Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2020

Συγχαρητήρια του Αθλητικού Εκπολιτιστικού Συλλόγου Παραδοσιακού Καράτε "Η ΑΛΜΩΠΙΑ"


Ο αθλητής του συλλόγου μας Κουκουσέλης Ιωάννης επέστρεψε από το Πανευρωπαϊκό  Πρωτάθλημα Καράτε Εφήβων- Νέων Ανδρών,UNDER 21 κατακτώντας έβδομη θέση στην κατηγορία των εφήβων μετά από πολύ καλή εμφάνιση. 
Το πρωτάθλημα διεξήχθη στη Βουδαπέστη. 

Το Δ.Σ. του συλλόγου τον συγχαίρει για την επιτυχία του αν και μπορούσε σύμφωνα με την εμφάνιση του να είναι στα μετάλλια.

 Τον παροτρύνει να συνεχίσει την δύσκολη προσπάθεια που κάνει σαν μέλος της Εθνικής Ομάδας Καράτε της χώρας μας και να φέρει ακόμα μεγαλύτερες διακρίσεις. 

Συγχαρητήρια στον αθλητή μας!  





'' Ως το Τέλος''...... Θάνος Ανεστόπουλος


Περνάει ο καιρός 
και εγώ ο φτωχός
πιο μοναχός μα πιο σοφός

στην χώρα μου πια δεν γελούν
μόνο πουλούν όσα πονούν

Ντύσου καλά 
ήρθε ο βοριάς 
κι είναι φονιάς

εγώ θα σ αγαπώ
ως τον σταυρό 
ως να χαθώ 
ως το τέλος του κόσμου 

Περνάει ο καιρός 
Και εγώ ο γέρος φτωχός
πιο μοναχός μα πιο σοφός

Ντύσου καλά ήρθε ο βοριάς 
κι είναι φονιάς

Εγώ θα σ αγαπώ
ως τον σταυρό 
ως να χαθώ
ως το τέλος του κόσμου...

Απο τον πρώτο προσωπικό δίσκο του Θάνου Ανεστόπουλου με τίτλο '' Ως το Τέλος''......





Οι πιο ερωτικές λέξεις του Σαίξπηρ σε τρία σονέτα του.


Από την Αργυρώ Μποζώνη. 

Το σονέτο είναι ένα ποιητικό είδος που ακολουθεί μία σταθερή στιχουργική μορφή και αποτελείται από 14 στίχους.
  Τα «Σονέτα» του Σαίξπηρ δημοσιεύθηκαν το 1609 και ήταν τα τελευταία μη δραματικά έργα του, τα οποία εκδόθηκαν. Είναι τα απόλυτα ποιήματα που εμβαθύνουν στη φύση του έρωτα, το ερωτικό πάθος, το θάνατο και το χρόνο.
 Σύμφωνα με κάποιους αναλυτές ο Σαίξπηρ σχεδίαζε να εκδώσει δύο αντίθετες σειρές, μία για την ανεξέλεγκτη επιθυμία για μία παντρεμένη γυναίκα και μία για την πολύπλοκη αγάπη για ένα νεαρό άντρα.
     Ο Διονύσης Καψάλης μεταφράζει εξαιρετικά ''25 Σονέτα'' του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (απ΄τα 154 συνολικά) που δημοσιεύτηκαν το 1609 και γράφτηκαν για ένα ιδιωτικό αναγνωστικό κοινό...
   Σας παρουσιάζουμε τρία απ' αυτά.
    *Οι μεταφράσεις του Διονύση Καψάλη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Άγρα.

«Σονέτο 18» 
  Πώς να σε πω — καλοκαιριάτικο πρωί;
 Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία· 
γνωρίζω ανέμους που κι ο Μάης φυλλορροεί, 
τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία.
 Κάποτε καίει ο επουράνιος οφθαλμός 
και της χροιάς του ο χρυσός συχνά θαμπώνει,
 κάποιος μοιραίος του καιρού αναπαλμός 
την ομορφιά της ομορφιάς απογυμνώνει. 
Μα εσύ αιώνιο θα έχεις καλοκαίρι
 κι η ομορφιά σου δεν θ' απαλλοτριωθεί,
 δεν θα επαίρεται ο Άδης πως σε ξέρει
 καθώς θα γράφεσαι στου χρόνου την πληθύ.
 Όσο ζουν άνθρωποι και βλέπουν θα γυρίζουν
 σ' αυτούς τους στίχους και ζωή θα σου χαρίζουν.

