Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Το κοριτσάκι με το ντέφι


Σάββατο απόγευμα στο γραφικό κεφαλοχώρι.

Ο φωτοδότης ήλιος αγγίζει τις δεντρόφυτες δυτικές πλαγιές και με τις τελευταίες ακτίνες του, λούζει τις όμορφες γειτονιές, για τα τελευταία λεπτά, πηγαίνοντας να κρυφτεί και να συναντήσει άλλους τόπους, στο αιώνιο κυκλικό του ταξίδι.
Ο Δεκέμβρης έχει μπει για τα καλά, δηλώνοντας με το κρύο που αναπέμπει, ότι αυτός είναι ο αρχηγός-μήνας του χειμώνα. Στα γειτονικά υψώματα, ένα πολύχρωμο μωσαϊκό από χρυσοκίτρινες ανταύγειες, με τα πεσμένα φύλλα των πανύψηλων οξυών, συνθέτουν ένα ζωγραφικό σκηνικό.
Επικρατεί νηνεμία, κλαράκι δεν κουνιέται, καθώς ο χθεσινός παγωμένος βοριάς, έχει αιχμαλωτιστεί στους ασκούς του Αιόλου.
Σάββατο και όπως είθισται, οι κάτοικοι πραγματοποιούν την συνηθισμένη έξοδό τους στα φιλόξενα καταστήματα, ξεχνώντας για λίγες ώρες τα προβλήματα και βρίσκουν φιλικές παρέες, για να διασκεδάσουν τον μόχθο και την καθημερινή πάλη με τα κάθε λογής προβλήματα.
Η μικρή πλατεία σφύζει από ζωή. Αυτοκίνητα κάθε τύπου δεξιά κι αριστερά. Μικρά παιδιά αγνοώντας τις φωνές των γιαγιάδων ξεφωνίζουν τρέχοντας πάνω κάτω, κλωτσώντας μια πολύχρωμη μπάλα.
Ένας μεθυσμένος μεσήλικας, παραπατώντας, προσπαθεί να ισορροπήσει, βαδίζοντας στο σχήμα του "οκτώ" και αραδιάζεται στο ξύλινο παγκάκι του πάρκου, βήχοντας και βλαστημώντας.
Ένα παλιό ταλαιπωρημένο κίτρινο αυτοκινητάκι, φτάνει στην πλατεία, αγκομαχώντας και  με έναν υπόκωφο θόρυβο, παρκάρει σε μια κενή θέση, αφήνοντας μια μαύρη στήλη καπνού.
Ανοίγοντας τις πόρτες του, μπορείς να διακρίνεις έναν 60χρονο άντρα με γκρίζα μαλλιά να βγαίνει. Ξοπίσω του ένα μικρό παλικαράκι γύρω στα 16, και πιο πίσω, ξεπροβάλλει ένα κοριτσάκι γύρω στα 10.
Με γοργές κινήσεις ο άντρας, βγάζει από το φθαρμένο του παλτό ένα κλαρίνο, ενώ ο νεαρός πίσω του έχει ζωσμένο στον ώμο του ένα ακορντεόν.. Το μικρό κοριτσάκι, συμπληρώνει το σύνολο έχοντας στα μικρά μαυρισμένα χεράκια του ένα ντέφι. Την ματιά σου κλέβουν τα ολόμαυρα θλιμμένα ματάκια του, που ανάμεσα στα άλουστα αχτένιστα μαλλιά, ξεπροβάλλουν φοβισμένα, αλλά με μια σπίθα, που θαρρείς, ότι το μικρό πλασματάκι είναι 30 χρόνων.
Με γρήγορες, επαγγελματικές κινήσεις, το μουσικό τρίο, αφού κάνει μια μικρή, υποτυπώδη πρόβα, κατευθύνεται στα μαγαζιά, ελπίζοντας να μαζέψει την αγάπη των θαμώνων.
Αγνοώντας τις στραβές, λοξές ματιές των καταστηματαρχών, η ιδιότυπη ορχήστρα, εισβάλλει στα ζεστά μαγαζιά και με εορταστικούς σκοπούς, προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή των ανέμελων πελατών.
Κάποιοι, που παίζουν χαρτιά σε μια γωνιά, αφήνουν για λίγο την ενασχόλησή τους και χαμογελώντας, απολαμβάνουν την μουσική έκπληξη.
Κάποιοι άλλοι, γυρίζουν την πλάτη τους δυσανασχετώντας, και ρίχνονται στο ποτό τους με ύφος βλοσυρό.
Το μικρό κοριτσάκι, με κοφτές, επαγγελματικές κινήσεις, διασχίζει το μαγαζί, προτείνοντας το ντέφι, προσπαθώντας να κάνει τους πελάτες να ρίξουν κάποιο κέρμα. Κάποιοι ανταποκρίνονται, κάποιοι πάλι χαμηλώνουν τα μάτια τους και σιωπούν. Το μικρό κοριτσάκι μαζεύοντας το σχετικά μεγάλο πολύχρωμο φουστανάκι της, που μάλλον της το χάρισε κάποια φιλάνθρωπη κυρία, αφού έκανε τον γύρο του μαγαζιού, κοιτάει στα μάτια τον αρχηγό της ορχήστρας και με ένα νεύμα του, πλησιάζει προς την έξοδο, μαζεύοντας τα λίγα κέρματα από το ντέφι-κουμπαρά.
Σειρά έχει το επόμενο κατάστημα και το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται.
Μετά από λίγη ώρα, το μικρό κοριτσάκι με τους υπόλοιπους της μπάντας, κατηφορίζει τον δρόμο προς το αυτοκίνητο, που τους έφερε, σέρνοντας τα κατά δυο νούμερα μεγαλύτερα παπούτσια της.
Η αποστολή τους τελείωσε και από τα στενάχωρα βλέμματά τους, μπορείς να διακρίνεις, ότι δεν πήγαν και πολύ καλά οι εισπράξεις.
Ο γκριζομάλλης αρχηγός, κρατώντας στη ροζιασμένη χούφτα του λίγα κέρματα, φαίνεται να μονολογεί-ποιος ξέρει τι- και με βήμα γοργό  δίνει το σήμα για αναχώρηση, προς τον επόμενο προορισμό.
Έχει σκοτεινιάσει για τα καλά και η μικρή πλατεία, φωτίζεται από τα χρυσοκίτρινα κοινόχρηστα φώτα.
Σε μια γωνιά της, σου αποσπά την προσοχή ένα φωταγωγημένο μίνι μάρκετ, που με την πραμάτεια του σε περίοπτη θέση, σε έλκει, έχοντας αραδιασμένα τα κάθε λογής θέλγητρα για μικρούς και μεγάλους.
Οι τρεις ήρωές μας σταματούν και ο ηλικιωμένος αρχηγός μετράει τα λιγοστά του χρήματα.
Αγοράζει ένα πακέτο τσιγάρα και χαμογελώντας στον ιδιοκτήτη τον καληνυχτίζει, αποκαλύπτοντας τα κιτρινισμένα-σάπια δόντια του, κάτω από το μουστάκι του.
Αγνοώντας τις επίμονες εκκλήσεις-παρακαλετά του μικρού κοριτσιού να του αγοράσει ένα γλειφιτζούρι, δίνει το σήμα για να αναχωρήσουν.
Κι ενώ τα τρία ταλαιπωρημένα πλάσματα παίρνουν το δρόμο για το αμάξι τους, ο πωλητής, βλέπει με την άκρη του ματιού του, στη γωνία με τα αραδιασμένα, λαχταριστά κρουασάν, ένα μικρό χεράκι, να αρπάζει ένα από αυτά και να εξαφανίζεται.
Το μικρό κοριτσάκι, ωθούμενο από την πείνα ή από ποιος ξέρει τι, βάζει το γλυκό λάφυρο στον κόρφο της και τρέχοντας, πάει να προλάβει τους υπόλοιπους που έχουν απομακρυνθεί.

