Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

«Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος» - Χόρχε Μπουκάι


«Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος».

Ήταν μια φορά ένας ζητιάνος που βρέθηκε τυχαία στην πόρτα ενός πανδοχείου. Απ' έξω κρεμόταν μια τεράστια πινακίδα με το όνομα του πανδοχείου. Το έλεγαν: «Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και ο Δράκος».
Φανταστείτε την κατάσταση: Χιονίζει. Ο ζητιάνος πεινάει και κρυώνει, αλλά δεν έχει λεφτά. Χτυπάει την πόρτα του πανδοχείου. Ανοίγει η πόρτα, βγαίνει μια γυναίκα με ύφος βλοσυρό και του λέει:
-  «Τι θέλεις;»
Ο ζητιάνος απαντάει:
-  «Ξέρετε, να... εγώ... πεινάω, και κρυώνω... » 
-  Λεφτά έχεις;» φωνάζει η γυναίκα.
-  Όχι, δεν έχω λεφτά» λέει αυτός, και μπαμ του κλείνει εκείνη την πόρτα κατάμουτρα.

Ο τύπος κάθεται εκεί απελπισμένος.
Κάνει να φύγει, αλλά αποφασίζει να δοκιμάσει άλλη μια φορά.
Χτυπάει λοιπόν ξανά την πόρτα. 
-  «Τι θέλεις πάλι;» του λέει η γυναίκα. 
-  Να, ήρθα να σας παρακαλέσω, κάντε μου αυτή τη χάρη, δώστε μου...»
-  «Δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε χάρες, εδώ βρισκόμαστε για δουλειά. Αυτό εδώ είναι πανδοχείο, δουλειά. Δεν ξέρεις τι είναι το πανδοχείο; Εδώ αν δεν έχει κανείς λεφτά, δεν μπαίνει!! Και αν δεν έχει να φάει, να πάει να πνιγεί!!»

Μπαμ!! Του ξανακλείνει κατάμουτρα την πόρτα.
Ο τύπος κάνει πάλι να φύγει, αλλά αποφασίζει να επιμείνει.
Χτυπάει άλλη μια φορά και λέει:
-  «Κοιτάξτε, κυρία, συγχωρήστε με...»
-  «Δεν έχω τίποτε να σου συγχωρήσω, τίποτε! Κοίταξε με καλά! Αν δεν φύγεις, θα σου πετάξω ένα κουβά παγωμένο νερό, να σε κάνω μούσκεμα! Έξω, είπα!»

Και μπαμ! Δίνει μια στην πόρτα και την κλείνει με δύναμη.
Ο τύπος βάζει το κεφάλι κάτω και συνεχίζει τον δρόμο του.
Προχωράει σιγά σιγά, φτάνει στη γωνία και γυρνάει το κεφάλι... Σηκώνει το βλέμμα και ξαναβλέπει την επιγραφή που λέει: «Πανδοχείο Ο Άγιος Γεώργιος και Ο Δράκος».

Αποφασίζει λοιπόν να γυρίσει πίσω. Για τελευταία φορά χτυπάει την πόρτα.
Η γυναίκα βάζει τις φωνές από μέσα:
-  «Πάλι τα ίδια; Τι θέλεις επιτέλους;»
Τότε, της απαντάει ο ζητιάνος:
-  «Να, λέω, αντί να μιλάω μαζί σας, μήπως μπορώ να μιλήσω με τον Άγιο Γεώργιο;»
....σε επαφή με ό,τι καλύτερο έχουμε.....