Σονέτο 29.
   Όταν σμικρύνομαι στα μάτια όλου του κόσμου
 μόνος τον εαυτό μου απόβλητο θρηνώ,
 τη μοίρα μέμφομαι και λοιδορώ το φως μου
 κι αναστατώνω με φωνές τον ουρανό,
 και με φαντάζομαι να ’μουν αλλιώς πλασμένος,
 να ’χω την τέχνη του ενός, το νου του άλλου, 
 ωραίος, φέρελπις, με φίλους προικισμένος, 
και υποφέρω το μαρτύριο του Ταντάλου·
 κι εκεί που μόλις αυτομίσητος πηγαίνω, 
σε συλλογίζομαι και γίνομαι μαζί σου κορυδαλλός
 που από τη μαύρη γη τον αίνο ξυπνά και ψέλνει
 προς το φως του παραδείσου.
 Τέτοιο για μένα της αγάπης σου το κλέος
 που δεν τ’ αλλάζω ούτε με σκήπτρο βασιλέως.

Σονέτο 97 
  Μοιάζει χειμώνας ο καιρός που έχω φύγει
 και τη χαρά του χρόνου έχασα, εσένα·
 πόσο σκοτάδι έχω νιώσει, πόσα ρίγη,
 πόσο Δεκέμβρη σε τοπία ερημωμένα.
 Κι ήταν ο απόδημος ο χρόνος καλοκαίρι,
 μεστό φθινόπωρο μέσα στο γέννημά του,
 που όλο της άνοιξης το λάγνο βάρος φέρει,
 σαν μήτρα πλήρης μες στο πένθος του θανάτου.
 Τόση πληθώρα, αποκύημα της λύπης ήταν για μένα,
 και καρπός χωρίς πατέρα· το καλοκαίρι ξέρει εσένα,
 κι όταν λείπεις όλα σωπαίνουν τα πουλιά στον άδειο αέρα.
 Κι αν κελαηδήσουν, λένε πένθιμο κανόνα,
 κι ωχρούν τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα.

Η Όλια Λαζαρίδου διαβάζει το σονέτο 97





ΠΗΓΗ...http://www.lifo.gr/

Ορίζοντας τον «καλό θάνατο»


Ο θάνατος αποτελεί μέρος της ανθρώπινης υπόστασης όντας το τελικό στάδιό της. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να είναι είτε καλός είτε κακός. Οι άνθρωποι που επιζητούν την ευθανασία αποβλέπουν στο να έχουν έναν καλό θάνατο, ο οποίος είναι προτιμότερος από λίγες παραπάνω ώρες ή μέρες ζωής γεμάτες πόνο και βάσανα. Καθώς, λοιπόν, η κατάσταση είναι αυτή, πολλοί ερευνητές εξέτασαν διεξοδικά πως ορίζεται ένας «καλός θάνατος».
Ένας «καλός θάνατος», λοιπόν, αφορά μια διαδικασία, κατά την οποία ο ασθενής υποστηρίζεται σωματικά, ψυχολογικά, πνευματικά και συναισθηματικά από την οικογένειά του, τους φίλους του και από τους θεράποντες ιατρούς του. Ακόμη, μπορεί να αφορά μια διαδικασία, κατά την οποία ο ασθενής, η οικογένειά του και οι φροντιστές δεν υφίστανται ταλαιπωρία και αγωνία και εκφράζονται οι επιθυμίες του ασθενή και της οικογένειας σύμφωνα με τα πολιτιστικά και ηθικά πρότυπα (Chochinov, 2006: 84-103).