Ο ξαφνιασμένος πωλητής, κάθεται στη καρέκλα του και κοιτάζοντας το μικρό κοριτσάκι να χάνεται στη γωνία, μονολογεί:

"Στο καλό μικρή μου. Καλά Χριστούγεννα".

Ο Εσπερινός


Πρόμαχοι 3 Μαρτίου 2016. Ώρα 16.50μ.μ.

Αφήνοντας πίσω μου τον μουντό, έτοιμο να βρέξει, ουρανό του πολύβουου οικισμού, αναχωρώ βιαστικά για τον προορισμό μου, την Μονή του Αγίου, όπου σε 5 λεπτά θα ξεκινήσει ο Εσπερινός της Πέμπτης.
Με τους χτύπους της καρδιάς μου να χτυπούν δυνατά και τους αδένες του λαιμού να πάλλονται, οδηγώ γρήγορα, ως επικίνδυνα, και παραβλέποντας τους κώδικες του κοκ, παίρνω τον στενό ασφαλτόστρωτο δρόμο για τα ανατολικά τμήματα του χωριού, όπου βρίσκεται το επιβλητικό συγκρότημα της μονής του Αγίου Ιλαρίωνα.
Ήδη στο τζάμι του αυτοκινήτου, εμφανίζονται οι πρώτες χοντρές στάλες, ενώ η ανοιξιάτικη μπόρα έχει ξεκινήσει.
Λίγο πριν τη μονή, μπορώ να διακρίνω μια παρέα τριών γυναικών, που με γοργά βήματα, ανηφορίζουν κι αυτές προσπαθώντας να προφυλαχθούν από τη βροχή κάτω από κάτι μικροσκοπικές ομπρέλες, που το σιγανό αεράκι που πνέει, τις κυματίζει πέρα δώθε.
Προσπερνώντας τα κατάμεστα κοιμητήρια, ένα ολόκληρο χωριό θαρρείς, μπαίνω στην τελική ευθεία και προσεγγίζοντας στη σιδερένια ανοιχτή πύλη της μονής, με καλωσορίζει ένα τεράστιο άσπρο τσοπανόσκυλο, φευγάτο μάλλον από το παρακείμενο μαντρί.
Με βιαστικές κινήσεις αφήνω το αυτοκίνητο και παίρνω την τελική ανηφόρα, πεζή, ενώ το βλέμμα μου αιχμαλωτίζεται από τα πανέμορφα κατακόκκινα λουλούδια, που φυτεμένα πάνω στο πετρόχτιστο τοιχίο, φαντάζουν σαν αναγεννησιακός πίνακας.
Με την ανάσα σαν ατμομηχανή και τα μάγουλα κόκκινα από την κούραση, ελέω καθιστικής ζωής, φτάνω στην μεγάλη ανοιχτωσιά, όπου απλώνονται όλα τα κτίσματα της μονής, με το πέτρινο καθολικό των Αποστόλων Πέτρο και Παύλου να δεσπόζει στο χώρο, κάνοντάς με να αισθάνομαι μικροσκοπικός απέναντι στην επιβλητική μεγαλοπρέπειά του.
Από την μεγάλη αυτή αυλή, μπορώ να δω όλο τον κάμπο της Καρατζόβας, πιάτο, ενώ παρά την σιγανή βροχή που εξακολουθεί, διακρίνονται και τα γύρω χωριά, τοποθετημένα λες με τόση τελειότητα στη θέση τους από κάποιο μαγικό χέρι.

Στο βάθος του χώρου, διακρίνω πέντε-έξι σκουρόχρωμες σκιές, να μπαίνουν βιαστικά στον μικρό ναΐσκο, στο τέρμα της ανατολικής πλευράς της μονής, όπου και υποθέτω ότι θα τελεστεί ο Εσπερινός.
Προσπερνώντας γοργά το περίτεχνο καμπαναριό με τις πολύπλοκες καμπάνες και τις Ελληνορθόδοξες σημαίες, μπαίνω κι εγώ τελικά στο χολ του ναού, όπου είναι τοποθετημένες στη σειρά, καρέκλες για να ξαποσταίνουν οι επισκέπτες.
Μπαίνοντας στο κυρίως κτίριο, αφήνω στο παγκάρι τον οβολό μου και τοποθετώ τα έξι φυσικά κεριά στον στατήρα με την άμμο, ενώ κάποια κυρία ξεκινά να ανάβει όλα τα τοποθετημένα εκεί, κεριά.
Μπαίνω στο κυρίως τμήμα του μικρού ναού και καταβάλλοντας προσπάθεια λίγων δευτερολέπτων να συνηθίσουν τα μάτια μου στο μισοσκόταδο, στέκομαι όρθιος στα δεξιά, ακουμπώντας σε ένα ξύλινο στασίδι.
Ήδη ο Εσπερινός ξεκίνησε και κάνοντας τον σταυρό μου, προσπαθώ να εισχωρήσω στην όλη μυσταγωγία.
Στο μοναδικό ψαλτήρι, δεξιά της Ωραίας Πύλης, τρεις νεαρές μαυροντυμένες καλόγριες, ψάλλουν ύμνους , προσευχές, παρακλήσεις, ενώ με ένα μικρό κεράκι στο χέρι, φωτίζουν τα ιερά βιβλία, προσπαθώντας να βοηθήσουν την όρασή τους, αφού το ηλεκτρικό απουσιάζει, κατά το Αγιορείτικο τυπικό.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζω δυο μικρές κοπέλες, κοσμικές, που σιγοντάρουν ψάλλοντας κι αυτές μαζί τους.
Στην αριστερή πλευρά και σε κάποιο ταπεινό στασίδι ειδικά διαμορφωμένο, κάθεται ο μειλίχιος Γέροντας, βυθισμένος στην ουράνια επικοινωνία μαζί Του, διαβάζοντας ευχές και προσευχές.
Το λιγοστό απογευματινό φως, που μπαίνει από τα στενά παράθυρα, τον περιλούζει με μια δέσμη ακτίνων, κάνοντάς να φαντάζει σαν βιβλικό πρόσωπο, βγαλμένο θαρρείς από τις Γραφές.
Δίπλα μου και λίγο μπροστά, δυο άντρες, με το κεφάλι κατεβασμένο, προσεύχονται, σιγοψυθιρίζοντας, ενώ ανά τακτικά διαστήματα, προσκυνούν κάνοντας βαθιές υποκλίσεις, κάνοντάς με να νιώθω παρείσακτος, μή γνωρίζοντας και πολύ καλά όλο το τυπικό.
Στην πτέρυγα των γυναικών, έξι-εφτά κυρίες, σταυροκοπιούνται και μετέχουν στην όλη μέθεξη-επικοινωνία με το Θείο.
Ένα μικρό κοριτσάκι, κουνώντας τα κατάξανθα μαλλάκια του, εισβάλει τρέχοντας και πηγαίνει ευθεία στο μέρος του Γέροντα, του φιλά το χέρι κι εκείνος του χαϊδεύει στοργικά το κεφαλάκι χαμογελώντας της.
Ο συνδυασμός του ιλαρού ημίφωτος με τις εξιλεαστικές ψαλμωδίες των γλυκόλαλων μοναχών, ο κατευναστική οσμή του κεριού και του θυμιάματος, με κάνει να νομίζω, πως ο μικρός ταπεινός χώρος του Ναού, έχει μεγαλώσει, έχει ανοίξει. Πως δεν υπάρχουν τείχη και σκεπή, πως ένα υπέρλαμπρο Φως έχει κυριεύσει τον τόπο και νιώθω έντονη την παρουσία στρατιών Αγγέλων, Σεραφείμ και Χερουβείμ, που ανεβοκατεβαίνουν μια νοητή ανεμόσκαλα, μεταξύ ουρανού και γης, υμνώντας τον Πλάστη και Κύριό μου.
Και όταν ο Γέροντας κρατώντας το θυμιατό με τα μεταλλικά καμπανάκια, με πλησιάζει, όπως όλους τους παρευρισκόμενους στη σειρά, και με ευλογεί προσωπικά με το θείο ,σαν τριαντάφυλλο άρωμα , θυμίαμα, αισθάνομαι να λυγίζω και να λιώνω από την εκστατική στιγμή.
Υποκλίνομαι μηχανικά και σταυροκοπιέμαι, μή ξέροντας τί άλλο να κάνω, νιώθοντας μια αγαλλίαση βαθιά μέσα μου.