Προσέξτε την επόμενη φορά που θα δραπετεύσετε από τον πόνο και την απελπισία. Προσέξτε όταν λέτε «δεν θέλω να το ζήσω αυτό» γιατί εάν, για να αποφύγετε αυτή τη 
φάση, τραβάτε το κάκαδο, ξαναγυρίζετε πίσω, και το πένθος μπορεί να γίνει χρόνιο.
Περνάνε δεκαπέντε, είκοσι χρόνια, και κάθε φορά που φτάνει κανείς εκεί, επειδή φοβάται τόσο πολύ τη συντριβή, καταφεύγει στην οργή, διαφεύγει στην άρνηση, ξαναγίνεται παιδί, παραμένει στην ενοχή, τρέχει προς τα πίσω απ' όποιον δρόμο μπορεί — αρκεί μόνο να μην περάσει από αυτήν την απέραντη θλίψη - αρκεί να μην βρεθεί με την ψυχή του συντρίμμια. 
Αν δεν κάνουμε κάτι για να τελειώσει αυτός ο φαύλος κύκλος, θα γυρίζουμε διαρκώς πίσω, και στο τέλος θα αντικαταστήσουμε τον πόνο με το διαρκές βάσανο και θα μείνουμε εκεί.
Και τι να κάνουμε; Καλύτερα να πούμε τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει να ξύνουμε την πληγή. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση να ζήσουμε τον πόνο (τη φαγούρα) σε αυτήν τη φάση της συντριπτικής θλίψης, και να αφήσουμε το ποτάμι να κυλήσει με την πεποίθηση ότι είμαστε αρκετά δυνατοί για να αντέξουμε τον πόνο και τη λύπη.
Νομίζω ότι πρέπει να μας απασχολήσει να καταλάβουμε, να αναζητήσουμε τον τρόπο, να βρούμε το πού, να ανακαλύψουμε το πώς, να βρούμε τα πρόσωπα, να ψάξουμε τους δρόμους που θα μας φέρουν σε επαφή με ό,τι καλύτερο έχουμε.
Και ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ο αγώνας, η επιθυμία να προχωρήσουμε, η διάθεση να ζήσουμε αυτή τη ζωή που, παρ' όλους τους πόνους και τους φόβους που ίσως αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή, αξίζει τον κόπο να τη ζήσουμε.

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος των δακρύων, εκδόσεις Opera

"Ευτυχισμένοι όσοι αγαπιούνται κι όσοι αγαπούν κι όσοι μπορούν να ξεπεράσουν την αγάπη" - Χόρχε Λουίς Μπόρχες


Περικοπές από ένα απόκρυφο ευαγγέλιο

Δυστυχισμένοι οι πτωχοί τω πνεύματι, γιατί έτσι όπως ήταν 
        πάνω στη γη, θα είναι και κάτω απ' τη γη.

Δυστυχισμένοι όσοι θρηνούν, γιατί πια απόκτησαν τη θλι-
       βερή συνήθεια του θρήνου.

Μακάριοι όσοι ξέρουν πως ο πόνος δεν είναι στεφάνι δόξας.

Δεν αρκεί να 'σαι ο έσχατος για να γίνεις κάποια μέρα ο πρώ-
      τος.

Ευτυχισμένος όποιος δεν επιμένει πως έχει δίκιο, γιατί κανείς 
      δεν έχει, ή έχουν όλοι.

Ευτυχισμένος όποιος συγχωρεί τους άλλους καθώς κι εκεί-
       νος που συγχωρεί τον ίδιο τον εαυτό του.

Ευλογημένοι οι ειρηνοποιοί, γιατί δεν θα καταδεχτούν τη 
       διχόνοια.

Ευλογημένοι όσοι δεν διψούν για δικαιοσύνη, επειδή ξέ-
         ρουν πως η μοίρα μας, αντίδικη ή σπλαχνική, είναι έργο
         της τύχης, της ανεξιχνίαστης.

Ευλογημένοι οι ελεήμονες, γιατί η ευτυχία τους είναι να
         ελεούν κι όχι να περιμένουν την ανταπόδοση.

Ευλογημένοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί βλέπουν τον
         Θεό.

Ευλογημένοι όσοι καταδιώκονται για χάρη του δίκιου, γιατί 
         τους νοιάζει περισσότερο το δίκιο απ' ό,τι η ανθρώπινη 
          μοίρα τους.

