Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

Η Ομάδα Εθελοντών Προμάχων δίπλα στους πυροσβέστες στην κορυφή "Μπάζαρ"


Σκουπίζοντας το πλούσιο μέτωπό μου από τις σταγόνες του ψιλόβροχου, που επικρατεί στο κέντρο του χωριού, επιβιβάζομαι στο πίσω κάθισμα του θηριώδους αγροτικού οχήματος, στριμώχνοντας τον Πέτρο και τον Βασίλη. Στα μπροστινά καθίσματα, ο οδηγός μας Αλέξανδρος με τον Γιάννη για συνοδηγό, που λόγου του όγκου του τον επιλέξαμε να μπει, για να έχουμε σχετική ευρυχωρία πίσω.
Έχει προηγηθεί νωρίτερα η προμήθεια των απαραίτητων υλικών, κρέατα, ψωμιά, ορεκτικά, γλυκά, ουζάκι, ώστε να είμαστε έτοιμοι για την αποστολή μας.
Η Ομάδα Εθελοντών του χωριού, θα πηγαίναμε στην κορυφή Μπάζαρ, όπου δραστηριοποιούνται για πέμπτη ημέρα δεκάδες πυροσβέστες, δασεργάτες και εθελοντές δασοπυροσβέστες, κόντρα στην μεγάλη και πρωτοφανή πυρκαγιά στα βουνά των Προμάχων στα σύνορα με το κρατίδιο των Σκοπίων.
Το βαρύ όχημα ξεκίνησε να καταπίνει τα χιλιόμετρα και ύστερα από είκοσι περίπου λεπτά, αφού αφήσαμε πίσω μας το δάσος του μεσέ και το οροπέδιο της Σλίσκας, προσεγγίσαμε προς την πυκνόφυτη Παπράιντσα, όπου το βρεγμένο σκηνικό, διαδέχτηκε ένα ομιχλώδες, πλην όμως ξερό τοπίο. Ξαφνιασμένοι από την ξέρα που επικρατούσε-θεωρούσαμε ότι θα έβρεχε καταρρακτωδώς- διακρίναμε στο βάθος το κόκκινο χρώμα των πυροσβεστικών οχημάτων και των λεωφορείων μεταφοράς προσωπικού. Αφού πλησιάσαμε και σταθμεύσαμε σε μιαν άκρη, πληροφορηθήκαμε ότι είναι οι πυροσβέστες από τους γειτονικούς νομούς, οι οποίοι επιστρατεύτηκαν για να συνδράμουν στο τιτάνιο έργο της κατάσβεσης της φωτιάς και που αναχωρούσαν για την βάση τους. Στα πρόσωπά τους ξεχώριζε η κόπωση, το ξενύχτι και η ταλαιπωρία, ενώ τα μαυρισμένα χέρια τους, υποδήλωναν τη δουλειά στην οποία επιδόθηκαν επί τόσα εικοσιτετράωρα.
Αφού τους ευχηθήκαμε καλό κατευόδιο, συνεχίσαμε στον δύσβατο χωματόδρομο για τον προορισμό μας. Στη διάρκεια της επίπονης διαδρομής μέσα από το χρυσοκόκκινο περιβάλλον των ξερών και πανύψηλων οξιών, συναντούσαμε ανά διαστήματα μικρά και μεγάλα πυροσβεστικά οχήματα που έτρεχαν αλαφιασμένα με τους φάρους αναμμένους, ενώ δεν ήταν λίγα και τα τρακτέρ των ντόπιων υλοτόμων που κατέβαιναν στο χωριό, ύστερα από την ολονύκτια προσπάθεια να σχηματίσουν αντιπυρικές ζώνες σε επικίνδυνα σημεία.
Μετά από μιάμιση περίπου ώρα και νιώθοντας τα αυτιά μας να βουλώνουν λόγω του υψομέτρου και τα κορμιά μας καταπονημένα από τις συνεχείς αναταράξεις εξαιτίας του κακοτράχαλου δρόμου, φτάσαμε στον κύριο προορισμό μας.
Ένα μεγάλο ξέφωτο με λίγα μέτρα καλλιεργήσιμου εδάφους, περιστοιχισμένου από θεόρατες οξιές σαν φυσικός υπερασπιστής, και στην βόρεια πλευρά του, μια χειροποίητη συστοιχία με βασικές υποτυπώδεις υποδομές. Μια ξύλινη καλύβα, ένα σκέπαστρο, μια βρυσούλα και κάποια πρόχειρα μικρά παραπήγματα, φάνταζαν ως το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο ριζόρτ ξενοδοχείο του κόσμου.
Στην είσοδο προς το καταφύγιο ξεχώριζε το μικρό ταπεινό εκκλησάκι με μια καμπανούλα κρεμασμένη λίγο παραπάνω, ενώ μια Γαλανόλευκη κυμάτιζε, υποδηλώνοντας στον επισκέπτη την αέναη και συνεχή παρουσία του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας στα απόμακρα και έσχατα τούτα μέρη.