Με το "Δι ευχών..." του Γέροντα, προσγειώνομαι  και προσκυνώντας την εικόνα, όπου όλοι οι πιστοί πέρασαν, βγαίνω στο προαύλιο νιώθοντας τον κρύο αέρα που πνέει, να μου χαστουκίζει το πρόσωπο, με τη βροχή να έχει κοπάσει, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίζονται κινώντας προς το αρχονταρίκι, υποθέτω για κάποιο λουκουμάκι ή καφέ.
Μια καλόγρια, αγκαλιάζει το ξανθό κοριτσάκι και χαμογελώντας οι δυο τους χάνονται σε κάποιο δωμάτιο παίζοντας και τρέχοντας.
Κάποιο ζευγάρι μπροστά μου συζητά χαμηλόφωνα και βαδίζει προς τα αυτοκίνητό του.
Αγναντεύοντας την θεόρατη πέτρινη σπηλιά στα βόρεια της μονής, και με την ψυχή μου γεμάτη από παραστάσεις, άδεια από τα κοσμικά προβλήματα, αναχωρώ, ευχαριστώντας ενδόμυχα τον Κύριο, για την τύχη που επιφύλαξε στη ζωή μου, να γεννηθώ εδώ  σε αυτή την ευλογημένη άκρια της πατρίδας μας και να έχω τον Άγιο Οσιομάρτυρα φύλακά μου και παραστάτη μου.


"Το Πανδοχείο του Γκι " - Κ. ΝΤΙΚΕΝΣ


ΤO ΠΡΩΤΟ ΚΛΑΔΙ – Ο εαυτός μου

 Έχω κρατήσει ένα μυστικό στην πορεία της ζωής μου. Είμαι ντροπαλός. Κανείς δεν θα μπορούσε να το υποθέσει, κανείς δεν το υποθέτει ποτέ, κανείς ποτέ δεν το υπέθεσε, αλλά είμαι εκ φύσεως ντροπαλό άτομο. Αυτό είναι το μυστικό που, ποτέ ως τώρα, δεν είχα αποκαλύψει. Θα μπορούσα ίσως να συγκινήσω ιδιαίτερα τον αναγνώστη αφηγούμενος τους αμέτρητους τόπους στους οποίους δεν έχω πάει, τους αμέτρητους ανθρώπους που δεν έχω επισκεφθεί ή δεχθεί στο σπίτι μου, τους αμέτρητους τρόπους αποφυγής των κοινωνικών εκδηλώσεων για τους οποίους νοιώθω ενοχές, απλώς και μόνο επειδή είμαι, εξ αρχικής ιδιοσυγκρασίας και χαρακτήρα, άτομο με συστολή. Αλλά θα αφήσω τον αναγνώστη ασυγκίνητο, για να καταπιασθώ με το θέμα που έχω μπροστά μου.

 Αυτό το θέμα είναι να αφηγηθώ με απλά λόγια τα ταξίδια μου και τις ανακαλύψεις μου στο Πανδοχείο του Γκι, στο μέρος της καλής ψυχαγωγίας έλλογων κι άλογων όντων, όπου κάποτε αποκλείσθηκα από τα χιόνια. Συνέβη την αξέχαστη χρονιά όταν αποχωρίσθηκα για πάντα από την Άντζελα Λήιθ, την οποία επρόκειτο σύντομα να παντρευτώ, όταν ανακάλυψα ότι προτιμούσε τον επιστήθιο φίλο μου. Από τα σχολικά μας χρόνια παραδεχόμουν αβίαστα μέσα μου, ότι ο Έντουιν ήταν κατά πολύ ανώτερός μου. Και, μολονότι η καρδιά μου πληγώθηκε κατάβαθα, ένοιωσα ότι η προτίμηση ήταν κάτι το φυσικό, και προσπάθησα να τους συγχωρήσω και τους δύο. Ήταν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, που αποφάσισα να πάω στην Αμερική – στην πορεία μου προς τον διάβολο. Χωρίς να κοινοποιήσω την ανακάλυψή μου ούτε στην Άντζελα, ούτε στον Έντουιν, αλλά με την απόφαση να γράψω στον καθένα τους από ένα συγκινητικό γράμμα, διαβιβάζοντάς τους τις ευχές μου και την συγγνώμη μου, τα οποία θα μετέφερε η βάρκα από το ατμόπλοιο στο ταχυδρομείο στην ακτή, όταν εγώ ο ίδιος θα ήμουν καθ' οδόν προς τον Νέο Κόσμο, πολύ μακριά από τις αναμνήσεις, - λέω, κλειδώνοντας την θλίψη μου βαθιά μέσα στο στήθος μου, και παρηγορώντας τον εαυτό μου, όπως μπορούσα, με την προοπτική της μεγαλόψυχης συμπεριφοράς μου, άφησα όλα όσα θεωρούσα αγαπημένα, και ξεκίνησα για το απελπισμένο ταξίδι που προανέφερα.

 H μελαγχολική νέκρα του χειμώνα είχε απλωθεί παντού όταν εγκατέλειψα το διαμέρισμά μου για πάντα, στις 5 η ώρα το πρωί. Είχα ξυριστεί με το φώς του κεριού, φυσικά, κι έκανε τσουχτερό κρύο, και με διακατείχε εκείνη η ανυπόφορη αίσθηση ότι είχα σηκωθεί για να πάω για κρέμασμα, την οποία συνήθως δεν μπορούσα να αποχωρισθώ όταν σηκωνόμουν νωρίτερα από το κανονικό, και υπό τέτοιες συνθήκες. Πόσο καλά θυμάμαι την θλιβερή όψη της οδού Φλήιτ όταν βγήκα από το Τεμπλ!
 Τα φανάρια του δρόμου τρεμόσβηναν από τον δυνατό βορειοανατολικό άνεμο, σαν το αέριο να παραμορφωνόταν από το κρύο, τα χιονοσκέπαστα σπίτια, τον σκυθρωπό αστροφώτιστο ουρανό, τους ανθρώπους της αγοράς και τους άλλους πρωϊνούς βιοπαλαιστές, που έτρεχαν για να κάνουν το μισοπαγωμένο τους αίμα να κυκλοφορήσει ξανά στις φλέβες τους, το φιλόξενο φως και την ζεστασιά των λιγοστών καφενείων και των μπαρ, που ήταν ανοιχτά για τέτοιους πελάτες, την σκληρή, στεγνή, κρυσταλλιασμένη πάχνη που μου ράπιζε το πρόσωπο σαν ατσαλένιο μαστίγιο.
 Η ατμόσφαιρα ήταν κατάφορτη από την πάχνη αυτή κι ο αέρας την είχε κιόλας χώσει μέσα σε κάθε χαραμάδα. Ήθελε εννέα μέρες για να τελειώσει ο μήνας, κι η χρονιά. Το ταχυδρομικό πακέτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να φύγει από το Λίβερπουλ, του καιρού επιτρέποντος, την πρώτη του επόμενου μήνα, και είχα το διάστημα που μεσολαβούσε διαθέσιμο.

