Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

ΕΥΧΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΟΡΕΙΑ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΠΕΛΛΑΣ

                                                    ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Ευχές από το Δημοτικό Σχολείο Προμάχων


Δημοτικό Σχολείο Προμάχων

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2019


«Ανέτειλας Χριστέ εκ Παρθένου, νοητέ ΄Ηλιε της Δικαιοσύνης·        και Αστήρ σε υπέδειξεν,εν Σπηλαίω χωρούμενον τον αχώρητον. Μάγους οδηγήσας εις προσκύνησίν σου·                                               μεθ’ ών σε μεγαλύνομεν, Ζωοδότα δόξα σοι.»

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ -
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2020 -
  ΧΡΟΝΙΑ  ΠΟΛΛΑ  &  ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ !!!

Ευχές του Συλλόγου Ηπειρωτών Κρύας Βρύσης "Πύρρος"


Ευχές Δήμου Αλμωπίας


Έναρξη Λειτουργίας Χιονοδρομικού Κέντρου Βόρα-Καϊμακτσαλάν χιονοδρομικής περιόδου 2019-2020



Έναρξη Λειτουργίας Χιονοδρομικού Κέντρου Βόρα-Καϊμακτσαλάν χιονοδρομικής περιόδου 2019-2020
 Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

Η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) Α.Ε. ανακοινώνει ότι το Χ.Κ. Βόρα-Καϊμακτσαλάν (ΧΚΒ) σήμερα, Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019, υποδέχτηκε τους πρώτους  φίλους του, επισκέπτες και χιονοδρόμους και εγκαινίασε τη φετινή χιονοδρομική περίοδο.

Πρώτο στις προτιμήσεις των σκιέρ, για προπονήσεις, βελτίωση τεχνικής και χαλαρή χιονοδρομία, το μοναδικής ομορφιάς ΧΚΒ με υψόμετρο από 2.050 μ. έως 2.480 μ. διακρίνεται για την εξαιρετική ποιότητα χιονιού που σε συνδυασμό με το σύστημα τεχνητής χιόνωσης εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη σε διάρκεια περίοδο λειτουργίας. Διαθέτει τη μεγαλύτερη πίστα της Ελλάδας μήκους 3 χλμ., 10 πίστες διαφόρων επιπέδων δυσκολίας, 2 πίστες αρχαρίων με baby lifts και 4 χιονοδρομικές διαδρομές.  Ο αναβατήρας Κρέμαση στα 2.480 μ. οδηγεί στις δύο πιο απαιτητικές πίστες  στη χώρα, ενώ υπάρχουν και πίστες με μεγάλο πλάτος και ήπια κλίση, καθώς και ολόκληρη πλαγιά ιδανική για off-piste skiing.
Ο ειδικά διαμορφωμένος χώρος για παιδιά προσφέρεται για διασκεδαστικά παιχνίδια με έλκηθρα στον λοφίσκο χιονιού, ενώ ιδιαίτερα απολαυστική είναι η περιπατητική ανάβαση μέχρι το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, ιστορικό μνημείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που βρίσκεται σε υψόμετρο 2.524 μ. Για τους λάτρεις της αδρεναλίνης οι πλαγιές του βουνού προσφέρονται για Snow Kite και Parapente.
Οι χιονοδρόμοι και οι φίλοι του βουνού μπορούν να απολαύσουν ένα ζεστό ρόφημα, ελαφρύ γεύμα ή το ποτό τους στα 1500 τ.μ. του ατμοσφαιρικού  σαλέ στη βάση του χιονοδρομικού ή στο αλπικό chalet 2075, πάνω στην πίστα Σαραντόβρυση, που από φέτος επαναλειτουργεί ανακαινισμένο. Η χαλαρή ατμόσφαιρα και η μαγευτική θέα στο απαράμιλλης ομορφιάς φυσικό τοπίο θα εντυπωσιάσουν όλους.
Στο χιονοδρομικό λειτουργούν 2 σχολές εκμάθησης σκι καθώς και κατάστημα ενοικίασης εξοπλισμού. Καθ’ όλη τη χιονοδρομική περίοδο στο Κέντρο υπάρχει γιατρός και παρέχονται πρώτες βοήθειες.
Το Καϊμακτσαλάν με υψόμετρο 2.524 μέτρα και συγκλονιστική θέα στη λίμνη Βεγορίτιδα καλύπτεται στα χαμηλότερα υψόμετρα από δάση δρυός, οξιάς και πεύκου, προσφέροντας μοναδική φυσική ομορφιά. Ο γραφικός οικισμός του Παλαιού Αγίου Αθανασίου βρίσκεται μόλις 16 χλμ. από το χιονοδρομικό και αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή χειμερινά τουριστικά θέρετρα της Ελλάδας.  Η κοντινή πανέμορφη πόλη της Έδεσσας φημίζεται για τους εντυπωσιακούς της καταρράκτες, τους μεγαλύτερους των Βαλκανίων, την ιστορική συνοικία Βαρόσι αλλά και την υψηλή γαστρονομία. Στους πρόποδες του Καϊμακτσαλάν αναβλύζουν εδώ και χιλιάδες χρόνια τα εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς Λουτρά Πόζαρ. Ο συνδυασμός χιονοδρομίας και ιαματικών λουτρών σε θερμοκρασία 37ΟC είναι μία μοναδική εμπειρία.
Η ΕΤΑΔ Α.Ε και το ΧΚ Βόρα-Καϊμακτσαλάν εύχονται μια ευχάριστη και ασφαλή χιονοδρομική περίοδο σε όλους.
Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του ΧΚΒ:  https://kaimaktsalan.gr

" Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος ..." Νίκος Καζαντζάκης


Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων. Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.

Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι ...

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.

Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία. 

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.

Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η ψυχή σου.

Άστρα, πουλιά, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι' αυτό κι απ' όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία.

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι ...

Δέν διαλέγεις αυτά που πιστεύεις. Αυτά διαλέγουν εσένα.

Πιστεύω στα αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα.

Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα τ'ανθρώπου, να σπας τα σύνορα! Ν' αρνειέσαι οτι θωρούν τα μάτια σου!

Να πεθαίνεις και να λες:

Θάνατος δεν υπάρχει

Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.

Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.

Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού.

Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι' αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.

Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό 'ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις!

Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!

"Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους" Μενέλαος Λουντέμης


Η αγάπη είναι ανήμερο θεριό που τρώει τη ζωή μας. Μα μόλις φύγει, καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.

Η αγάπη είναι μεγάλη όταν την περιμένουμε ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε, μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Κάν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Κάν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει.

Κοίταξέ με προσεκτικά και θα καταλάβεις. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ…
Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελή; Ήταν άρρωστη; Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω.

Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο. Εκείνοι που είναι για να γίνουν μεγάλοι όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω.

Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα- Νανούρισμα στον αποκοιμισμένο καθρέφτη


Κοιμήσου.
Μη φοβάσαι το βλέμμα
το περιπλανώμενο.
Κοιμήσου.Ούτε η πεταλούδα
ούτε ο λόγος,
ούτε η κρυφή αχτίδα
της κλειδαριάς
δε θα σ’αγγίξουν.
Κοιμήσου.
Όπως η καρδιά μου,
έτσι κι εσύ
καθρέφτη μου.
Κήπος όπου ο έρωτας
ελπίζει σε μένα.

Κοιμήσου άφοβα,

μα ξύπνα,
όταν θα σβήσει το στερνό
φιλί πάνω στα χείλη μου.


Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Από τη «Σουίτα των καθρεφτών» (1921)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ ΠΟΥ Π Ρ Ε Π Ε Ι ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ!!!

