Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας στους Προμάχους του 2026.

 


Με κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια γιορτάστηκε στους Προμάχους η Κυριακή της Οθοδοξίας στον Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου, όπου πραγματοποιήθηκε Θεία Λειτουργία και περιφορά των Ιερών εικόνων πέριξ του Ναού.
Χρόνια πολλά.



































Έχει ο Θεός...


Όλο αυτό τον καιρό ακούμε διαρκώς για αλλαγές προς το χειρότερο σε όλους τους τομείς. Τα ήθη ολοένα και εκφυλίζονται, η κοινωνία μας αποσταθεροποιείται, τα οικονομικά τόσο του κράτους όσο και τα οικογενειακά μας μαραζώνουν , οι ηγέτες παντού σχεδόν ανύπαρκτοι, τα πρότυπα μένουν πλέον στα συναξάρια, τα ψυχολογικά μας, ολόιδια με τα οικονομικά (γιατί άλλωστε εξαρτήσαμε τα πάντα από το πόσα έχουμε). Έτσι λοιπόν η κατάσταση γύρω μας και μέσα μας διαγράφεται ολοένα και ζοφερότερη.
Από την άλλη μεριά η δική μας στάση ή αντίσταση απέναντι σε όλα αυτά παντελώς ανορθόδοξη. Εμείς οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι Έλληνες στην πλειοψηφία μας χάνουμε το χαμόγελό μας, ξεχνάμε το «έχει ο Θεός» και αντί να πεισμώσουμε και να εργαστούμε συντόνως για να διαλύσουμε τα σκοτάδια που απλώνονται παντού, καθόμαστε μοιραίοι και άβουλοι συνάμα και γίναμε θεατές της ζωής μας , λες και ξαφνικά γίναμε όλοι κομμάτια ενός πεπρωμένου που δεν μπορούμε να αποφύγουμε.
Μα θα έλεγε κανείς  «τι μπορούμε να κάνουμε».
Μπορούμε πρώτα να ζητήσουμε συγγνώμη από το Θεό για τα λάθη μας τα προσωπικά και συλλογικά που μας έφτασαν ως εδώ.
Μπορούμε να κλάψουμε για την αδιαφορία που μας διακατέχει για όλα τα ουσιώδη αυτής της ζωής.
Μπορούμε να πάψουμε να πουλάμε τα πρωτόκια αντί πινακίου φακής. Δηλαδή μπορούμε να αγκαλιάσουμε τις αρχές της Πίστεώς μας και της πλούσιας Παραδόσεώς μας και να βασιστούμε σε αυτές για το αύριο απορρίπτοντας όλα αυτά τα σεσηπότα δόγματα που μας φέρνει η λεγόμενη Νέα Εποχή, που είναι τόσο Παλιά όσο και η τραγική πτώση του ανθρώπου και του Εωσφόρου.
Μπορούμε να εργαστούμε εντονότερα μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι , παντού όπου υπάρχει περιθώριο συμμετοχής μας , χωρίς να αυτοεξοριζόμαστε από την πραγματικότητα μέσα στην ψεύτικη ησυχία μας.
Μπορούμε να φωνάξουμε για όσους αδικούνται και να τους συντρέξουμε σε κάθε ανάγκη τους.
Μπορούμε να πιέσουμε τον εαυτό μας να μετανοεί καθημερινά και αντί να χαλαρώνει από το πρωί μέχρι το βράδυ, παντού να προσεύχεται, παντού να γρηγορεί, παντού και πάντοτε να αγαπά και να δημιουργεί, χωρίς να γκρινιάζει και να μεμψιμοιρεί.
Μπορούμε να χαιρόμαστε με τις μικρές χαρές αυτής της ζωής εφ’ όσον είναι ευάρεστες στο Θεό μας και να τον δοξάζουμε για αυτές.
Μπορούμε να δοξάζουμε παντού και πάντοτε τον Τριαδικό μας Θεό για τα λυπηρά αυτής της ζωής γιατί μας είναι τόσο απαραίτητα όσο και τα ευχάριστα. Δίχως αυτά αμελούμε και σταδιακά απομακρυνόμαστε από το Θεό και τον σκοπό της υπάρξεώς μας.
Μπορούμε να ελπίζουμε και να λέμε πάντα «έχει ο Θεός», γιατί αφού μας ανέχεται και μας αντέχει τότε σίγουρα κάτι καλό έχει και για εμάς. Αν μας είχε για την απώλεια θα μας εγκατέλειπε τελειωτικά. Βλέπουμε όμως ότι ακόμη κι όταν επιτρέπει πειρασμούς και δοκιμασίες παρ’ όλα αυτά δεν μας αφήνει να χαθούμε.
Μπορούμε να θυμόμαστε ότι ο Δημιουργός μας μας αγαπά αδιάπτωτα και ζητά κι εμείς να αγαπάμε αλλήλους με την ίδια σταθερότητα.
Μπορούμε να μην ζητάμε ευθύνες από κανένα και να κάνουμε κάτι για τις δικές μας ευθύνες.
Μπορούμε να κάνουμε κάτι καλό για τον εαυτό μας, για τους γύρω μας και για το Θεό Πατέρα μας καθημερινά , αν όχι κάθε λεπτό της ημέρας.
Μία καλή σκέψη , ένας καλός λόγος , μια καλή πράξη και μια προσευχή και όλος ο κόσμος αλλάζει.
Μετανόησε εσύ και θα αλλάξουν όλα γύρω σου.
Αγάπησε εσύ και πολλοί θα σε αγαπήσουν, κάνε εσύ την αρχή.
Χτίσε εσύ κάτι όμορφο και μην κοιτάς αυτούς που γκρεμίζουν.
Αγίασε εσύ και πάσχισε να ζήσουν όλοι την Αγιότητα του Χριστού.
Ζήσε τώρα τον Παράδεισο και μην ασχολείσαι με την Κόλαση.
Χαίρε την Χαρά του Κυρίου σου και μοίρασέ τη σε όλο τον κόσμο.
Τελικά μπορούμε… Τελικά μπορείς τα πάντα με τη δύναμη του Χριστού.
Μην στέκεσαι… Νήφε εν πάσι…
Αγωνίσου τον Αγώνα τον Καλό….
Και .. ΄Εχει ο Θεός!!!


Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σχοινάς, Θεολόγος
28 Φεβρουαρίου 2018





"Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα." - Απόσπασμα από την Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση


"Τον κοιτάει. Είναι νέος - πολύ νέος για καπετάνιος - ως τριάντα χρόνων. Όμορφος άντρας, με κορμί αρμονικό και πρόσωπο αδρό μα γλυκό, όπου γυαλίζουν δυο μάτια χρυσαφιά, χαμογελαστά και εξυπνότατα.

«Ένας Έλληνας. Έτσι πάντα φανταζόμουν τους Έλληνες. Πρέπει να του μιλήσω ελληνικά».

- Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!

Ο καπετάνιος σαστίζει.

- Παρντόν, μαμζέλ. Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μιλώ γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά...

- Πώς! Ελληνικά δεν ξέρετε; - Διάβολε! Είμαι Έλληνας.

- Η φράση που σας είπα είναι ελληνική. Αρχαία ελληνική.

- Δεν αποκλείεται. Αλλά...

- Τι εννοείτε; Σας βεβαιώνω ότι γνωρίζω πολύ καλά τη γλώσσα των προγόνων σας.

- Εγώ ομολογώ πως δεν είμαι τόσο δυνατός στη γλώσσα των προγόνων μου. Έχετε την καλοσύνη να ξαναπείτε τη φράση;

- Ευχαρίστως. Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ! Ο καπετάνιος αναστενάζει, πολύ στενοχωρημένος. Βγάζει από την τσέπη του ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι.