Το είχα λάβει αυτό υπόψη μου, κι είχα αποφασίσει να κάνω μια επίσκεψη σε ένα συγκεκριμένο μέρος (το οποίο δεν χρειάζεται να κατονομάσω) στα πιο μακρινά σύνορα του Γιόρκσαϊρ. Το είχα αγαπήσει, επειδή σ' εκείνο το μέρος είχα πρωτοδεί την Άντζελα, κι η μελαγχολία μου ικανοποιήθηκε με την ιδέα του χειμωνιάτικου αποχαιρετισμού του, πριν από τον εκπατρισμό μου. 
Οφείλω να εξηγήσω, ότι, για να αποφύγω να με αναζητήσουν προτού η απόφασή μου γίνει αμετάκλητη, με το να μπει σε πλήρη εφαρμογή, είχα γράψει στην Άντζελα την νύχτα, με τον συνηθισμένο μου τρόπο, προφασιζόμενος πως μια επείγουσα εργασία – τις λεπτομέρειες της οποίας θα της εξέθετα με πρώτη ευκαιρία – με έπαιρνε απροσδόκητα μακριά της, για μια βδομάδα ή δέκα μέρες.
 Δεν υπήρχε ο Βόρειος Σιδηρόδρομος εκείνη την εποχή, και αντί αυτού υπήρχαν άμαξες δημόσιας χρήσης τόσο για την μετακίνηση των επιβατών όσο και για την μεταφορά της αλληλογραφίας. Τις οποίες, πιάνω τον εαυτό μου να προσποιείται ότι τις θεωρεί τώρα αξιοθρήνητες, όπως κάνουν και πολλοί άλλοι, αλλά που όλοι τότε φοβόμασταν, σαν νάταν πολύ μεγάλο βάσανο. 
Είχα εξασφαλίσει θέση δίπλα στον αμαξά στην πιο γρήγορη από αυτές, κι η δουλειά μου στην οδό Φλήιτ ήταν να μπω σε ένα μόνιππο με τo πορτμαντώ μου, έτσι ώστε να πάω όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο Άλινγκτον, όπου θα έμπαινα σε εκείνη την άμαξα. Αλλά όταν ένας από τους φύλακες του Τεμπλ μας, ο οποίος μετέφερε το πορτμαντό μου στην οδό Φλήιτ για να με βοηθήσει, μου είπε για τα τεράστια κομμάτια πάγου που επέπλεαν τις τελευταίες μέρες στο ποτάμι, κι ότι το είχαν αποκλείσει την νύχτα, κι ότι έκανε ένα περίπατο από τους κήπους του Τεμπλ μέχρι την ακτή Σάρεϋ, άρχισα να αναρωτιέμαι, εάν και κατά πόσο η θέση μου δίπλα στον αμαξά δεν θάταν πιθανόν να θέσει ένα ξαφνικό και παγωμένο τέλος στην συμφορά μου. Ήμουνα πράγματι συντετριμμένος, αλλά παρ' όλα αυτά, δεν ήμουνα και τόσο απελπισμένος ώστε να θέλω να πεθάνω από την παγωνιά.

 Όταν ξύπνησα στο Πήϊκοκ, όπου ανακάλυψα ότι όλοι έπιναν καυτό πέρλ για να επιβιώσουν, ρώτησα εάν υπήρχε κάποια ελεύθερη εσωτερική θέση. Τότε ανακάλυψα πως, τόσο μέσα στην άμαξα όσο κι απέξω, εγώ ήμουν ο μοναδικός επιβάτης. Αυτό μου παρουσίασε μια πιο γλαφυρή εικόνα της φοβερής δριμύτητας του ψύχους, δεδομένου του ότι εκείνη η άμαξα πάντα πήγαινε καλά φορτωμένη. Όμως, ήπια κι εγώ λίγο περλ (το οποίο διαπίστωσα πως ήταν ασυνήθιστα καλό), και μπήκα στην άμαξα. Όταν κάθισα, με κάλυψαν με άχυρα μέχρι την μέση, και, έχοντας επίγνωση της μάλλον γελοίας μου εμφάνισης, ξεκίνησα το ταξίδι μου.

 Ήταν ακόμα σκοτάδι όταν φύγαμε από το Πήϊκοκ. Για κάμποση ώρα, τα χλωμά, ακαθόριστα φαντάσματα των σπιτιών και των δέντρων εμφανίζονταν και χάνονταν, και μετά ήρθε η άγρια, μαύρη, παγωμένη μέρα. Οι νοικοκύρηδες άναβαν τα τζάκια τους. Ο καπνός ανέβαινε ψηλά στον αραιωμένο αέρα. Και καλπάζαμε προς την Πύλη Χάϊγκεϊτ πάνω στο πιο κακοτράχαλο έδαφος στο οποίο έχω ποτέ ακούσει ποδοβολητό αλόγων. Καθώς μπαίναμε στην εξοχή, τα πάντα φαίνονταν γκριζωπά και γερασμένα. 
Οι δρόμοι, τα δέντρα, οι αχυρένιες σκεπές των μικρών χωριάτικων σπιτιών και των αγροικιών, οι θημωνιές στις αυλές των γεωργών. Οι εξωτερικές εργασίες είχαν εγκαταλειφθεί, οι ποτίστρες των αλόγων στα πανδοχεία που ήταν στις άκρες των δρόμων είχαν παγώσει τελείως, κανένας αλήτης δεν γύριζε έξω, οι πόρτες ήταν ερμητικά κλειστές, οι μικροί οικίσκοι για την είσπραξη των φόρων είχαν φουντώσει τη φωτιά στα τζάκια τους, και τα παιδιά (ακόμα κι οι άνθρωποι των οικίσκων αυτών έχουν παιδιά, και φαίνεται ότι τα φροντίζουν) έτριβαν τον πάγο στα μικρά τζαμόφυλλα με τα παχουλά τους χεράκια, για να προλάβουν να δουν με τα λαμπερά τους μάτια, έστω και για λίγο, την μοναχική άμαξα που περνούσε από εκεί. Δεν ξέρω πότε άρχισε να το στρώνει το χιόνι.
 Αλλά ξέρω ότι κάπου αλλάζαμε άλογα, όταν άκουσα τον φύλακα να παρατηρεί: «Εκείνη η γριούλα ψηλά στον ουρανό πολύ δύσκολα θα μάζευε τις χήνες της σήμερα.»
 Μετά, πράγματι, είδα το λευκό χιόνι να πέφτει πυκνό και γρήγορα. Η μοναχική μέρα κυλούσε, κι εγώ λαγοκοιμήθηκα, όπως κάνουν οι μοναχικοί ταξιδιώτες. Ήμουνα ζεστός κι οπλισμένος με κουράγιο μετά το φαγητό και το ποτό, ιδιαίτερα μετά το βραδινό, το οποίο όλες τις άλλες φορές ήταν θλιβερό και κρύο. Είχα τελείως αποπροσανατολιστεί όσον αφορά την ώρα και το μέρος, κι ήμουν συνεχώς περισσότερο ή λιγότερο “χαμένος”. 
Η άμαξα και τα άλογα μου φάνηκαν ότι έπαιζαν εν χορώ το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος”, χωρίς ούτε ενός λεπτού διακοπή.
 Κρατούσαν τον χρόνο και την μελωδία με την μεγαλύτερη ακρίβεια, κορυφώνοντάς την σε κρεσέντο στην αρχή του ρεφραίν, με μια ακρίβεια που με στενοχωρούσε θανάσιμα. 