Ο Weisman (1972) περιγράφει τον «καλό θάνατο» σύμφωνα με τα παρακάτω τέσσερα κριτήρια:
• Όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μείωση των εσωτερικών συγκρούσεων (π.χ. του φόβου για την απώλεια του ελέγχου της κατάστασης).
• Σεβασμός προς την προσωπική ταυτότητα του ατόμου.
• Ενίσχυση ή/και διατήρηση των κρίσιμων σχέσεων και επίλυση των συγκρούσεων όταν αυτό είναι εφικτό.
• Ενθάρρυνση του ατόμου του καθορισμού των μελλοντικών του στόχων, παρέχοντας την αίσθηση της συνέχειας.
Όταν βοηθούν έναν ασθενή να έχει έναν «καλό θάνατο», τότε ο πόνος του ανακουφίζεται, απαλλάσσεται από επιπλέον διάρκεια ζωής που μόνο βάσανα θα μπορούσε να του προσφέρει, η κατάσταση ελέγχεται και ενισχύονται οι σχέσεις του ασθενούς με τα αγαπημένα του πρόσωπα. (Chochinov, 2006: 84-103).
Ο πυρήνας των παραπάνω απόψεων αποδίδεται μάλλον εύστοχα και εύγλωττα στο διήγημα του Λέων Τολστόι «Ο θάνατος του Ιβάν Ίλιτς», του οποίου ο ήρωας πεθαίνει μέσα σε αφόρητους πόνους εξαιτίας μιας θανατηφόρας κοιλιακής ασθένειας. Σε όλη του τη ζωή υπήρξε ένας αλαζονικός και ματαιόδοξος άνθρωπος και τη στιγμή που πλησιάζει ο θάνατός του συνειδητοποιεί ότι έχει έναν θάνατο ανάλογο της ζωής που έζησε. Επιθυμεί, λοιπόν, συντροφιά, παρηγοριά, χάδια και φιλιά σαν να ήταν μικρό παιδί. Ωστόσο, σχεδόν κανείς δεν τον καταλαβαίνει, ούτε οι συγγενείς ούτε οι φίλοι του, ούτε οι γιατροί του (Τολστόι, 1989, Τσομπανίδης, 2018: 235-236).
Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Αναπληρωτής Καθηγητής Στ. Τσομπανίδης στη μελέτη του με θέμα «Ο άνθρωπος είναι το γιατρικό του ανθρώπου: Η φιλανθρωπία ως μέρος της αντιμετώπισης του καρκίνου» (2018), συμπεριλαμβάνονται πολύ συχνά σε σεμινάρια ή σε υποχρεωτικά αναγνώσματα όσων εκπαιδεύονται να προσφέρουν ανακούφιση σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Το λογοτέχνημα αυτό επηρέασε πολλούς, μεταξύ των οποίων και τον Αμερικανό χειρουργό και καθηγητή στο Χάρβαρντ Ατούλ Γκαουάντε, ο οποίος στο βιβλίο του «Εμείς οι θνητοί» επιχειρεί να εντοπίσει επιλογές που θα ανταποκρίνονται στις βιοψυχοκοινωνικές ανάγκες ενός ανθρώπου που υποφέρει και όχι απλώς ενός οργανισμού που νοσεί. Ο ίδιος εξομολογείται πόσο τον επηρέασε η επαφή του με ασθενείς σε τελικό στάδιο, καθώς συνειδητοποίησε ότι ήταν ελάχιστα έτοιμος να τους βοηθήσει. Με το πέρασμα των χρόνων όμως, όταν και απέκτησε πολλές εμπειρίες, παραδέχτηκε ότι «η απλή αλλά καίρια φροντίδα» του Γεράσιμου στο έργο του Τολστόι, δηλαδή «να αντιληφθούμε την ανάγκη ενός ανθρώπου που πεθαίνει, [την ανάγκη] για την καθημερινή παρηγοριά, για συντροφιά, για βοήθεια να εκπληρώνει τους περιορισμένους στόχους του, εξακολουθεί να λείπει, αφήνοντας, έναν αιώνα αργότερα, ένα καταστροφικό κενό». (Γκαουάντε, 2016: 15, Τσομπανίδης, 2018: 237).
Μια τέτοια είδους θεώρηση συνταυτίζεται οπωσδήποτε με την παραδοσιακή χριστιανική διδασκαλία, κατά την οποία κάθε άνθρωπος ανεξάρτητα από φύλο, καταγωγή, κοινωνική θέση κλπ. έχει δικαίωμα στην αγάπη μας, στην αλληλεγγύη μας και στη βοήθειά μας, όταν χρειαστεί. Η φιλανθρωπία αυτή είναι μια μοναδική και ανεπανάληπτη αξία, καθώς ο άλλος, ο ξένος, ο πλησίον μας δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Ιησού Χριστό ενσαρκωμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για μια θεολογία της οικουμενικής αγάπης, που χωρά όλους τους ανθρώπους του κόσμου. Με άλλα λόγια, ο φτωχός, ο ξένος, ο αδύνατος, ο κατατρεγμένος, εξυψώνεται τόσο πολύ χάρη σ’ αυτήν την αγάπη, ώστε στο πρόσωπό του να εικονίζεται ο ίδιος ο Χριστός. (Σταμούλης, 2008, Τσομπανίδης, 2018: 243).
Το δικαίωμα στον «καλό θάνατο»
Βεβαίως, δεν μπορεί να διατυπωθεί για τον «καλό θάνατο» ένας ορισμός κοινά αποδεκτός για όλους τους ανθρώπους. Μεγάλο ρόλο παίζουν οι προσωπικές αξίες και αντιλήψεις του καθενός ανθρώπου, καθώς και το γενικότερο πλαίσιο της κουλτούρας του. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις ο ασθενής αντιλαμβάνεται την έννοια του καλού θανάτου διαφορετικά ακόμη κι από την οικογένειά του και από τους θεράποντες γιατρούς του.
Στοιχεία που ο άρρωστος θεωρεί σημαντικά για έναν καλό θάνατο είναι τα εξής:
• Η ανακούφιση από τους πόνους του.
• Το δικαίωμα να ληφθεί υπόψη η απόφασή του.
• Η πλήρης ενημέρωσή του για την πορεία της ασθένειάς του.
• Ο θάνατος σε οικείο περιβάλλον.
• Η παρουσία των αγαπημένων του προσώπων.
Από την άλλη, ως στοιχεία κακού θανάτου ο άρρωστος θεωρεί:
• Τον θάνατο μέσα σε φριχτούς πόνους.
• Την πάσης φύσεως επιβάρυνση της οικογένειας του ασθενούς (ψυχολογική, οικονομική κλπ).
• Το να φύγουν χωρίς πρώτα να έχουν την ευκαιρία να αποχαιρετήσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
• Το να μη τους δοθεί η ευκαιρία να διευθετήσουν τυχόν εκκρεμότητες.
(Κωστούρου & Αδάμου, 2009: 302-308).
Από τις παραπάνω περιπτώσεις οι ασθενείς φοβούνται περισσότερο τον θάνατο μέσα σε φριχτούς πόνους, κάτι που συμβαίνει συχνά σε καρκινοπαθείς. Ο πόνος αντιμετωπίζεται κυρίως με τη χορήγηση ναρκωτικών αναλγητικών φαρμάκων, τα οποία όμως αρκετές φορές δεν χορηγούνται σε επαρκή δοσολογία, γιατί οι γιατροί και οι νοσοκόμοι φοβούνται λανθασμένα ότι ο ασθενής θα εθιστεί σ’ αυτά ή ότι θα κατηγορηθούν για πρόκληση ευθανασίας εξαιτίας υπερβολικής δόσης. Ωστόσο, πολλοί αντιπροβάλλουν το επιχείρημα ότι όποιος υποφέρει από αρρώστια τελευταίου σταδίου, έχει λίγο χρόνο ζωής που κυμαίνεται από λίγες ώρες έως το πολύ μερικές εβδομάδες. Αυτό σημαίνει ότι δεν προλαβαίνει να εθιστεί, επομένως είναι αδικαιολόγητο να πεθάνει υποφέροντας.
(Κωστούρου & Αδάμου, 2009: 302-308).
Το δικαίωμα στον θάνατο με αξιοπρέπεια
Κάτι ακόμη που επιζητεί ένας ασθενής που υποφέρει, είναι να έχει έναν θάνατο με αξιοπρέπεια. Η αξιοπρέπεια του ατόμου πηγάζει από τη λογική του, την πνευματική του ακεραιότητα και την ικανότητά του να κρίνει πρόσωπα και καταστάσεις και να λαμβάνει αποφάσεις. Χάρη στην ικανότητά του αυτή, ο άνθρωπος ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα έμβια όντα. Στην περίπτωση αυτή το άτομο δεν ζητάει να του παράσχει κάποιος άλλος την αξιοπρέπειά του, αντίθετα τη φέρει το ίδιο στις αξίες του, στη δύναμη του μυαλού του, ανεξάρτητα αν πεθάνει σε αξιοπρεπείς ή αναξιοπρεπείς συνθήκες. Υπάρχει όμως και η περίπτωση κάποιος άρρωστος να πεθάνει αναξιοπρεπώς μέσα σε αξιοπρεπείς συνθήκες, έχοντας δηλαδή χάσει την πνευματική του ικανότητα και τον αυτοέλεγχό του.
Συμπερασματικά, το δικαίωμα στο θάνατο με αξιοπρέπεια σημαίνει ότι οφείλουμε να προστατεύουμε τη φυσική, την ψυχική και την πνευματική ακεραιότητα του αρρώστου από απειλές, όπως οι συνεχείς φριχτοί πόνοι, η αϋπνία, η κούραση, η κατάθλιψη κλπ. (Κωστούρου & Αδάμου, 2009: 302-308).

