Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

'' Ως το Τέλος''...... Θάνος Ανεστόπουλος


Περνάει ο καιρός 
και εγώ ο φτωχός
πιο μοναχός μα πιο σοφός

στην χώρα μου πια δεν γελούν
μόνο πουλούν όσα πονούν

Ντύσου καλά 
ήρθε ο βοριάς 
κι είναι φονιάς

εγώ θα σ αγαπώ
ως τον σταυρό 
ως να χαθώ 
ως το τέλος του κόσμου 

Περνάει ο καιρός 
Και εγώ ο γέρος φτωχός
πιο μοναχός μα πιο σοφός

Ντύσου καλά ήρθε ο βοριάς 
κι είναι φονιάς

Εγώ θα σ αγαπώ
ως τον σταυρό 
ως να χαθώ
ως το τέλος του κόσμου...

Απο τον πρώτο προσωπικό δίσκο του Θάνου Ανεστόπουλου με τίτλο '' Ως το Τέλος''......





"Στη μικρή μου τη γιορτή" Χρήστος Οικονόμου - Γερόλυκος


Στη μικρή μου τη γιορτή

Στη μικρή μου τη γιορτή θα έχω κόκκινο κρασί
Θα έχω κόκκινο κρασί
Μια κρύα νύχτα με χιονιά που θα μιλά για μοναξιά
Που θα μιλά για μοναξιά.
Νύχτα ατέλειωτη που κλαίει 
Θα είναι η γιορτή μας και θα λέει
«ό,τι έχει φύγει δεν γυρνά»
Στα μεθυσμένα μας τα μάτια
Θα λάμπουν πάντα δύο δάκρυα
Που θα στολίζουν τη βραδιά.

Στη μικρή μου τη γιορτή όλοι θα έρθουν μοναχοί
Όλοι θα έρθουν μοναχοί.
Και μια μπαλάντα που πενθά θα μας κρατάει συντροφιά
Θα μας κρατάει συντροφιά.
Θα΄ναι όλοι αυτοί που ξεψυχάνε στ΄άδεια ποτήρια και θα ρωτάνε
«που πήγαν τάχα οι χαρές».
Γι αυτά που είχαμε και πάνε
Όλοι μαζί θα τραγουδάμε
Κι έτσι θ΄ανοίγουμε πληγές.

Στη μικρή μου τη γιορτή θα έχω κόκκινο κρασί
Θα έχω κόκκινο κρασί
Για να ζεστάνει η βραδυά θα΄χουμε αίμα να κυλά
θα΄χουμε αίμα να κυλά.
Νύχτα ατέλειωτη που κλαίει 
Θα είναι η γιορτή μας και θα λέει
«ό,τι έχει φύγει δεν γυρνά»
Στα μεθυσμένα μας τα μάτια
Θα λάμπουν πάντα δύο δάκρυα
Που θα στολίζουν τη βραδιά.

Στη θλιμμένη μου γιορτή θα έρθουν φίλοι μου πολλοί
Δεν θα ΄σαι εσύ όμως εκεί.


Χρήστος Οικονόμου "Γερόλυκος"


ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ "ΓΕΡΟΛΥΚΟΣ"



