Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Το Πολιτιστικό Αντάμωμα 2018 του Μ. Χ. Σ. Προμάχων (πρώτη ημέρα)


ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Πρώτα σκιρτήματα στην ετοιμόγεννή σου κοιλιά
Ακούγοντάς σε να τραγουδάς, Μακεδόνισσα μάνα
Κάποιος ζουρνάς στα αυτάκια μου ηχούσε, υπόκωφα
Σκοποί ορεινοί, ομοβροντία νταουλιών, τρανός σκοπός.

Τον ελεύθερο Μακεδονικό αέρα στα σπλάχνα μου, ανέπνευσα
Την ίριδα των ματιών μου ο χρυσάκτινος ήλιος  καλωσόρισε
Γιαγιάδες τσεμπεροφορεμένες με μύρωσαν, χαρές, ευχές
Αλέξανδρο με ονόμασαν, βοούν οι «Τούμπες», θριαμβευτικά.

Τα πρώτα βήματα «Μπαϊτούσκα» αέναος στροβιλισμός
Παππούς, πατέρας, οδηγοί, υπερήφανο μονοπάτι
Και του σχολειού η φορεσιά, καμάρι, αέρινοι βηματισμοί
Χάλκινες νότες, σύγκορμο ρίγος, αδειάζει η ψυχή, το Νου γαλουχεί.

Καμβάς αισθημάτων, χαρά, λύπη, καημός
Ιδρώτας και πάθος, της πίστας εξομολόγηση
Βήμα βαρύ, σθεναρό, περήφανο, λυτρωτικό
Στων προγόνων τα λιθόστρωτα σοκάκια αναχώρηση.

Στο πλήρωμα του χρόνου, ιερή επανάληψη
Παράδοση αξιών, απογόνων σκυτάλη
Άξιοι συνεχιστές, εθνικοί υπερασπιστές
«ΟΧΙ», «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ», «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»

Μάτια χιλιάδες πάνω σου, θωριά θαρρετή, επιβλητική
Σπαρταράει το «είναι» βαθιά, ανταριάζει η γη
Τα λάβαρα ψηλά, ιαχές δονούν τα βουνά
Χείμαρρος, στο «Μακεδονία ξακουστή» 

Φωτογραφίες από την πρώτη ημέρα του Πολιτιστικού Ανταμώματος του Μ.Χ.Σ. Προμάχων, μέσα από την φωτογραφική ματιά του Δημάρχου Αλμωπίας Δημήτρη Μπίνου.

















Γυρισμός. Άγγελος Σικελιανός


ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,
του γυρισμού, στη μεγάλη
της αμμουδιάς απλωσιά·
στην καρδιά μου
τα βλέφαρά μου κλεισμένα·
και λάμπει ωσάν ήλιος βαθιά μου.

Βοή του πελάου πλημμυρίζει 
τις φλέβες μου·
απάνω μου τρίζει
σα μυλολίθαρο ο ήλιος· 
γεμάτες χτυπάει τις φτερούγες ο αγέρας·
αγκομαχάει το άφαντο αξόνι·
δε μου ακούγεται η τρίσβαθη ανάσα·
γαληνεύει, ως στον άμμο, βαθιά μου
και απλώνεται η θάλασσα πάσα –
σε ψηλοθόλωτο κύμα
την υψώνει το απέραντο χάδι·
ποτίζουν τα σπλάχνα
τα ολόδροσα φύκια,
ραντίζει τα διάφωτη η άχνα 
του αφρού που ξεσπάει στα χαλίκια·
πέρα σβήνει το σύφυλλο βούισμα
οπού ξέχειλο αχούν τα τζιτζίκια·
μια βοή φτάνει απόμακρα –
και άξαφνα,
σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,
χτυπάει· είν' ο αγέρας που σίμωσε,
είναι ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου,
και ο αγνός, όχι ξένα, τα βλέφαρα
στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει. 
Πετιώμαι απάνω· η αλαφρότη μου
είναι ίσια με τη δύναμή μου.
Λάμπει το μέτωπό μου ολόδροσο,
στο βασίλεμα σειέται ανοιξάτικο
βαθιά το κορμί μου.
Βλέπω γύρα. Το Ιόνιο,
και η ελεύτερη γη μου!