- Παρακαλώ, δεν την γράφετε εδώ; Άμα την δω γραμμένη, ίσως την καταλάβω... Με χέρι νευρικό, γράφει τη φράση. Ο καπετάνιος τη διαβάζει, και ξεσπάει σε γέλιο ομηρικό.

- Ναύκληρε καλέ καγαθέ, χαίρε! Έτσι προφέρεται, κι όχι όπως το είπατε.

- Μιλώ με την ερασμιακή προφορά. Η δική σας, καθώς βλέπω, είναι εντελώς αλλιώτικη.

- Είναι η σωστή. Μου την εξήγησε ο μικρός αδερφός μου, ένας νέος με μεγάλη μόρφωση. Το αποδείχνει, λέει, η μετρική, η προσωδία... Απόμειναν σιωπηλοί. Κοιτάζονταν και χαμογελούσαν.

Κι η Μαρίνα είπε:

- Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, μα δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω Έλληνες. Είδα, λοιπόν, το πλοίο σας, το «Ιμαϊρά»...

- Πώς είπατε; Ιμαϊρά; - Βεβαίως. Έτσι δε λέγεται το πλοίο σας; - Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα.

Απόσπασμα από την Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση (σελ. 36-37). 

Ο Μ. Καραγάτσης (23 Ιουνίου 1908 − 14 Σεπτεμβρίου 1960) ήταν Έλληνας πεζογράφος, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της «Γενιάς του '30». Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Το ψευδώνυμο Καραγάτσης προήλθε από το δέντρο πτελέα ή καραγάτσι στο εξοχικό της οικογένειάς του στηΡαψάνη της Θεσσαλίας, όπου περνούσε τα περισσότερα εφηβικά καλοκαίρια του.

"Το Νούμερο 31328". Ηλίας Βενέζης (απόσπασμα)


