρια, και κατόπιν περίμεναν να ετοιμαστεί ο καπνός, να πάρει το κατάλληλο χρώμα για το επόμενο στάδιο, που ήταν η συγκομιδή.
Ενδιάμεσα οι άντρες της οικογένειας πήγαιναν και ράντιζαν το καπνό με κάποια ειδικά ραντιστικά μηχανήματα, που τα φορούσαν στις πλάτες τους. Ήταν πάρα πολύ βαριά, αλλά η "μούσιτσα" (ζωύφια που έτρωγαν τα φύλλα) έπρεπε να εξαφανιστεί, και γι αυτό έσφιγγαν τα δόντια και έκαναν υπομονή.
Όταν έφτανε η ώρα της συγκομιδής, ξυπνούσαν από νωρίς τα χαράματα και με τα ζώα πήγαιναν και "έσπαζαν" τα φύλλα του καπνού, κάνοντας "ντίπλες"(ματσάκια), και βάζοντας τα προσεκτικά στα τσουβάλια. Με το που έφτανε ο ήλιος ψηλά. περίπου στις 10 το πρωί, αναχωρούσαν στο σπίτι για το επόμενο στάδιο, που ήταν το αρμάθιασμα.Το αρμάθιασμα λοιπόν γίνονταν σε ειδικές μεταλλικές βελόνες μήκους 50 εκατοστών, όπου περνούσαν ένα ένα τα φύλλα του καπνού, τρυπώντας τα στη μέση του, όπου υπήρχε το σκληρό κοτσάνι. Κατόπιν, αφού γέμισε η βελόνα με αριστοτεχνικό τρόπο την άδειαζαν στο "κανάπ" (φυτικός ειδικός σπάγκος) και η "νίζα"(αρμαθιά) ήταν έτοιμη.
Κατά την διαδικασία αυτή απαραίτητο αξεσουάρ ήταν το ραδιόφωνο της οικογένειας, όπου τους συντρόφευαν οι δυο κρατικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί των μεσαίων κυμάτων. Οι παλαιότεροι θα θυμούνται την Θεία Λένα, τον Ίωνα Τυρταίο και τις αναζητήσεις του Ερυθρού σταυρού. Αργότερα με την εμφάνιση των ραδιοπειρατών οι επιλογές ήταν πολλές και οι αφιερώσεις έδιναν και έπαιρναν.
Αργά το απόγευμα, μόλις και το τελευταίο φύλλο καπνού έμπαινε στη θέση του, ξεκινούσε η διαδικασία του κρεμάσματος των αρμαθιών στα "κρεβάτια". Αυτά ήταν ξύλινα τετράγωνα πλαίσια, με καρφιά να προεξέχουν οι άκρες τους, όπου κρεμούσαν τις αρμαθιές. Τα κρεβάτια αυτά τα τοποθετούσαν στηρίζοντάς τα είτε σε ντουβάρια είτε σε "μασταγκάρκες" (λεπτά ξύλινα υποστηρίγματα), κόντρα στον καυτό ήλιο, για να ξεραθεί ο καπνός και να πάρει το κατάλληλο χρυσοκίτρινο χρώμα του.
Αξέχαστες είναι οι στιγμές, που σε μια ξαφνική καλοκαιρινή μπόρα, επικρατούσε πανικός στην προσπάθεια των κατοίκων να προστατέψουν τα κρεβάτια από τη βροχή, βάζοντάς τα σε κάποιο  υπόστεγο.
Μετά από λίγες ημέρες κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, ο ξεραμένος καπνός μαζεύονταν στα "σαντάλια" με συρμάτινα τσιγκέλια και τα οποία τα κρεμούσαν ή στις αποθήκες ή στα ταβάνια των ξύλινων σκεπών, πάνω από την "πουλάτα" (χαγιάτι).
Την περίοδο, που γιορτάζει το χωριό δηλαδή του Αγίου Δημητρίου, που συνήθως υπήρχαν βροχές και ομίχλες, τα σαντάλια μαλάκωναν και ακολουθούσε η τελική διαδικασία, που ήταν το πρεσάρισμα του καπνού σε τετράγωνες μπάλες.
Κατόπιν οι μπάλες αυτές, με φροντίδα αποθηκεύονταν και περίμεναν όλοι να περάσουν οι έμποροι για να εξετάσουν το προϊόν τους να το βαθμολογήσουν , να το ζυγίσουν και στην συνέχεια να το μεταφέρουν στην πλατεία του χωριού, όπου μεγάλα φορτηγά θα το οδηγήσουν στα εργοστάσια καπνού.
Έντονες είναι οι εικόνες πολλών, την περίοδο, που όλη η οικογένεια ανέμενε το συνεργείο των εμπόρων για την αξιολόγηση και το ζύγισμα, και το μικρό τραπεζάκι σε μια άκρη με το κονιάκ και τις καραμελίτσες για να κεράσουν και να "καλοπιάσουν" τους εκτιμητές.
Μετά από αρκετές εβδομάδες αντιπρόσωπος των εμπόρων ή η Αγροτική τράπεζα πλήρωνε τους παραγωγούς, αποζημιώνοντας έτσι τον ετήσιο  μόχθο της οικογένειας, σκορπώντας αισιοδοξία και πίστη για την επόμενη χρονιά. Την περίοδο εκείνη των πληρωμών, πήγαιναν και οι αρχηγοί των οικογενειών και ξεχρέωναν τα "βερεσέδια" στον μπακάλη και τον περιπτερά και όπου αλλού χρωστούσαν.
Ελπίζουμε να σας δώσαμε μια αρκετά σαφή εικόνα από εκείνες τις αγνές και δύσκολες εποχές, που οι πατεράδες και οι παπούδες μας πιστοί στα πατρογονικά τους εδάφη, παρέμειναν στα άγια χώματά μας αρνούμενοι να τα εγκαταλείψουν, μεγαλώνοντας γενιές και γενιές με τιμιότητα και περηφάνια.

