Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΠΕΦΤΑΝΕ - ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΒΟΥΤΥΡΑ


ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΠΕΦΤΑΝΕ

Τα δέντρα σιγά, σιγά έμεναν γυμνά, τα φύλλα τους, που τόσο χαρωπά σκιάζαν την αυλή, πέφτανε, σωριάζονταν χάμω σε κάθε φύσημα του ανέμου.
Ο χειμώνας είχε έρθει, και η αυλή του μικρού μαγαζιού άρχισε να χάνει τη χαρά της. Το κάθε φύλλο πούπεφτε απ΄ τα δέντρα της, ήταν ένα κομμάτι της χαράς της, που χανόταν. Όλα σκυθρωπά γινόντουσαν.
Αλλά μόνο κείνος ο γέρο κάπελας, χοντρός, στρογγυλός, έμενε πάντα ο ίδιος, γελαστός και σα νάχε την άνοιξη πάντα στο πρόσωπό του. Έτρεχε, έτοιμος, μ΄ όλα τα γερατιά του, σε κάθε προσταγή.
Κάθε μέρα είμαστε εκεί. Στην αυλή, όταν πρασίνιζαν τα δέντρα, και σ΄ ένα μικρό δωμάτιο, όταν άρχιζε να φυσά ο βοριάς, που σάρωνε τα φύλλα και άφηνε τα δέντρα γυμνά. Και είμεθα, οι περισσότεροι, χτυπημένοι απ΄ την τύχη, αφού μας είχε δροσίσει λιγάκι, ή για κάμποσον καιρό...
Άσπρες τρίχες στόλιζαν τα μαύρα, ή καστανά μαλλιά μας, και γραμμές, οι γραμμές του χρόνου, μα και του πόνου, χάραζαν το καθαρό άλλοτε, πρόσωπό μας. Ο χειμώνας είχε έρθει και σε μας. Αλλ΄ η άνοιξη; Τι λέω!... Αλίμονο... Έχουν τα φύλλα, που πέφτουν, άνοιξη;
Εκεί μέσα στο δωματιάκι μιλούσαμε και πίναμε. Και τις περισσότερες φορές λέγαμε για τα περασμένα. Μα και τι άλλο να λέγαμε; Τα φύλλα, που πέφτουν απ΄ τα δέντρα, αν μπορούσανε να μιλήσουν, ή αν αισθανόντουσαν και μιλούσαν, τι θα λέγανε μεταξύ τους; Δε θα λέγανε, πως ήτανε ψηλά εκεί, καθαρά, πράσινα, πως άκουγαν κ΄ έβλεπαν τα πουλιά να κελαϊδούν, και κοίταζαν τον κόσμο περιφρονητικά που κάτω περνούσε; Δε θα λέγανε πώς παίζανε μεταξύ τους σε κάθε δροσερή πνοή, και αγκαλιαζόντουσαν, φιλιόντουσαν μανιακά, όταν τα κινούσε ο θερμός του καλοκαιριού άνεμος;
Ένα βράδυ που έξω φυσούσε, βούιζε ο βοριάς, εμείς μέσα κει στο δωματιάκι, μιλούσαμε και πίναμε. Πάλι όμως, σε λίγο, πέσαμε στα περασμένα. Πάλι όμως, σε λίγο, πέσαμε στα περασμένα. Α, πολλά απ΄ αυτά τα ’ξερα απέξω κι ανακατωτά, όπως τα παιδιά λένε.
Αυτή τη βραδιά όμως, ακούσαμε κι ένα νέο, μια νέα ιστορία απ΄ το Μίγκα.
— Σας έχω πει που μια φορά, πήγα να κλέψω, αρπάξω κάτι να το βγάλω με τη βία; μας είπε.
— Ποτέ!
— Συ να κλέψεις;...
— Θα ήμουν, άρχισε αυτός, δεκατεσσάρων χρονών. Ευτυχισμένη εποχή;... Πάψε, γέρο Πάγκα... Ήθελες, λες, να ξαναγινόσουν πάλι; Ίσως όμως συ να ’χεις δίκαιο, να θέλεις να ξανακάνεις τον ίδιο δρόμο! Εγώ όμως όχι... Όταν γυρίζω και τον κοιτάζω, τρομάζω...
Ήμουν λοιπόν δεκατριών ή δεκατεσσάρων χρόνων παιδί όταν πήγα να κάνω αυτό που σας είπα. Λίγη προσοχή τώρα, γιατί αρχίζει η ιστορία.
Ήταν καλοκαίρι είχαμε δηλαδή, παύσεις και ήμουν όλο χαρά, γιατί δε βρισκόμουνα φυλακισμένος στο βρωμοσκολείο. Κάθε βράδυ γύριζα δω και κει, πήγαινα στα θεατράκια και περνούσα ευχάριστες ώρες. Ένα όμως θεατράκι σε μια πλατεία με τράβηξε στο τέλος και δεν ξεκολλούσα.
Σ΄ αυτό το θεατράκι έπαιζαν παντομίμες κι έκαναν κάποτε και διάφορα γυμνάσματα, σήκωναν βάρη. Ήταν ξένος θίασος. Αλλά δε με τράβηξε το καλό παίξιμό τους, οι καλές παραστάσεις τους, αλλά μια γυναίκα όμορφη, θεία μορφή και σώμα, που υπήρχε μέσα στο θίασο. Έκανε αυτή, πάντα την κόρη, που κλέβουν, την ερωτευμένη, και ο παλιάτσος τής έδινε κάποτε κάμποσες ξυλιές. Εγώ, πάει!... όταν την έβλεπα, μαγευόμουνα, χανόμουνα! Πώς ήθελα νάμουν ο εραστής, που την έσερνε από το χέρι να φύγουν, και ακόμα ήθελα νάμουν ο παλιάτσος που τους κυνηγούσε και όταν τους έπιανε, αφού πρώτα χτυπούσε μ΄ όλη του τη δύναμη τον εραστή, έδινε και σ΄ αυτή ελαφρές ξυλιές.
Και βρισκόμουν εκεί, στο θεατράκι, πριν αρχίσει... Τι λέω; Νωρίς πολύ πήγαινα, όταν ήταν ακόμη μέρα. Μα μπορούσα να κάνω αλλιώς, που όλο αυτή είχα στο νου μου; Όταν έτρωγα, δάγκανα τα χείλια μου, γιατί εκεί στο φαΐ δεν υπήρχε ο νους μου, όταν περπατούσε πήγαιναν να με πατήσουν τ’ αμάξια, και μάλιστα, ένα μια φορά μ΄ έριξε χάμω. Έρωτας ήταν αυτός! Τι αναστενάζετε; Παύτε... Πάει για μας, δεν πρέπει να υπάρχει. Εμείς δε θα δούμε πια το πουλί να κελαηδεί κοντά μας...