Απόσπασμα από διήγημα του Α. Τσέχοφ

To παρακάτω είναι απόσπασμα από διήγημα του Αντόν Τσεχωφ.
Εκπληκτικό πόσα διαμάντια για το σήμερα ανακαλύπτει κανείς διαβάζοντας.
Επίκαιρο όσο ποτέ !!!!



Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.

Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα 'χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου... Λοιπόν...
Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα...
Για σαράντα.
Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες... Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ...
Δύο μήνες και πέντε μέρες...
Δύο μήνες ακριβώς... Το 'χω σημειώσει... Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές... δε δουλεύετε τις Κυριακές.
Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές...

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.

Τρεις γιορτές... μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα... Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα... Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες... Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό... Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν... Χμ! σαράντα ένα ρούβλια... Σωστά;

Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακκόκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντίλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του... Βγάζουμε δύο ρούβλια... Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει... Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του... Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια... Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει να 'χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι' αυτό σε πληρώνουμε... Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια...
Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα, μουρμούρισε η Ιουλία.
Το 'χω σημειώσει!
Καλά...
Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.

Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!

Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε...Αυτά είναι όλα όλα που δανείστηκα.

Μπα; Και γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου!Τρία... τρία, τρία.... ένα και ένα... Πάρ' τα...

Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.

Ευχαριστώ, ψιθύρισε.

Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.

Και γιατί με ευχαριστείς;
Για τα χρήματα.
Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
Οι άλλοι δε μου 'διναν τίποτα!...
Δε σου 'διναν τίποτα. Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ' αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;

Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε.





ΠΗΓΗ...http://www.ramnousia.com

«Τα πτερόεντα δώρα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


ΤΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ ΔΩΡΑ
Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ἓν ἄστρον καὶ ἐπὶ τοῦ στέρνου του ἔπαλλε ζωὴ καὶ δύναμις, καὶ ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξήρχετο πνοὴ θείας γαλήνης. Τὰ τρία ταῦτα δῶρα ἤθελε νὰ μεταδώσῃ εἰς ὅλους ὅσοι προθύμως τὰ δέχονται.

Εἰσῆλθεν ἐν πρώτοις εἰς ἓν ἀρχοντικὸν μέγαρον. Εἶδεν ἐκεῖ τὸ ψεῦδος καὶ τὴν σεμνοτυφίαν, τὴν ἀνίαν καὶ τὸ ἀνωφελὲς τῆς ζωῆς ζωγραφισμένα εἰς τὰ πρόσωπα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικός, καὶ ἤκουσε τὰ δύο τεκνία νὰ ψελλίζωσι λέξεις εἰς ἄγνωστον γλῶσσαν. Ὁ Ἄγγελος ἐπῆρε τὰ τρία οὐράνια δῶρά του, καὶ ἔφυγε τρέχων ἐκεῖθεν.

Ἐπῆγεν εἰς τὴν καλύβην πτωχοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀνὴρ ἔλειπεν ὅλην τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν ταβέρναν. Ἡ γυνὴ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀποκοιμίσῃ μὲ ὀλίγον ξηρὸν ἄρτον τὰ πέντε τέκνα, βλασφημοῦσα ἅμα τὴν ὥραν ποὺ εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Τὰ μεσάνυχτα ἐπέστρεψεν ὁ σύζυγός της· αὐτὴ τὸν ὕβρισε νευρικὴ μὲ φωνὴν ὀξεῖαν, ἐκεῖνος τὴν ἔδειρε μὲ τὴν ράβδον τὴν ὀζώδη, καὶ μετ᾿ ὀλίγον οἱ δύο ἐπλάγιασαν χωρὶς νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, καὶ ἤρχισαν νὰ ροχαλίζουν μὲ βαρεῖς τόνους. Ἔφυγεν ἐκεῖθεν ὁ Ἄγγελος.

Ἀνέβη εἰς μέγα κτίριον πλουσίως φωτισμένον. Ἦσαν ἐκεῖ πολλὰ δωμάτια μὲ τραπέζας, κ᾿ ἐπάνω των ἔκυπτον ἄνθρωποι μετροῦντες ἀδιακόπως χρήματα, παίζοντες μὲ χαρτία. Ὠχροὶ καὶ δυστυχεῖς, ὅλη ἡ ψυχή των ἦτο συγκεντρωμένη εἰς τὴν ἀσχολίαν ταύτην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε τὸ πρόσωπον μὲ τὰς πτέρυγάς του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ κ᾿ ἔφυγε δρομαῖος.

Εἰς τὸν δρόμον συνήντησε πολλοὺς ἀνθρώπους, ἄλλους ἐξερχομένους ἀπὸ τὰ καπηλεῖα, οἰνοβαρεῖς, καὶ ἄλλους κατερχομένους ἀπὸ τὰ χαρτοπαίγνια, μεθύοντας χειροτέραν μέθην. Τινὰς εἶδε ν᾿ ἀσχημονοῦν, καὶ τινὰς ἤκουσε νὰ βλασφημοῦν τὸν Ἁι-Βασίλην ὡς πταίστην. Ὁ Ἄγγελος ἐκάλυψε μὲ τὰς πτέρυγας τὰ ὦτα, διὰ νὰ μὴν ἀκούῃ, καὶ ἀντιπαρῆλθεν.

Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ πρωία τῆς πρωτοχρονιᾶς, καὶ ὁ Ἄγγελος διὰ νὰ παρηγορηθῇ, εἰσῆλθεν εἰς μίαν ἐκκλησίαν. Ἀμέσως πλησίον τῆς θύρας εἶδεν ἀνθρώπους νὰ μετροῦν νομίσματα, μόνον πὼς δὲν εἶχον παιγνιόχαρτα εἰς τὰς χεῖρας· καὶ εἰς τὸ βάθος, ἀντίκρυσεν ἕνα ἄνθρωπον χρυσοστόλιστον καὶ μιτροφοροῦντα ὡς Μῆδον σατράπην τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαρείου, ποιοῦντα διαφόρους ἀκκισμοὺς καὶ ἐπιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἄλλοι μερικοὶ ἔψαλλον μὲ πεπλασμένας φωνάς: Τὸν Δεσπότην καὶ ἀρχιερέα!

Ὁ Ἄγγελος δὲν εὗρε παρηγορίαν. Ἐπῆρε τὰ πτερόεντα δῶρά του ― τὸ ἄστρον τὸ προωρισμένον νὰ λάμπῃ εἰς τὰς συνειδήσεις, τὴν αὔραν, τὴν ἱκανὴν διὰ νὰ δροσίζῃ τὰς ψυχάς, καὶ τὴν ζωήν, τὴν πλασμένην διὰ νὰ πάλλῃ εἰς τὰς καρδίας, ἐτάνυσε τὰς πτέρυγας, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς τὰς οὐρανίας ἁψῖδας.

(1907)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 191-192






ΠΗΓΗ...http://www.papadiamantis.org

Το κοριτσάκι με το ντέφι


Σάββατο απόγευμα στο γραφικό κεφαλοχώρι.