Αφού τακτοποιήσαμε τα υλικά μας, αφήσαμε τον Βασίλη με τον Πέτρο να επιμεληθούν τα του γεύματος και, με τον Αλέξανδρο και τον Γιάννη κινήσαμε προς την κορυφή Μπάζαρ, όπου ενεργούσαν οι ακάματοι πυροσβέστες. Ήδη από το σημείο που βρισκόμασταν μπορούσαμε να διακρίνουμε τις στήλες καπνού, που ανέβαιναν κατακόρυφα, λόγω της άπνοιας, προς τον συννεφιασμένο ουρανό.
Ο οδηγός μας αφού ακολούθησε με επιδέξιους ελιγμούς έναν τρακτερόδρομο, κατευθύνθηκε ευθεία προς το μέτωπο. Η μυρωδιά του καμένου, άρχισε να ερεθίζει τα ρουθούνια μας και μπορούσαμε πλέον να δούμε τις απέναντι κορυφές με τις πανύψηλες λεύκες κι οξιές καψαλισμένες από την φωτιά, η οποία έρπονταν, κατακαίγοντας ξερόκλαδα και φύλλα.
Στην διαδρομή μας προς την κορυφή ανταμώσαμε αρκετούς άνδρες οι οποίοι καιροφυλακτούσαν για τυχόν αναζωπύρωση της φωτιάς καθώς επίσης και δικούς μας υλοτόμους, που άλλοι άνοιγαν τα τελευταία μέτρα ζώνης ασφαλείας κι άλλοι επιδιόρθωναν τα λάστιχα ενός τεράστιου υλοτομικού μηχανήματος.
Ένα σμήνος από μικρά ασπρόμαυρα πουλιά, "κιός" μου τα ανέφερε ο Αλέξανδρος όντας δεινός κυνηγός, πέταξε μπροστά μας με εμφανές το σοκ από την καταστροφή που συντελούνταν στον φυσικό τους χώρο και χάθηκε σε μια πλαγιά με πυκνές πάπρες, πεταρίζοντας τα φτερά τους.
Λίγο παραπάνω, σε ένα "νεροφάγωμα" του δρόμου, υπήρχαν εμφανή μπερδεμένα ίχνη από τουλάχιστον τρία αγριογούρουνα, τα οποία εικάζω τράπηκαν σε φυγή άρον άρον αναζητώντας ασφαλέστερα βοσκοτόπια, μακριά από την πύρινη λαίλαπα.
Αφού προσκαλέσαμε όλους όσους συναντήσαμε στο δρόμο μας, πυροσβέστες, εθελοντές δασοπυροσβέστες, υλοτόμους, υπαλλήλους του Δασαρχείου στο γεύμα που ετοιμάζαμε, επιστρέψαμε στη βάση μας στο καταφύγιο.
Οι δυο μάγειρες τα είχαν όλα στην εντέλεια σερβιρισμένα. Ύστερα από αρκετή ώρα, συγκεντρωθήκαμε και πιστεύω ότι αυτά που γεύτηκαν οι καλεσμένοι μας, θα τους μείνουν αξέχαστα. Ο δε Βασίλης όλο κορδωνόταν με αυταρέσκεια σαν γύφτικο σκεπάρνι, βλέποντάς μας να απολαμβάνουμε με κλειστά-βουλημικά μάτια, τα δημιουργήματά του, και να παραμιλάει για το μαγειρικό του ταλέντο.
Μετά από αρκετή ωρίτσα κι αφού ενημερωθήκαμε όσο επιτρέπονταν για την επιχείρηση της κατάσβεσης, κι αφού αφήσαμε τα κλειδιά του καταφυγίου σε αυτούς που θα έμεναν εκεί να συνεχίσουν τον αγώνα, κινήσαμε για το δίωρο ταξίδι της επιστροφής.
Μπαίνοντας στη θέση μου στο αυτοκίνητο, ένα χέρι με αρπάζει από το μπράτσο.
Γυρνώντας ξαφνιασμένος το πρόσωπό μου, αντικρίζω τον Αποστόλη με σχεδόν υγρά τα μάτια, ίσως από την αϋπνία, ίσως από την συγκίνηση, να μου λέει ψιθυριστά:
"Δεν ξέρω τι θα γράψεις στο ρεπορτάζ σου, όμως θα σε παρακαλέσω να μεταφέρεις τις θερμές μας ευχαριστίες στον Δήμαρχο, το Δασαρχείο, τους εθελοντές δασοπυροσβέστες, τους κατοίκους, τους υλοτόμους του χωριού, μα πάνω από όλους σε εσάς την ομάδα σας για όλα όσα κάνατε για εμάς, που μας σκεφτήκατε και ενεργήσατε τόσο ανθρώπινα και συγκινητικά. Μην το ξεχάσεις σε παρακαλώ".
















































































































ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...