Λοιπόν. Μια μέρα πήγα μόλις είχε βασιλέψει ο ήλιος. Αφού γύρισα απέξω απ΄ το θεατράκι, μπήκα στο καφενείο του θεάτρου, που υπήρχε δίπλα, για να πιω ένα νερό. Ο διευθυντής του ήτανε φίλος του πατέρα μου, κι είχα το θάρρος. Στεκόμουνα ακόμα στον πάγκο, θυμούμαι, όταν ξαφνικά τάχασα, θαμπώθηκα, σα να με χτύπησε η εμφάνιση ήλου. Μες στον καθρέφτη είδα εκείνη, την είδα να ’ρχεται. Γύρισα ταραγμένος. Φορούσε ένα κόκκινο πολκάκι. Τι ωραία που ήταν! Φαίνεται πως παρατήρησε την ταραχή μου, πώς την κοίταξα, γιατί με κοίταξε καλά καλά. Αυτό μου έλειπε! Πάει, είχα ζουρλαθεί...
Το βράδυ κείνο ο θίασος έκανε και διάφορα γυμνάσματα, τούμπες και τα λοιπά. Και βγήκε και κείνη ντυμένη μάλιες, ή με στολή ακροβάτη. Δυσαρεστήθηκα, μα την αλήθεια, που την είδα έτσι, όχι ότι δεν της πήγαιναν, ήταν ουρανία, αλλά δεν ήθελα να την έβλεπε και ο κόσμος. Αν μπορούσα θάβγαζα όλων τα μάτια...
Και μάλιστα, άκουσα και κάποιον, που ήταν κοντά μου, να λέει;
— Μωρέ μπούτια...
Τον ήξερα αυτόν που τόπε. Ήταν ο χασάπης της γειτονιάς μου, ένας κοντός, μαυριδερός, κατσαρομάλλης.
Πόσο με πείραξε! Και μου ’κανε κακό και η λέξη που μεταχειρίστηκε, σα να επρόκειτο για μπούτια προβάτου ή μοσχαριού. Εγώ τα ’ξερα αλλιώς...
Ήτανε μαρτύριο αυτό το βράδυ για μένα. Ύστερα όμως άμα τελείωσε, έπλαθα όνειρα γλυκά...
Αλλά πέρασε το καλοκαίρι. Ο ουρανός μια μέρα γέμισε σύννεφα, και σε όχι πολύ, βροχή έλουσε την πόλη με κεραυνούς. Είχε έρθει ή ερχόταν ο χειμώνας κι έμπαινε πανηγυρικά.
Το βράδυ κείνο το θέατρο δεν άνοιξε. Άνεμος φυσούσε ψυχρός. Την άλλη μέρα το ίδιο. Ψύχρα ξαφνικιά είχε έρθει. Το θεατράκι έκλεισε.
Πήγαινα σχολείο, αλλά πάντα το θεατράκι ήταν στο νου μου.
Ένα πρωί εορτής, είχα βγει έξω και γύριζα. Ξαφνικά ακούω μουσική πένθιμη. Ήταν κηδεία. Η μουσική μ΄ έσυρε και πήγα. Αλλ΄ είδα αντί στρατιωτική μουσική, πολίτες μουσικούς, και μαζί ανθρώπους του θιάσου εκείνου ν’ ακολουθούνε.
Ρώτησα ποιος ήταν ο νεκρός, γιατί η κάσα ήταν σκεπασμένη. Κι έμαθα. Είχε πεθάνει εκείνη...
Ακολούθησα κι εγώ την κηδεία, όχι για τη μουσική, αλλά σαν άνθρωπος που ακολουθά αγαπημένο του νεκρό, χτυπημένος τρομερά απ΄ το δυστύχημα...
Το βράδυ, πριν πλαγιάσω, γονάτισα και προσευχήθηκα για την ψυχή της. Αυτό άρχισα να το κάνω τακτικά.
Την Κυριακή πήγα και στο νεκροταφείο. Δεν άργησα να βρω το μνήμα της. Το όνομά της ήταν γραμμένο με ξενικά γράμματα. Αλλά πάνω στο σταυρό υπήρχε και η φωτογραφία της. Πώς στάθηκα και την κοίταξα. Και πού να φύγω... Η ώρα περνούσε κι εγώ εκεί, να την κοιτάζω και να παραμιλώ... Είχα όμως, κάποτε, και το νου μου να μη με βλέπουν.
Και στο νεκροταφείο υπήρχε μια ησυχία μεγάλη, μια σιωπή, και μόνον ένας χτύπος μακρινός, αλλά ρυθμικός σχεδόν, ακουγόταν, ή έπεφτε, σ΄ αυτή. Κάποιον είχα διακρίνει να σκάβει, πέρα κει, μέσα στο πλήθος των σταυρών.
Απ΄ εκεί μ΄ έδιωξε η εμφάνιση μιας κηδείας, που ερχότανε με ξεφωνητά. Έφυγα γρήγορα, χάθηκα μες στα δέντρα, ζητώντας την έξοδο.
Περάσανε μέρες.
Ένα βράδυ κάτι μου βάλθηκε στο νου μου. Να πάω να κλέψω τη φωτογραφία, να την βγάλω απ’ το σταυρό και να την πάρω...
Και το πρωί, αντί να πάω στο σχολείο, τράβηξα για το νεκροταφείο. Είχα πάρει μαζί μου ένα σουγιά κι ένα σίδερο, που νόμισα, πως ήταν κατάλληλο γι΄ αυτή τη δουλειά.
Φυσούσε άνεμος αυτή τη φορά, δυνατός, ο ουρανός συννεφιασμένος και σταγόνες πέφτανε κάποτε.
Το νεκροταφείο ήταν έρημο. Και μόνο απ’ έξω απάντησα πολλούς, που φεύγανε από κηδεία.
Προχωρούσα σα σωστός κλέφτης. Κανείς. Τα δέντρα κουνιόντουσαν, βούιζαν και οι σταυροί... Οι σταγόνες απ΄ τα θολά σύννεφα περισσότερες πέφτανε.
Πλησίασα έχοντας έτοιμο το σουγιά και το σίδερο. Αλλά καθώς αντίκρισα, το σταυρό, έμεινα, μαρμαρώθηκα... Η φωτογραφία δεν υπήρχε πια εκεί... Η κορνίζα χαλασμένη μ΄ ένα κομμάτι γυαλί πάνω... Άλλος... άλλος την είχε βγάλει, άλλος μου την έκλεψε...-


ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ.
Από τη συλλογή Είκοσι διηγήματα (1924), σ. 80-85.