Κανείς δεν είναι το αλάτι της γης, μα και κανένας δεν υπάρ-
          χει που να μην υπήρξε σε κάποια στιγμή της ζωής του.

Ν' ανάβει το φως του λυχναριού κι ας μην το βλέπει κανέ-
          νας. Θα το δει ο Θεός.

Δεν υπάρχει εντολή που να μην παραβαίνεται, ακόμα και
          αυτά που λέω, κι αυτά που λένε οι προφήτες.

Εκείνος που σκοτώνει κινημένος απ' το δίκιο, ή από κείνο
         που πιστεύει για δίκιο, δεν είναι ένοχος.

Οι ανθρώπινες πράξεις δεν αξίζουν ούτε κόλαση ούτε
         ουρανούς.

Να μη μισείς τον εχθρό σου, γιατί αν το κάνεις, γίνεσαι κατά
          κάποιον τρόπο σκλάβος του. Το μίσος δεν θα σε ικανο-
          ποιήσει περισσότερο απ' όσο η γαλήνη σου.

Αν σε βάλει σε πειρασμό το δεξί σου χέρι, συγχώρεσε το-
          είσαι και σώμα και ψυχή και είναι δύσκολο, αν όχι αδύ-
          νατο, να καθορίσεις το όριο που τα διαχωρίζει.

Να μη μεγαλοποιείς τη λατρεία της αλήθειας• δεν υπάρχει
         άνθρωπος που μέσα σε μια μονάχα μέρα να μην είπε ψέ-
         ματα αρκετές φορές, έχοντας κάθε δίκιο.

Να μην ορκίζεσαι, γιατί ο όρκος είναι μονάχα έμφαση.

Να αντιστέκεσαι στο κακό, αλλά χωρίς φόβο και χωρίς
        πάθος. Σ' αυτόν που θα σου χτυπήσει το δεξί μάγουλο, 
        μπορείς να του γυρίσεις και το άλλο, φτάνει να μην είναι 
        ο φόβος που σ' το γυρίζει.

Εγώ δε μιλώ ούτε για εκδίκηση ούτε για συγγνώμη• η λη-
       σμονιά είναι η μόνη εκδίκηση και η μοναδική συγγνώμη.

Το να κάνεις καλό στον εχθρό σου μπορεί να είναι πράξη δι-
       καιοσύνης και δεν είναι δύσκολο: να τον αγαπάς όμως, 
       δεν είναι πράξη ανθρώπου, είναι πράξη αγγέλου.

Κάνοντας καλό στον εχθρό σου, έχεις βρει τον καλύτερο
       τρόπο να ικανοποιήσεις τη ματαιοδοξία σου.

Να μη μαζεύεις πλούτη εδώ στη γη, γιατί τα πλούτη γεν-
      νούν την απραξία, κι η απραξία την κατάθλιψη και την ανία.

Σκέψου ότι οι άλλοι είναι δίκαιοι, ή ότι θα μπορούσαν να 
      είναι και πως, αν αυτό δεν ισχύει, το λάθος δεν είναι δικό
      σου.

Ο Θεός είναι πιο γενναιόδωρος από τους ανθρώπους, και
      θα τους προσμετρήσει με άλλα μέτρα. 

Δώσε τα άγια στα σκυλιά και ρίξε τα μαργαριτάρια σου
     στους χοίρους• αυτό που έχει σημασία είναι να δίνεις.

Ψάχνε, μόνο για να 'χεις τη χαρά να ψάχνεις και όχι για τη 
      χαρά να βρίσκεις...

Η πύλη είναι εκείνη που διαλέγει, όχι ο άνθρωπος.

Μην κρίνεις το δέντρο από τους καρπούς του ούτε τον άν-
      θρωπο από τα έργα του• μπορούσαν να 'ναι και καλύ-
      τερα ή χειρότερα. 