"Θα κάναμε αγάπη" Μενέλαος Λουντέμης


Αχ , τι βαρύ έγκλημα έκανα να μην πω πως σ' αγαπούσα πολύ, πολύ, όσο δεν λέγεται, όσο δεν γράφεται, όσο δεν αντέχεται.
Τότε μπορεί και να μην έφευγες. Μα μήπως έγινε; Μήπως στο είπα έτσι δυνατά, σπαραχτικά, όπως το'θελα και δεν γνώρισα τα λόγια μου; Μα τόσο μπερδεμένο πράμα λοιπόν είναι η αγάπη που να μην μπορέσει ένα φτωχό πλάσμα να ξεδιαλύνει τα λόγια του; Και τόσο απέραντος είναι ο κόσμος που να μη σε βρίσκω; Και τώρα που όλοι έφυγαν, όλα έγιναν μισητά, σε ποιον ν'απλώσω τα χέρια μου; Σε ποιον; Σε ποιον να πω σώσε με!
Τώρα που χάνομαι... που βουλιάζω... που βουλιάζω...
Αν μ' αγαπούσες δεν θα μου το' λεγες. Αν η γνωριμία μας είχε και την παραμικρή σχέση με την αγάπη δεν θα μιλούσαμε τώρα τόσην ώρα για αγάπη. Θα κάναμε αγάπη.
Μετρώ τις μέρες που λείπει και σαστίζω πώς τα καταφέρνω κι έχω τα φρένα μου ακόμα δικά μου; Τη ζωή μου την έκαψα όλη κι αν λυπάμαι είναι γιατί δεν μου μένει άλλο τίποτα να κάψω. Δεν θέλω να μ'αγαπά. Δεν θέλω ούτε καν να μου επιτρέψει να την αγαπώ. Θέλω να ζήσει. Και το θέλω τόσο πολύ, που δεν μπορεί, θα ζήσει!
Ήθελα τώρα να' βρισκα κείνη την κοπέλα που μ'αγαπάει. Έλα δω βρε μικρό μου, να της πω... Ποιον πας κι αγαπάς;
Νομίζεις πως είμαι ευτυχισμένος πάνω σ'αυτά τα Μετέωρα; Θα προτιμούσα να ήμουν στο υπόγειο, φτάνει να περνά κάποια και να μου λέει «καλημέρα», κι ας ήταν σκοτεινή η μέρα, κι ας ήταν ο δρόμος γεμάτος λάσπη και βούρκο. Θα ήθελα να'χα μια δουλίτσα, μια σιγουριά στη ζωή, κι ας ήταν η σιγουριά του σπουργίτη.
Γιατί είμαστε έτσι Θόδωρε;... Γιατί είμαστε έτσι; Έψαξες να το βρεις; Σε κανέναν άλλο δεν στάθηκα έτσι να μιλήσω... Ένα ρουμάνι γεμάτο τσακάλια είν'ο κόσμος. Και σε βάζουν με το στανιό να είσαι ευτυχισμένος. Είσαι;
Όμορφη είναι η αγάπη... το καταλαβαίνω. Και η ζωή πιο όμορφη. Διψώ... Διψώ πολύ...
Ευχαριστώ για την παρηγοριά σου. Κάνεις τώρα πως δεν καταλαβαίνεις...
Ελεημοσύνη την καρδιά της η γυναίκα δεν τη δίνει ποτέ. Μα κι αν βρισκόταν καμιά τέτοια γυναίκα δεν θα ήμουνα εγώ ο ζητιάνος. Κατάλαβες; Δεν θέλω να σηκώσω τα μάτια μου σε καμιά, και προτιμώ να περιμένω.
Οι ερωτευμένοι; Άσ' τους αυτούς. Αυτοί δεν ξέρουν τίποτα από έρωτα. Αυτοί μόνο να νιώθουνε ξέρουν. Εξηγήσεις δεν μπορούν να σου δώσουνε.
Για τον εαυτό μου ξέρω καλά τούτο: Ότι δεν έκλεψα, δεν απάτησα, δεν έκανα κακό σε κανέναν. Ότι ούτε πρόσβαλα άνθρωπο. Τώρα εσείς με λέτε «ρεμάλι», και μου μιλάτε για «συμμορίες» επειδή μια βραδιά με βρήκατε αποκοιμισμένον σ'ένα παγκάκι. Κρατήστε την ιδέα που 'χετε για μένα και προσθέστε κι όσα άλλα επίθετα θέλετε. Δεν με αφορούν...
Εγώ, ναι, φυσικά , είχα δώσει μιαν υπόσχεση. Μα η καρδιά είχε τη δική της υπόσχεση. Μείνε λοιπόν στη μέση του δρόμου... Μα οι δρόμοι δεν φέρνουν ποτέ μόνοι τους αυτούς που περιμένουμε...
Ακούστε... της είπα με όλη μου την ειλικρίνεια. Αν δε βρω κείνην που ζητώ, τότε θα πει πως κάνω λάθος, πως κάνει λάθος και κείνη, κι αυτός που την αγαπά. Αν δεν τη βρω λοιπόν θα πει πως εκείνη δεν υπάρχει.
Μείνετε λίγο... Το ξέρω ότι δεν είμαι εγώ. Κι ούτε έχω κανέναν που να με ζητάει.
Μα πείτε μου , δεν είναι άδικο να μη σε ζητάει ποτέ, κανένας ;
Καθυστερήστε λίγο από κει που θέλετε να πάτε, και κρατήστε μου λίγη συντροφιά, δεν θα είμαι πολύ δυσάρεστη. Αρρωστήσατε ποτέ; Μόνο τότε θα μπορέσετε να με καταλάβετε. Άρρωστη και μόνη.
Κείνοι που συλλογιούνταν με το κεφάλι μες στα χέρια, κείνοι που μετρούσαν λυπημένα το δρόμο, κείνοι που δάγκωναν με σφιγμένα δόντια τις βρισιές ,κείνοι ήταν πάντα οι περισσότεροι. Κι ήταν πιο αληθινοί, και πιο δικοί μου