Από την ποιητική συλλογή «ΑΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΣ»
Άγγελος Σικελιανός

Λουλούδια. Γουέντι Κόουπ


Λουλούδια

Κάποιοι άνδρες δεν το σκέφτονται, λοιπόν.

Εσύ όμως ναι: ερχόσουν κι μού έλεγες ότι σχεδόν

Μου αγόρασες λουλούδια αλλά

Κάτι είχε πάει στραβά.

Το ανθοπωλείο ήταν κλειστό. Ή απλά αμφέβαλες-

Με σκέψεις που το δικό σου, το δικό μου το μυαλό,

Ανακαλύπτουν συνεχώς. Σκέφτηκες κι ανέβαλες,

Πως δεν θα ήθελα τα άνθη σου· φοβάμαι.

Τότε, είχα χαμογελάσει και σε αγκάλιασα, θυμάμαι.

Τώρα μονάχα να χαμογελώ μπορώ.

Αλλά δες, τα λουλούδια που σχεδόν έφερες εδώ

Άντεξαν όλον τούτο τον καιρό.

Γουέντι Κόουπ

(Μτφ.: Θοδωρής Ρακόπουλος)

Φυγή. Γιώργος Σεφέρης



Δὲν ἦταν ἄλλη ἡ ἀγάπη μας

ἔφευγε ξαναγύριζε καὶ μᾶς ἔφερνε

ἕνα χαμηλωμένο βλέφαρο πολὺ μακρινὸ

ἕνα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στὸ πρωινὸ χορτάρι

ἕνα παράξενο κοχύλι ποὺ δοκίμαζε

νὰ τὸ ἐξηγήσει ἐπίμονα ἡ ψυχή μας.

Ἡ ἀγάπη μας δὲν ἦταν ἄλλη ψηλαφοῦσε

σιγὰ μέσα στὰ πράγματα ποὺ μᾶς τριγύριζαν

νὰ ἐξηγήσει γιατί δὲ θέλουμε νὰ πεθάνουμε

μὲ τόσο πάθος.

Κι ἂν κρατηθήκαμε ἀπὸ λαγόνια κι ἂν ἀγκαλιάσαμε

μ᾿ ὅλη τὴ δύναμή μας ἄλλους αὐχένες

κι ἂν σμίξαμε τὴν ἀνάσα μας μὲ τὴν ἀνάσα

ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου

κι ἂν κλείσαμε τὰ μάτια μας, δὲν ἦταν ἄλλη

μονάχα αὐτὸς ὁ βαθύτερος καημὸς νὰ κρατηθοῦμε

μέσα στὴ φυγή.

Γιώργος Σεφέρης

Ψυχή απούσα. Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα


ΨΥΧΗ ΑΠΟΥΣΑ

Δε σε γνωρίζει ο ταύρος, ούτε η συκιά,
ούτε τα άλογα, ούτε τα μυρμήγκια του σπιτιού σου.
Δε σε γνωρίζει το παιδί ούτε το σούρουπο
γιατί για πάντα έχεις πεθάνει.
Δε σε γνωρίζει η ράχη της πέτρας,
μήτε η μαύρη φορεσιά όπου μέσα της συντρίβεσαι.
Δε σε γνωρίζει η βουβή σου θύμηση
γιατί για πάντα έχεις πεθάνει.
Το Φθινόπωρο θα ‘ρθει με τους σαλίγκαρους,
με της ομίχλης τα σταφύλια και τα σφιχτοδεμένα όρη,
όμως κανείς δε θα θελήσει τα μάτια σου να δει
γιατί για πάντα έχεις πεθάνει.
Γιατί για πάντα έχεις πεθάνει,
όπως όλοι οι νεκροί της Γης,
όπως όλοι οι νεκροί, που λησμονιούνται
σαν τα ψόφια σκυλιά στοιβαγμένοι.
Κανείς δε σε γνωρίζει. Όχι. Κανείς. Όμως εγώ σε τραγουδάω.
Εγώ θα τραγουδώ παντοτινά το ωραίο προφίλ σου και τη χάρη σου.
Τη φημισμένη φρόνηση της γνώσης σου.
Τη δίψα σου για θάνατο, τη γεύση των χειλιών σου.
Τη θλίψη που είχε μέσα της η θαρραλέα χαρά σου.
Θα αργήσει πολύ να γεννηθεί, αν ποτέ γεννηθεί,
ένας τόσο λαμπερός, τόσο πλούσιος σε περιπέτειες, ανδαλουσιανός.
Εγώ θα τραγουδώ τη χάρη του με λέξεις που θρηνούν
και θα θυμάμαι μια θλιμμένη αύρα στα λιόδεντρα.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