Οι ράγες κυλούν παράλληλα


Χειμώνας του ’50

O Δόκτωρ  Ρόνσκι και η φθαρμένη δερμάτινη βαλίτσα του  επιβιβάστηκαν στο τρένο. Τους τελευταίους τρεις χειμώνες επισκεπτόταν τακτικά τη γειτονική πρωτεύουσα, για το ψυχιατρικό συνέδριο. Τα τραύματα  του πολέμου, οι πληγές βαθιές, αποτυπωμένες σε τοίχους και θλιμμένες μορφές. Κι εκεί, στον τοίχο απέναντι απ’ το βαγόνι, με κόκκινη μπογιά γραμμένες λέξεις, από αυτές που δύσκολα ξεχνιούνται.

« Όπλα βαριά που δόθηκαν σε χέρια νεαρά, 
απαλό το δέρμα, κι αρχίζει να σκληραίνει.
Το κρύο βυθίζεται μέσα, παγώνει το αίμα, δεν τρέχει, δεν κυλά…  
Μονάχα βλέμματα κενά, ν’ αναζητούν ακόμη
εκείνα τα χέρια τα νεανικά  για να τους βάλουνε φωτιά,            
μα γίνηκαν στάχτη που στον άνεμο γυρνά…»

Το τρένο σφύριξε, τα βαριά σκουριασμένα σίδερα έτριξαν. Η διαδρομή μεγάλη. τον ηρεμούσε που κάποιος άλλος είχε το τιμόνι, αφού ο Ρος δεν κατάφερε να χωρέσει τη ζωή του σε δυο ράγες.

~~

Έφτασε στον ξασπρισμένο από τα χιόνια σταθμό του Βερολίνου. Οι κινήσεις του όπως κάθε άλλη φορά καθορισμένες: Θα περπατούσε στους παγωμένους δρόμους μέχρι το πανδοχείο, όπου θ’ ανέβαινε στο δωμάτιο για να ρίξει μερικά  ξύλα στην σόμπα –περιμένοντας άσκοπα να σπάσει η αποπνικτική υγρασία που έλουζε το δωμάτιο. Ύστερα, τον περίμενε η θέση του στο μικρό συνοικιακό καφέ, μια ζεστή σοκολάτα και λίγη βότκα από το φλασκί του πιθανότατα.

Ένιωθε το χιόνι να τυλίγεται γύρω απ’ τα πόδια του σε κάθε βήμα. Από ένα σημείο κι έπειτα ήταν σαν να πατούσε γυαλιά σπασμένα. Ενώ διέσχιζε το δρόμο της Έμμα Χέροεκ, δυτικά του σταθμού, προσπάθησε να διακρίνει -μικραίνοντας τα κουρασμένα του μάτια- τι ήταν αυτό που κινούνταν προς το μέρος του με ασταθή πορεία.

Ήταν ένα αυτοκίνητο. Μόνο σαν έφτασε πολύ κοντά ο οδηγός τράβηξε το χειρόφρενο του προπολεμικού αυτοκινήτου. Τα παλιά λάστιχα δεν βοήθησαν την κακή αυτή στιγμή.

Ο οδηγός έτρεμε. Καταριόταν τα σπασμένα του δάχτυλα που δεν του επέτρεψαν να σταματήσει εγκαίρως. Πήρε τρεις βαθιές ανάσες, άνοιξε την πόρτα κι έσπευσε να δει αν ο άτυχος περαστικός είχε τραυματιστεί.

Ο Ρος ήταν κουλουριασμένος στο χιόνι και βογκούσε. το σίδερο που προεξείχε από τη μούρη του αυτοκινήτου είχε τραυματίσει το γόνατό του, ευτυχώς όχι πολύ. Ο οδηγός τον βοήθησε να σηκωθεί. Έπειτα παρατήρησε τα έντονα πολωνικά χαρακτηριστικά του. Καταράστηκε για μιαν ακόμη φορά τον διοικητή Κράμερ, που ακόμη και από τον τάφο είχε φροντίσει να τους ξεκάνει όλους… αυτούς.

Βαστώντας τον Ρος από τον ώμο και τινάζοντας τους πάγους από το κοτλέ πανωφόρι του, συστήθηκε ως Γιούτζην Λέβι. Επέμεινε να τον μεταφέρει στο τοπικό νοσοκομείο. Η αυτοκαταστροφική πλευρά του Ρος αντιστάθηκε αμέσως στην πρόταση. Ζήτησε ευγενικά να τον αφήσει στο πανδοχείο του, όπου θα φρόντιζε μόνος το επιπόλαιο τραύμα του.

Μόλις άνοιξε τη βαριά μεταλλική πόρτα αναθυμιάσεις μπογιάς και τσιγάρου γέμισαν τα ρουθούνια του. Έριξε μια φευγαλέα ματιά  στο πίσω κάθισμα. Αμέτρητοι καμβάδες κάτω από ένα μάλλινο ριχτάρι. Τα δερμάτινα καθίσματα γεμάτα πιτσιλιές κάθε χρώματος και μεγέθους -εναρμονισμένα με την καλλιτεχνική ατμόσφαιρα.

Ο Γιούτζην μετακινούσε καμβάδες από τη θέση του συνοδηγού.

«Συγγνώμη για την ακαταστασία, δεν περίμενα πως θα είχα παρέα στην βόλτα μου».
«Μην ανησυχείτε» απάντησε ο Ρος, «είμαι κι εγώ ιδιαιτέρως ακατάστατος.»
«Να σας προσφέρω ένα τσιγάρο; Πάντα καταπραΰνει τον πόνο το άτιμο!»
«Ναι, φυσικά. Σας ευχαριστώ πολύ.» απάντησε κι έβγαλε τον αναπτήρα απ’ την τσέπη του.