Είναι τώρα τόσα χρόνια που ζω σ' αυτή τη γελαστή πόλη μα εγώ δεν εγέλασα ακόμη ούτε μια φορά. Γιατί;... Δεν το ξέρω. Ίσως γιατί συνήθισα, το καθετί να το μπολιάζω με τα πάθη μου. Σε κάθε ομορφιά να χύνω το σαράκι που θα με κάψει. Είμαι εγωιστής;... Τη ζωή τη δέρνει ένας μεγάλος γενικός καημός. Η κρίση. Κρίση του ψωμιού, του γέλιου. Κι εγώ κυνηγώ μιαν αγάπη. Πώς πρέπει να το πεις αυτό;
Δεν είναι μια ασυγχώρετη απαρνησιά;
Την κάλεσα για ν'ακούσω τη φωνή της και δεν ήρθε. Δεν θέλησε να κάνει ούτε δυο βήματα. Καιγόμουν όλος και δε θέλησε να σβήσει τη φωτιά μου ούτε και φτύνοντας πάνω της.νΚι εγώ τώρα πια δεν την αγαπώ! Θα κοιτάξω να κάνω αλλιώτικα τη ζωή μου, χωρίς την αγάπη της. Κι ύστερα γιατί την κάναμε την αγάπη σκοπό της ζωής μας;
Δεν είναι χοντροκομμένος εγωκεντρισμός αυτός; Καλά,η αγάπη... είναι η ευτυχία μας.
Και η ευτυχία των άλλων τι γίνεται. Κι ύστερα μόνο η αγάπη είναι ευτυχία; Όταν πεινούν, όταν ιδρώνουν, όταν στενάζουνε οι άνθρωποι... μπορεί η αγάπη να τους θρέψει, να τους ντύσει, να τους λυτρώσει; Ναι, αν έχεις ένα σκοπό και θέλεις να τον φτάσεις, χεροπιασμένος με την αγάπη, θα τον φτάσεις ευκολότερα. Μα αν η ευτυχία σου είναι όλο όλο αυτό, το χεροκράτημα, τότε είσαι ένας πελαγωμένος άνθρωπος που έκανε σκοπό το μέσον—κι είσαι μονάδα μισερή και άχρηστη.
Είμαστε εμείς οι δυο μοναχά τώρα. Τώρα μιλούμε μια δική μας γλώσσα που κανείς δεν την καταλαβαίνει. Λέμε 'γέφυρα' κι εννοούμε αγάπη. Λέμε 'μεσημέρι', λέμε 'εφημερίδα', 'παιδί', λέμε 'θάλασσα', εννοούμε αγάπη. Μόνο τα πουλιά μιλούν έτσι. Τα πουλιά και τα ελάφια... Κι εγώ τώρα ούτε και ξέρω αν είμαστε άνθρωποι.
Μα μια φορά ό,τι και να είμαστε ξέρω ότι αυτό είναι αγάπη. Κι αν δεν είναι έτσι, τότε αυτό θα πει ότι αγάπη δεν υπάρχει, κι ότι χάσαμε το δρόμο.
Άρχισα να λέω κάτι. Δεν ήξερα αν τα 'λεγα στον αέρα σ'εκείνην ή στη νύχτα.
Αύριο φεύγω, της είπα. Είναι η τελευταία φωνή μου αυτή που ακούτε. Η αγάπη αυτή ήταν μια απ' τις πλάνες μου - τα λέω λίγο μπερδεμένα - μα ήταν μια απ' τις πιο μεγάλες μου πλάνες. Δεν φταίξατε σεις που δεν μ'αγαπήσατε, φταίξατε που δεν μου
το 'πατε απ'την αρχή. Ήταν τότε η φωτιά μικρή ακόμη και μπορούσα να τη σβήσω.
Όχι , δεν ακούω το «όχι» που μου λέτε. Θα προτιμούσα να κόψω τη γλώσσα μου στα δυο, παρά να πω μια λέξη που ήξερα απ' την αρχή πως θα την αποκρούατε.
Μα δεν θα δώσω ποτέ την ευκαιρία στα μάτια μου να ντραπούν, γιατί δεν θα σας ξαναδούν πια ποτέ τα μάτια μου. Λοιπόν... Ναι!... σας αγαπώ!... Αυτό ήθελα να πω. Και τώρα σας απαγορεύω να μιλήσετε, σας απαγορεύω να πείτε το παραμικρό!
Κρατήστε και τα λουλούδια... και τα λόγια που θα λέγατε... και τα δάκρυα που θα χύνατε. Κρατήστε τα όλα. Και μη φωνάξετε ξοπίσω μου. Αντίο... για όλη τη ζωή...
Είναι γιατί θέλω να μείνετε μακριά απ'το άστρο μου.Αυτό είναι όλο. Ναι. Μακριά απ 'το άστρο μου, γιατί είναι σημαδεμένο.
Η αγάπη αυτή ήταν μια απ'τις πλάνες μου - τα λέω λίγο μπερδεμένα - μα ήταν μια από τις πιο μεγάλες μου πλάνες.
Είχα ξεχάσει πως όλα ήταν για να τελειώσουν εκείνη τη νύχτα, την τελευταία μας. Πως ό,τι έσερνε μαζί της: άρωμα, μουσική, λόγια, κλάματα θα 'μεναν εκεί, κοντά της. Κι ανάμεσά μας θα'μπαινε η θάλασσα, έτσι όπως μπαίνει το πριόνι ανάμεσα σε δυο αδερφωμένα κλαδιά.
Γιατί ανακάλυψα ότι οι πληγές που μ' άνοιξε τότε, έκλεισαν απ'έξω, αλλά από μέσα ακόμα δουλεύουν...