Ο φωτοδότης ήλιος αγγίζει τις δεντρόφυτες δυτικές πλαγιές και με τις τελευταίες ακτίνες του, λούζει τις όμορφες γειτονιές, για τα τελευταία λεπτά, πηγαίνοντας να κρυφτεί και να συναντήσει άλλους τόπους, στο αιώνιο κυκλικό του ταξίδι.
Ο Δεκέμβρης έχει μπει για τα καλά, δηλώνοντας με το κρύο που αναπέμπει, ότι αυτός είναι ο αρχηγός-μήνας του χειμώνα. Στα γειτονικά υψώματα, ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από χρυσοκίτρινες ανταύγειες, με τα πεσμένα φύλλα των πανύψηλων οξυών, συνθέτουν ένα ζωγραφικό σκηνικό.
Επικρατεί νηνεμία, κλαράκι δεν κουνιέται, καθώς ο χθεσινός παγωμένος βοριάς, έχει αιχμαλωτιστεί στους ασκούς του Αιόλου.
Σάββατο και όπως είθισται, οι κάτοικοι πραγματοποιούν την συνηθισμένη έξοδό τους στα φιλόξενα καταστήματα, ξεχνώντας για λίγες ώρες τα προβλήματα και βρίσκουν φιλικές παρέες, για να διασκεδάσουν τον μόχθο και την καθημερινή πάλη με τα κάθε λογής προβλήματα.
Η μικρή πλατεία σφύζει από ζωή. Αυτοκίνητα κάθε τύπου δεξιά κι αριστερά. Μικρά παιδιά αγνοώντας τις φωνές των γιαγιάδων ξεφωνίζουν τρέχοντας πάνω κάτω, κλωτσώντας μια πολύχρωμη μπάλα.
Ένας μεθυσμένος μεσήλικας, παραπατώντας, προσπαθεί να ισορροπήσει, βαδίζοντας στο σχήμα του "οκτώ" και αραδιάζεται στο ξύλινο παγκάκι του πάρκου, βήχοντας και βλαστημώντας.
Ένα παλιό ταλαιπωρημένο κίτρινο αυτοκινητάκι, φτάνει στην πλατεία, αγκομαχώντας και  με έναν υπόκωφο θόρυβο, παρκάρει σε μια κενή θέση, αφήνοντας μια μαύρη στήλη καπνού.
Ανοίγοντας τις πόρτες του, μπορείς να διακρίνεις έναν 60χρονο άντρα με γκρίζα μαλλιά να βγαίνει. Ξοπίσω του ένα μικρό παλικαράκι γύρω στα 16, και πιο πίσω, ξεπροβάλλει ένα κοριτσάκι γύρω στα 10.
Με γοργές κινήσεις ο άντρας, βγάζει από το φθαρμένο του παλτό ένα κλαρίνο, ενώ ο νεαρός πίσω του έχει ζωσμένο στον ώμο του ένα ακορντεόν.. Το μικρό κοριτσάκι, συμπληρώνει το σύνολο έχοντας στα μικρά μαυρισμένα χεράκια του ένα ντέφι. Την ματιά σου κλέβουν τα ολόμαυρα θλιμμένα ματάκια του, που ανάμεσα στα άλουστα αχτένιστα μαλλιά, ξεπροβάλλουν φοβισμένα, αλλά με μια σπίθα, που θαρρείς, ότι το μικρό πλασματάκι είναι 30 χρόνων.
Με γρήγορες, επαγγελματικές κινήσεις, το μουσικό τρίο, αφού κάνει μια μικρή, υποτυπώδη πρόβα, κατευθύνεται στα μαγαζιά, ελπίζοντας να μαζέψει την αγάπη των θαμώνων.
Αγνοώντας τις στραβές, λοξές ματιές των καταστηματαρχών, η ιδιότυπη ορχήστρα, εισβάλλει στα ζεστά μαγαζιά και με εορταστικούς σκοπούς, προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή των ανέμελων πελατών.
Κάποιοι, που παίζουν χαρτιά σε μια γωνιά, αφήνουν για λίγο την ενασχόλησή τους και χαμογελώντας, απολαμβάνουν την μουσική έκπληξη.
Κάποιοι άλλοι, γυρίζουν την πλάτη τους δυσανασχετώντας, και ρίχνονται στο ποτό τους με ύφος βλοσυρό.
Το μικρό κοριτσάκι, με κοφτές, επαγγελματικές κινήσεις, διασχίζει το μαγαζί, προτείνοντας το ντέφι, προσπαθώντας να κάνει τους πελάτες να ρίξουν κάποιο κέρμα. Κάποιοι ανταποκρίνονται, κάποιοι πάλι χαμηλώνουν τα μάτια τους και σιωπούν. Το μικρό κοριτσάκι μαζεύοντας το σχετικά μεγάλο πολύχρωμο φουστανάκι της, που μάλλον της το χάρισε κάποια φιλάνθρωπη κυρία, αφού έκανε τον γύρο του μαγαζιού, κοιτάει στα μάτια τον αρχηγό της ορχήστρας και με ένα νεύμα του, πλησιάζει προς την έξοδο, μαζεύοντας τα λίγα κέρματα από το ντέφι-κουμπαρά.
Σειρά έχει το επόμενο κατάστημα και το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται.
Μετά από λίγη ώρα, το μικρό κοριτσάκι με τους υπόλοιπους της μπάντας, κατηφορίζει τον δρόμο προς το αυτοκίνητο, που τους έφερε, σέρνοντας τα κατά δυο νούμερα μεγαλύτερα παπούτσια της.
Η αποστολή τους τελείωσε και από τα στενάχωρα βλέμματά τους, μπορείς να διακρίνεις, ότι δεν πήγαν και πολύ καλά οι εισπράξεις.
Ο γκριζομάλλης αρχηγός, κρατώντας στη ροζιασμένη χούφτα του λίγα κέρματα, φαίνεται να μονολογεί-ποιος ξέρει τι- και με βήμα γοργό  δίνει το σήμα για αναχώρηση, προς τον επόμενο προορισμό.
Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά και η μικρή πλατεία, φωτίζεται από τα χρυσοκίτρινα κοινόχρηστα φώτα.
Σε μια γωνιά της, σου αποσπά την προσοχή ένα φωταγωγημένο μίνι μάρκετ, που με την πραμάτεια του σε περίοπτη θέση, σε έλκει, έχοντας αραδιασμένα τα κάθε λογής θέλγητρα για μικρούς και μεγάλους.
Οι τρεις ήρωές μας σταματούν και ο ηλικιωμένος αρχηγός μετράει τα λιγοστά του χρήματα.
Αγοράζει ένα πακέτο τσιγάρα και χαμογελώντας στον ιδιοκτήτη τον καληνυχτίζει, αποκαλύπτοντας τα κιτρινισμένα-σάπια δόντια του, κάτω από το μουστάκι του.
Αγνοώντας τις επίμονες εκκλήσεις-παρακαλετά του μικρού κοριτσιού να του αγοράσει ένα γλειφιτζούρι, δίνει το σήμα για να αναχωρήσουν.
Κι ενώ τα τρία ταλαιπωρημένα πλάσματα παίρνουν το δρόμο για το αμάξι τους, ο πωλητής, βλέπει με την άκρη του ματιού του, στη γωνία με τα αραδιασμένα, λαχταριστά κρουασάν, ένα μικρό χεράκι, να αρπάζει ένα από αυτά και να εξαφανίζεται.
Το μικρό κοριτσάκι, ωθούμενο από την πείνα ή από ποιος ξέρει τι, βάζει το γλυκό λάφυρο στον κόρφο της και τρέχοντας, πάει να προλάβει τους υπόλοιπους που έχουν απομακρυνθεί.

Ο ξαφνιασμένος πωλητής, κάθεται στη καρέκλα του και κοιτάζοντας το μικρό κοριτσάκι να χάνεται στη γωνία, μονολογεί:

"Στο καλό μικρή μου. Καλά Χριστούγεννα".