Ήθελε να καπνίσει απ’ όταν πάτησε το πόδι του στον σταθμό. Η κασετίνα του είχε αδειάσει και δεν στάθηκε ν’ αγοράσει τ’ αγαπημένα του αμερικάνικα τσιγάρα. Τώρα όλο απόλαυση κατέβαζε τον καπνό βαθιά στο στήθος του. Το πόδι του απ’ τον πόνο και το κρύο είχε μουδιάσει και δεν το ‘νοιωθε πια.

«Να υποθέσω πως είστε ζωγράφος, κύριε Λέβι;» ρώτησε ο Ρος.
«Πράγματι, σωστά υποθέσατε!» απάντησε εκείνος. «Μ’ όλους αυτούς τους  καμβάδες που μπλέκονται στα πόδια σας θα ‘πρεπε να ‘μουνα, αν όχι ζωγράφος, τρελός ή μανιακός συλλέκτης!»

Ο Ρος γέλασε:
«Αν ήσασταν τρελός, θα είχατε χτυπήσει σίγουρα τον σωστό άνθρωπο. Ψυχίατρος είμαι. Μόλις έφτασα από την Βαρσοβία για το συνέδριο.»

«Σας εύχομαι να περάσετε όμορφα, παρά την ατυχία. Πραγματικά λυπάμαι τόσο πολύ. Βλέπετε είχα ένα… ατύχημα κι εγώ, με τα δάχτυλα μου, στον πόλεμο. Είναι σπασμένα όλα και δυσκολεύομαι με τ’ αμάξι. Ίσως πρέπει να σκεφτώ σοβαρά να το πουλήσω ή τουλάχιστον να…»
«Εδώ! Στρίφτ’ αριστερά!» είπε ξαφνικά ο Ρος.

Με δυσκολία ο Γιούτζην έστριψε. Το αμάξι πατινάρισε για μια στιγμή, αλλά σχεδόν αμέσως επανήλθε. Ρούφηξε μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του.

«Συγγνώμη που δεν σας ειδοποίησα νωρίτερα, νόμιζα… Ξέρετε, νόμιζα πως γνωρίζατε τη διαδρομή», είπε ο Ρος.
«Τη γνωρίζω. Ξεχάστηκα.»
«Εγώ φταίω… Κι όσο για το πόδι, μη σας νοιάζει, θα περάσει. Δεν είναι…»

Ο Ρος σταμάτησε να μιλάει. Έτσι όπως πήρε απότομα τη στροφή ο Γιούτζην, είχε σηκωθεί το μανίκι του και ξεπρόβαλαν πέντε αριθμοί, πέντε καταραμένοι αριθμοί. Ανατρίχιασε. Μπορεί ο ίδιος να μην κατάφερε να χωρέσει τη ζωή του σε δυο ράγες, σκέφτηκε, αλλά του Γιούτζην και τόσων ακόμα ανθρώπων την χώρεσαν σε βαγόνια και θαλάμους.

Οι αναμνήσεις της φρίκης αναπόφευκτες. γράμματα, λέξεις, αριθμοί. Πάντα θα υπάρχει κάτι να τις ζωντανεύει.

Είχαν φτάσει έξω από το πανδοχείο. Οι δυο άντρες αποχαιρετίστηκαν κι ο καθένας συνέχισε την πορεία του, στις δικές του ράγες.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το κείμενο γράφτηκε απ’ τη Λιλί, στο πλαίσιο του Συνεργείου Δημιουργικής Γραφής.




"Πειρασμός" Όσκαρ Ουάιλντ


Ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθείς τον πειραμό,
είναι να ενδώσεις σε αυτόν.

Αν του αντισταθείς, η ψυχή σου θ’ αρρωστήσει απ' τη λαχτάρα για τα πράγματα που η ίδια απαγόρευσε στον εαυτό της, απ’ την επιθυμία για όσα οι τερατώδεις νόμοι της έχουν κηρύξει τερατώδη και παράνομα.

Κάποιος είπε ότι τα πιο σημαντικά γεγονότα του κόσμου συντελούνται μέσα στο μυαλό. Στο μυαλό, λοιπόν, και μόνο σ’ αυτό γίνονται και οι μεγαλύτερες αμαρτίες του κόσμου.


Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde)

Ευγένιος Τριβιζάς: το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι (video)


Όταν τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα με έναν διαφορετικό τρόπο!

 Μια ακόμα εξαιρετική ιστορία του Ευγένιου Τριβιζά σε ένα υπέροχο βίντεο, με απολαυστική μουσική, δοσμένη με φαντασία και τρυφερότητα.

Μια μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Είναι τέλη Δεκέμβρη. Στον χτύπο της αλλαγής, σαν δώρο θεού —ή διαβόλου— όλα επιτρέπονται…
Τα φώτα της πόλης ήταν μαύρα και κάτι μικρά σπιθουράκια, σαν άστρα σε καθαρό ουρανό, έδιναν την αίσθηση μια σκιάς πασπαλισμένης με άσπρες νιφάδες. 

Τα χιόνι δεν ήταν λευκό. Ένα κόκκινο χρώμα, που όλο σκούραινε καθώς πλησίαζε στο δρόμο, γέμιζε τις λακκούβες με πληγές. Έπαιρνε εκείνο το βαθύ μπορντό, δείγμα πως όσο πιο πολύ μένει κάτι στο χρόνο, τόσο πιο έντονο γίνεται.

Οι άνθρωποι, ντυμένοι με ρούχα γιορτινά και διαθέσεις μουντές, στεκόταν μπροστά στα φορτηγά του Δήμου. Εκείνο το βράδυ της παραμονής Πρωτοχρονιάς μοίραζαν δωρεάν κοκτέιλ συναισθημάτων. 

Κάποιοι υπάλληλοι ντυμένοι στο πένθιμο τ’ ουρανού, με πολύχρωμα λαμπάκια πάνω στα καπέλα τους και γύρω στη ζώνη τους, άνοιγαν την κάνουλα των βαρελιών και γέμιζαν σιωπηλά, μηχανικά, σχεδόν απρόθυμα τα ποτήρια. Ένα μικρό τσιτσίρισμα ακούγονταν κάθε φορά που το μείγμα άφριζε.