Μενέλαος Λουντέμης - «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» -απόσπασμα-


«... Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί: τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι;

Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων...»

«Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;

Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ' ένα έρημο δάσος...

Αν δεν τ' ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα;

Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;

Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ' αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι' αγάπη!... Τα μωρά ξέρουν περσσότερα.

Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα».

Ένας βαρκάρης θ' αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη.

Μα είναι; Ποιος να του το πει;

Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.

Σε καίει... Σε λιώνει... Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι.

Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!

Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει.

Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ' όνομά της.

Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις...

Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες... θα 'χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος.

Θα 'χεις φρικτά ασκημίσει.

Αληθεια... αυτό είναι η αγάπη;

Όποιος αγαπά δεν μπορεί να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει...



Μενέλαος Λουντέμης - «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα» -απόσπασμα-


«Τα πτερόεντα δώρα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ
Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.

Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.

Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.

Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.

Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!

Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.

(1907)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 191-192






ΠΗΓΗ...http://www.papadiamantis.org

Ντοστογιέφσκι: Όνειρα


«Ή ήρωας ή βούρκος, μέσος όρος δεν υπήρχε. Αυτό ήταν που με κατάστρεψε, γιατί στο βούρκο παρηγοριόμουν με το να ονειρεύομαι τον εαυτό μου ήρωα σ’ άλλες στιγμές κι ο ήρωας σκέπαζε όλο το βούρκο.

Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκεφτόμουνα, ντρέπεται να βουτηχτεί στο βούρκο, μα ο ήρωας είναι πολύ ψηλός για να λασπωθεί ολόκληρος, επομένως μπορεί κανείς να μπαίνει στο βούρκο.
Είναι αξιοσημείωτο πως αυτές οι πλημμύρες κάθε ωραίου και υψηλού μ’ έβρισκαν και την ώρα της μικροπαρεκτροπής και κυρίως τη στιγμή που βρισκόμουν στο βυθό, μ’ έβρισκαν τμηματικά σε χωριστές μικρές αναλαμπές σα να ’θελαν να μου θυμίσουν τον εαυτό τους, δεν εξαφάνιζαν όμως την μικροπαρεκτροπή με την εμφάνισή τους.

Μα πόση αγάπη, Θεέ μου, πόση αγάπη δοκίμαζα σ’ αυτά τα όνειρά μου, σ’ αυτά τα ταξίδια μέσα στο κάθε «ωραίο και υψηλό».
Κι ας ήταν αγάπη φανταστική που σε τίποτε ανθρώπινο στην πραγματικότητα δεν προσαρμοζόταν, ήταν όμως τόσο πολλή, που ύστερα στην πραγματικότητα μήτε καν αισθανόμουν την ανάγκη να την προσαρμόσω κάπου – αυτό πια θα ’ταν μια περιττή πολυτέλεια.
Όλα, άλλωστε, ωραιότατα τέλειωναν με την οκνηρή και απολαυστική μεταπήδηση στην τέχνη, δηλαδή στις ομορφότερες φόρμες της ζωής, εντελώς έτοιμες, κατακλεμμένες απ’ τους ποιητές και τους μυθιστοριογράφους και προσαρμοσμένες σε κάθε λογής παραποιήσεις κι απαιτήσεις. Εγώ, π.χ., θριαμβεύω πάνω σ’ όλους.
Όλοι, εννοείται, πέφτουν μπρούμυτα κι αναγκάζονται θεληματικά ν’ αναγνωρίσουν όλες τις τελειότητές μου, κι εγώ πάλι τους συγχωρώ.
Ερωτεύομαι καθώς είμαι ένας διάσημος ποιητής και βαθμούχος.
Παίρνω αμέτρητα εκατομμύρια κι αμέσως τα θυσιάζω για τους ανθρώπους και ταυτόχρονα ξομολογιέμαι μπροστά σ’ όλον τον κόσμο τα αίσχη μου, που, εννοείται, δεν είναι απλώς αίσχη, μα περικλείουν πάρα πολύ από κάθε «ωραίο και υψηλό», κάτι το Μαμφρεδικό.