Κυκλοφόρησε η νέα έκδοση του μυθιστορήματος «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, που έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014



Κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο η νέα έκδοση του μυθιστορήματος «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα, που έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014.
Το βιβλίο κυκλοφορεί σε 12 γλώσσες, μεταφέρθηκε στο θέατρο και παίχτηκε για 5 χρόνια σε όλη την Ελλάδα.

Τον λένε Χρυσοβαλάντη και σ’ αυτό το βιβλίο μάς αφηγείται, με πολύ χιούμορ και σουρεαλιστικές πινελιές, την πονεμένη ιστορία του. Είναι πενήντα ετών, αγαθός και θεοσεβούμενος, και ζει στην Αθήνα λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από εργοδότες, κληρικούς, γυναίκες, ακόμα και από την ίδια του την οικογένεια. Είναι άνεργος κι αυτό κάνει το δράμα του διπλό, καθώς όλοι γύρω του έχουν δουλειές και μάλιστα καλοπληρωμένες – βρισκόμαστε στην εποχή της επίπλαστης ευμάρειας. Λατρεύει τις γυναίκες κι ας μιλάει με απόλυτο τρόπο γι’ αυτές, αγαπάει τους συνανθρώπους του κι ας καταφέρεται διαρκώς εναντίον των ξένων… 

Ο Μάκης Τσίτας γράφει σε πρώτο πρόσωπο για τη ζωή ενός ανθρώπου που παραπαίει ανάμεσα στο μεγαλείο και την κατάντια, στην αγάπη και το μίσος, με μεγάλη διορατικότητα για την κρίση που ενέσκηψε κατόπιν στην Ελλάδα.