Ένας άντρας γύρω στα 50, με ατσαλάκωτο γυαλιστερό κουστούμι και μεταξωτή γραβάτα είχε ήδη πιει τρία, όταν άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Σίγουρα είχαν πέσει παραπάνω τύψεις στη δοσολογία, γιατί είχε κάθισε και σε ένα παγκάκι, με τα χέρια στο πρόσωπο και μονολογούσε σπαρακτικά. 

«Θεέ μου, τι έχω κάνει!», έλεγε και ξανάλεγε.

Μια κυρία, αρκετά μικρότερη του, με αέρα ντίβας που μύριζε πατσουλί, ντυμένη στα κόκκινα, παραπατούσε στη μέση της πλατείας πάνω στις ψιλές λουστρίν γόβες της. Γελούσε και τραγουδούσε. «Κάποτε αγαπήθηκα, μα όχι πια. Αγάπησε με, πριν να είναι αργά, αγάπη μου…». 

Ύστερα έκανε παύση και φώναζε για σερβιτόρους, να της φέρουν λίγο ακόμη από δαύτο το μαγικό φίλτρο της αγάπης. Κανένας δεν έκανε βήμα. Όλοι την κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι τους με αποστροφή. Την λυπόταν περισσότερο από τους ίδιους, κι ας ήξεραν πως τους έλειπε το ίδιο, η αγάπη.

«Κουνήστε λίγο το βαρέλι!», ακούστηκε η φωνή ενός νεαρού άντρα, ενώ έφτυνε κάτω το υγρό που μόλις είχε δοκιμάσει. 

«Ο Δήμαρχος υποσχέθηκε νέκταρ ευδαιμονίας και εσείς κερνάτε φαρμάκι!»

«Ηρεμήστε, κύριε», αντέδρασε συνωμοτικά ένας κοντός άντρας, με μουστάκι, διορθώνοντας το καπέλο του. 

«Η καλλιέργεια και παραγωγή συναισθημάτων σε εξωτερικούς χώρους, πέραν δηλαδή της ψυχής, όπου λαμβάνει χώρα η φυσική διαδικασία, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι ακόμη σε δοκιμαστικό στάδιο. Η κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει μια εξαίρεση για τούτη τη μέρα, καθότι παρατηρήθηκε πως ο κόσμος, από φόβο μήπως πληγωθεί, έπαψε να συναναστρέφεται και ως εκ τούτου σταμάτησε να νιώθει δυνατά συναισθήματα. Το πνεύμα των γιορτών κινδυνεύει να εκλείψει, φαινόμενο που δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ πριν μέσα στους αιώνες…»

Απομακρύνθηκα αηδιασμένος, στον απόηχο μιας ακόμη διαμαρτυρίας του νεαρού, που επέμενε πως έπρεπε ν’ ανοίξουν καινούργιο βαρέλι.

Βρέθηκα να σεργιανίζω σε κάτι στενά σοκάκια, λίγο πιο κάτω. Κλωτσούσα φύλλα, χωρίς καμιά διάθεση να δοκιμάσω απομίμηση συναισθημάτων σε ποσότητες διόλου ελεγμένες και πιστοποιημένες. Δίπλα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, ανάμεσα στα χαλάσματα, συνάντησα κάποιες καρδιές να τσαλαβουτούν σε λακκούβες γεμάτες με το αίμα τ’ ουρανού.

«Δικό μας είναι», μου ‘λεγαν γελώντας, «μα δεν πειράζει. Θα γιατρευτούμε κάποτε, μονάχα για να πληγωθούμε πάλι. Όποιος φοβάται τον πόνο, δεν ζει».

Θυμάμαι που με τράβηξαν από το χέρι και με χόρεψαν, άλλοτε όλες μαζί κι άλλοτε κάθε μια ξεχωριστά. Όλες τους έπαιρναν τη μορφή εκείνων που αγάπησα. Αλήθεια, πόσο μου έλειπαν! Ήθελα να τρέξω, να τους βρω, να τους πω όσα «σ’ αγαπώ» είχα αναβάλει.

Το ρολόι σήμανε δώδεκα. Κοίταξα κλεφτά, μακριά πίσω στην πλατεία. Ο χρόνος είχε αλλάξει, μα οι συμπεριφορές παρέμεναν οι ίδιες. Το κοκτέιλ είχε, καθώς φαίνεται, πολύ παροδικά αποτελέσματα. Κανείς δεν χαμογελούσε. Κανείς δεν αγκάλιαζε κανέναν. Κανείς δεν έλεγε «χρόνια πολλά» στον διπλανό του.
Εκείνον τον χειμώνα κανείς δεν πέθανε από το κρύο. Όλοι φορούσαν για παλτό τούς φόβους τους. Μόνο κάποιες καρδιές τίναξαν την κάπνα ερώτων που πέρασαν, βάλθηκαν ν’ ανάβουν φωτιές με σκόρπια σ’ αγαπώ και κάηκαν προσπαθώντας. Τι ευτυχία!









"Τελικά υπάρχει Άγιος Βασίλης;" Τι λέμε στα παιδιά


Ο Άγιος Βασίλης.
Πότε πρέπει να αποκαλύψουμε την αλήθεια στα παιδιά μας;
Συχνά οι γονείς αναρωτιούνται πότε πρέπει να πουν στα παιδιά τους ότι ο Άγιος Βασίλης δεν υπάρχει, αλλά τον έχουμε δημιουργήσει εμείς στην φαντασία μας.
Το παιδί μέχρι τα έξι του χρόνια δεν μπορεί να ξεχωρίσει ακόμα το φανταστικό από το αληθινό. Ο Άγιος Βασίλης βρίσκεται στην φαντασία του και εξυπηρετεί κάποιες ανάγκες του. Είναι ο καλός ο παππούλης που φέρνει δώρα σε όλα τα παιδάκια και με υπερφυσικές δυνάμεις τρυπώνει σε όλα τα σπίτια. Στα παιδιά αρέσουν τα παραμύθια. Όταν εκείνα ζητάνε το παραμύθι, σημαίνει ότι χρειάζονται την ύπαρξη του. Σε αυτή την περίπτωση μπορείτε και εσείς να συμμετέχετε σε όλο αυτό τον φανταστικό κόσμο.
«Η έννοια της αγάπης»
O Άγιος Βασίλης είναι η προσωποποίηση της έννοιας των Χριστουγέννων και της αγάπης για τα παιδιά. Επειδή τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν το νόημα αλλά και την έννοια της γιορτής των Χριστουγέννων ο Άγιος Βασίλης γι' αυτά τα αντιπροσωπεύει όλα αυτά. Την αγάπη, τη γενναιοδωρία, την ευχαρίστηση του να προσφέρεις χωρίς αντάλλαγμα, όλα αυτά και πολλά ακόμα συμβολίζει η φιγούρα του για τα μικρά παιδιά αλλά και για μας τα πιο μεγάλα. Είναι μια προσωπικότητα που έχει μπει για τα καλά στο υποσυνείδητο μας, μια λαμπερή και οικεία εικόνα για όλους μας να υπενθυμίζει πως πρέπει να σκεφτόμαστε με γνώμονα όχι το «εγώ», αλλά το «εμείς».