Όλοι κλαίνε και με φιλούν, (αλλιώς τι είδους βλάκες θα ’ταν;) κι εγώ προχωρώ ξυπόλητος και πεινασμένος να διδάξω τις νέες ιδέες».



Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Το υπόγειο (εκδ. Γκοβόστη).

Αντόν Τσέχωφ: "Ο θείος Βάνιας" (απόσπασμα)


Σόνια :
"Τι να κάνουμε όμως, πρέπει να ζήσουμε ! (παύση)
Θείε Βάνια, θα ζήσουμε. Θα περάσουμε μέρες και μέρες αμέτρητες, τη μια μετά την άλλη, μεγάλα, ατέλειωτα βράδια. Θα υποφέρουμε καρτερικά τις δοκιμασίες που θα μας στείλει η μοίρα. Θα δουλεύουμε για τους άλλους και τώρα και στα γεράματά μας χωρίς ανάσα, και όταν έρθει η ώρα μας θα πεθάνουμε αγόγγυστα, κι εκεί απ’ τον τάφο θα πούμε πως υποφέραμε, κλάψαμε, πικραθήκαμε και ο Θεός θα μας λυπηθεί, κι εμείς θείε, αγαπημένε μου θείε, θα δούμε μια ζωή ολοφώτεινη, υπέροχη, αρμονική, θα χαρούμε, και τις σημερινές μας δυστυχίες θα τις δούμε τότε με συγκίνηση, με χαμόγελο – και θ’ αναπαυτούμε .
Το πιστεύω, θείε, το πιστεύω με θέρμη, με πάθος… (γονατίζει μπροστά του κι ακουμπάει το κεφάλι της στα χέρια του, με κουρασμένη φωνή). Θ’ αναπαυθούμε ! (Ο Τελιέγκιν παίζει σιγανά την κιθάρα του). Θ’ αναπαυθούμε ! Θ’ ακούσουμε τους αγγέλους , θα δούμε ολόκληρο τον ουρανό σπαρμένο με διαμάντια, θα δούμε όλο το κακό αυτής της γης, όλα μας τα βάσανα να καταποντίζονται μέσα στο έλεος που θα πλημμυρίσει ολόκληρο τον κόσμο , και η ζωή μας θα γίνει ήρεμη, τρυφερή, γλυκειά σαν χάδι. Το πιστεύω, το πιστεύω… (του σκουπίζει τα δάκρυα με το μαντήλι της).
Φτωχέ, φτωχέ μου θείε Βάνια, κλαίς… (δακρυσμένη). Δε γνώρισες χαρές στη ζωή σου , όμως περίμενε, θείε Βάνια, περίμενε… Θ’ αναπαυτούμε… (τον αγκαλιάζει). Θ’ αναπαυτούμε ! (ο νυχτοφύλακας χτυπάει… ο Τελιέγκιν παίζει σιγανά, η Μαρία Βασίλιεβνα γράφει στο περιθώριο του βιβλίου της, η Μαρίνα πλέκει μια κάλτσα).
Θ’ αναπαυτούμε !"


Ο θείος Βάνιας
μτφρ. Χρύσα Προκοπάκη

«Κύριε, εγώ τελείωσα!»