"Πεθαίνεις και φοβάμαι". Απόσπασμα από τον Γλάρο του Τσέχωφ


«[…] Έχω τόσο κουραστεί […] Να ησυχάσω λίγο… να ξεκουραστώ… Είμαι γλάρος… είμαι εξαντλημένη, σσσσσσ, θα πάω τώρα, σας χαιρετώ […] 
Είναι αργά, μόλις κρατιέμαι στα πόδια, είμαι εξαντλημένη, μη με συνοδεύσετε θα πάω μόνη ως εκεί… θέμα για μικρό διήγημα… δεν ξυπνούν πια στα λιβάδια με φωνές οι γερανοί και τα μαγιάτικα σκαθάρια… όχι, όχι, μη με συνοδεύσετε, θα πάω μόνη ως εκεί… είμαι γλάρος…» 
 …Δέκα κατακόκκινα νυχάκια παίζουν κρυφτό με ένα βαμβακερό λευκό σεντόνι. Φτου ξελευτερία και για τα δέκα, σου λέω, καθώς σε αφήνω να με κερδίσεις για μια ακόμη φορά, και ύστερα ολοκληρωτικά χαμένος γύρω από 'σένα, πιάνω τα δυο πόδια σου και φιλάω ένα προς ένα και τα δέκα κάτασπρα δάχτυλά τους. Και όταν τελειώνουν οι μικρές κόκκινες σημαίες των ποδιών σου, ανεβαίνω αργά-αργά όλο και πιο ψηλά, και αφού κάνω έναν μικρό περίπατο ανάμεσα στις ελίτσες του λαιμού σου, φθάνω στη λευκή σου πλάτη, και καθώς αρχίζω να λύνω ένα-ένα τα κορδόνια του γαλάζιου διάφανου νυχτικού σου, εμφανίζεσαι μπρος σου τόσο κομψή και ταυτόχρονα τόσο ανυπεράσπιστη, που μοιάζεις περισσότερο με έναν μικρό γεμάτο αρμύρα γλάρο που κρατά στην αγκαλιά του τις δυο φτερούγες του. 
Έχεις μικρύνει 15 ολόκληρα εκατοστά μα είσαι ακόμη πολύ απαλή, γλυκιά και αληθινά πανέμορφη. Έτσι όπως σε κοιτώ όλο το απόγευμα από τούτη την χακί πολυθρόνα, ξαπλωμένη πάνω στο ψηλό αυτό κρεβάτι, σε ερωτεύομαι πάλι από την αρχή, ξανά και ξανά και ξανά σαν τούτος δω ο έρωτάς μου να είναι ο πρώτος, ο πιο ορμητικός και πιο ανελέητος. "Ήτανε πρόβα χαζέ ό,τι ζήσαμε, δεν το κατάλαβες;" μου λες μέσα από τα πράσινα μάτια σου και ύστερα στρέφεις το λαιμό σου και το βλέμμα τους προς τα νούφαρα. Υπάρχει μια μικρή λίμνη στο Εschede της Σαξωνίας που κάθε μέρα, για περίπου έξι ώρες, γίνεται μια τοσοδούλα θάλασσα από νούφαρα. Πρόκειται για ίδια νούφαρα με εκείνα που ονειρεύτηκε ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι ο Κλεμανσό, και αν και πρωθυπουργός, αισθάνθηκε την επιθυμία να ζητήσει από το Μονέ να τα ζωγραφίσει για χάρη του.  
Έτσι τεράστιες συνθέσεις με νούφαρα στόλισαν αρχικά το διαμέρισμα του γάλλου πρωθυπουργού στη Montmartre αλλά και το ατελιέ του ζωγράφου μας. Ήταν μάλιστα τόσο μεγάλοι οι πίνακες με τα νούφαρα, που ο ζωγράφος αναγκάστηκε να επεκτείνει το εργαστήριό του για να τους στεγάσει. "Θέλω ένα ψηλό διαμέρισμα madameMelville, θέλω ένα ψηλό διαμέρισμα για να χώσω μέσα τα νούφαρα όλου του κόσμου", φέρεται ότι είπε στην εκμισθώτριά του και εκείνη του έριξε μια λοξή ματιά, "καλλιτέχνες πεινασμένοι" σκέφτηκε και έτσι όπως δεν της πολυγέμιζε το μάτι του απάντησε "κάνε ότι θες με το appartement, αρκεί να μην μου κουβαλήσεις και βατράχια μαζί με τα νούφαρά σου". Και μέσα σε αυτό το φωτεινό και ψηλοτάβανο γαλλικό σπίτι, ο φίλος μας δημιούργησε τις Νυμφαίες, έργο ολοζώντανο και ποιητικό «σαν ένα μπουκέτο ολοζώντανο λουλούδια».  