Τίποτα δεν χτίζεται πάνω στην πέτρα, όλα πάνω στην άμμο 
     χτίζονται, όμως το χρέος μας είναι να χτίζουμε σα να 
     'τανε η άμμος πέτρα...

Ευτυχισμένος όποιος είναι φτωχός δίχως πίκρα και όποιος
      είναι πλούσιος δίχως αλαζονεία.

Ευτυχισμένοι οι γενναίοι, αυτοί που δέχονται με τον ίδιο
      τρόπο τη συμφορά ή τις δάφνες.

Ευτυχισμένοι όσοι συγκρατούν στη μνήμη τους λόγια του
     Βιργιλίου ή του Χριστού, γιατί τα λόγια αυτά θα φωτί-
     ζουν τη ζωή τους.

Ευτυχισμένοι όσοι αγαπιούνται κι όσοι αγαπούν κι όσοι
     μπορούν να ξεπεράσουν την αγάπη.

Ευτυχισμένοι οι ευτυχείς.


Το εγκώμιο της σκιάς (Elogio de la sobra, 1969)
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα
Εισαγωγή, ανθολόγηση, μετάφραση, σημειώσεις: Δ. Καλοκύρης
εκδόσεις Πατάκη

"O Έρωτας στα χιόνια" - Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
― Σεβτάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπάρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν. Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του.
Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια.
Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμειναν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ' ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρει σύντροφος με καμίαν βρατσέρα εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγει με ξένην βάρκαν να βγάλει κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος.
Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάσει ή διά να ζεσταθεί, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,δεν είπες μια φορά κ' εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.

Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες: Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,κι ο παπάς χειρομυλίζει. Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπάρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον.
Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγει ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλο ή ανεμόμυλο, κ' επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Kαι είχεν πελατεία μεγάλη, η Πολυλογού. Γυάλιζε, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα.
Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπάρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήσει αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάσει το καράβι του, τας Λαίδες της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του.
Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάσει την γειτόνισσαν. Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτε εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκο, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γη.
Και έβλεπε το βουνό ν' ασπρίζει εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρο της γειτόνισσας κλειστό, βωβό, και τον φεγγίτη να λάμπει θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζει ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσα της ν' αλέθει, κ' ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν γύριζε μάτι να τον ίδει, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικές και εις ποιητικές εικόνας.

― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια...
Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύει πέραν, εις τον υψηλό, πευκόσκιον λόφο, και ν' ασχολείται εις το να στήνει βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβει τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν' ανακαλύψουν τελευταία τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα.
Εξέλειπαν οι μικροί μακριοί καρποί από τας αγριελιάς εις το βουνό του Bαραντά, εξέλειπαν τα μύρτα από τας ευώδεις μερσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρό πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.Την άλλην βραδιά επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ' εμορμύριζεν:
― Ένας Θεός θα μας κρίνει... κ' ένας θάνατος θα μας ξεχωρίσει.
Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
― K' ένα κοιμητήρι θα μας σμίξει.
Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθει να κοιμηθεί, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:
Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ' εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Την άλλην βραδιά, η χιών είχε στρωθεί σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκο.
― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίσει όλους στο μάτι του Θεού... ν' ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασία, εν ξυπνητό όνειρο. Ωσάν η χιών να ισοπεδώσει και ν' ασπρίσει όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτία, την δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.
N' ασπρίσει και να σαβανώσει τον δρομίσκο τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιά του και με την δυσωδία του, και τον οικίσκο τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένη: Να σαβανώσει και να σκεπάσει την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτρα, και τον χειρόμυλο της, και την φιλοφροσύνη της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρία της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελο της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψει, να τα ασπρίσει, να τα αγνίσει! Την άλλην βραδιά, την τελευταία, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ' ανέπνεε πλέον. Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημαγμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένο, φθαρμένο, σωθικά λειωμένα.
Δεν ημπορούσε πλέον να ζήσει, να αισθανθεί, να χαρεί. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγοριά, να ζεσταθεί. Ήπιε διά να σταθεί, ήπιε διά να πατήσει, ήπιε διά να γλιστρήσει. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.Hύρε τον δρόμο, τον ανεγνώρισε. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Ακούμπησε τις πλάτες, στύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!... Να είχαν οι θηλιές χιόνια...
Έρωτας στο χιόνι, φωτογραφία του Αντώνη Ψαρά
Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίσει λογική πρόταση. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτη μιας θύρας. Kατά λάθος άγγισε το ρόπτρο. Tο ρόπτρο ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας.
Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώσει πρόθεση ότι επεχείρει ν' ανάβει, καλώς ή κακώς, εις την οικία της. Πώς όχι; Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμονή. Kαρδιά του χειμώνος.
― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.Tο παράθυρο έτριξε. O μπάρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστη, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρο εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
O μπάρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτη. Δοκίμασε να ειπεί το τραγούδι του, αλλ' εις το πνεύμα του το υποβρύχιο, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Mόλις άρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβο του ανέμου και εις τον στρόβιλο της χιόνος.
― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
Eξεπιάσθη από την λαβή του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσε. Ηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ δοκίμασε να σηκωθεί, και είτα εναρκώθη.
Εύρισκε φρικώδη ζέστη εις την χιόνα.«Είχαν οι φωτιές έρωτα!... Είχαν οι θηλιές χιόνια!»