Στο μικρό λεωφορείο από Καρυές προς Ιβήρων:

«Πρώτη φορά στο Όρος;»
«Εικοστή, τα τελευταία 20 χρόνια».
«Δεν το βαρέθηκες έ;»
«Το ξέρω πως θα ΄πρεπε, αλλά κάθε φορά είναι σαν να ‘ναι η πρώτη. Και να φανταστείς, κάθε φορά το ίδιο σενάριο».
«Δηλαδή;»

«Αδελφέ μου, τι να σου πω! Ξεκινώ πάντα απ΄ την Ουρανούπολη σαν ένας φυσιολογικός επισκέπτης. Υπέροχο το ταξιδάκι μέχρι τη Δάφνη. Όλα γλυκά, όλα αναμενόμενα, όλα και πρωτόγνωρα. Μόλις φτάνω στη Δάφνη, η γνωστή βιασύνη, το πούλμαν για Καρυές, τα μπαγκάζια στον οδηγό, μια θέση, αν προλάβω, παράθυρο. Ο δρόμος ν΄ αρχινάει, ανηφοριά, σιγά-σιγά, και γρήγορα η θάλασσα από κάτω ‘‘πιάτο’‘. Σε λίγο, πυκνή βλάστηση που όλο και ψηλώνει, μέχρι που νομίζεις ότι περνάς κάτω από πράσινες αψίδες για έναν προορισμό που πάντα τον ξέρεις και πάντα τον περιμένεις. Κι εκεί, σιγά-σιγά, όσο η βλάστηση ψηλώνει, κάτι περίεργο, πάντα κάτι περίεργο».
«Δηλαδή;»
«Λογισμοί!»
«Τι λογισμοί;»

«Λογισμοί απίστευτης μαυρίλας, απίστευτης σιχασιάς, που πότε δεν φανταζόσουν πως κρύβεις μέσα σου. Λογισμοί κατάκρισης για όλον τον κόσμο, ακόμη και για τα πιο αγαπημένα σου πρόσωπα. Λογισμοί καχυποψίας, επιθετικότητας και απόλυτης καταφρόνιας. Και μαζί μ΄ αυτούς, άλλες σκέψεις, αισχρές. Σα να περιπλανιέται το μάτι και να τα έχει όλα μόνο για βρώση και πόση. Και φαντασίες ! Πολλές φαντασίες που να γεμίζουν τον νου με δυσωδία και την ψυχή με μια αφόρητη ενοχή. Κι εκεί ακριβώς αρχίζουν τα χειρότερα».
« Έχει και χειρότερα;»

« Όλα υποφέρονται, έστω και με δυσκολία. Αυτό όμως που δεν αντέχεται είναι η αποστροφή και η σιχασιά του ίδιου σου του εαυτού. Να φτάνεις στο σημείο να αναρωτιέσαι τι θέση έχεις εσύ μέσα σ΄ αυτή την υπέροχη Δημιουργία. Να απορείς εάν υπάρχει έστω και ένας καλός σκοπός για να υπάρχεις. Να αγανακτείς βλέποντας πως ο κόσμος δεν έχει τίποτε καλό να περιμένει από σένα. Και να διαλύεσαι από το ενδεχόμενο, τι θα σκεφτόντουσαν οι άλλοι για σένα αν μάθαιναν τον βόρβορο που κουβαλάς. Να κοιτάς γύρω σου αυτή την παραδείσια φύση και να περιμένεις από στιγμή σε στιγμή το ξίφος τού αρχαγγέλου να σου δείχνει τον δρόμο της εξόδου. Να κλείνεις τα μάτια και ο νους να γεμίζει με κάτι χειρότερο από μαύρο: Ένα αποπνικτικό και αρρωστημένο κίτρινο, που να λες, αυτό είναι το χρώμα της οργής του Θεού, που όπου να ΄ναι, έρχεται να σε εξαερώσει».
«Και τι κάνεις τότε;»

«Θυμάμαι, τις πρώτες φορές αποφάσιζα να κατέβω αμέσως από το λεωφορείο, να πάρω με τα πόδια τον δρόμο της επιστροφής και να βρεθώ στο πρώτο πλεούμενο, να ξαναβγώ στον κόσμο να γλυτώσω. ‘‘Τι γυρεύω εγώ’‘ σκεφτόμουνα ‘‘ανάμεσα σ’ αυτούς τους άγιους ανθρώπους!’‘
«Κατέβηκες ποτέ;»