Αυτό ακριβώς το ολοζώντανο μπουκέτο έχω απέναντί μου, έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη και λιάζεσαι τούτο το ανοιξιάτικο απόγευμα σε τούτο το φαρδύ κρεβάτι ενός 6ου ορόφου και πιο κει απλώνεται γυάλινη η ανοιξιάτικη πόλη μας. Σου τρύπησαν για ακόμη μία φορά το αριστερό σου χέρι, "είναι ανελέητοι, δεν λυπήθηκαν την τρυφερότητά μου καθόλου", σου πήραν μια καράφα αίμα για εξετάσεις, το χέρι σου είναι πολύ μικρό, το ίδιο μικρό και με το πόδι σου δηλαδή, σχεδόν τοσοδούλια και τα δυο. Έχεις ήδη φάει μια μικρή πρώτη στενοχώρια γιατί πάντα το ξεχνάς, σα να το κάνεις επίτηδες, πάντα φτιάχνεις τα νύχια σου και εδώ μετά σου τα ξεβάφουν οι νοσοκόμες και ύστερα με βάζεις να σου τα βάφω ένα-ένα νυχάκι. «Μη μου βάψεις και το πόδι μαζί, θα μοιάζω με κλόουν» λες και σηκώνεις το βλέμμα για να με επιβλέψεις. Και εγώ ακολουθώ πάντα πιστά τις συμβουλές σου, και είμαι η μανικιουρίστα σου και η γκουβερνάντα σου και η υπηρέτριά σου και με το που ξυπνάς κάθε πρωί, σου βουρτσίζω τα μαλλιά, σου φορώ τα σκουλαρίκια που σου έφερα από την Ταϊλάνδη, με τη γαλάζια πέτρα και το ρόδι, σου βάζω λίγη μάσκαρα και κραγιόν και λίγο ρουζ για να φαίνεσαι σα μικρό κυκλάμινο μες το γαλάζιο deuxpièces νυχτικό σου.  
Έδωσες ρέστα και μέσα στο γαλαζοπράσινο φουστανάκι του χειρουργείου σου «είμαι η Νίνα στο Γλάρο, και ήμουν έξοχη» μου λες, καθώς σε βάζουν αγκαλιά δυο νοσοκόμες στο κρεβάτι, είσαι όλος ο Τσέχωφ και ο Ίψεν μαζί, είσαι μια μικρή κυρά από τη Θάλασσα, από όλες τις θάλασσες και είσαι όλοι οι γλάροι όλων των θαλασσών. Επέστρεψες στο κρεβάτι σου με δυο τρύπες στο στήθος, η μια μεγαλύτερη από την άλλη «μετάσταση ήταν, ξεκινώντας από το στήθος, ξεκινώντας από κάπου».  Και τώρα, αν εξαιρέσεις ότι η πεταλούδα για τον ορό στο ένα χέρι σου το έχει κάνει κατάμαυρο, είσαι τόσο όμορφη και έχεις ένα ροζ στα μαγουλά σου trés chic, που σε κάνει την πιο όμορφη όλου του κόσμου, την δική μου όμορφη. Αν δεν είχες τις τρύπες και είχες νυχάκια σε απόχρωση ροζ γαλλικού, θα σε έλεγα από παρανυφάκι μέχρι νύφη την πρώτη νύχτα του γάμου μας. 
Τώρα σε λέω απλά έναν μικρό πλανήτη, οριζόντιο και όχι κυκλικό, ατελείωτο, γεμάτο μικρούς κρατήρες και ροζ τριαντάφυλλα: τα τριαντάφυλλα είναι τα ανάγλυφα σχέδια του γαλάζιου νυχτικού σου και οι ενώσεις του δέρματός σου εκεί που υπήρχαν οι πέτρες και τώρα υπάρχουν οι λιμνούλες… εκεί που έπεσαν 2 μετεωρίτες ή δυο πεφταστέρια. Δεν ξέρω ακόμη τι θα διαλέξω από τα δυο…  
Και πάλι δεν είδες όνειρο στο χειρουργείο. Μιλούσες με τον αναισθησιολόγο για το σουσι μακί,  καθώς υπήρχε ένα φάρμακο που λεγόταν μακί κάπως, και συνειρμικά οδηγήθηκες στο σούσι και τους Γιαπωνέζους. Συνειρμικά, σαν τη Νίνα στο Γλάρο…  Έχεις μικρύνει 15 εκατοστά μα είσαι ακόμη απαλή, γλυκιά και πιο όμορφη από ποτέ. «Φίλησέ με» μου λες. Δεν θέλω να σε φιλήσω στο στόμα. Ανοίγω το νυχτικό σου. Και καθώς ακουμπώ με τα δέκα χοντρά και άγαρμπα δάκτυλά μου τους μικρούς σου κρατήρες, ξεκινώ ένα ατελείωτο ταξίδι στο φεγγάρι, δεν σε έχω χορτάσει και έτσι όπως σε κοιτώ να πεθαίνεις, σου λέω πως τώρα, αυτή τη στιγμή φοβάμαι πολύ. Πολύ. Και χώνομαι όλο και πιο βαθιά μέσα στον πλανήτη σου. 
Σαν ένας μικρός γλάρος κάτω από τις φτερούγες ενός άλλου γλάρου, σαν ένας άνδρας που δαγκώνει το κάτω χείλος μιας πανέμορφης για πάντα γυναίκας.    