Kαι το παράθυρο προ μιας στιγμής είχε κλεισθεί. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.Πλην δεν τον είδε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος.
K' επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμές, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανο. Kαι ο μπάρμπα-Γιαννιός άσπρισε όλος, κ' εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθεί γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Tρισαγίου.








ΠΗΓΗ...https://taenoikwkaiendimw.blogspot.gr

«Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει» - Ασκητική του Νίκου Καζαντζάκη


Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν. O νους: "Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου.

Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ας την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: "Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!" [...]

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; [...]

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου. [...]

Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του΄ με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι.

Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία. και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.

Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!

Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος΄ έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της.

Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα! [...]

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει.

Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης, σα βραδιάσει, να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε΄ εμείς είμαστε οι αφέντες. το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα μας κι αίμα μας.

Το σκάβουμε, το κλαδεύουμε, το τρυγούμε, πατούμε τα σταφύλια του, πίνουμε το κρασί, τραγουδούμε και κλαίμε, οράματα κι Ιδέες ανηφορίζουν στην κεφαλή μας.

Σε ποια εποχή του αμπελιού σου έλαχε ο κλήρος να δουλεύεις; Στα σκάμματα; Στον τρύγο; Στα ξεφαντώματα; Όλα είναι ένα.

Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.

Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο. [...]

Φοβούμαι να μιλήσω. Στολίζουμαι με ψεύτικα φτερά, φωνάζω, τραγουδώ, κλαίω, για να συμπνίγω την ανήλεη κραυγή της καρδιάς μου. [...]

"Ν΄ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.

"Ν΄ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους. να ζητάς συντρόφους!

"Να ΄σαι ανήσυχος, αφχαρίστητος, απροσάρμοστος πάντα. Όταν μια συνήθεια καταντήσει βολική, να τη συντρίβεις. Η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ευχαρίστηση.

"Που πάμε; Θα νικήσουμε ποτέ; Προς τι όλη τούτη η μάχη; Σώπα! Οι πολεμιστές ποτέ δε ρωτούνε!"

Σκύβω κι αφουκράζουμαι την πολεμική τούτη Κραυγή στα σωθικά μου. Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του Αρχηγού, ξεκαθαρίζω τη φωνή του, δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του. [...]

Η Κραυγή δεν είναι δική σου. Δε μιλάς εσύ, μιλούν αρίφνητοι πρόγονοι με το στόμα σου.