«Θες η δειλία μου, θες η ντροπή, πάντα κάτι γινόταν κι έμενα. Έσερνα τα βήματα μου στο καλντερίμι των Καρυών, σαν να κουβαλούσα τρεις τόνους βάρος, ανέβαινα του μικρού λεωφορείου τα σκαλιά κι άρχιζα τη διαδρομή για τον προορισμό μου. Πάντα ίδιες σκέψεις, καθώς το μάτι περιπλανιόταν μέσα από το μικρό τζάμι: ‘‘Έπιασα Άδη! Κύριε, εγώ τελείωσα. Πιο κάτω δεν υπάρχει!’‘ Ήταν μάλιστα φορές που, χωρίς να το καταλάβω, ψιθύριζα του Ιωνά τα λόγια: ‘‘Καλόν μοι ἀποθανεῖν με ἢ ζῆν. Σφόδρα λελύπημαι ἐγὼ ἕως θανάτου’‘. Και στο αποκορύφωμα, μια σκέψη απαίσια και ελκυστική σαν την πιο μεγάλη μαύρη τρύπα τού διαστήματος: ‘‘Αν ήσουν φιλότιμος θα ΄πρεπε να πας να αυτοκτονήσεις. Τι γυρεύεις εσύ, ένα αισχρό ανθρωποειδές, ανάμεσα στους ανθρώπους. Πες μου έναν λόγο για να συνεχίσεις να ζεις’‘. Και, ειλικρινά στο λέω αδερφέ μου, τέτοιο λόγο σ΄ αυτές τις στιγμές, μέχρι σήμερα δε βρίσκω».
«Και έπειτα;»

«Τι να σου πω; Περνάνε οι στιγμές και σε λίγο δεν βλέπω τίποτα. Τα μάτια πλημμυρίζουνε πικρά δάκρυα και όλα, άνθρωποι, το μικρό παράθυρο, τα δέντρα έξω, διαλύονται σε μικρά σχήματα και παραμορφώνονται σαν να κολυμπάς σ’ ένα βυθό θανάτου. Κι εκεί που είσαι έτοιμος να πεις στον οδηγό ‘‘σταμάτα σε παρακαλώ. Εδώ κατεβαίνω’‘, κάτι σαν χέρι με ακουμπά εδώ, στο δεξί μου χέρι, ανάμεσα στον αγκώνα και στον καρπό. Πάντα εκεί, στο ίδιο σημείο! Άγγιγμα πιο αληθινό από εκείνο της γυναίκας μου, ή του γιατρού μου, που πριν κάτι χρόνια, βέβαιος πως ήμουν βαριά, ήρθε από το βάθος του διαδρόμου του νοσοκομείου και με ακούμπησε ακριβώς εκεί, λέγοντας μου: ‘‘Δεν είναι τίποτα’‘.
«Και φεύγουν όλα;»

«Από και πέρα δεν ξέρω τι συμβαίνει. Ξέρεις, δεν φεύγει η συνείδηση του βορβόρου της ψυχής. Αρχίζω όμως, σιγά-σιγά, και βλέπω τον εαυτό μου μέσα από άλλη ματιά. Όχι πως εξαφανίζονται αυτά τα θλιβερά, που βλέπω μέσα μου. Αυτός είμαι! Ένα όμως πράγμα αλλάζει: Η αποδοχή. Νιώθω έντονά μια παρουσία που με αποδέχεται και που ακόμη πιστεύει σε μένα. Την ώρα εκείνη νιώθω σαν τον Πέτρο, που όταν ανέβηκε στη βάρκα του ο Χριστός, εκείνος, βλέποντας το θαύμα των ψαριών που γέμισαν τα δίχτυα του, φώναξε: ΄΄Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε΄΄. Τα δάκρυα συνεχίζονται, πιο πολλά, αλλά και διαρκώς πιο γλυκά. Τις πρώτες φορές γινόμουν και ρεζίλι. Μια φορά με πήρα είδηση ο διπλανός μου και με αληθινό ενδιαφέρον ‘‘τι πάθατε’‘, με ρώτησε. Ούτε που μπορούσα να του μιλήσω. Κούνησα λίγο καθησυχαστικά το κεφάλι και προσπάθησα να κρυφτώ. Μετά έμαθα και ποτέ πια δεν έρχομαι στο Όρος χωρίς τα σκούρα μου γυαλιά.
«Και πού τελειώνει όλο αυτό;»

«Δεν ξέρω. Ο χρόνος χάνει τη ροη του. Οι άγνωστοι διπλανοί μου γίνονται ποιο οικείοι κι απ’ τους γονιούς μου και τα δέντρα έξω λάμπουν. Όλος ο κόσμος γίνεται μια αγκαλιά και φτάνω να ΄μαι απόλυτα βέβαιος πως τίποτε κακό δεν μπορεί να συμβεί στη ζωή μου, όσο… κακό και να ΄ναι. Μα πάνω από όλα, αισθάνομαι την ανάγκη να κάνω στον εαυτό μου μια μεγάλη αγκαλιά. Να του σκουπίσω τα μάτια, να τον πιάσω από το χέρι και να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί χωρίς να περιμένουμε από κανέναν τίποτα και έτοιμοι να δώσουμε σε όλους τα πάντα».
Μένω σιωπηλός, όσο εκείνος ψάχνει στο τσαντάκι του για τα μαύρα του γυαλιά. Τα φοράει και γυρίζει να χαζέψει δήθεν έξω από το παράθυρο. Δεν μου φτάνει όμως. Μετά από λίγο ξαναρωτάω:
«Και σε τι διαφέρουν οι πρώτες φορές απ’ τις τελευταίες;»
Ξαναγυρίζει προς τα μένα και βγάζει τα γυαλιά. Πιο γλυκιά κοκκινίλα σε μάτια δεν έχω ξαναδεί.
«Σε τίποτα. Μόνο που είμαι πια μαθημένος».
«Δηλαδή;»