  Νυχτωθήκαμε στο Αγιασμάτ. Μας πήγαν σ’ ένα σκοτεινό χαμηλό χτίριο. Μόλις μπήκαμε μέσα μας χτύπησε μια μυρουδιά από κοπριά, από θειάφι κι αγιοσύνη. Καταλάβαμε πως πρόκειται για έναν οίκο του Υψίστου που χρησίμευε τώρα για στάβλος ή αποθήκη.
  Νεκρή ησυχία βασίλευε. Χύσαμε με τις χούφτες το θόρυβο που έβγαινε απ’ τα πικραμένα στόματά μας. Ύστερα ξαπλώσαμε πάνω στις πλάκες όπως βρεθήκαμε ο καθένας. Ο Αργύρης κοντά μου. Στο βάθος, προς το μέρος του Ιερού, πήγε η φαμίλια. Το καταλαβαίνω απ’ το παιδάκι που κλαίει. Θα φοβάται το πολύ σκοτάδι.
  Η πόρτα έκλεισε. Είμαστε μονάχοι οι σκλάβοι. Πέρασε ίσαμε μια ώρα. Από καιρό σε καιρό, σε αραιά διαστήματα, γινόταν σιωπή. Ύστερα ακουγόταν ένα μουγκριχτό σε μιαν άκρη – κάποιος σύντροφός μας. Κι όσο προχωρούσε η νύχτα, αυτές οι βαριές υπόκωφες κραυγές ολοένα πολλαπλασιάζουνταν. Τα μισόγυμνα κορμιά, όσα δεν ήταν δουλεμένα στην τραχιά ζωή, σπαράζαν. Όσο περπατάς δεν καταλαβαίνεις τίποτα απ’ το ύπουλο έργο που γίνεται κάτου απ’ το πετσί, μες στα νεύρα. Μα μόλις καθίσεις είναι αδύνατο πια να σαλέψεις χωρίς να δαγκάνεις, να βγει αίμα απ’ τον πόνο. Πεινούσαμε.
- Ηλία, θα βαστάξουμε, δεν είναι έτσι;… με ξαναρωτά ο Αργύρης, να πάρει κουράγιο από μένα.
Κ’ εγώ θέλω να μη λιποψυχήσω:
- Θα βαστάξουμε, Αργύρη.
- Ελπίζεις;…
- Ελπίζω.
  Λίγο έπειτα μου παραπονιέται για τα πόδια του. Το ένα, που ήταν ολότελα γυμνό, άρχισε να πρήζεται, να κάνει φουσκαλίδες. Ένα δυο απ’ αυτές σπάσαν στο δρόμο και τσούζουν. Και το άλλο, με τη συντροφική παπούτσα, είχε πληγώσει. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ωραίο χλωμό του πρόσωπο επειδή είναι σκοτάδι. Μα τον ακούγω που κλαίει σιγανά. Του λέω πως υποφέρω κ’ εγώ, σώπα.
  Ξεχνιέται μια στιγμή, μα πάλι ξανάρχεται στο ίδιο μοτίβο:
- Ηλία αδερφάκι μου, μπας και δε βαστάξουμε;…
  Θα ήταν έντεκα η ώρα, τη νύχτα, όταν έτριξε η πόρτα. Δυο τρεις στρατιώτες μιλούσαν σιγανά. Στριμώχτηκα κοντά στον Αργύρη, κ’ εκείνος σιμά μου, και βλέπαμε. Ένα φως άναψε. Ένα κερί. Οι στρατιώτες άρχισαν να ψάχνουν. Σκύβουν με το κερί στα πρόσωπα και κοιτάζουν. Γυρεύουν.
  Σαν φτάξανε σ’ εμάς, στα δυο αγόρια, στάθηκαν.
- Θέλεις; λέει ο ένας δείχνοντας τον Αργύρη.
Ο άλλος σκέφτηκε, ύστερα λέει;
- Όχι για την ώρα.
- Τη γυναίκα;
- Ναι.
- Θα περιμένεις σειρά, λέει ο πρώτος.
- Θα περιμένω.
Απομακρύνουνται.
  Ο Αργύρης τα καταλαβαίνει όλα, γιατί ξέρει τούρκικα. Μα κ’ εγώ το υποπτεύουμαι. Είναι τόσο κοντά μου, ακούγω την καρδιά του που χτυπά γρήγορα. Μα γρήγορα. Σφίγγεται πάνω μου.
- Ηλία… μουρμουρίζει συγκινημένος. Α, «αυτό» όχι! Όχι!