Βιογραφικό:
Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Πήρε πτυχίο δημοσιογραφίας και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικούς σταθμούς στη Θεσσαλονίκη. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται στον χώρο των εκδόσεων. Ήταν αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού Περίπλους (1994-2005) και συνεκδότης και διευθυντής του περιοδικού για το βιβλίο Index (2006-2011). Από το 2012 διευθύνει το μεγαλύτερο ενημερωτικό site για το βιβλίο και τον πολιτισμό Diastixo.gr.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Λογοτεχνικά κείμενά του έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες κι έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Έργα του σκηνοθέτησαν η Ρούλα Πατεράκη (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά), η Σοφία Καραγιάννη (Θέατρο «Vault», Αθήνα), ο Προμηθέας Αλιφερόπουλος (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά), η Έρση Βασιλικιώτη («Θέατρο των Καιρών», Αθήνα), η Taru Makela (Christine and Goran Schildt Foundation, Φινλανδία), ο Alexandru Mazgareanu (Θέατρο «Nottara», Ρουμανία).
Στίχους του μελοποίησαν ο Γιώργος Σταυριανός, ο Τάκης Σούκας, η Τατιάνα Ζωγράφου και ο Νίκος Βασιλείου.
Έχει εκδώσει 24 βιβλία για παιδιά και 4 για ενήλικες.
Για το μυθιστόρημά του Μάρτυς μου ο Θεός, το οποίο κυκλοφορεί σε 12 ευρωπαϊκές γλώσσες,
έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 (European Union Prize for Literature) και τιμήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων, τον Δήμο Πέλλας, τον Δήμο Έδεσσας, τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Έδεσσας και την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας.
Περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα και τη δουλειά του μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του: makistsitas.com.

Έγραψαν για το βιβλίο:
 «Ένιωσα ότι διάβασα ένα σπουδαίο βιβλίο και ένα μεγάλο μυθιστόρημα, που πιστεύω ότι θα γίνει κλασικό».
Νίκος Βατόπουλος, εφ. Η Καθημερινή

«Το ιδιοφυές βιβλίο Μάρτυς μου ο Θεός καθρεφτίζει τον Έλληνα που όλοι “αγαπήσαμε” με τον αυτοσαρκασμό του απόλυτου βιβλιο-troll. Ο Χρυσοβαλάντης είναι ο πιο αξιομνημόνευτος ήρωας ελληνικού λογοτεχνικού έργου τα τελευταία χρόνια».
Φοίβος Δεληβοριάς, popaganda.gr

«Το καλύτερο βιβλίο που διάβασα το 2014 είναι το Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα. Ο ήρωας του βιβλίου είναι τραγικός και ξεκαρδιστικός. Μπορεί το θέμα του να είναι στενόχωρο, ωστόσο ο αναγνώστης απολαμβάνει πολύ κάθε σελίδα που διαβάζει».
Χρήστος Χωμενίδης, thetoc.gr

«Σοφός αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, αριστοτεχνικά δομημένο σενάριο, το οποίο προϋποθέτει πολύμοχθη σπουδή στα γράμματα και καλοχτισμένη υποδομή του δημιουργού».
Θωμάς Κοροβίνης, περ. Εντευκτήριο

«Το βιβλίο δεν εντυπωσιάζει μόνο για την πρωτοτυπία του θέματος, την ανάπτυξη της πλοκής και τη διάπλαση του κεντρικού χαρακτήρα, μα κυρίως για τη λογοτεχνικότητα του κειμένου».
Φίλιππος Φιλίππου, περ. Οδός Πανός, Απρίλιος-Ιούνιος 2014

«Η ισορροπία του συγγραφέα ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό ύφος είναι θαυμαστή, γέρνοντας τον φτωχό ήρωά του πότε απ’ τη μια πότε απ’ την άλλη πλευρά του νήματος».
Έλενα Μαρούτσου, literature.gr

«Ένα αριστούργημα ύφους κι ένας αξέχαστος ήρωας: πενηντάρης, loser, χοντρός, θεούσος, άνεργος, καταπιεσμένος, με προβλήματα προς τις γυναίκες, ποιητής εκ του προχείρου – κι ωστόσο χιουμορίστας, είρων και στοχαστικά σχολιαστικός μέσα στην απλότητά του, ο Χρυσοβαλάντης περιπλανιέται στην Αθήνα μέχρι την πλήρη έκπτωσή του».
Δημήτρης Φύσσας, 9,84.gr