«Πάντα η ίδια διαδικασία, πάντα οι ίδιες σκέψεις, πάντα ο ίδιος Άδης, πάντα το ίδιο ‘‘Κύριε εγώ τέλειωσα’‘. Τώρα όμως έμαθα να περιμένω. Έφυγε ο πανικός, να ψάχνω αλαφιασμένος έξοδο από τη φρίκη. Τώρα περιμένω κάποιου άλλου την πρωτοβουλία και το δικό του άγγιγμα, πάντα εκεί, στο δεξί χέρι, ανάμεσα στον καρπό και στον αγκώνα. Και να σου πω κάτι: Ποτέ δεν προδόθηκα, ποτέ δεν έμεινα στο κενό. Κι ας γέμιζαν τον νου μου περίεργες φωνές, κάτι σαν : ‘‘Φέτος μην περιμένεις’‘.
«Και πόσο κρατάνε όλα αυτά;»

«Με τα πάνω και τα κάτω τους, όσο είμαι μέσα. Όταν το πούλμαν αρχίζει και παίρνει την κατεβασιά για Δάφνη για την αναχώρηση, νιώθω πως, όχι μόνο το λεωφορείο, αλλά κι ο νους μου, κατεβαίνουν. Στην αρχή αναρωτιόμουνα: ‘‘Πού πάω; Πού επιστρέφω; Εκεί κάτω, πάλι θα βυθιστώ στα τρέχοντα, πάλι το ΄μέσα΄ μου θα σκληρύνει’‘».
«Και τι απάντηση βρήκες;»

«Καμιά. Μόνο που πεντέξι χρόνια μετά την πρώτη μου επίσκεψη, είχα ένα άσκημο χτύπημα με τη μηχανή. Καθώς πήγαινα στην εθνική, κάποιος από το πουθενά άνοιξε λίγο την πόρτα και το δεξί μου γόνατο σχεδόν διαλύθηκε. Μετά το γύψο άρχισα φυσικοθεραπεία που στην αρχή ήταν πολύ δύσκολα. Δυο τρεις φορές τη βδομάδα ερχόταν σπίτι ένας ευγενέστατος φυσικοθεραπευτής για να αρχίσω σιγά-σιγά να περπατάω. Τις πρώτες φορές, κάθε δυο τρία βήματα, έπεφτα. Εκείνος, χωρίς κανένα σχόλιο, ερχόταν να με σηκώσει και συνέχιζα. Στο τέλος και εγώ αγανακτούσα με τον εαυτό μου. ‘‘Απορώ με την υπομονή σου να με σηκώνεις διαρκώς’‘, του είπα μια μέρα. ‘‘Εγώ στη θέση σου θα είχα βαρεθεί’‘ . Και ξέρεις τι μου απάντησε;’‘
«Για ν΄ ακούσω».

«‘‘Φυσικό είναι ακόμη να πέφτεις και δουλειά μου είναι να σε σηκώνω’‘». Λοιπόν, τη φράση αυτή την κράτησα γι΄ απάντηση στη μελαγχολία μου, κάθε φορά που παίρνω το δρόμο της επιστροφής. Και την έχω σα να μου την έδωσε, όχι το παλληκάρι εκείνο, αλλά αυτός που κάθε χρόνο με ακουμπά στο χέρι, εκεί, ανάμεσα στον καρπό και τον αγκώνα».
«Και δε μου λες; Γίναν και φέτος όλ’ αυτά;»

Χαμόγελο σπάνιο, ματιά γεμάτη ευγνωμοσύνη, σιωπή!
Ξέρω ένα Περιβόλι, που απ΄ αλλού προσμένεις γλυκασμό και πάντα απ΄ αλλού σού προκύπτει! 

Ηλίας Λιαμής, δρ. Θεολογίας, Καθηγητής Μουσικής, Πρόεδρος της Συνοδικής Υποεπιτροπής Καλλιτεχνικών Εκδηλώσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος

Πηγή....pemptousia.gr

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...