Απόσπασμα από το μονόλογο της Νίνας στο Γλάρο του Τσέχοφ 

Ο πράττων το καλό. Όσκαρ Ουάιλντ


Ο ΠΡΑΤΤΩΝ ΤΟ ΚΑΛΟ ( Πεζό - Ποίημα ) 

Ήτανε νύχτα και Εκείνος ήταν μόνος. Και είδε μακρυά τα κυκλικά τείχη μίας πόλης. Και πήγε προς την πόλη.
Και όταν πλησίασε άκουσε από μέσα ν’ αντηχούν βήματα της χαράς, γέλια του στόματος της ηδονής και δυνατά λαγούτα. Και χτύπησε την Πύλη και οι φρουροί του άνοιξαν.
Και πρόσεξε μία έπαυλη από μάρμαρο που είχε στην πρόσοψη μαρμάρινες κολώνες΄ κι’απ’ τις κολώνες κρέμονταν γιρλάντες και μέσα κι έξω είχε κέδρινους πυρσούς. Και μπήκε στην έπαυλη.
Και αφού διέσχισε μία αίθουσα από καρχηδόνιο και μία αίθουσα από ίασπι έφτασε στη μεγάλη αίθουσα των εορτών και είδε ξαπλωμένο πάνω σ’ ένα πορφυρένιο κάθισμα ένα νέο που ήταν στεφανωμένος με κόκκινα τριαντάφυλλα και που τα χείλη του ήταν κόκκινα από το κρασί. Και τον πλησίασε, τον άγγιξε στον ώμο και του είπε: “Γιατί ζεις έτσι;”
Κι ο νέος γύρισε, τον αναγνώρισε και είπε: "Μα ήμουν λεπρός και με θεράπευσες. Πώς αλλιώς να ζήσω;”
Κι Εκείνος διέσχισε την έπαυλη και βγήκε ξανά στο δρόμο. Και ύστερα από λίγο είδε μια γυναίκα που τα ενδύματα και το πρόσωπό της ήταν βαμμένα και είχε πλεγμένα μαργαριτάρια στα πόδια της΄ και πίσω της αργά σαν κυνηγός ερχόταν ένας νέος με πανωφόρι δίχρωμο. Και το πρόσωπο της γυναίκας ήταν ωραίο σαν είδωλο΄ και τα μάτια του νέου έλαμπαν απ’ τον πόθο.
Και Εκείνος τους ακολούθησε γοργά και άγγιξε το χέρι του νέου λέγοντας: “Γιατί κοιτάζεις έτσι τούτη τη γυναίκα; “Κι ο νέος γύρισε Τον αναγνώρισε και είπε: “Ημουν τυφλός και μου έδωσες το φως μου. Τι άλλο να κοιτάξω;”
Και Εκείνος έτρεξε, άγγιξε τα βαμμένα ενδύματα της γυναίκας και της είπε: “Άλλος δρόμος απ’αυτόν της αμαρτίας δεν υπάρχει για να πορευτείς;” Και η γυναίκα γύρισε Τον αναγνώρισε και είπε γελώντας: “Μα ο δρόμος είναι ευχάριστος κι Εσύ έχεις συγχωρέσει όλες μου τις αμαρτίες”.
Και Εκείνος βγήκε από την πόλη.
Και έξω από την πόλη είδε ένα νέο που έκλαιγε κι Εκείνος πήγε προς αυτόν, άγγιξε τους μακρείς βοστρύχους του και του είπε: “Γιατί κλαίς:” Κι ο νέος κοίταξε ψηλά. Τον αναγνώρισε και είπε: “Μα ήμουν κάποτε νεκρός κι Εσύ με ανέστησες. Πώς να μην κλαίω;” 