«Το Πανδοχείο του Γκι» (1855) είναι ένα μικρό έργο της ώριμης συγγραφικής περιόδου του Ντίκενς το οποίο ανήκει στον πρώτο κύκλο των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του, που έγραψε μεταξύ του 1852 και του 1858 (Christmas Numbers in Household Words). 



"Η βρύση που στάζει, ο Χριστός και τα Χριστούγεννα" - ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ


Δεν είναι τα μεγάλα πράγματα, αλλά οι μικρές τραγωδίες, που μπορούν να σε στείλουν στο τρελάδικο... Ένα ποίημα του Μπουκόφσκι 

το κορδόνι του παπουτσιού

 μια γυναίκα, 
ένα λάστιχο σκασμένο,
 μια αρρώστια, μια επιθυμία·
 φόβοι μπροστά σου,
 φόβοι τόσο σταθεροί κι ακίνητοι που μπορείς να τους μελετήσεις σαν τα πιόνια μιας σκακιέρας...
 δεν είναι τα μεγάλα πράγματα αυτά που στέλνουν κάποιον στο τρελάδικο.
 τον θάνατο τον περιμένει κανείς,
 ή το φόνο, τη ληστεία, την αιμομιξία, τη φωτιά, την πλημμύρα... όχι, είναι αυτή η διαρκής σειρά από μικρές τραγωδίες
 που στέλνουν κάποιον στο τρελάδικο... 
όχι ο θάνατος της αγάπης του 
αλλά ένα κορδόνι που λύνεται ενώ τελειώνει ο χρόνος...
 ο τρόμος της ζωής είναι εκείνο το σμήνος από μικρές ασημαντότητες 
που μπορούν να σκοτώσουν πιο γρήγορα κι από τον καρκίνο
 και βρίσκονται πάντα εκεί –
 πινακίδες αυτοκινήτου
 ή φόροι
 ή ληγμένες άδειες
 ή προσλήψεις
 ή απολύσεις
 να το κάνεις εσύ ή να το κάνουν άλλοι για σένα,
 ή δυσκοιλιότητα
 κλήσεις για υπερβολική ταχύτητα
 ραχίτιδα
 ή γρύλοι
 ή ποντίκια
 ή τερμίτες
 ή κατσαρίδες
 ή μύγες
 ή ένας σπασμένος κρίκος στο παραβάν,
 ή να μείνεις από βενζίνη,
 ο νεροχύτης βούλωσε,
 ο σπιτονοικοκύρης μέθυσε,
 ο πρόεδρος δε δίνει δεκάρα,
 κι ο κυβερνήτης είναι τρελός.
 χαλασμένος διακόπτης,
 το στρώμα σαν σκαντζόχοιρος.
 $105 για σέρβις, καρμπυρατέρ και αντλία βενζίνης,
 και οι λογαριασμοί ανεβαίνουν
 ενώ η αγορά καταρρέει.
 και το καζανάκι χάλασε,
 και η λάμπα κάηκε – το φως στο χωλ, το φως στην είσοδο, το φως στο διάδρομο, το μέσα φως·
 είναι πιο σκοτεινά κι απ΄την κόλαση και δυο φορές ακριβότερα. μετά υπάρχουν κι οι ψείρες
 και τα νύχια που στραβώνουν και μπήγονται στο δέρμα
 και οι άνθρωποι που επιμένουν ότι είναι φίλοι σου· 
όλα αυτά κι άλλα χειρότερα·
 η βρύση που στάζει,
 ο Χριστός και τα Χριστούγεννα·
 χαλασμένο σαλάμι,
 9 μέρες βροχή,
 αβοκάντο με 50 σεντς και μωβ λουκάνικο από συκώτι.
 ή να βγάζεις το ψωμί σου δουλεύοντας σερβιτόρα εναλλασσόμενη βάρδια στου Norm
 ή αλλάζοντας σεντόνια σε μοτέλ,
 ή σε πλυντήριο αυτοκινήτων
 ή γκρουμ ξενοδοχείου 
ή τσαντάκιας γριών γυναικών να τις αφήνεις να ουρλιάζουν σωριασμένες στα πεζοδρόμια με σπασμένο το χέρι στα 80 τους.

 ξαφνικά διακρίνεις 2 κόκκινα φώτα στον πίσω καθρέπτη
 και αίμα στο εσώρουχό σου.
 πονόδοντος, και $979 για μια γέφυρα $300 για ένα χρυσό δόντι,
 και η Κίνα και η Ρωσία και η Αμερική, 
και μακριά μαλλιά και κοντά μαλλιά και καθόλου μαλλιά,
 και γένια και καθόλου πρόσωπα,
 και μπόλικο ζιγκζάγκ αλλά ούτε κανάτι να κατουρήσεις.
 με κάθε ένα στα εκατό κομμένα κορδόνια ένας άντρας, 
μια γυναίκα, ένα πράγμα καταλήγει στο τρελάδικο.
 γι' αυτό πρόσεχε κάθε φορά που σκύβεις.  


 ________ the shoelace (από τη συλλογή Mockingbird Wish Me Luck, 1972) μετάφραση Δ.Π.





 Πηγή: www.lifo.gr

Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας ~ Τάσος Λειβαδίτης


Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1952)

Aνάμεσά μας ρίχναν οι άνθρωποι το μεγάλον ίσκιο τους.
Tί θα απογίνουμε, αγαπημένη;
Πως θα ’νοιγα μια πόρτα όταν δε θα ’τανε για να σε συναντήσω
πως να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θα ’ναι για να σε βρω.
Πού είναι λοιπόν ένα χαμόγελο να μας βεβαιώσει πως υπάρχουμε…
…ένιωσες ξαφνικά ένα χέρι να ψαχουλεύει στο σκοτάδι
και να σφίγγει το δικό σου χέρι.

Kι ήταν σα να ’χε γεννηθεί η πρώτη ελπίδα πάνω στη γη.
Σ’ εύρισκα, αγαπημένη, στο χαμόγελο όλων των αυριανών ανθρώπων.
Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.
Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε που μου χαμογελούσες.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.
Tο παιδί μας, Mαρία, θα πρέπει να μοιάζει με όλους τους
ανθρώπους
που δικαιώνουν τη ζωή.
Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
Kαι τότε
όλα τα βράδια κι όλα τα τραγούδια
θα ’ναι δικά μας.