Πώς μπορείτε να το χειριστείτε συγκεκριμένα:
  • Αν το παιδί σας είναι 6 και 7 ετών και του αρέσει η ιδέα του Άγιου Βασίλη, αφήστε το να πιστεύει. Μην προσπαθήσετε να το απογοητεύσετε και να το προσγειώσετε στην πραγματικότητα. Κατά βάθος, το παιδί γνωρίζει την αλήθεια, απλά του αρέσει ο παραμυθένιος κόσμος του Άγιου. Όμως καλό θα ήταν να μην προσπαθείτε και με κάθε τρόπο να του επιβεβαιώσετε την ύπαρξή του, γιατί αυτό είναι όντως ένα είδος εξαπάτησης και μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ· όταν το παιδί συνειδητοποιήσει με κάποιο τρόπο την πραγματικότητα ενδέχεται να σας ζητήσει το λόγο που του λέγατε ψέματα και μπορεί να δυσκολεύεται στο μέλλον να σας εμπιστευθεί. Από την άλλη, αν είστε απλά αμέτοχοι και συντηρείτε την ιδέα του παιχνιδιού πίσω από την ιδέα του Άγιου Βασίλη, τότε θα αισθάνεται ότι απλά και εσείς παίζατε μαζί του.
  • Υπάρχουν λοιπόν παιδιά που πραγματικά θέλουν να πιστεύουν ότι ο Άγιος Βασίλης είναι αληθινός και αυτή η ιδέα τους δεν είναι ανάγκη να «γκρεμιστεί» απότομα· από την άλλη δεν χρειάζεται να πείτε ψέματα, ακόμα κι έτσι. Για παράδειγμα, άμα σας ρωτήσουν συγκεκριμένα αν υπάρχει Άγιος Βασίλης τότε θα μπορούσατε, χαμογελώντας, να πείτε κάτι σαν «Γιατί δεν το βρίσκεις αυτό μόνος σου; Δεν θα έχει πλάκα να το ανακαλύψεις εσύ μόνος σου;» και αν επιμένουν τότε να ρωτήσετε εσείς «Εσύ τι λες;» ή «Τι σκέφτεσαι για αυτό εσύ;» ή ακόμα «Το μόνο που ξέρω είναι όταν ήμουν μικρός έβρισκα δώρα κάτω από το δέντρο την Πρωτοχρονιά… οπότε κι εσύ, μπορείς να περιμένεις το δώρο σου εκεί όταν ξυπνήσεις το πρωί». Πολλά παιδιά λένε αργότερα ότι ήξεραν την αλήθεια βαθιά μέσα τους, αλλά επέλεξαν να συνεχίσουν το παιχνίδι αυτό γιατί ήταν διασκεδαστικό.
  • Αν το παιδί όμως πραγματικά θέλει να μάθει και έχει αρχίσει να αμφισβητεί, τότε μάλλον είναι η ώρα να του πείτε ξεκάθαρα την αλήθεια και να του εξηγήσετε το μύθο πίσω από αυτό. Καλό θα είναι να αναφέρετε την πραγματική ιστορία και από πού ξεκίνησε το παραμύθι. Ευκαιρία είναι να το μάθετε να ψάχνει πληροφορίες σε εγκυκλοπαίδειες ή στο διαδίκτυο. Αν δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα μιλήστε του για τον Άγιο Νικόλαο. Ο Άγιος Νικόλαος μοίραζε δώρα σε όλα τα ορφανά παιδάκια. Από εκείνον ξεκίνησε ο Άγιος Βασίλειος, που κάποιος παραμυθάς τον βάπτισε με αυτό το όνομα. Μπορείτε να τα παροτρύνετε να νιώσουν και εκείνα όπως ο Άγιος Νικόλαος, μοιράζοντας δωράκια σε παιδιά που το έχουν ανάγκη. Με αυτό τον τρόπο δεν θα του έρθει απότομα και μπορεί μάλιστα να αρχίσει να προσεγγίζει το συμβολισμό πίσω από τον Άγιο Βασίλη. Σε αυτή την περίπτωση το παιχνίδι λειτουργεί μια χαρά, και νομίζω ότι μια απάντηση όπως, «Όχι, δεν υπάρχει πραγματικός Άγιος Βασίλης που ζει στο Βόρειο Πόλο, αλλά είναι σίγουρα διασκεδαστικό να προσποιούμαστε, έτσι δεν είναι;» δεν πρόκειται να βλάψει ένα παιδί που πραγματικά θέλει να ξέρει την αλήθεια.