«Το πιο αριστοτεχνικά γραμμένο και αστείο ελληνικό μυθιστόρημα των τελευταίων χρόνων».
Βύρων Κριτζάς, popaganda.gr

«Ο Χρυσοβαλάντης μοιάζει να είναι φτιαγμένος από αυτή τη λογοτεχνική συνταγή του ήρωα που θα μείνει στην ιστορία».
Τούλα Ρεπαπή, diavasame.gr

«Με δυο λόγια, ένα σπαρταριστό μυθιστόρημα, άψογο τεχνικά και μυθοποιητικά, ικανό να προσελκύσει αναγνωστικό κοινό, ικανό να προκαλέσει κόντρες και συζητήσεις».
Χρίστος Παπαγεωργίου, περ. Φρέαρ

«Αυτό που κατάφερε ο Τσίτας με αυτό το μυθιστόρημα είναι να συστήσει έναν ήρωα μοναδικό και συγχρόνως αντιπροσωπευτικό του μέσου ταλαιπωρημένου ανθρώπου των τελευταίων χρόνων».
Κώστας Αγοραστός, bookpress.gr

«Ο Μάκης Τσίτας υπογράφει έναν συγκλονιστικό μονόλογο ενός άνεργου πενηντάρη, τυπικού αντιήρωα της καθημερινότητας, που συνδυάζει τη σπαρταριστή προφορικότητα με την ευρηματική λεξιπλασία».
Αριστοτέλης Σαΐνης, Εφημερίδα των Συντακτών

«Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως ο Χρυσοβαλάντης είναι στα καθ’ ημάς, ο Ακάκιος Ακάκιεβιτς του Νικολάι Γκόγκολ, ένας ταπεινός γραφιάς, αυτός με το περίφημο "παλτό" του, ο οποίος μέσα από την ιλαροτραγωδία του χτυπάει το γραφειοκρατικό κατεστημένο και, ευρύτερα, την κοινωνική αδικία στη Ρωσία. Μόνο που ο Χρυσοβαλάντης δεν την χτυπάει απλώς, αλλά και την καταδεικνύει και με το δάχτυλο την ξεμπροστιάζει, ρίχνοντας καταγής όλα τα προσωπεία της».
Ανθούλα Δανιήλ, περ. The books' Journal

«Διότι ο Τσίτας δεν έπλασε μόνον έναν καινούργιο λογοτεχνικό τύπο, τουλάχιστον για τα λογοτεχνικά μας δεδομένα των τελευταίων είκοσι χρόνων, δεν μπόρεσε μόνον να αφουγκραστεί τους παλμούς της "βαθιάς" Ελλάδας, αυτής δηλαδή που άγεται και φέρεται από τα πιο συντηρητικά, παλαιότατης κοπής, σκοτεινά στερεότυπα, αλλά κατάφερε να υιοθετήσει την απόλυτη λεκτική κοινοτοπία της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, την ίδια στιγμή να την ανατρέπει, να την γελοιοποιεί, να την μετατρέπει σε μαύρο χιούμορ».
Έλενα Χουζούρη, oanagnostis.gr

«Πρόκειται για ένα ακριβέστατο ψυχογράφημα του Νεοέλληνα, με ό,τι αποτελεί τη βάση της φιλοσοφίας του, το οποίο ο Τσίτας συνθέτει μέσα από ποικίλες εκφάνσεις της γύρω μας πραγματικότητας, αποφορτίζοντας με χιούμορ τις ζοφερές συνθήκες».
Ένας ήρωας (ή αντιήρωας;) που δεν ξεχνιέται».
Μαρία Στασινοπούλου, Εφημερίδα των Συντακτών

«Η οικονομία του λόγου, το ισορροπημένο ζύγισμα της πρότασης, ο ρυθμός της φράσης, η θεατρικότητα, στοιχεία που χαρακτήριζαν τη γραφή του Μάκη Τσίτα στα πρώτα του πεζά, παρουσιάζονται εδώ δουλεμένα και κατακτημένα».
Λαμπρινή Κουζέλη, εφ. Το Βήμα

«Η σπειροειδής-πρωτοπρόσωπη αφήγηση ξεχωρίζει ως το δυνατότερο στοιχείο του κειμένου. Ο συγγραφέας περνά χωρίς διακριτικά από το παρόν στο εγγύς παρελθόν και από εκεί στην παιδική ηλικία του ήρωα, αναδεικνύοντας τη ρίζα του προβλήματος, που άπτεται της ψυχοπαθολογίας».
Γιάννης Στάμος, εφ. Ελευθεροτυπία

«Οι περιγραφές του ήρωα, οι ερμηνείες και οι αξιολογήσεις του, ειδικά με τις λεκτικές του επιλογές και συνάψεις και τους νεολογισμούς του, προκαλούν από μειδίαμα ως γέλια ακράτητα».
Τιτίκα Δημητρούλια, εφ. Η Καθημερινή