"Κι ίσως με ξαναδείς μονάχα στ’ όνειρό σου"


“Everything passes,
Everything changes,
Just do what you think you should do.”
Bob Dylan

«Γιατί είμ’ αέρας που περνά»
Δημήτρης Παναγόπουλος

«Λάθε βιώσας»
Επίκουρος

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Λίγη μουσική πριν το κείμενο


Πώς να μιλήσεις γι’ αυτό το τραγούδι;
Ναι, το ξέρω, ο Χατζιδάκις το είχε χαρακτηρίσει «το καλύτερο τραγούδι της δεκαετίας του ’80». Βαρύ φορτίο, να λέει κάτι τέτοιο ο μέγιστος και να αποκλείει κάθε άλλο τραγούδι, δέκα χρόνια τραγουδιών.
Κι ο Παναγόπουλος ένα παράξενο άτομο, καθόλου να μην κυνηγάει τη δημοσιότητα και τα κανάλια. Να ασχολείται με την επιστήμη του πιο πολύ και με τα μπλουζ. Σαν να μη θέλει να γίνει σταρ, σαν ν’ αποφεύγει τη «δόξα». Τι θέση έχει ένας τέτοιος άνθρωπος στον κόσμο μας;

~~

Πώς να μιλήσεις γι’ αυτό το τραγούδι, που μοιάζει να μην την έγραψε κάποιος συγκεκριμένος τραγουδοποιός, μοιάζει λες και γράφτηκε, έτσι απλά, συλλογικά ίσως, λαϊκά.
Δεν είναι ρηξικέλευθο κομμάτι ούτε πρωτοποριακό ή avant garde ή κάτι άλλο, κάποιος άλλος όρος που να εννοεί το καινοφανές. Ριφ-κουπλέ-ρεφρέν-κουπλέ-ρεφρέν-σόλο-ρεφρέν. Αυτό που  καθιέρωσαν οι Beatles και οι Rolling Stones ως απόλυτη δομή της ποπ-ροκ.
Δεν ήταν κάτι ΚΑΙΝΟΥΡΙΟ. Όμως έχει κάτι, μια ομορφιά που είναι δύσκολο να εξηγηθεί με λόγια -και δεν μπορείς να σταματήσεις να τ’ ακούς.
Ο Παναγόπουλος, διάβασα κάπου, το έγραψε μετά από έναν χωρισμό. Θεματικά θα μπορούσε να είναι κι ένα καψουροτράγουδο. Ο έρωτας, η απόρριψη, το θέμα των μισών (και λίγα λέω) τραγουδιών που έχουν γραφτεί και παιχτεί.

~~

Παρέμβαση: Ακούμε με τον δεκάχρονο γιο μου ένα αγγλόφωνο ροκ τραγούδι.
– Τι λέει; με ρωτάει.
– Για τον έρωτα.
Το σκέφτεται για μια στιγμή. Μετά ρωτάει:
– Γιατί όλα τα τραγούδια λένε για τον έρωτα;
Δεν έχει ερωτευτεί ακόμα. Μόλις το πάθει θα καταλάβει γιατί. Για τον έρωτα, χωρίς αμφιβολία, χωρίς σωτηρία. Μέχρι θανάτου -να ζεις για τον έρωτα.
Τέλος παρέμβασης

~~

Και μετά την παρέμβαση πώς συνεχίζουμε; Με περισσότερες παρεμβάσεις.
Είμαι δεκαοχτώ χρονών και προσπαθώ να μάθω να παίζω την Αύρα στην κιθάρα. Την ακούω απ’ την κασέτα, ξανά και ξανά, αλλά δεν καταφέρνω ούτε τον πρώτο αρπισμό.
Το γαμήδι, θέλω να τραγουδήσω αυτό το κομμάτι, στο δωμάτιο μου, στην παραλία, στην -ίσως να ‘χω κάποτε- κοπελιά μου.
Είναι αδύνατον να το παίξω όπως ο Παναγόπουλος. Παλεύω μερικές μέρες, μετά λέω «δε γαμιέται!». Κρατάω το ριφ και παίζω τους δαχτυλισμούς με την πένα. Μόνο τα ακόρντα, απλά. Δε με χαλάει. Μπορώ να το τραγουδήσω, μπορώ να το κάνω δικό μου.
Παρέμβαση στην παρέμβαση: Αργότερα έμαθα ότι ο μπλουζομαθής Παναγόπουλος έπαιζε ragtime στην κιθάρα, κάτι που δεν μπορεί να κάνει ο κάθε δεκαοχτάχρονος θέλω-να-ερωτευτώ-και-να-της-τραγουδήσω.

~~

Τέλος των παρεμβάσεων. Όταν όλα είναι παρέμβαση, τότε ποιο είναι το πλαίσιο;
Ένα περιστατικό:
Περπατάω στο σούπερ μάρκετ κι ακούγεται το «Kiss» του Prince. Το τραγουδάω με βαριά φωνή κι εκείνη την ώρα περνάει δίπλα μου μια υπάλληλος που τραγουδάει κι αυτή, μια οκτάβα πάνω: «You don’t have to be cool, to rule my world».
Αν ζούσαμε σε ταινία θα ξεκινούσαμε να χορεύουμε -και θα χορεύαν όλοι, υπάλληλοι και πελάτες, ακόμα κι ο σεκιουριτάς που κοιτάει τη τσάντα που έχω στην πλάτη μου.

~~

Τελείωσε η εποχή των παρεμβάσεων, αρχίζει εκείνη των γενικοτήτων.
Κάνε ό,τι θες, ό,τι σου λέει το μυαλό-το σώμα-η ψυχή-η καρδιά να κάνεις.
Μην το σκέφτεσαι πολύ, μη διστάζεις. Όποια απόφαση και να πάρεις καλή θα είναι.
Χαλάρωσε, κάνε ό,τι θες να κάνεις.
Και απόλαυσε ‘το. Είναι η τελευταία φορά που ζεις. Δως ‘την όπου νομίζεις ότι αξίζει να τη δώσεις. Τη ζωή σου.
Όλα περνάνε, όλα αλλάζουν, όλα τελειώνουν κάποτε. Δεν είσαι τόσο σημαντικός όσο θες να πιστεύεις. Είσαι μια αύρα, ζεις όσο μια εσπερινή αύρα, κάνε αυτό που θες να κάνεις.
Κι αν πέσεις έξω στις προβλέψεις σου μη σε νοιάζει. Ζεις. Κάνεις λάθη.
Κανείς νεκρός δεν θα διαβάσει αυτό το κείμενο.
Κανείς νεκρός δεν θα μετανιώσει για τα σφάλματα του ούτε θα ψάξει να βρει έναν καινούριο τρόπο να σφάλλει.
Κανείς νεκρός δεν θα φτιάξει τραγούδια -ούτε θα τραγουδήσει: «Γιατ’ είμ’ αέρας που περνά…»

~~

Κι αν όταν είναι να βγω, μια καλημέρα θα σου πω
μετά θα φύγω, θα χαθώ,
και ίσως με ξαναδείς μονάχα στ’ όνειρό σου.





ΠΗΓΗ...http://sanejoker.info

Τα παραμύθια του Άντερσεν: το μολυβένιο στρατιωτάκι


Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν εικοσιπέντε μολυβένια στρατιωτάκια. Ήταν αδέρφια, γιατί προέρχονταν όλα από μια παλιά κουτάλα.

Είχαν όλα τους τις λόγχες τους στον ώμο, σε στάση προσοχής και κοίταζαν εμπρός. Οι στολές τους ήταν πολύ κομψές - κόκκινο και μπλε - και ήταν υπέροχες. 
Το πρώτο πράγμα που άκουσαν στον κόσμο, όταν το καπάκι από το κουτί που βρίσκονταν απομακρύνθηκε, ήταν οι λέξεις «Μολυβένια στρατιωτάκια!» 
Αυτές οι λέξεις είχαν ειπωθεί από ένα μικρό αγόρι, που χτύπησε τα χέρια του από χαρά. Τα στρατιωτάκια του είχαν δοθεί γιατί ήταν τα γενέθλιά του, και τώρα τα τοποθετούσε πάνω στο τραπέζι.