  Κ’ εμένα μ’ έχει περιχύσει ο ίδρος απ’ το φόβο. «Αυτό» δεν το είχα υποπτευτεί, δεν το υπολόγιζα. Θυμούμαι μονομιάς ένα σωρό ιστορίες που είχα ακουστά. Μια ξαφνική αξιοπρέπεια τινάζεται σα λόχη μες από κει, απ’ το ταπεινωμένο ζο. Μια περηφάνια, μες στις μύξες, στη γύμνια, στα δάκρυα – ναι, ήταν ολότελα κωμικό.
  Παίρνω αμέσως την απόφαση:
- Αργύρη, εγώ θα προτιμήσω να πεθάνω. Θα κάμω ό, τι μπορώ…
  Δεν ακούγω την απάντησή του. Ίσως γιατί τρέμει. Δε θέλει ν’ αγγίσει τη βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να ζήσουμε. Γιατί, γιατί είναι έτσι ωραία να έχεις μια θερμή καρδιά, να είναι ήλιος, η θάλασσα…
- Αλλά «αυτό» όχι… Όχι «αυτό» μουρμούρισε πάλι.
  Το κερί έφταξε στον προορισμό του, στο Ιερό. Ακούμε μια στριγγιά γυναικεία κραυγή που ξεπετιέται από κει, στο βάθος· χαστουκίζει για ένα γρήγορο λεπτό τον πικρόν αγέρα. Ύστερα άλλη μια κραυγή. Μα τούτη σβήνει απότομα από κάποιο χέρι που βούλωσε το στόμα που φώναζε. Οι στρατιώτες, φαίνεται, νοιάζουνταν να μη γίνει θόρυβος.
  Οι σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, με προφύλαξη, και κουνιούνται προς το Ιερό, να δουν. Σηκώνουμαι κ’ εγώ και πάω κοντά, τοίχο τοίχο, κρυμμένος στο μισοσκόταδο.
  Η γυναίκα βαστούσε τον άντρα της με τα δυο χέρια και δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το παιδάκι είναι ξαπλωμένο ανάμεσά τους. Δεν ξύπνησε ακόμα. Μια μπούκλα γεμάτη σκόνη έχει κολλήσει πάνω στο πρόσωπο, πέφτει και πλάι, στο κατεβασμένο βλέφαρο. Είναι τόσο ήμερο – μια μπούκλα. Θα ονειρευόταν. Ο στρατιώτης τραβούσε τη γυναίκα, στην αρχή αδύνατα, ήθελε να είναι αβρός. Μα ολοένα δυνάμωνε, ολοένα, το τράβηγμα. Ανυπομονούσε. Τα μάτια του ήταν τεζαρισμένα απ’ την επιθυμία και, όπως η αντίσταση της γυναίκας συνεχιζόταν, μια γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους και τα’ άλειψε με φως.
- Γλιτώστε με!... Γλιτώστε με!...
  Ο άντρας ακούει τη γυναίκα του. Έχει ένα χαμένο ύφος, η μιλιά είναι δεμένη μες στο στόμα του, αλυχτούσε να βγει. Δεν έβγαινε.
- Κ’ εσύ δε με σκοτώνεις! Του φώναζε η γυναίκα με απελπισμένη οργή. Δε με σκοτώνεις!...
  Συγκινημένος, χαμένος, κατορθώνει τέλος να ικετέψει τους στρατιώτες:
- Λυπηθείτε μας!... Λυπηθείτε μας!...
  Ανασηκώθηκε λίγο προς τα μπρος, έκαμε μια προσπάθεια να κρατηθεί σ’ αυτή τη στάση της αδέξιας γονυκλισίας.
  Μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο μεγάλος όγκος του έπεσε απότομα πίσω. Κ’ η γυναίκα έχασε την επαφή μαζί του. Έκαμε να πιαστεί κάπου, κι άρπαξε το ποδαράκι του παιδιού. Κι αυτό, που ξύπνησε, ξεφώνιζε μαζί της:
- Μητερούλα!... Μητερούλα!...
  Ένα μικρό διάστημα τη σέρναν. Έσερνε και το παιδάκι μαζί της. Ύστερα το παράτησε.