«Το μυθιστόρημα Μάρτυς μου ο Θεός ελκύει σαν μαγνήτης τον αναγνώστη, το διαβάζει μονορούφι από την πρώτη πρόταση μέχρι το τέλος. Χαίρεσαι τη γνήσια λογοτεχνία που μιλάει και εισχωρεί βαθιά στην καρδιά φωτίζοντας σκοτεινές πτυχές, αβυσσαλέες επιθυμίες, τρικυμιώδεις σχέσεις. Τα πάντα συναρπαστικά –αν και τόσο δραματικά–, καλοζυγιασμένα στην πλοκή, την αφηγηματική ροή, σε κάθε λεπτομέρεια, σε κάθε λέξη».
Αλεξάνδρα Μπακονίκα, περ. Μανδραγόρας

«Το πρώτο μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα θεωρείται το καλύτερο της χρονιάς».
εφ. Το Βήμα

«Ο Μάκης Τσίτας έρχεται να μας εκπλήξει με την πεζογραφική του δεινότητα και να κατακτήσει μια μόνιμη θέση στον αστερισμό των συγχρόνων νεοελλήνων λογοτεχνών».
Κωνσταντίνος Μπούρας, grafei.wordpress

«Χτισμένο σαν ατέρμονος εσωτερικός μονόλογος που κλιμακώνεται σταδιακά καθώς προστίθενται συνεχώς νέες ψηφίδες στην εικόνα του αφηγητή-αντιήρωα, το αφήγημα του Τσίτα θυμίζει μουσική σύνθεση που δεν εμφανίζει μεν διατονικές ή χρωματικές μετατροπίες αλλά οδηγείται, μέσα από τα υπνωτιστικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα της, σ᾽ ένα υποβλητικό και άκρως δραματικό κρεσέντο για να κορυφωθεί σε μια βίαιη τελευταία κραυγή – κραυγή υπαρξιακής εξουθένωσης».
Κατερίνα Σχινά, περ. The Books' Journal

«Ο Χρυσοβαλάντης του Τσίτα έρχεται να προστεθεί στους σημαντικούς αντιήρωες, στην ιδιόρρυθμη παρέα των τραγικών φυσιογνωμιών τόσο της ποίησης όσο και της πεζογραφίας, δίπλα στον Μαριάμπα του Χαλκιδαίου αιρετικού και πρωτοπόρου Γιάννη Σκαρίμπα αλλά και τους εξίσου γοητευτικούς ήρωες του Κνουτ Χάμσουν, τον Γιόχαν Νάγκελ και τον τρελό Πεταχτούλη».
Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, literature.gr

«Έργο-αποκάλυψη για την ελληνική μυθιστοριογραφία».
Γιάννης Βασιλακάκος, εφ. Νέος Κόσμος

«Λίγοι μυθιστορηματικοί ήρωες μου έδωσαν αυτή τη συγκλονιστική αίσθηση της συντριβής του αθώου την ώρα που τίποτα δεν μπορεί να τον σώσει. Σαν ντοστογεφσκικό πρόσωπο ο Χρυσοβαλάντης του Μάκη Τσίτα γίνεται η συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου για όσα δεν μπόρεσε, γίνεται η ένοχη συνείδηση της αντιηρωικής εποχής μας που συνθλίβει τα πλάσματά της αβοήθητα».
Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου, fractalart.gr

«Η ανάγνωση του μυθιστορήματος του Μάκη Τσίτα είναι μια απολαυστική εμπειρία. Ένας υπέροχος μονόλογος, σαρκαστικός, δραματικός, πλαισιωμένος από αστείρευτο χιούμορ που αφήνει τις σκέψεις να ακροβατούν μεταξύ του δραματικού και του κωμικού με μοναδική επιτυχία».
Βασίλης Μόσχης, εφ. Θάρρος

«Οπωσδήποτε ο ευφυής συγγραφέας πίσω από την εικόνα του άβουλου και δειλού Χρυσοβαλάντη και στην προέκταση του ψυχικού τοπίου του ήρωα βλέπει πιστή την εικόνα και δίνει την ψυχογραφία της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας και ευρύτερα της ελληνικής κοινωνίας».
Ελένη Χωρεάνθη, blog.public.gr

«Ένα βιβλίο όπου το συλλογικό συμπλέκεται αξεχώριστα με το ατομικό για να ανασύρει στην επιφάνεια μια μακροχρόνια παθολογία: μια παθολογία ριζωμένη στα βαθύτερα στρώματα της καθημερινής μας ζωής».
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, oanagnostis.gr