Το κάθε ένα ήταν ολόιδιο με τα υπόλοιπα και στην παραμικρή λεπτομέρεια, εκτός από ένα που είχε μόνο ένα πόδι. Είχε τοποθετηθεί στο καλούπι τελευταίο, και δεν υπήρχε αρκετό μολύβι για να ολοκληρωθεί· αλλά στεκόταν τόσο περήφανα πάνω στο ένα του πόδι, όσο και τα υπόλοιπα στα δυο τους, και ήταν αυτός που θα είχε την πιο αξιόλογη τύχη.

Πάνω στο τραπέζι που τα μολυβένια στρατιωτάκια είχαν τοποθετηθεί υπήρχαν πολλά ακόμη παιχνίδια, αλλά αυτό που τραβούσε πιο πολύ την προσοχή ήταν ένα όμορφο μικρό χάρτινο κάστρο. Μέσα από τα μικροσκοπικά του παράθυρα μπορούσες να δεις κατευθείαν στην σάλα. Μπροστά από το κάστρο υπήρχαν μικρά δέντρα, που σχημάτιζαν μια ομάδα γύρω από έναν μικρό καθρέφτη, ο οποίος υποτίθεται πως ήταν μια διάφανη λίμνη. Κύκνοι φτιαγμένοι από κερί κολυμπούσαν στην επιφάνεια της λίμνης, και αυτή αντικατόπτριζε την εικόνα τους.

Όλα αυτά ήταν πολύ όμορφα, αλλά ομορφότερη από όλα ήταν μια μικρή κυρία που στέκονταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του κάστρου. Ήταν κι αυτή φτιαγμένη από χαρτί, αλλά φόραγε ένα φόρεμα από πανέμορφο τούλι και μια φαρδιά γαλάζια κορδέλα γύρω από τους ώμους της, σαν ένα μαντήλι, γιατί ήταν χορεύτρια, και μετά σήκωσε το ένα της πόδι τόσο ψηλά που ο στρατιώτης σχεδόν το έχασε από τα μάτια του. Νόμιζε πως, όπως κι αυτός, είχε κι αυτή μόνο ένα πόδι.

«Αυτή θα ήταν η κατάλληλα σύζυγος για μένα,» σκέφτηκε ο στρατιώτης, «αν δεν ήταν τόσο σπουδαία. Αλλά ζει σε ένα κάστρο, ενώ εγώ έχω μόνο ένα κουτί, και υπάρχουν εικοσιπέντε από μας μέσα σε αυτό. Δεν υπάρχει χώρος για μια κυρία. Μα και πάλι, θα ήθελα πολύ να την γνωρίσω.» Μια ταμπακιέρα έτυχε να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι, ακριβώς πίσω από τον στρατιώτη και από εκεί μπορούσε εύκολα να δει την ντελικάτη μικρή κυρία, που ακόμη στέκονταν στο ένα πόδι χωρίς να χάνει την ισορροπία της.

Όταν ήρθε το βράδυ όλα τα άλλα στρατιωτάκια τοποθετήθηκαν πίσω στο κουτί τους, και οι άνθρωποι του σπιτιού πήγαν για ύπνο. Τώρα ήταν οι σειρά των παιχνιδιών να παίξουν μόνα τους. Έκαναν επισκέψεις το ένα στο άλλο,πολέμησαν σε μάχες και έπαιξαν με τις μπάλες. Τα μολυβένια στρατιωτάκια φλυαρούσα μέσα στο κουτί τους, και εύχονταν να βρίσκονταν με τα υπόλοιπα παιχνίδια, αλλά δεν μπορούσα να σηκώσουν το καπάκι. Οι καρυοθραύστες έκαναν τούμπες και το μολύβι χοροπηδούσε πέρα δώθε με τον πιο αστείο τρόπο. Έκαναν τόσο σαματά που ξύπνησαν το καναρίνι και άρχισε να μιλά μαζί τους. Οι μόνοι που έμειναν στην θέση τους ήταν οι μολυβένιοι στρατιώτες και η μικρή χορεύτρια.Στεκόταν στις μύτες του ποδιού της και με τα χέρια τεντωμένα, και ο στρατιώτης μας δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της.

Το ρολόι χτύπησε δώδεκα- κρααακ! Μεμιάς άνοιξε το καπάκι της ταμπακιέρας. Όμως δεν είχε καπνό μέσα αλλά ένα μικρό μαύρο ξωτικό. Βλέπετε δεν ήταν αληθινή ταμπακιέρα αλλά ένα κουτί φάρσας.
«Μολυβένιε στρατιώτη,» είπε το ξωτικό, «κράτα τα μάτια σου για τον εαυτό σου. Μην κοιτάζεις αυτό που δεν σε αφορά!»

Αλλά ο στρατιώτης προσποιήθηκε πως δεν το άκουσε.
«Καλά, λοιπόν, περίμενε μέχρι αύριο,» παρατήρησε το ξωτικό.

Το επόμενο πρωί, όταν τα παιδιά σηκώθηκαν, ο στρατιώτης ήταν τοποθετημένος στο περβάζι του παραθύρου, και, είτε το έκανε το ξωτικό,είτε ο άνεμος, ξαφνικά άνοιξε το παράθυρο και ο στρατιώτης έπεσε μεμιάς από τον τρίτο όροφο εκείνου του κτιρίου. Ήταν μια τρομαχτική πτώση! Ξανά και ξανά στριφογυρνούσε καθώς έπεφτε, ώσπου στο τέλος έφτασε στην γη, όπου το καπέλο του και η λόγχη του καρφώθηκαν στο πεζοδρόμιο, ενώ το μοναδικό του πόδι ήταν προς τα πάνω.
Ο υπηρέτης και το μικρό αγόρι έτρεξαν αμέσως κάτω να τον ψάξουν, μα, αν και πέρασαν σχεδόν δίπλα του, δεν κατάφεραν να τον βρουν. Αν ο στρατιώτης είχε φωνάξει έστω και μια φορά « Εδώ είμαι!» θα τον είχαν ακούσει εύκολα, αλλά δεν ήθελα να φωνάξει για βοήθεια μιας και ήταν περήφανος στρατιώτης με στολή.

Τότε άρχισε να βρέχει· πιο γρήγορα και πιο γρήγορα έπεφταν οι στάλες, μέχρι που μετατράπηκε σε καταιγίδα· και όταν αυτή πια σταμάτησε δυο αγόρια του δρόμου εμφανίστηκαν.
«Κοίτα,» είπε το ένα, «ένας στρατιώτης. Πρέπει να τον βάλουμε να σαλπάρει με το πλοίο.»

Έτσι, έφτιαξαν ένα πλοίο από μια παλιά εφημερίδα και έβαλαν τον μολυβένιο στρατιώτη στο κέντρο του, και σάλπαραν το πλοίο στο αυλάκι του δρόμου, ενώ έτρεχαν δίπλα του, χτυπώντας τα χέρια τους.
Θεούλη μου! Πως χτυπούσαν τα κύματα το χάρτινο καράβι, και πόσο γρήγορα το παράσερνε το ρεύμα! Ο μολυβένιος στρατιώτης άρχισε να ζαλίζεται, το καράβι στριφογύριζε τόσο γρήγορα· μα και πάλι δεν κούνησε ούτε δαχτυλάκι, και κοίταζε ευθεία μπροστά κρατώντας την λόγχη του σταθερά.