"Το Πανδοχείο του Γκι " - Κ. ΝΤΙΚΕΝΣ


ΤO ΠΡΩΤΟ ΚΛΑΔΙ – Ο εαυτός μου

 Έχω κρατήσει ένα μυστικό στην πορεία της ζωής μου. Είμαι ντροπαλός. Κανείς δεν θα μπορούσε να το υποθέσει, κανείς δεν το υποθέτει ποτέ, κανείς ποτέ δεν το υπέθεσε, αλλά είμαι εκ φύσεως ντροπαλό άτομο. Αυτό είναι το μυστικό που, ποτέ ως τώρα, δεν είχα αποκαλύψει. Θα μπορούσα ίσως να συγκινήσω ιδιαίτερα τον αναγνώστη αφηγούμενος τους αμέτρητους τόπους στους οποίους δεν έχω πάει, τους αμέτρητους ανθρώπους που δεν έχω επισκεφθεί ή δεχθεί στο σπίτι μου, τους αμέτρητους τρόπους αποφυγής των κοινωνικών εκδηλώσεων για τους οποίους νοιώθω ενοχές, απλώς και μόνο επειδή είμαι, εξ αρχικής ιδιοσυγκρασίας και χαρακτήρα, άτομο με συστολή. Αλλά θα αφήσω τον αναγνώστη ασυγκίνητο, για να καταπιασθώ με το θέμα που έχω μπροστά μου.

 Αυτό το θέμα είναι να αφηγηθώ με απλά λόγια τα ταξίδια μου και τις ανακαλύψεις μου στο Πανδοχείο του Γκι, στο μέρος της καλής ψυχαγωγίας έλλογων κι άλογων όντων, όπου κάποτε αποκλείσθηκα από τα χιόνια. Συνέβη την αξέχαστη χρονιά όταν αποχωρίσθηκα για πάντα από την Άντζελα Λήιθ, την οποία επρόκειτο σύντομα να παντρευτώ, όταν ανακάλυψα ότι προτιμούσε τον επιστήθιο φίλο μου. Από τα σχολικά μας χρόνια παραδεχόμουν αβίαστα μέσα μου, ότι ο Έντουιν ήταν κατά πολύ ανώτερός μου. Και, μολονότι η καρδιά μου πληγώθηκε κατάβαθα, ένοιωσα ότι η προτίμηση ήταν κάτι το φυσικό, και προσπάθησα να τους συγχωρήσω και τους δύο. Ήταν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, που αποφάσισα να πάω στην Αμερική – στην πορεία μου προς τον διάβολο. Χωρίς να κοινοποιήσω την ανακάλυψή μου ούτε στην Άντζελα, ούτε στον Έντουιν, αλλά με την απόφαση να γράψω στον καθένα τους από ένα συγκινητικό γράμμα, διαβιβάζοντάς τους τις ευχές μου και την συγγνώμη μου, τα οποία θα μετέφερε η βάρκα από το ατμόπλοιο στο ταχυδρομείο στην ακτή, όταν εγώ ο ίδιος θα ήμουν καθ' οδόν προς τον Νέο Κόσμο, πολύ μακριά από τις αναμνήσεις, - λέω, κλειδώνοντας την θλίψη μου βαθιά μέσα στο στήθος μου, και παρηγορώντας τον εαυτό μου, όπως μπορούσα, με την προοπτική της μεγαλόψυχης συμπεριφοράς μου, άφησα όλα όσα θεωρούσα αγαπημένα, και ξεκίνησα για το απελπισμένο ταξίδι που προανέφερα.

 H μελαγχολική νέκρα του χειμώνα είχε απλωθεί παντού όταν εγκατέλειψα το διαμέρισμά μου για πάντα, στις 5 η ώρα το πρωί. Είχα ξυριστεί με το φώς του κεριού, φυσικά, κι έκανε τσουχτερό κρύο, και με διακατείχε εκείνη η ανυπόφορη αίσθηση ότι είχα σηκωθεί για να πάω για κρέμασμα, την οποία συνήθως δεν μπορούσα να αποχωρισθώ όταν σηκωνόμουν νωρίτερα από το κανονικό, και υπό τέτοιες συνθήκες. Πόσο καλά θυμάμαι την θλιβερή όψη της οδού Φλήιτ όταν βγήκα από το Τεμπλ!
 Τα φανάρια του δρόμου τρεμόσβηναν από τον δυνατό βορειοανατολικό άνεμο, σαν το αέριο να παραμορφωνόταν από το κρύο, τα χιονοσκέπαστα σπίτια, τον σκυθρωπό αστροφώτιστο ουρανό, τους ανθρώπους της αγοράς και τους άλλους πρωϊνούς βιοπαλαιστές, που έτρεχαν για να κάνουν το μισοπαγωμένο τους αίμα να κυκλοφορήσει ξανά στις φλέβες τους, το φιλόξενο φως και την ζεστασιά των λιγοστών καφενείων και των μπαρ, που ήταν ανοιχτά για τέτοιους πελάτες, την σκληρή, στεγνή, κρυσταλλιασμένη πάχνη που μου ράπιζε το πρόσωπο σαν ατσαλένιο μαστίγιο.
 Η ατμόσφαιρα ήταν κατάφορτη από την πάχνη αυτή κι ο αέρας την είχε κιόλας χώσει μέσα σε κάθε χαραμάδα. Ήθελε εννέα μέρες για να τελειώσει ο μήνας, κι η χρονιά. Το ταχυδρομικό πακέτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να φύγει από το Λίβερπουλ, του καιρού επιτρέποντος, την πρώτη του επόμενου μήνα, και είχα το διάστημα που μεσολαβούσε διαθέσιμο.

Το είχα λάβει αυτό υπόψη μου, κι είχα αποφασίσει να κάνω μια επίσκεψη σε ένα συγκεκριμένο μέρος (το οποίο δεν χρειάζεται να κατονομάσω) στα πιο μακρινά σύνορα του Γιόρκσαϊρ. Το είχα αγαπήσει, επειδή σ' εκείνο το μέρος είχα πρωτοδεί την Άντζελα, κι η μελαγχολία μου ικανοποιήθηκε με την ιδέα του χειμωνιάτικου αποχαιρετισμού του, πριν από τον εκπατρισμό μου. 
Οφείλω να εξηγήσω, ότι, για να αποφύγω να με αναζητήσουν προτού η απόφασή μου γίνει αμετάκλητη, με το να μπει σε πλήρη εφαρμογή, είχα γράψει στην Άντζελα την νύχτα, με τον συνηθισμένο μου τρόπο, προφασιζόμενος πως μια επείγουσα εργασία – τις λεπτομέρειες της οποίας θα της εξέθετα με πρώτη ευκαιρία – με έπαιρνε απροσδόκητα μακριά της, για μια βδομάδα ή δέκα μέρες.
 Δεν υπήρχε ο Βόρειος Σιδηρόδρομος εκείνη την εποχή, και αντί αυτού υπήρχαν άμαξες δημόσιας χρήσης τόσο για την μετακίνηση των επιβατών όσο και για την μεταφορά της αλληλογραφίας. Τις οποίες, πιάνω τον εαυτό μου να προσποιείται ότι τις θεωρεί τώρα αξιοθρήνητες, όπως κάνουν και πολλοί άλλοι, αλλά που όλοι τότε φοβόμασταν, σαν νάταν πολύ μεγάλο βάσανο. 
Είχα εξασφαλίσει θέση δίπλα στον αμαξά στην πιο γρήγορη από αυτές, κι η δουλειά μου στην οδό Φλήιτ ήταν να μπω σε ένα μόνιππο με τo πορτμαντώ μου, έτσι ώστε να πάω όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο Άλινγκτον, όπου θα έμπαινα σε εκείνη την άμαξα. Αλλά όταν ένας από τους φύλακες του Τεμπλ μας, ο οποίος μετέφερε το πορτμαντό μου στην οδό Φλήιτ για να με βοηθήσει, μου είπε για τα τεράστια κομμάτια πάγου που επέπλεαν τις τελευταίες μέρες στο ποτάμι, κι ότι το είχαν αποκλείσει την νύχτα, κι ότι έκανε ένα περίπατο από τους κήπους του Τεμπλ μέχρι την ακτή Σάρεϋ, άρχισα να αναρωτιέμαι, εάν και κατά πόσο η θέση μου δίπλα στον αμαξά δεν θάταν πιθανόν να θέσει ένα ξαφνικό και παγωμένο τέλος στην συμφορά μου. Ήμουνα πράγματι συντετριμμένος, αλλά παρ' όλα αυτά, δεν ήμουνα και τόσο απελπισμένος ώστε να θέλω να πεθάνω από την παγωνιά.