Δεν είσαι λεύτερος. Αόρατα μυριάδες χέρια κρατούν τα χέρια σου και τα σαλεύουν. Όταν θυμώνεις, ένας προπάππος αφρίζει στο στόμα σου΄ όταν αγαπάς, ένας πρόγονος σπηλιώτης μουγκαλιέται όταν κοιμάσαι, ανοίγουν οι τάφοι μέσα στη μνήμη και γιομώνει βουρκόλακες η κεφαλή σου. [...]

Μα εσύ να ξεδιαλέγεις. Ποιος πρόγονος να γκρεμιστεί πίσω στα τάρταρα του αίματου σου και ποιος ν΄ ανηφορίσει πάλι στο φως και στο χώμα. [...]

Κάθε σου πράξη αντιχτυπάει σε χιλιάδες μοίρες. Όπως περπατάς, ανοίγεις, δημιουργός την κοίτη όπου θα μπει και θα όδέψει ο ποταμός των απόγονων.

Όταν φοβάσαι, ο φόβος διακλαδώνεται σε αναρίθμητες γενεές και εξευτελίζεις αναρίθμητες ψυχές μπροστά και πίσω σου. Όταν υψώνεσαι σε μια γενναία πράξη, η ράτσα σου αλάκερη υψώνεται και αντρειεύει.

"Δεν είμαι ένας! Δεν είμαι ένας!" Τ΄ όραμα τούτο κάθε στιγμή να σε καίει.

Δεν είσαι ένα άθλιο λιγόστιγμο κορμί. πίσω από την πήλινη ρεούμενη μάσκα σου ένα πρόσωπο χιλιοχρονίτικο ενεδρεύει. Τα πάθη σου κι οι Ιδέες σου είναι πιο παλιά από την καρδιά κι από το μυαλό σου.

Μονάχα εκείνος λυτρώθηκε από την κόλαση του εγώ του που νιώθει να πεινάει όταν ένα παιδί της ράτσας του δεν έχει να φάει, και να σκιρτάει πασίχαρος όταν ένας άντρας και μια γυναίκα του σογιού του φιλιούνται. [...]

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. [...]

Δε μιλάς εσύ. Μήτε είναι η ράτσα μονάχα μέσα σου που φωνάζει. μέσα σου οι αρίφνητες γενεές των ανθρώπων. άσπροι, κίτρινοι, μαύροι. χιμούν και φωνάζουν.

Λευτερώσου κι από τη ράτσα. Πολέμα να ζήσεις όλο τον αγωνιζόμενον άνθρωπο. Κοίτα τον πώς ξεμασκάλισε από τα ζώα, πώς μάχεται να σταθεί όρθιος, να ρυθμίσει τίς άναρθρες κραυγές, να συντηρήσει τη φλόγα ανάμεσα στις πυροστιές, να συντηρήσει το νου ανάμεσα στα κόκαλα της κεφαλής του. [...]

Κοίταξε τους ανθρώπους, λυπήσου τους. Κοίταξε τον εαυτό σου ανάμεσα στους ανθρώπους, λυπήσου τον. Μέσα στο θαμπό σούρουπο της ζωής αγγίζουμε ο ένας τον άλλον, ψαχνόμαστε, ρωτούμε, αφουκραζόμαστε. φωνάζουμε βοήθεια!

Τρέχουμε. Ξέρουμε πώς τρέχουμε να πεθάνουμε, μα δεν μπορούμε να σταματήσουμε. Τρέχουμε.

Μια λαμπάδα κρατούμε και τρέχουμε. Το πρόσωπο μας, μια στιγμή, φωτίζεται. μα βιαστικά παραδίνουμε τη λαμπάδα στο γιο μας κι εύτύς σβήνουμε, κατεβαίνουμε στον Αδη. [...]

Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. [...]

Τι θα πει ευτυχία; Να ζεις όλες τις δυστυχίες. Τι θα πει φως; Να κοιτάς με αθόλωτο μάτι όλα τα σκοτάδια.


Αποσπάσματα από την Ασκητική, του Νίκου Καζαντζάκη, Εκδόσεις Καζαντζάκη

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...