Μετάφραση : Δάφνη Χρονοπούλου  

Ο Ξωτικοβασιλιάς. Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε


Ο Ξωτικοβασιλιάς

Ποιος μες στην άγρια νυχτιά σαν άνεμος καλπάζει;
Ένας πατέρας που τον γιο του αγκαλιά κρατά
Κρατάει το αγόρι του σφιχτά και το σκεπάζει
Με ασφάλεια και θαλπωρή, ήρεμα και ζεστά

Γιε μου, γιατί το πρόσωπο σου κρύβεις μ’ αηδία;
Πατέρα μου, δεν είδες τον Ξωτικοβασιλιά;
Δεν πρόσεξες το στέμμα του, το σκήπτρο, τον μανδύα;
Είναι η ομίχλη μοναχά, μόνο η συννεφιά

Έλα μαζί να φύγουμε αγόρι μου καλό
Έλα και τα πιο όμορφα θα παίξουμε παιχνίδια
Άνθη γλυκά, πολύχρωμα στολίζουν τον γιαλό
Και θα σου ‘δώσει η μάνα μου, ολόχρυσα στολίδια

Πατέρα μου δεν πρόσεξες; Δεν άκουσες πατέρα;
Ο βασιλιάς των Ξωτικών μιλάει μες στη βραδιά
Ησύχασε αγόρι μου, άκουσες τον αέρα
Που πιάστηκε στις φυλλωσιές και τρέμουν τα κλαδιά

Η πιο όμορφη κόρη μου πιστά σε περιμένει
Θέλεις, αγόρι μου γλυκό, με μένανε να ‘ρθεις;
Κι ένα τραγούδι θα σου πει με μουσική θλιμμένη
Και θα χορέψει ένα χορό μέχρι να κοιμηθείς

Πατέρα μου, Πατέρα μου, στ’αλήθεια δεν κοιτάζεις
Οι κόρες Του, τα ξωτικά μου ρίχνουνε ματιές
Αγόρι μου, Αγόρι μου, σου λέω μην τρομάζεις
Είναι μονάχα οι σκιές που ρίχνουν οι ιτιές

Σε αγαπώ τόσο πολύ, πανέμορφό μου αγόρι
Πατέρα μου ο Βασιλιάς πλησίασε ξανά
Θα ‘ρθεις μαζί μου κι αν δεν θες θα έρθεις με το ζόρι
Με πλήγωσε ο Βασιλιάς, και η πληγή πονά

Τρομάζει ο πατέρας του, στον έρημο το δρόμο
Κρατάει το παιδί σφιχτά και τρέχει πιο γοργά
Κι έφτασε στο καλύβι του μ’ ένα μεγάλο τρόμο
Μα το παιδί του πέθανε κι είναι πολύ αργά

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...