 Όταν ξύπνησα στο Πήϊκοκ, όπου ανακάλυψα ότι όλοι έπιναν καυτό πέρλ για να επιβιώσουν, ρώτησα εάν υπήρχε κάποια ελεύθερη εσωτερική θέση. Τότε ανακάλυψα πως, τόσο μέσα στην άμαξα όσο κι απέξω, εγώ ήμουν ο μοναδικός επιβάτης. Αυτό μου παρουσίασε μια πιο γλαφυρή εικόνα της φοβερής δριμύτητας του ψύχους, δεδομένου του ότι εκείνη η άμαξα πάντα πήγαινε καλά φορτωμένη. Όμως, ήπια κι εγώ λίγο περλ (το οποίο διαπίστωσα πως ήταν ασυνήθιστα καλό), και μπήκα στην άμαξα. Όταν κάθισα, με κάλυψαν με άχυρα μέχρι την μέση, και, έχοντας επίγνωση της μάλλον γελοίας μου εμφάνισης, ξεκίνησα το ταξίδι μου.

 Ήταν ακόμα σκοτάδι όταν φύγαμε από το Πήϊκοκ. Για κάμποση ώρα, τα χλωμά, ακαθόριστα φαντάσματα των σπιτιών και των δέντρων εμφανίζονταν και χάνονταν, και μετά ήρθε η άγρια, μαύρη, παγωμένη μέρα. Οι νοικοκύρηδες άναβαν τα τζάκια τους. Ο καπνός ανέβαινε ψηλά στον αραιωμένο αέρα. Και καλπάζαμε προς την Πύλη Χάϊγκεϊτ πάνω στο πιο κακοτράχαλο έδαφος στο οποίο έχω ποτέ ακούσει ποδοβολητό αλόγων. Καθώς μπαίναμε στην εξοχή, τα πάντα φαίνονταν γκριζωπά και γερασμένα. 
Οι δρόμοι, τα δέντρα, οι αχυρένιες σκεπές των μικρών χωριάτικων σπιτιών και των αγροικιών, οι θημωνιές στις αυλές των γεωργών. Οι εξωτερικές εργασίες είχαν εγκαταλειφθεί, οι ποτίστρες των αλόγων στα πανδοχεία που ήταν στις άκρες των δρόμων είχαν παγώσει τελείως, κανένας αλήτης δεν γύριζε έξω, οι πόρτες ήταν ερμητικά κλειστές, οι μικροί οικίσκοι για την είσπραξη των φόρων είχαν φουντώσει τη φωτιά στα τζάκια τους, και τα παιδιά (ακόμα κι οι άνθρωποι των οικίσκων αυτών έχουν παιδιά, και φαίνεται ότι τα φροντίζουν) έτριβαν τον πάγο στα μικρά τζαμόφυλλα με τα παχουλά τους χεράκια, για να προλάβουν να δουν με τα λαμπερά τους μάτια, έστω και για λίγο, την μοναχική άμαξα που περνούσε από εκεί. Δεν ξέρω πότε άρχισε να το στρώνει το χιόνι.
 Αλλά ξέρω ότι κάπου αλλάζαμε άλογα, όταν άκουσα τον φύλακα να παρατηρεί: «Εκείνη η γριούλα ψηλά στον ουρανό πολύ δύσκολα θα μάζευε τις χήνες της σήμερα.»
 Μετά, πράγματι, είδα το λευκό χιόνι να πέφτει πυκνό και γρήγορα. Η μοναχική μέρα κυλούσε, κι εγώ λαγοκοιμήθηκα, όπως κάνουν οι μοναχικοί ταξιδιώτες. Ήμουνα ζεστός κι οπλισμένος με κουράγιο μετά το φαγητό και το ποτό, ιδιαίτερα μετά το βραδινό, το οποίο όλες τις άλλες φορές ήταν θλιβερό και κρύο. Είχα τελείως αποπροσανατολιστεί όσον αφορά την ώρα και το μέρος, κι ήμουν συνεχώς περισσότερο ή λιγότερο “χαμένος”. 
Η άμαξα και τα άλογα μου φάνηκαν ότι έπαιζαν εν χορώ το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος”, χωρίς ούτε ενός λεπτού διακοπή.
 Κρατούσαν τον χρόνο και την μελωδία με την μεγαλύτερη ακρίβεια, κορυφώνοντάς την σε κρεσέντο στην αρχή του ρεφραίν, με μια ακρίβεια που με στενοχωρούσε θανάσιμα. 



«Το Πανδοχείο του Γκι» (1855) είναι ένα μικρό έργο της ώριμης συγγραφικής περιόδου του Ντίκενς το οποίο ανήκει στον πρώτο κύκλο των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του, που έγραψε μεταξύ του 1852 και του 1858 (Christmas Numbers in Household Words). 



Έθιμα Δωδεκαημέρου στους Προμάχους


ΕΘΙΜΑ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ
Με ιδιαίτερη λαμπρότητα τηρούνταν και τηρούνται ακόμη και σήμερα από τους κατοίκους των Προμάχων τα έθιμα του Δωδεκαημέρου, του διαστήματος δηλαδή που μεσολαβεί από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την ημέρα των Φώτων.
Κάποια από τα έθιμα αυτά είναι "διαβατήρια έθιμα", γιατί βοηθούν τους ανθρώπους να περάσουν με "καλούς οιωνούς" από τον προχωρημένο χειμώνα στην υποψία της άνοιξης, από τον παλιό χρόνο στον καινούριο. Πίσω από το θρησκευτικό περιεχόμενο των γιορτών αυτών κρύβεται κι ένα πρωτόγονο και ανθρωπολογικό περιεχόμενο, που εκφράζει τις συνεχείς ανησυχίες των ανθρώπων για το μέλλον τους, ανησυχίες που συμμερίζεται και σέβεται η εκκλησία.
Πρόκειται για γιορτές που ευνοούν την οικογενειακή ενότητα και θαλπωρή. Γύρω από το τζάκι, την προστατευτική εστία των αρχαίων Ελλήνων , μαζεύονταν όλη η οικογένεια τα βράδια του Δωδεκαημέρου και η γιαγιά, ευτυχισμένη, άρχιζε το παραμύθι.
Ένα παραμύθι που τις κρύες νύχτες του χειμώνα μιλούσε για τα καλικαντζαράκια, τα κακά αυτά πνεύματα, που σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, κυριαρχούσαν το διάστημα αυτό στη γη, κάνοντας σκανταλιές.Λέρωναν ρούχα,αναποδογύριζαν όσα αντικείμενα δεν είχαν κρύψει οι νοικοκυρές, μόλυναν ό,τι άγγιζαν και κυρίως εχθρεύονταν την οικογενειακή ζωή. Εισέβαλαν στα σπίτια από την καμινάδα και, όπως έλεγε η γιαγιά, έτρωγαν σιγά σιγά τα θεμέλια της γης. Και μόνο στο άκουσμα της ευχής "κύριε ελέησον", στο αντίκρυσμα της φωτιάς και με τον ερχομό της ημέρας, εξαφανίζονταν έντρομα.
Το παραμύθι της γιαγιάς ενθουσίαζε τα παιδιά, διέγειρε την φαντασία τους, κέντριζε την περιέργειά τους και συγχρόνως μάγευε και τους μεγάλους. Φανέρωνε την αγωνία του ανθρώπου για το χειμώνα και τα σκοτάδια του, την ανησυχία του για την κτηνοτροφία και τη σοδειά. Και στηριζόταν το παραμύθι σε μια δοξασία που ανάγεται στα Ρωμαϊκά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι φαντάζονταν  ότι οι δυνάμεις του χειμώνα και του σκοταδιού πάλευαν με τον αήττητο Ήλιο.
Αλλά η γιαγιά, ανύποπτη και ευτυχισμένη, ίσως και να αγνοούσε τον συμβολισμό της δοξασίας αυτής.