«Ευχάριστη έκπληξη για τον αναγνώστη αποτελεί το μυθιστόρημα του Μάκη Τσίτα. Πρόκειται για έναν χειμαρρώδη μονόλογο, μια εκ βαθέων ανασκόπηση της ζωής ενός ανώνυμου ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί μέσα απ’ τα κοινωνικά του αδιέξοδα… Ο συγγραφέας χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του ήρωά του, έτσι ώστε στο τέλος να τον αθωώνει μέσα απ’ το χιούμορ και τον παιγνιώδη αφηγηματικό του λόγο».
Κατερίνα Καριζώνη, culturenow.gr

«Χωρίς ωραιοπάθεια και στόμφο, ο γλωσσικός ζήλος του μας προσφέρει ένα μεστοδουλεμένο σύνολο, χάρμα ακρίβειας και βάθους, χωρίς εκζήτηση και εκφραστικούς ακκισμούς. Σωστός λεξιμαγνήτης έλκει, φαιδρύνοντας τον αναγνώστη, στο τρικούβερτο γλωσσικό γλέντι, ξεφάντωμα, πανηγύρι πραγματικό με τις αστείες λέξεις γεμάτες ευθυμία και χαρά και με τις άλλες, γεμάτες συναίσθηση και γραμματολογική μνήμη».
Μάγδα Τσιρογιάννη, εφ. Θεσσαλία

«Κυκλοφόρησε το 2013 κερδίζοντας κοινό και κριτικούς και συνεχίζει την πορεία του ως ένα από τα καλύτερα και πιο εύστοχα ελληνικά βιβλία των τελευταίων ετών».
joytv.gr, 16/05/14

«Κείμενο πρωτίστως κοινωνικοπολιτικό, εφιαλτικού ρεαλισμού, φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που μάταια τόσο καιρό απέφευγε να αντικρίσει βρίσκοντας καταφύγιο στον προσωπικό του μικρόκοσμο».
Γιάννης Καλογερόπουλος, περ. Eξώστης

«Ο ευφάνταστος αυτός κωμικοτραγικός μονόλογος –αξιοζήλευτη η χρήση των εκφραστικών μέσων– ήρθε να προσθέσει στη λογοτεχνία μας έναν από τους πιο ζωντανούς και ενδιαφέροντες ήρωες».
Γιάννης Αντάμης, doctv.gr

«Κοντολογίς, το Μάρτυς μου ο Θεός αξίζει τα λεφτά του, αλλά και το Βραβείο του, όπως θα ισχυριζόταν χωρίς κανέναν ενδοιασμό ο ίδιος ο Χρυσοβαλάντης».
Γιώργος Βέης, εφ. Η Αυγή

«Ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα, με πρωταγωνιστή έναν τυπικό αντιήρωα της εποχής μας σε έναν αλλότριο κόσμο».
Τίνα Μανδηλαρά, περ. People

Ομάδες ανηλίκων, τρομοκρατούν γειτονιές των Προμάχων.


Τις τελευταίες ημέρες, ένα ανησυχητικό φαινόμενο λαμβάνει χώρα στα στενά δρομάκια των Προμάχων και έχει πάρει διαστάσεις, προβληματίζοντας την τοπική κοινωνία.
Τα βράδια λοιπόν, μετά τις 10.00, ομάδα ή ομάδες ανήλικων παιδιών εκμεταλλευόμενα το σκοτάδι, τριγυρνούν σε συγκεκριμένες γειτονιές, όπου πετούν στα παράθυρα και τους τοίχους οικιών, πέτρες, αυγά και μπουκάλια, ενώ τρέχοντας βροντούν τις αυλόπορτες, κατατρομοκρατώντας μικρούς και μεγάλους ενοίκους.
Έχουμε γίνει δέκτες πολλών καταγγελιών από οργισμένους συγκατοίκους μας, οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να βάλουν ένα τέλος στην όλη κατάσταση, καταφεύγοντας όπως μας διεμήνυσαν στις αρμόδιες αρχές.
Προτρέπουν δε τους γονείς ανήλικων παιδιών, να ευαισθητοποιηθούν και να προλάβουν τυχόν μελλοντικές παραβατικές συμπεριφορές των τέκνων τους.

Παραθέτουμε ένα από τα πολλά μηνύματα που έχουμε λάβει:

Καλησπέρα... Θέλω αν γίνεται να γράψεις στα προμαχιωτικα μια ενημέρωση προς τους γονείς που έχουν παιδιά δημοτικού και κυκλοφορούν έξω τέτοια ώρα(22.45) και πιο αργά γιατί εδώ και 3 μέρες περνούν από τα δρομάκια (αυλάκια) της γειτονιάς εδώ στη γκουμνα πετάνε πέτρες σε παράθυρα και χτυπάνε τις πόρτες στις αυλές με κλοτσιές και τα λοιπά... Υπάρχουν μεγάλης ηλικίας άνθρωποι που βγαίνουν μέσα στη νύχτα γεμάτοι φόβο και ανησυχία....
Δημοτικού η γυμνασίου *

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...