ΠΡΟΜΑΧΟΙ: Δεκέμβριος του 1979




Είναι Δεκέμβριος του 1979.
Ο δεκάχρονος Πέτρος ανηφορίζει τον χωματόδρομο του σχολείου, φορτωμένος με την παλιά του σάκα στον ώμο, αγκομαχώντας, με προορισμό το σπίτι του.
Τα μάγουλά του αναψοκοκκινισμένα, όχι τόσο από την κούραση, όσο από την ανυπομονησία του, να φτάσει γρήγορα στο ζεστό φτωχικό του σπίτι.
Σε λίγα λεπτά μπαίνει στην αυλή του σπιτιού, όπου ο πατέρας του, δίνει μάχη με έναν τεράστιο σωρό από φρεσκοκομμένα ξύλα οξιάς. Κρατώντας στα στιβαρά του χέρια ένα τεράστιο τσεκούρι, το ανεβοκατεβάζει με δυνατές και γρήγορες κινήσεις. στα αραδιασμένα καυσόξυλα και τα σχίζει με μαεστρία. Ιδρώτας κυλάει στο μέτωπό του και με κάθε κίνηση, βγάζει και μια ψιθυριστή κραυγή, δίνοντας θαρρείς περισσότερη δύναμη στο καλοτροχισμένο τσεκούρι.
Λίγο πιο μέσα, στην πόρτα της κουζίνας, ζωσμένη με μια "σαρένα" ποδιά, η μητέρα και νοικοκυρά του σπιτιού, παρακολουθεί με περηφάνια τον σκληροτράχηλο πατέρα, συμμετέχοντας νοερά στο δύσκολο έργο του. Γαργαλιστικές οσμές βγαίνουν από την μασίνα, όπου απάνω της τηγανίζονται χρυσοκίτρινες πατάτες του βουνού. Η ατμόσφαιρα πλημμυρίζει από το άρωμα φρεσκοτριμένης ρίγανης, κάνοντας τους σιαλογόνους αδένες του μικρού παιδιού, να ανοίγουν ανεπαίσθητα.
Ο Αράπης, το μικρό κατοικίδιο σκυλάκι της οικογένειας, τρέχει κουνώντας πέρα-δώθε την ουρά του προς το μικρό παιδί, καλωσορίζοντας το.
Ο πιτσιρικάς μετά από τα σχετικά παιχνιδάκια με τον Αράπη, πετάει τη τσάντα με τα βιβλία σε μια γωνιά και τσιμπολογάει με βιασύνη τις πατάτες του, μη δίνοντας σημασία στις φωνές της μητέρας, που τον προτρέπει να καθίσει στο τραπέζι.
Με το στόμα μπουκωμένο, παίρνει την μπαλωμένη αλλά πεντακάθαρη ζακέτα του, φοράει το σκούφο του στο κεφάλι και με γοργά βήματα αναχωρεί, για το σπίτι των φίλων του, όπου έχουν δώσει ραντεβού με άλλα παιδιά.
Έχοντας πάρει την συγκατάθεση των γονιών τους, τα παιδιά θα πάνε στο Τσουλές κάμιν, όπου θα προετοιμάσουν τη μεγάλη φωτιά, που ανάβουν καθ όλη τη διάρκεια των ημερών του Δεκέμβρη, εν αναμονή των Χριστουγέννων.
Επικρατεί ένας άτυπος διαγωνισμός, για το ποιά γειτονιά του χωριού θα ανάψει την μεγαλύτερη φωτιά. Παρόμοιες φωτιές θα ανάψουν κι άλλες παρέες παιδιών, στη Μπουμπόβιστα, στα Γράμματα, στο Ταρπάνοβο, στα παλιά αλώνια και αλλού.
Οι μικροί μας ήρωες, μετά από τις απαραίτητες συνεννοήσεις, παίρνουν τον ανηφορικό δρόμο για τον προορισμό τους και αφήνοντας πίσω τους την πρώτη γέφυρα, την δεύτερη γέφυρα και την Τουπλίτσα, φτάνουν επιτέλους στον μεγάλο βράχο, σήμα κατατεθέν του Τσουλές κάμιν.
Σαν καλοκουρδισμένες μηχανές, φωνάζοντας χαρούμενα, επιδίδονται στο απαραίτητο μάζεμα των ξύλων και σε λίγη ώρα, μια τεράστια πυραμίδα από ξερά ξύλα, σαν ινδιάνικη σκηνή, στήνεται στην ανοιχτωσιά. Οι μεγαλύτεροι της παρέας ρυθμίζουν τις τελευταίες λεπτομέρειες, τοποθετώντας σούσλακ-ξερά φύλλα- στην βάση του σωρού και όλα είναι έτοιμα για την μαγική στιγμή.
Έχει αρχίσει να σουρουπώνει και τα φώτα του χωριού άρχισαν ένα ένα να ανάβουν, θυμίζοντας διάσπαρτες πυγολαμπίδες στον κάμπο.
Ο Γιάννης, ο αρχηγός της παρέας και ο μεγαλύτερος σε ηλικία, βγάζει από τις τσέπες του μια χούφτα σίρκες-τζίντζιφα αποξηραμένα- και τα μοιράζει στο κάθε παιδί. Σπάει κι ένα γλυκό ρόδι, φροντίζοντας να το μοιράσει ισόποσα σε όλους.
Τα παιδιά νοιώθοντας την κούραση να τους καταβάλει, κάθονται καταγής μασουλώντας και περιμένοντας το σύνθημα του αρχηγού.
Ήδη έχει σκοτεινιάσει αρκετά και ο Γιάννης βγάζει το τσακμάκι, που δανείστηκε από τον παππού του και βάζει φωτιά στα ξερά προσανάμματα.
Σε λίγη ώρα η φωτιά επεκτάθηκε σε όλον το σωρό και οι φλόγες τινάζονται μέχρι τον ουρανό, προσπαθώντας να φτάσουν το άπειρο.
Τα παιδιά κοιτούν εκστασιασμένα το κατόρθωμά τους και με αλαλαγμούς χαράς, καμαρώνουν την τεράστια φωτιά.
Λίγα μέτρα παραπέρα, δυο υπαρχηγοί της ομάδας, έχοντας δεμένα με σύρμα, παλιά λαστιχένια παπούτσια, τα βάζουν φωτιά και τα περιστρέφουν με δύναμη γύρω από το σώμα τους. Ένας μαγικός πύρινος κύκλος δημιουργείται, και το θέαμα είναι μοναδικό, εξωκοσμικό.
Τα μικρά παιδιά βγάζουν δυνατές κραυγές, από τα βάθη της ψυχής τους, αναβιώνοντας το πατροπαράδοτο έθιμο, επιβεβαιώνοντας την συνέχεια και την συνοχή της τοπικής κοινωνίας.
"Κόλντα μπάμπο", "κόλντα μπάμπο".
Από τα απέναντι υψώματα ξεπροβάλλει η φωτιά της γειτονικής ομάδας. Μεγάλη και φανταχτερή. Λίγο δυτικότερα διακρίνεται η εστία και της άλλης ομάδας. Σουρεαλιστικό υπερθέαμα, που παραπέμπει στα πανάρχαια χρόνια, όπου με παγανιστικές τελετές οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ξορκίσουν το κακό.
Λίγες ώρες αργότερα κι ενώ η αποστολή εξετελέσθη με απόλυτη επιτυχία, η θαρραλέα ομάδα παίρνει τον κατηφορικό δρόμο του γυρισμού.
Στα μουτζουρωμένα παιδικά προσωπάκια, μπορείς να ξεχωρίσεις ένα χαμόγελο ικανοποίησης και περηφάνιας.
Σχολιάζοντας τις αντίπαλες φωτιές, κατευθύνονται προς τα σπίτια τους και ήδη σχεδιάζουν την επόμενη φωτιά, που είναι προγραμματισμένη για την άλλη βδομάδα.
Μπαίνοντας στα πρώτα σπίτια του χωριού ο Ντέντο-Μήτρες τους υποδέχεται με θερμά λόγια δίνοντας τους ευχές και συγχαρητήρια για την όμορφη φωτιά.
Ο μικρός μας Πέτρος, αφού πλύθηκε και σαπουνίστηκε καλά, φόρεσε τις καθαρές του πιτζάμες και ξάπλωσε στο ζεστό του κρεβατάκι. Η ξυλόσομπα του σπιτιού, του ζεσταίνει το παγωμένο κορμάκι, κάνοντάς τον να χαλαρώνει από την υπερένταση της βραδιάς.
Από το μικρό παράθυρο του δωματίου του, μπορεί να δει τα αποκαΐδια της φωτιάς τους, απέναντι στο ύψωμα.
Και εκεί μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, θαρρεί πως αντικρίζει ένα λευκό άρμα, που το σέρνουν τάρανδοι κι έναν ασπρομάλλη γεράκο ντυμένο στα κόκκινα να κάνει βόλτες στον ορίζοντα...