Εκπρόσωποι των Κέντρων Πρόληψης όλης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στην Αν. Αντιπεριφερειάρχη Πέλλας



Εκπρόσωποι των Κέντρων Πρόληψης όλης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στην Αν. Αντιπεριφερειάρχη Πέλλας


Τους επιστημονικούς υπευθύνους από τα Κέντρα Πρόληψης ολόκληρης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας δέχθηκε στο γραφείο της στο Διοικητήριο η Αν. Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας Αθηνά Αθανασιάδου – Αηδονά. Η συνάντηση ήταν μια πρωτοβουλία της κας Αηδονά και του κου. Λάζαρου Σιάντση από το Κέντρο Πρόληψης «ΟΡΑΜΑ» της Π.Ε. Πέλλας.
Στη συνάντηση, τέθηκαν τα θέματα και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα Κέντρα Πρόληψης, που κατά κανόνα είναι κοινά σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα. Παρά τις δυσλειτουργίες το έργο των Κέντρων αυτών είναι σημαντικό και η δράση τους τα κάνει να ξεχωρίζουν, αφού αποτελούνται από καταρτισμένους επιστήμονες και εξειδικευμένο, δραστήριο προσωπικό.
Όπως τονίστηκε κατά τη διάρκεια της συζήτησης, το θέμα της πρόληψης δεν αφορά μόνο την αποφυγή εξάρτησης από διάφορες ουσίες, αλλά εμπεριέχει τη βία, την κακοποίηση παιδιών, γυναικών, κοινωνικά θέματα κ.λπ. που συμβαίνουν γύρω μας.
Οι εκπρόσωποι των Κέντρων ευχαρίστησαν την κα. Αηδονά για τη φιλοξενία και ζήτησαν συνάντηση στην έδρα της Περιφέρειας με τον Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας κ. Απόστολο Τζιτζικώστα, κάτι το οποίο θα γίνει το επόμενο διάστημα μετά από διαβεβαίωση της κας Αηδονά.
Από την μεριά της η Αν. Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας Αθηνά Αθανασιάδου – Αηδονά ευχαρίστησε τους εκπροσώπους των Κέντρων για τη συνάντηση, δήλωσε ότι η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας βρίσκεται και θα συνεχίσει να είναι κοντά στους ανθρώπους που επιτελούν αξιόλογο έργο στα Κέντρα Πρόληψης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η κα. Αηδονά, «…στον πυρήνα της πολιτικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας βρίσκεται η αλληλεγγύη σε όλα τα επίπεδα» δείχνοντας με τον τρόπο αυτό τις προθέσεις της Περιφέρειας για περαιτέρω στήριξη των Κέντρων Πρόληψης που πραγματικά είναι στην πρώτη γραμμή του αρραγούς κοινωνικού μετώπου που έχει δημιουργήσει η Π.Κ.Μ. όλα αυτά τα χρόνια για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...