  Βγήκαν απ’ το Ιερό. Σταμάτησαν κοντά στην είσιδι, πίσω από μια κολόνα. Ένας τους πήρε μια πλατιά σανιδένια τάβλα, που ήταν στην πόρτα, και την ακούμπησε στην κολόνα, να προφυλάξει το μέρος να μη βλέπουμε. Μα για το σκοπό τούτον η τάβλα ήταν μικρή, πιο μικρή απ’ το μπόι του ανθρώπου. Λίγα πράματα μονάχα κρύβουνταν.
- Εδώ μέσα!... Μπρος στα μάτια μας!... μουρμουρίζει ένας με φρίκη. Τα σκυλιά!
- Σουτ! Κάνει κάποιος άλλος.
  Κρυμμένοι μες στο σκοτάδι είχαμε κολλήσει τα μάτια εκεί. Οι καρδιές χτυπούσαν, Κοιτάζαμε με περιέργεια αδυσώπητη, σα λύσσα, μη μας φύγει και η ελάχιστη λεπτομέρεια. Ο ένας στρατιώτης πολεμούσε να ρίξει τη γυναίκα ανάσκελα χάμου. Δεν έπεφτε. Τότες την έπιασαν οι δυο απ’ τα χέρια κι ο τρίτος απ’ τα ποδάρια. Άφησαν πια κατά μέρος την αβρότητα. Τα χέρια τους, τα κορμιά τους δουλεύαν με γρήγορες νευρικές κινήσεις, δεν άντεχαν πια. Την ξαπλώσαν ανάσκελα. Ο μεσαίος στρατιώτης βιαζόταν να τη λευτερώσει από ένα δυο ρούχα. Οι άλλοι την κρατούσαν με τα χέρια κολλημένα πάνου στο στήθος. Για μια τελευταία φορά πολέμησε να μαζέψει τις δυνάμεις της, ν’ αντισταθεί. Ξέφυγε, στριφογύρισε σα φίδι, ουρλιάζοντας:
- Σκοτώστε με! Σκοτώστε με!
  Τη φέραν πάλι στα ίδια, ανάσκελα, με κολλημένα πάνω της τα τρία ζευγάρια χέρια. Μη έχοντας πια να κάμει τίποτα άλλο, έπιασε να χτυπά το κεφάλι της απανωτά, απελπισμένα, στις πλάκες. Ο βουβός κρότος νοιαζόταν να διατηρηθεί μια στιγμή μες στις φωνές της, που ολοένα αδυνάτιζαν.
  Τέλος μέρεψε οριστικά. Άκουγες μονάχα ένα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ένα παράπονο. Και πολύ αραιά, ένα δυο τελευταία χτυπήματα του κεφαλιού στις πλάκες – κάτι καθυστερημένα χειροκροτήματα μες στη λαχανιασμένη ανάσα του ζου, από πάνω της, που «εκφραζόταν».
  Γύρισα τα μάτια. Δυο τρεις σύντροφοι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά, ολόρθοι, και κάνανε ένα παραπέτασμα γύρω στον άντρα της, να μη βλέπει. Είχε ζαρώσει εκεί, κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, έσκυβε πάνου στο παιδάκι του με τις μπούκλες που βέλαζε, το’ σφιγγε.
- Πως θα το βαστάξω;… Πως θα το βαστάξω;… μουρμούριζε μες στα δάκρυά του.
  Ένας απ’ τους δικούς μας θέλησε να τον ησυχάσει.
- Σύντροφε, δεν είναι ντροπή. Όλοι μας μια μέρα μπορούμε να το βεβαιώσουμε πόσο ήταν αδύνατο να κάμεις τίποτα…
  Ο σιγανός ολολυγμός ερχόταν ολοένα πιο αδύνατος απ’ το άλλο το φτωχό μισολιποθυμισμένο πλάσμα εκεί. Περνούσε μες απ’ το προπέτασμα που κάναμε γύρω στον άντρα της, έφτανε σα λυρική νότα, ένας στίχος με σούρουπο, ένα «παρών».
- Δεν είναι ντροπή, σύντροφε…
- Μα είναι γι’ αυτό τώρα;… τινάζεται απελπισμένα. Δεν την ακούτε εκεί χωρίς βοήθεια; Τ ώ ρ α τι να κάμω! Τ ώ ρ α! Τ ώ ρ α!