Σε μια στιγμή το καράβι χάθηκε μέσα στον υπόνομο, και ήταν τόσο σκοτεινά όπως και όταν βρίσκονταν μέσα στο κουτί του, στο σπίτι. «Πού πηγαίνω τώρα;» σκέφτηκε. «Είμαι σίγουρος πως όλα αυτά είναι δουλεία του ξωτικού. Αχ! Να ήταν μαζί μου και η μικρή κυρία εδώ στο καράβι, δεν θα με ένοιαζε κι ας ήταν ακόμη πιο σκοτεινά.»
Και τότε, ένας πελώριος αρουραίος που ζούσε μέσα στον υπόνομο, πετάχτηκε ξαφνικά.
«Έχεις διαβατήριο;» ρώτησε ο αρουραίος. «Πού είναι το διαβατήριο σου;»

Μα ο μολυβένιος στρατιώτης δεν μίλησε, παρά μόνο κράτησε την λόγχη του ακόμη πιο σφιχτά.
Το καράβι συνέχισε να πλέει, αλλά ο αρουραίος το ακολούθησε. Πωπώ! Πως έτριζε τα δόντια του και φώναζε στα ραβδιά και στα καλάμια: «σταματήστε τον! Σταματήστε τον! Δεν πλήρωσε για να μπει! Δεν μου έδειξε ούτε διαβατήριο!»
Αλλά το ρεύμα έγινε πιο δυνατό και ακόμη πιο δυνατό. Ήδη ο στρατιώτης μπορούσε να δει το φως της ημέρας εκεί που το τούνελ τελείωνε· αλλά την ίδια στιγμή άκουσε ένα βίαιο και ορμητικό βουητό, που στο άκουσμα του ακόμη και ένας τολμηρός άντρας θα έτρεμε. Σκεφτείτε! Ακριβώς εκεί που τελείωνε το τούνελ, ο υπόνομος γινόταν πιο φαρδύς και έπεφτε το νερό με ορμή στο στόμα ενός άλλου υπονόμου. Ήταν τόσο επικίνδυνο για τον στρατιώτη, όσο θα ήταν για μας το να πλεύσουμε κατευθείαν σε έναν πελώριο καταρράκτη.

Ήταν τώρα τόσο κοντά στο τέλος του τούνελ που δεν μπορούσε να σταματήσει. Το καράβι τινάχτηκε μπροστά και ο στρατιώτης κρατήθηκε όσο πιο γερά μπορούσε, χωρίς όμως να δώσει την εντύπωση ότι κουνήθηκε καν. Τρεις ή τέσσερις φορές το καράβι στριφογύρισε· ήταν γεμάτο νερό και σίγουρα θα βυθιζόταν.

Το νερό έφτανε μέχρι τον λαιμό του στρατιώτη· όλο και πιο βαθιά το καράβι βυθιζόταν, όλο και πιο μαλακό γινόταν το χαρτί· και τότε το νερό σκέπασε το κεφάλι του στρατιώτη. Σκέφτηκε την όμορφη μικρή χορεύτρια, την οποία δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά, και στ’ αυτιά του ήχησαν οι στίχοι ενός τραγουδιού:
Άγρια περιπέτεια, θανατηφόρος κίνδυνος, πήρες την μερίδα σου γενναίε ξένε.
Το χάρτινο καράβι χωρίστηκε στα δυο, και ο στρατιώτης ήταν έτοιμος να βυθιστεί, όταν τον κατάπιε ένα μεγάλο ψάρι.
Ω, πόσο σκοτεινά ήταν! Πιο σκοτεινά κι απ’ τον υπόνομο, και τόσο στενά· αλλά ο μολυβένιος στρατιώτης μας δεν έχασε το κουράγιο του· έμεινε εκεί ξαπλωμένος, κρατώντας γερά την λόγχη του, όπως πάντα.
Το ψάρι κολύμπησε εδώ κι εκεί, γυρνώντας και στρίβοντας και κάνοντας τις πιο περίεργες κινήσεις, ώσπου έμεινε εντελώς ακίνητο.

Μια ακτίνα φωτός έφτασε μέχρι αυτόν και μια φωνή είπε,«Μολυβένιε στρατιώτη!» Το ψάρι είχε πιαστεί, είχε σταλεί στην αγορά, πουλήθηκε,αγοράστηκε και μεταφέρθηκε στην κουζίνα, όπου η μαγείρισσα έκοψε με το μαχαίρι την κοιλιά του ψαριού. Άρπαξε τον στρατιώτη και τον πήγε στο σαλόνι όπου η οικογένεια καθόταν, και ήταν όλοι ανυπόμονοι να δουν τον τολμηρό άνδρα που ταξίδεψε στο στόμα του ψαριού· αλλά ο μολυβένιος στρατιώτης παρέμεινε ακίνητος.Δεν ήταν και τόσο περήφανος.

Τον τοποθέτησαν πάνω στο τραπέζι. Αλά πως γίνεται κάτι τόσο περίεργο να συμβεί; Ο στρατιώτης ήταν μέσα στο ίδιο εκείνο δωμάτιο που είχε βρεθεί ξανά. Είδε τα ίδια παιδιά, τα ίδια παιχνίδια στέκονταν μαζί του στο τραπέζι, και ανάμεσα τους και η όμορφη χορεύτρια, που ακόμη στέκονταν στο ένα πόδι. Ήταν κι εκείνη ακίνητη και σταθερή. Αυτό άγγιξε την καρδιά του στρατιώτη. Θα μπορούσε μέχρι και να κλάψει αλλά αυτό δεν θα ήταν σωστό. Την κοίταξε, αυτή κοίταξε αυτόν αλλά δεν αντάλλαξαν λέξη.

Και τότε ένα από τα μικρά παιδιά άρπαξε τον στρατιώτη και τον πέταξε μέσα στο τζάκι. Δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει αυτό, αλλά χωρίς αμφιβολία το ξωτικό της ταμπακιέρας είχε κάποια σχέση με αυτό.

Ο μολυβένιος στρατιώτης στέκονταν μέσα σε μια κόκκινη φλόγα. Η ζέστη που ένιωθε ήταν απίστευτη, αλλά δεν ήξερε αν ήταν εξαιτίας της φωτιάς ή εξαιτίας της αγάπης στην καρδιά του. Είδε πως τα χρώματα της στολής του είχαν ξεβάψει αλλά αν ήταν από το ταξίδι του ή από την θλίψη του, κανένας δεν μπορούσε να πει. Κοίταξε την μικρή χορεύτρια, τον κοίταξε κι αυτή και ένιωσε να λιώνει· όμως και πάλι έμεινε ευθυτενής όπως πάντα, με την λόγχη του στον ώμο. Και τότε ξαφνικά η πόρτα άνοιξε· ο άνεμος έπιασε την χορεύτρια και την οδήγησε κατευθείαν μέσα στο τζάκι μαζί με τον μολυβένιο στρατιώτη, την έπιασε μια φλόγα, και εξαφανίστηκε!

Ο μολυβένιος στρατιώτης έλιωσε κι έγινε ένας σβώλος· και μέσα στις στάχτες η υπηρέτρια την επόμενη μέρα τον βρήκε, στο σχήμα μιας μικρής μολυβένιας καρδιάς, ενώ από την χορεύτρια δεν είχε μείνει τίποτα πια.

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...