«Το έλατο». Το πρώτο παραμύθι για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο από τον ξακουστό Δανό παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.


Το πρώτο παραμύθι για το Χριστουγεννιάτικο δέντρο γράφτηκε από τον ξακουστό Δανό παραμυθά Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Ο τίτλος του είναι «Το έλατο» και δημοσιεύθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1844 μαζί με μια άλλη ιστορία, τη «Βασίλισσα του Χιονιού».



Η ιστορία ενός μικρού έλατου που βιαζόταν να μεγαλώσει...

Μια φορά κι έναν καιρό...

Βαθιά στο δάσος, εκεί όπου ο ζεστός ήλιος κι ο δροσερός αέρας σχημάτιζαν ένα γλυκό ήσυχο μέρος, μεγάλωνε ένα μικρό, όμορφο έλατο.
 Ωστόσο, δεν ήταν χαρούμενο κι ευχόταν να γίνει ψηλό όσο οι σύντροφοι του - τα πεύκα και τα έλατα που μεγάλωναν γύρω του. Ο ήλιος έλαμπε και ο απαλός αέρας πετάριζε τα φύλλα του και τα μικρά παιδιά του χωριού περνούσαν από δίπλα του πολυλογώντας χαρούμενα, όμως το έλατο δεν τα άκουγε. Κάποιες φορές τα παιδιά θα έφερναν ένα μεγάλο καλάθι γεμάτο βατόμουρα ή φράουλες, τυλιγμένο σε άχυρο και κάθονταν κοντά στο έλατο λέγοντας "Δεν είναι ένα όμορφο μικρό δέντρο;" κάνοντας το να αισθάνεται ακόμη πιο δυστυχισμένο από πριν................




Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Αθηνά Αθανασιάδου – Αηδονά: «Οι ροδακινοπαραγωγοί της Πέλλας πρέπει να αποζημιωθούν με δίκαιο τρόπο»



Αθηνά Αθανασιάδου – Αηδονά: «Οι ροδακινοπαραγωγοί της Πέλλας πρέπει να αποζημιωθούν με δίκαιο τρόπο»


Η αποζημίωση των ροδακινοπαραγωγών από τις ζημιές που προκάλεσαν οι καλοκαιρινές καιρικές συνθήκες (υπερβολικές βροχοπτώσεις) των ετών 2017 και 2018 καλύπτεται, μετά από απόφαση της Κυβέρνησης, από κρατικές ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis), δηλαδή από χρήματα του κρατικού προϋπολογισμού και όχι του ΕΛΓΑ.

Το ύψος της αποζημίωσης για το σύνολο των ροδακίνων και νεκταρινιών της χώρας ήταν 8,5 εκ. ευρώ για 94,4 χιλ. στρέμματα για το έτος 2017, ενώ, για το έτος 2018 η ζημιά αφορά σε περίπου 200 χιλιάδες στρέμματα στις Περιφερειακές Ενότητες Πέλλας και Ημαθίας και το ύψος της ενίσχυσης αναμένεται να ξεπεράσει τα 12,0 εκ. ευρώ.

Οι ροδακινοπαραγωγοί της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας υπέστησαν μεγάλες ζημιές και είναι οικονομικά εξαρτώμενοι από τη ροδακινοκαλλιέργεια. Οι δίκαιες αντιδράσεις τους αφορούν το ύψος της στρεμματικής αποζημίωσης με δεδομένο ότι τα χρήματα που δίνονται είναι ελάχιστα σε σχέση με την απώλεια του εισοδήματος τους.

«Ζητάμε από τον αρμόδιο Υπουργό να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, ώστε, οι παραγωγοί να αποζημιωθούν με δίκαιο τρόπο, αυξάνοντας το ποσό που πρόκειται να διατεθεί για την κάλυψη της ζημιάς» δήλωσε η Αν. Αντιπεριφερειάρχης Πέλλας Αθηνά Αθανασιάδου - Αηδονά.

Επίσης, η αποζημίωση θα πρέπει να κλιμακωθεί ανάλογα με την ένταση της ζημιάς. Τα μεγαλύτερα προβλήματα (εμφάνιση λεκέδων στο φλοιό των καρπών, μαλάκωμα σάρκας, έντονη καρπόπτωση), εμφανίστηκαν στις ποικιλίες που είτε ήταν ώριμες είτε ωρίμαζαν αμέσως μετά τις βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν στα τέλη του Ιουνίου.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...