ΠΗΓΗ...http://logotexnika.blogspot.gr

«Ο λόφος με τις παπαρούνες». Στρατής Μυριβήλης


Στρατής Μυριβήλης, «Ο λόφος με τις παπαρούνες»

Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.

Ήταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κ' εμάς. Είχε νερό μπόλικο και πρασινάδα εκεί δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο.

— Γκίρτς;
— Γκίρτς.
— Κριστιάν;
— Κριστιάν.
— Ορτοντόξ;
— Ορτοντόξ.

Μας δεχτήκανε με χαρές σχεδόν παιδιάτικες. Γελούσανε, και μεις γελούσαμε, μας χάριζαν κονσέρβες, σουγιάδες. Με τα μεγάλα τους χέρια μάς χτυπούσανε στην πλάτη. Τραβούσανε και μας δείχναν από την τραχηλιά τους χρυσά, σιντεφένια σταυρουδάκια και φυλαχτάρια κρεμασμένα με αλυσιδίτσες. Σταυροκοπιόντανε με τον ορθόδοξο τρόπο.

— Κριστιάν! Κριστιάν!

Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ' τη γλώσσα τ' αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κ’ η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.

Βρήκα κ' ένα νεώτατον αξιωματικό, λεπτοκαμωμένο σαν κορίτσι, με μεγάλα γυαλιά και γελαζούμενα χείλη, που θυμόταν απ' το σκολειό του μερικά αρχαία, τσάτρα-πάτρα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά σαν του καλαμποκιού, είχε κ’ ένα χρυσό μουστακάκι.

— Ημείς ρούσιαν λίαν Έλληνες αγαπώμεθαν! Οδησσόν λίαν Έλληνες! Λίαν!

Πήρε ύφος και μου απάγγειλε κάτι αλαμπουρνέζικα, που, όπως με βεβαίωσε ήταν Όμηρος από το πρωτότυπο. Κατόπι κάμανε μια μεγάλη χορωδία και μας τραγούδησαν λαϊκά τραγούδια. Καμπόσοι τα κομπανιάριζαν με κάτι μακριές μπαλαλάικες που τις σήκωναν στη ράχη σταυρωτά με το ντουφέκι τους. Δεν κατάλαβα τα λόγια των τραγουδιών, μα σίγουρα θα μιλούσαν για ένα δάσος χιονισμένο, για ένα χωριό χιονισμένο, που οι μπουχαρίδες των καλυβιώ του θυμιάζουνε γαλάζιον καπνό μέσα στον παγωμένον αγέρα. Ξανθιές γυναίκες με χοντρές πλεξούδες κάθουνται πίσω απ' τα κλειστά τους τζάμια, με το λευκό κούτελο ακουμπισμένο στο γυαλί. Σκουπίζουν αργά με το δάχτυλό τ' αχνισμένο τζάμι και βλέπουνε στα χαμένα, μακριά, μακριά, το ρούσικο κάμπο που δεν τελειώνει παρά στα ουρανοθέμελα. Μέσα στην απέραντη πλατωσιά, ένα μονοπάτι χαραγμένο στο χιόνι από τα έλκηθρα. Ένα μονοπάτι που πήρε τα παλικάρια του χωριού και τα πήγε μακριά, μακριά, πέρα από τα σταχτιά ουρανοθέμελα. Ίσως και πέρα απ' τη ζωή.

Οι μορφές των τραγουδιστάδων ήταν σοβαρές, τα παιδιάτικά τους τα σλάβικα μάτια βούρκωναν. Σαν τέλειωσαν το τραγούδι μείναμε πολλήν ώρα ακίνητοι μαζί τους, ταξιδεύοντας πάνω στα φτερά της μουσικής, που ενώνει τις καρδιές, γιατ' είναι η γλώσσα τους η πανανθρώπινη.

Σαν κάμαμε τις τετράδες για να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των τουφεκιώ μας. Ήτανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.

— Αντίο! Αντίο!

Ο πολύ νέος αξιωματικός πετά το καπέλο του, λυγερός, σχεδόν διάφανος μέσα στο φως.

— Χαίρε, λίαν, Έλληνες! Χαίρε!

Πόση αγάπη υπάρχει στον κόσμο! Άφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ' έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.

[πηγή: Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω. Το βιβλίο του πολέμου, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1959, σ. 53-55]

"To τέλος της αθωότητας". Αποσπάσματα από το βιβλίο του Στίβεν Κινγκ


«TΑ ΠΙΟ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΤΕΡΟ να ειπωθούν. Εκείνα που σε κάνουν ακόμα και να ντρέπεσαι, επειδή όταν τα λες οι λέξεις μειώνουν τη σημασία τους -νοήματα που όταν τα είχες στο μυαλό σου περιλάμβαναν τα πάντα, οι λέξεις τα συρρικνώνουν δίνοντάς τους μια καθημερινή συνηθισμένη διάσταση». 

«ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΚΟΜΗ, ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ; Τα πιο σπουδαία πράγματα είναι που δείχνουν τον δρόμο προς τα μύχια της ψυχής, σαν σημάδια πάνω στον χάρτη ενός θησαυρού που οι εχθροί σου θα 'θελαν να βάλουν στο χέρι. Κι έρχονται πολλές φορές που κάνεις εκμυστηρεύσεις που σου κοστίζουν πολύ, μόνο και μόνο για να δεις τους άλλους να σε κοιτούν παράξενα, μην καταλαβαίνοντας τίποτα απ’ όσα τους είπες ή τον λόγο για τον όποιο τα θεώρησες τόσο σημαντικά ώστε σχεδόν δάκρυσες την ώρα που τα έλεγες». 

«ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΠΙΣΤΕΥΩ. Όταν το μυστικό μένει βαθιά κρυμμένο, όχι επειδή δεν θέλεις να το πεις, αλλά επειδή δεν υπάρχει κάποιος που θα σε καταλάβει». 

«TΑ ΠΙΟ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΟ να ειπωθούν, γιατί οι λέξεις μειώνουν τη σημασία τους. Δύσκολο πράγμα να κάνεις τους άλλους να ενδιαφερθούν γι' αυτά που σου ομόρφυναν τη ζωή». 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Στίβεν Κινγκ, To τέλος της αθωότητας (Στάσου πλάι μου), εκδόσεις Επιλογή. 


* Ο Στίβεν Έντγουιν Κινγκ (Stephen Edwin King) γενν. Πόρτλαντ, Μέιν, 21 Σεπτεμβρίου 1947) είναι Αμερικανός συγγραφέας και ένας από τους διασημότερους συγγραφείς βιβλίων θρίλερ και τρόμου. Δίδασκε αγγλικά στο γυμνάσιο, όταν το 1974 εκδόθηκε το Κάρι, το πρώτο μυθιστόρημά του. Έχει γράψει και υπό ψευδώνυμο, το 1972 ως Τζον Σουΐθεν (John Swithen) και μεταξύ 1972 και 1985 ως Ρίτσαρντ Μπάχμαν (Richard Bachman).

Σήμερα, με περισσότερα από 40 μυθιστορήματα και 200 διηγήματα στο ενεργητικό του, αναγνωρίζεται ως σημαντικός τεχνίτης του τρόμου και της φαντασίας αλλά και ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ου αιώνα. Έχει επανειλημμένα αποσπάσει το Διεθνές Βραβείο Φαντασίας, τα βραβεία Bram Stoker, O. Henry, Nebula και άλλα πολλά, ενώ τιμήθηκε από την Ένωση Συγγραφέων Τρόμου για το συνολικό του έργο. Το 2003 τιμήθηκε με το μετάλλιο Διακεκριμένης Συνεισφοράς από το Εθνικό Ίδρυμα Βιβλίου των ΗΠΑ. Σήμερα εξακολουθεί να ζει με την σύζυγό του στο Μέιν.

«Μάρτης», «Μαρτιά», «Μαρτίνκα».


Καλό μήνα σε όλες και όλους!

Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, συνηθίζεται να φοριέται στον καρπό του χεριού ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» φοριέται κυρίως από τα παιδιά για να προστατεύει τα πρόσωπά του από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν.


Ο "Μάρτης" φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα δάχτυλα, είτε στον καρπό του χεριού σαν βραχιόλι. Καμιά φορά φοριέται ακόμα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ώστε να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του.
"Μάρτη" δεν φορούσαν μόνο οι άνθρωποι.

 Σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο.
 Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν τη φωλιά τους. Αλλού πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καεί μαζί του.

Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα Βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.
































ΠΗΓΗ...http://omospondiamakedonon.blogspot.gr/

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...