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ.
Σαράντα ημέρες πριν τα Χριστούγεννα ξεκινούσε η νηστεία των πιστών, για να εξαγνιστούν και να είναι ψυχικά έτοιμοι να δεχτούν το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου.
Σαν ιεροτελεστία γινόταν σε κάθε οικογένεια η σφαγή του γουρουνιού, το οποίο εξέτρεφαν  για τον σκοπό αυτό. Το γουρούνι αναλάμβαναν να σφάξουν οι άνδρες του σπιτιού την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ιγνατίου στις 20 Δεκεμβρίου η την παραμονή των Χριστουγέννων. Τα μέλη της οικογένειας αντάλλαζαν μεταξύ τους ευχές. Το χοιρινό κρέας λοιπόν αποτελούσε το κύριο φαγητό στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι των κατοίκων των Προμάχων, όπως άλλωστε και σήμερα. Επίσης έφτιαχναν λουκάνικα από το γουρούνι, τα οποία κρεμούσαν μέχρι να στεγνώσουν, ενώ το λίπος του γουρουνιού το αποθήκευαν σε δοχεία και το χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική. Οι νοικοκυρές συνήθως την παραμονή των Χριστουγέννων, άνοιγαν φύλλα για τον μπακλαβά και έφτιαχναν το πατροπαράδοτο αυτό γλυκό χρησιμοποιώντας σουσαμόλαδο. Ήταν μια διαδικασία στην οποία επιδίδονταν οι άξιες νοικοκυρές με κέφι και μεράκι. Έπειτα, περήφανες μοίραζαν κομμάτια από τον μπακλαβά σε φιλικά σπίτια.
Το βράδυ της παραμονής, οι κάτοικοι κουβαλούσαν ξύλα από τα σπίτια τους και τα πήγαιναν στην πλατεία του χωριού, όπου άναβαν τη "μεγάλη φωτιά".Χαρούμενοι λοιπόν ξενυχτούσαν όλοι στη πλατεία αντικρίζοντας με θαυμασμό αυτή τη φωτιά, που συμβολίζει τη θεική λάμψη που έφερε ο Χριστός με τον ερχομό του στη γη. Πρόκειται για ένα έθιμο που και σήμερα τηρούν οι κάτοικοι με μεγάλη χαρά.
Ανυπόμονα και με διάχυτη  στα πρόσωπά τους τη χαρά , περίμεναν τα παιδιά να έρθουν μεσάνυχτα , για να χωριστούν σε παρέες και να τραγουδήσουν στα σπίτια του χωριού τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Οι καιρικές συνθήκες με τις οποίες οι μικροί καλαντιστές έλεγαν τα κάλαντα ήταν συχνά αντίξοες. Συγκινητική η δήλωση κάποιων γιαγιάδων απο τους Προμάχους ότι, όταν οι ίδιες ήταν παιδιά και καλαντούσαν, δεν είχαν ούτε παπούτσια να φορέσουν και τους κατασκεύαζαν οι παππούδες τους τσαρούχια από δέρμα γουρουνιού ειδικά για αυτή τη νύχτα, ενώ το ραβδί που κρατούσε το κάθε παιδί το προστάτευε από τα σκυλιά.
Χαρακτηριστικό ήταν ότι τα κάλαντα απευθύνονταν κυρίως στη γιαγιά του σπιτιού και παρέπεμπαν στη σφαγή των νεογέννητων, που έγινε από τον Ηρώδη, όταν έμαθε τη γέννηση του Ιησού. Τα κάλαντα λοιπόν των Χριστουγέννων έλεγαν χαρακτηριστικά:
"Σφαγή, γιαγιά σφαγή!
 Ό,τι έχεις στο ράφι
βάλε μου στο σάκο
να πηγαίνω με παρέα(το θεό)
να μη με φάνε σκύλος και σκυλίτσα".
Αν και οι μικροί καλαντιστές, που τραγουδούσαν σηκώνοντας ψηλά το ραβδί που κρατούσαν, έδιναν τον κατάλληλο τόνο στη φωνή τους, τα κάλαντα ακούγονταν σαν μια κραυγή αγωνίας, που καλούσε σε βοήθεια. Και θυμίζουν τον ύμνο των αγγέλων τη νύχτα της γέννησης του Χριστού:"Δόξα εν υψίστοις θεώ...."
Χαρούμενες οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά όχι χρήματα, μιας και υπήρχε φτώχεια, αλλά ό,τι υπήρχε στο σπιτικό,Βρασμένο καλαμπόκι με ζάχαρη,κουλουράκια, καρύδια, κάστανα η καραμέλες. Η ανταμοιβή των παιδιών για τα κάλαντα δεν αποτελούσε ούτε και αποτελεί φιλανθρωπία. Ήταν μια πράξη ευγνωμοσύνης των νοικοκυριών στα παιδιά για τις ευχές που αυτά 
 τους έδιναν για την αφθονία και τον πολλαπλασιασμό των αγαθών.
Τα ξημερώματα μετά τα κάλαντα, κάθε παιδί έπαιρνε ένα κάρβουνο από τη μεγάλη φωτιά της πλατείας και το πήγαινε στους γονείς του, πράξη που συμβολίζει το πνευματικό φως που χαρίζουν τα αθώα παιδιά στους μεγάλους. Μεγάλη σημασία έδιναν στο ποδαρικό που έκαναν σε κάθε σπίτι που πήγαιναν πρώτα την παραμονή. Η κάθε νοικοκυρά οδηγούσε τα παιδιά στον επάνω όροφο, τους έδινε ξυλαράκια και τα παιδιά τα έβαζαν στο τζάκι φωνάζοντας:"πουλάκια-κατσικάκια-προβατάκια
μεταξοσκώληκες". Ευχόταν επίσης τα παιδιά να γεννήσουν αυγά οι κότες και τα πουλερικά του νοικοκύρη και να ωφεληθούν γενικά τα ζωντανά του. Το έθιμο ενδεικτικό της ανησυχίας των απλών βιοπαλαιστών για την παραγωγή τους από την κτηνοτροφία και την πτηνοτροφία, κατέληγε στην παρακάτω φράση : "Μετάξι να σας δώσει ο θεός και ο μικρός Χριστός".
Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, υπήρχε η συνήθεια να βάζει η γιαγιά στο τζάκι πέντε κάρβουνα, που το καθένα συμβόλιζε κάποιο αγροτικό προϊόν. Το ένα κάρβουνο ταυτιζόταν με το καλαμπόκι, το άλλο με το σιτάρι, το κριθάρι... Αν γινόταν μέχρι το πρωί στάχτη όλα τα κάρβουνα, τότε θα υπήρχε καλή σοδειά τη νέα χρονιά σε όλα τα προϊόντα. Αν όμως γίνονταν στάχτη μερικά κάρβουνα, τότε θα υπήρχε σοδειά μόνο στα προϊόντα που συμβόλιζαν τα αντίστοιχα κάρβουνα.
Σύμφωνα με κάποιο άλλο 'έθιμο το βράδυ της παραμονής, έβγαζε κάθε οικογένεια τρία κάρβουνα από το τζάκι. Το ένα αποσκοπούσε στη προστασία της οικογένειας από το θεό, το δεύτερο στην πρόοδο της οικογένειας και το τρίτο ήταν για τα ζωντανά.
Ο παππούς έκοβε ένα ξύλο ροδιάς η τζιντζιφιάς και το έβαζε στη φωτιά, που έκαιγε μέσα στο τζάκι. Εκεί το ξύλο καιγόταν λίγο-λίγο κατά τη διάρκεια του βραδινού φαγητού, διαδικασία που γινόταν κάθε βράδυ από την παραμονή μέχρι τα Φώτα. Έπειτα ο παππούς έκοβε ένα κομματάκι από το ξύλο που δεν είχε καεί και το έδενε στο αλέτρι, για να είναι "γερό" και για να υπάρχει αφθονία στη παραγωγή. Το καμένο ξύλο το έκρυβαν σε κάποιο σημείο του αμπελιού.
Την παραμονή των Χριστουγέννων η γιαγιά ζύμωνε ένα ψωμί με σόδα, όπου έβαζε μια τρύπια δεκάρα και στη συνέχεια το έψηνε "στη στάχτη". Το βράδυ της ίδιας μέρας, αφού μαζεύονταν όλη η οικογένεια στο τραπέζι, ο αρχηγός της οικογένειας έκοβε το χριστόψωμο. Το πρώτο κομμάτι ήταν αφιερωμένο στο θεό, το δεύτερο στο σπίτι, για το "καλό", το επόμενο στα ζώα, για την παραγωγή τους. Έπειτα έπαιρνε ένα κομμάτι κάθε μέλος της οικογένειας. Είναι αξιοσημείωτο ότι το μοίρασμα του χριστόψωμου είναι έθιμο που παραπέμπει στις σπονδές των αρχαίων Ελλήνων.
Στη συνέχεια η δυναμική γιαγιά έδενε με μια κλωστή το φλουρί σε ένα γκιούμι, όπου έμενε μέχρι το πρωί των Φώτων. Τότε τα εγγόνια πήγαιναν να γεμίσουν νερό στο γκιούμι, από το οποίο έπιναν όλοι, για να υπάρχει υγεία. Και η γιαγιά φύλαγε την "τρύπια δεκάρα" του τυχερού μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Το πρωί των Χριστουγέννων, χαρούμενοι και καθαροί από τη νηστεία των σαράντα ημερών, οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία για να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού.
Το μεσημέρι συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι, όπου γίνονταν πλούσιο φαγοπότι με βασικό φαγητό το χοιρινό κρέας κι έπειτα ακολουθούσε χορός και τραγούδι.
Μετά το χριστουγεννιάτικο δείπνο οι νοικοκυρές δεν "σήκωναν" το τραπέζι, γιατί κυριαρχούσε η δοξασία ότι θα καθόταν ο Χριστός για να φάει. Το τραπέζι το μάζευαν το επόμενο πρωί.
Χαρακτηριστική είναι η απουσία του χριστουγεννιάτικου δέντρου, από τους κατοίκους του χωριού. Η καθιέρωσή του ήρθε μόλις την δεκαετία του 1960, όπου μας παραπέμπει σε ένα έθιμο των ρωμαϊκών χρόνων, όπου συνήθιζαν να στολίζουν τα σπίτια με κλαδιά δέντρων. Ο στολισμός του "χριστουγεννιάτικου δέντρου", συμβολίζει την αναπαραγωγή, την αναβλάστηση, το οικογενειακό δέντρο και την καινούρια ζωή. Χαρίζει κέφι και χαρά σε μικρούς και μεγάλους, απομακρύνοντάς τους από την πεζή πραγματικότητα.


ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Με ανυπομονησία περίμεναν οι χωρικοί και την Πρωτοχρονιά.
Τη νύχτα της παραμονής, άναβαν φωτιά στην πλατεία του χωριού, όπως και τα Χριστούγεννα. Οι γέροι γλεντούσαν μπροστά στη φωτιά τρώγοντας λουκάνικα και πίνοντας τσίπουρο. Έτσι περίμεναν την αλλαγή του χρόνου.
Άλλοι ξενυχτούσαν παίζοντας χαρτιά στα σπίτια και κυρίως στα καφενεία. Κάποτε στο χωριό αυτός που κέρδιζε στα χαρτιά, έβγαζε τα όργανα στη πλατεία του χωριού και χόρευε με αυτόν που είχε χάσει. Ήταν μια πράξη ενδεικτική της ηθικής ανωτερότητας του πρώτου. Η χαρτοπαιξία συνηθίζεται και σήμερα και αποσκοπεί στη δοκιμή της τύχης καθώς και στον εκβιασμό της να μας πλουτίσει.
Το ξενύχτι της παραμονής είναι Ρωμαϊκό έθιμο. Αντιστοιχεί στα νυχτέρια των λαών κατά τις κρίσιμες στιγμές της αλλαγής των εποχών, στιγμές που οι άνθρωποι παρακολουθούσαν την τύχη τους. Χαρακτηριστική η προσπάθεια των ανθρώπων για αποφυγή κάθε άσχημης ενέργειας και συνήθειας την παραμονή, για να αποφεύγονται ανάλογες ενέργειες κατά τη διάρκεια της νέας χρονιάς. Αντίθετα υπήρχε η προτροπή προς κάθε θετική πράξη με την ελπίδα ότι έτσι θα πάει καλά η χρονιά.
Χαράματα Πρωτοχρονιάς τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα.
"Πρωτοχρονιά γιαγιά, πρωτοχρονιά ό,τι έχεις στο ράφι βάλε μου στο σακίδιο, να πηγαίνω με παρέα, να μη με φάει σκύλος και σκυλίτσα".
Στα παιδιά που καλαντούσαν έδιναν κομμάτια από τα λουκάνικα που είχαν φτιάξει για τα Χριστούγεννα ή λίγο χοιρινό κρέας. Κάποιοι έδιναν βρασμένο καλαμπόκι με ζάχαρη ή κουλουράκια.
Με χαρά και ανυπομονησία συγκεντρώνονταν η οικογένεια για την κοπή της βασιλόπιτας, έθιμο για το καλό της νέας χρονιάς. Η κοπή γινόταν από τον αρχηγό της οικογένειας τα μεσάνυχτα της παραμονής ή το πρωί της πρωτοχρονιάς. Το φλουρί του τυχερού το έβαζε η γιαγιά στο μέρος όπου η οικογένεια φύλαγε τα χρήματα του σπιτιού. Ήταν μια πράξη συμβολική, που αποσκοπούσε στον πολλαπλασιασμό των χρημάτων της οικογένειας και στην καλή τύχη τους. Το έθιμο παραπέμπει στους άρτους που προσέφεραν οι αρχαίοι στους θεούς, στους νεκρούς και στους κακούς δαίμονες, για την εξασφάλιση της υγείας και της τύχης , ενώ σε μας τους χριστιανούς πέρασε την εποχή του Αγίου Βασιλείου, όταν ο άγιος πρότεινε στους κατοίκους της Καισάρειας να φτιάξουν πίτες, στην κάθε μία από τις οποίες έβαλαν ένα από τα πολύτιμα αντικείμενα που προορίζονταν αρχικά για τον έπαρχο της Καππαδοκίας.
Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, ημέρας τιμής της μνήμης του Αγ.Βασιλείου, ιδιαίτερα αγαπητού στους λαούς της Ανατολής, οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία. Οι γυναίκες πήγαιναν ένα προζύμι, για να το ευλογήσει ο παπάς. Οι γυναίκες μαγείρευαν το "μεγάλο στομάχι" του γουρουνιού, το οποίο έτρωγε η οικογένεια το μεσημέρι.




ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΤΩΝ  ΣΧΟΛΕΙΩΝ ΤΩΝ  ΠΡΟΜΑΧΩΝ.

Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στους Προμάχους... άλλοτε και τώρα!


Τα Χριστούγεννα ήταν και εξακολουθούν να είναι η πιο αγαπημένη γιορτή όλων, που συγκέντρωνε την οικογένεια γύρω από την εστία, το τζάκι, όπου βασίλευε η γαλήνη και η Αγάπη.

Φυσικά το απαραίτητο αξεσουάρ της εποχής, ήταν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, έθιμο που χάνεται στα βάθη των δεκαετιών, το οποίο δέντρο σαγήνευε πάντα μικρούς και μεγάλους με τα αραδιασμένα δωράκια, που φιλοξενούσε στη βάση του.
Στο χωριό των Προμάχων, οι κάτοικοι, συμμετείχαν στην όλη παραδοσιακή γιορτή με τους ανάλογους στολισμούς, ο καθένας με την ικανότητα του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Τα παλιότερα χρόνια, όλα τα νοικοκυριά προμηθεύονταν το δεντράκι τους από το κοινοτικό δάσος, όπου η πενταβέλονη πεύκη, ευδοκιμούσε στην κατάφυτη περιοχή. Βέβαια η κοπή δέντρων, ήταν απαγορευμένη, αλλά όλοι κατάφερναν να βρουν κάποια λύση και με τους αρκετούς τοπικούς δασοφύλακες να κάνουν τα στραβά μάτια, λόγω των ημερών, όλο το χωριό αποκτούσε το χαρακτηριστικό σύμβολο της γιορτής της Γέννησης του Κυρίου.

Το καταπράσινο δέντρο λοιπόν, στήνονταν σε κάποια γωνία του μεγάλου (και μοναδικού) δωματίου, όπου η οικογένεια συμβιούσε, και ο στολισμός του γίνονταν συνήθως τα βράδια, όταν όλοι ήταν συγκεντρωμένοι, συνδυάζοντας το νυχτέρι(πουτπριέτκα), όπου οι γυναίκες έφτιαχναν τον παραδοσιακό μπακλαβά με σουσάμι και χειροποίητα φύλλα και ετοίμαζαν διάφορα μεζεδάκια, από το φρεσκοσφαγμένο γουρούνι και οι άντρες επιδίδονταν στον στολισμό με τα παιδιά, έχοντας πάντα γεμάτα τα ποτηράκια τους με ντόπιο τσίπουρο.
Στολίδια και διάφορα μπιχλιμπίδια δεν υπήρχαν, όπως στις μέρες μας, και γι αυτό οι ευρηματικοί κάτοικοι, χρησιμοποιώντας την πλούσια φαντασία τους, έβαζαν ότι διέθετε το νοικοκυριό.
Αντί για γλόμπους και αστραφτερά μπαλάκια, τοποθετούσαν κουκουνάρες από τα πεύκα, βάφοντάς τα με την χαρακτηριστική ασημί μπογιά, που έβαφαν τις μασίνες και τα μπουριά τους.
Στα κλαδιά του δέντρου κρεμούσαν κάθε λογής καραμέλες και οι πιο εύποροι, κρεμούσαν σοκολατάκια, σκανδαλίζοντας τους μπόμπιρες, οι οποίοι πολλές φορές έκαναν "καταδρομικές" νυχτερινές ενέργειες, τρώγοντας τα σπάνια για την εποχή γλυκίσματα.

Στην κορυφή του δέντρου εκτός από κάποιο αστέρι, τοποθετούσαν κάποιους μικρούς λούτρινους Αη Βασίληδες, με το γνωστό σακίδιο στη πλάτη και μια μαγκούρα στο δεξί χέρι.

Αργότερα, με την εισβολή του πολιτισμού και της τεχνολογίας, οι πιο πλούσιοι, τοποθετούσαν και τα λαμπάκια, τα οποία πρόσεχαν ως κόρη οφθαλμού, με δεδομένο το γεγονός ότι πολλά από αυτά καίγονταν λόγω της ασταθούς ηλεκτρικής τάσης που επικρατούσε. Είναι φρέσκια η μνήμη στους μεγαλύτερους, η εικόνα στο μαγαζί του Τασιώλα, ο Μπάη Ίτσος με τα γυαλιά του στα μάτια, να δοκιμάζει με το κατσαβίδι του και να αντικαθιστά τα καμμένα λαμπάκια.

Πολλά νοικοκυριά στόλιζαν και ένα εφεδρικό δέντρο, που δεν ήταν έλατο, αλλά το εντυπωσιακό γκι.
Το ονόμαζαν "μέτσκινα ντίρα" (ίχνος αρκούδας) γιατί το αγκαθωτό σχήμα των φύλλων του έμοιαζε με το αποτύπωμα του ποδιού της αρκούδας. Ήταν ένα πολύ όμορφο και ξεχωριστό δεντράκι, με τους μικρούς κατακόκκινους καρπούς του, που έδινε μια μαγευτική εικόνα στα φτωχικά σπίτια και αποτελούσε την αγαπημένη γωνιά για μικρούς και μεγάλους.
Με το πέρασμα των χρόνων, τα φυσικά δέντρα, αντικαταστάθηκαν από τα ψεύτικα-πλαστικά και ο στολισμός τους αναδεικνυόταν σε επίδειξη πλουτισμού και οικονομικής ευμάρειας.
Τεράστια ποικιλία ύψους, σχεδίων, χρωμάτων με εκατοντάδες φανταχτερά λαμπιόνια και γλόμπους, φάτνες όλων των ειδών, που κατά την άποψή μου, "ξέφτισε" όλη την μαγεία των προηγούμενων δεκαετιών και την απλοϊκότητα του εθίμου.

Ένα άλλο φαινόμενο των ημερών των Χριστουγέννων, τη δεκαετία του 90' κυρίως, ήταν ο εξωτερικός στολισμός των σπιτιών.
Όλοι επιδίδονταν σε έναν ανεξήγητο αγώνα, για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη φωταγώγηση του σπιτιού με εκατοντάδες λαμπάκια, φωτοσωλήνες, Αη Βασίληδες, ταράνδους και κάθε λογής στολίδι της εποχής. Αυλές, σκάλες, μπαλκόνια, σκεπές, όλα φωταγωγημένα σε μια υπέρμετρη επίδειξη υπερβολής, που ακόμη και το "κιτς" έχανε την σημασία του.
Ευτυχώς στις ημέρες μας το φαινόμενο έχει εκλείψει και πιστεύω, ότι το γούστο των κατοίκων έχει βελτιωθεί δραστικά.

Μην ξεχάσω βέβαια να αναφέρω ότι τα τελευταία χρόνια, στολίζεται και το δέντρο του χωριού, στην κεντρική πλατεία, όπου δίνει μια άλλη χαρούμενη νότα και φυσικά τα χαρμόσυνα κάλαντα που ακούγονται από τα μεγάφωνα του Ναού και που αγαλιάζουν όλους τους   πιστούς.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...