Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Η ιστορική ταινία «ΠΕΝΤΕ» στο Ξενιτίδειο Πνευματικό Κέντρο την Κυριακή 10 Μαΐου στις 8:00 μ.μ.



 ΥΠΟ  ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΛΜΩΠΙΑΣ

«ΠΕΝΤΕ» Το Ολοκαύτωμα της Σαμοθράκης !!

ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΖΩΝΤΑΝΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ !

Η ιστορική ταινία  «ΠΕΝΤΕ», στο Ξενιτίδειο Πνευματικό κέντρο την Κυριακή 10  Μαΐου στις 8:00μμ.

Η ιστορία του Ελληνικού γένους είναι γεμάτη διαχρονικές αξίες και θυσίες που έχουν σηματοδοτήσει την ελληνική καλλιτεχνική και κοινωνική πορεία. 

Οι Έλληνες, ως πρωτίστως «υπέρ πίστεως και πατρίδος», έχουν διεκδικήσεί την ελευθερία τους με κάθε τίμημα.

Η μεγάλη θυσία των κατοίκων της Σαμοθράκης στην εθνική παλιγγενεσία αναγνωρίστηκε από την Ακαδημία Αθηνών μόλις το 1980. Αυτή την άγνωστη πτυχή της ελληνικής ιστορίας και του έθνους μας έρχεται να ξεδιπλώσει με ένα μοναδικό τρόπο και να δώσει στο κοινό, ο σκηνοθέτης της ταινίας "Πέντε" Βασίλης Τσικάρας,

 Η ταινία δεν έχει προβληθεί από τα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια και αποτελεί μία μοναδική ευκαιρία για το κοινό της Αλμωπίας να ενημερωθεί για την ιστορική αλήθεια καινα έρθει σε επαφή με τις αξίες αξιοπρέπειας και τις θυσίες του γένους μας.

Ο Μιχάλης και η Μυρσίνη, δυο νέα παιδιά, ετοιμάζονται να κάνουν το σπιτικό τους έχοντας όνειρα για μια ειρηνική και όμορφη ζωή. Την ίδια στιγμή, οι 5 δημογέροντες της Σαμοθράκης αποφασίζουν να διώξουν τον Τούρκο φοροεισπράκτορα του νησιού και να συνταχθούν στο επαναστατικό κλίμα της εποχής. Ακολουθούν 3 μήνες ειρήνης, ωστόσο το νησί προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο σύγκρουσης. Έτσι δημιουργείται μια ομάδα ανθρώπων που κινεί τα νήματα, με τη συμμετοχή των 5 δημογερόντων, της οικογένειας Βισβίζη, ενός οπλαρχηγού από τη Σάμο κι ενός μυστηριώδη ξένου άντρα με το όνομα Αράν.

Στα τέλη Αυγούστου, η Σαμοθράκη κυκλώνεται από τουρκικά πλοία. Ο καθένας από τους ήρωες θα βρεθεί αντιμέτωπος με το κακό που έρχεται. Ο μεγάλος αγώνας για επιβίωση ξεκινά…

Η συνέχεια στο Ξενιτίδειο….

Σας περιμένουμε!!


Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους συναντάμε τον Νεοζηλανδό ηθοποιό Manu Bennett (Spartacus, Hobbit, Arrow) και τους Γιάννη Αϊβάζη, Βύρωνα Κολάση, Νταίζη Σεμπεκοπούλου, Δημήτρη Παπαδόπουλο, Παναγιώτη Καρμάτη, Μανώλη Σαββίδη, Αντώνη Σιώπκα, Κωνσταντίνο Καραθωμά και Σπύρο Μπιμπίλα. 


Σε σημαντικούς ρόλους συναντάμε τους Κωνσταντίνα Μυλωνά, Κωνσταντίνο Λάγκο, Χρύσα Κοντογιώργου, Λευτέρη Δημηρόπουλο, Γεράσιμο Σοφιανό, Νίκο Πολοζιάνη, Γεωργία Μπιτάκου, Πέτρο Πέτρου, Σταύρο Δουκουζγιάννη, Χριστίνα Πιερή, Γιάννη Περδίκη, Δάνη Νικολαΐδη, Σταύρο Παρχαρίδη, Δημήτρη Τσιλινίκο, Βασίλη Τελίδη, Αριστείδη Σιναπίδη, Γιάννη Λαζαρίδη, Στέργιο Κωνσταντζίκη κ.ά.


Guests:  Πέτρος Ίμβριος, Λεωνίδας Καλφαγιάννης

Μουσικοθεατρική συνάντηση Ιάκωβου Καμπανέλλη και Μίκη Θεοδωράκη στο Ξενιτίδειο Πνευματικό Κέντρο



 Ίδρυμα Ι. & Θεόφραστου Σακελλαρίδη

‘Πολιτιστικός σύλλογος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα,

για την διάδοση της όπερας και της οπερέτας’

Π. Βαρδάκα 1 Κατερίνη

Περ. Κουτρουμπά 20 Λιτόχωρο

ΑΦΜ: 99830399 ΔΟΥ Κατερίνης

Τηλ: 23510- 34221 Κιν: 6944050944

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

«Από το 1821 στο Σήμερα»

Μια μνημειώδης μουσικοθεατρική συνάντηση του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του Μίκη Θεοδωράκη

Δύο από τα σημαντικότερα κεφάλαια του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού ενώνονται σε μια ενιαία,

συγκλονιστική παράσταση. Ο σκηνοθέτης Χρήστος Σάλτας παρουσιάζει μια ευρηματική διασκευή που

συνομιλεί με την ιστορική μνήμη της Ελλάδας, συνθέτοντας το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου

Καμπανέλλη με το «Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού» του Μίκη Θεοδωράκη.

Η Παράσταση

Με αφετηρία την Επανάσταση του 1821 και φτάνοντας μέχρι τη σύγχρονη εποχή, η παράσταση επιχειρεί

μια βαθιά τομή στην ελληνική ιστορία.

Από τη μία, η αιχμηρή, σατιρική και γεμάτη αλήθειες ματιά του Καμπανέλλη στο «Μεγάλο μας

Τσίρκο», που αναδεικνύει τις περιπέτειες, τους αγώνες και τα πάθη του λαού μας.

Από την άλλη, η αρχέγονη δύναμη του Θεοδωράκη στο «Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού», ένα έργο

που υμνεί την εθνική συμφιλίωση και τη νίκη της αγάπης πάνω στο μίσος του διχασμού.

Σκηνοθετική Προσέγγιση

Ο Χρήστος Σάλτας δημιουργεί μια γέφυρα ανάμεσα στον λόγο και τη μουσική, τοποθετώντας τον θεατή

στο επίκεντρο μιας ιστορικής διαδρομής 200 και πλέον ετών. Με μια σύγχρονη αισθητική, η παράσταση

αναδεικνύει το διαχρονικό μήνυμα των έργων: την ανάγκη για ενότητα, ελευθερία και ελπίδα.

Σημείωμα του Σκηνοθέτη

«Η ιστορία μας δεν είναι μόνο ημερομηνίες σε βιβλία, είναι οι φωνές των ποιητών μας και οι μουσικές που

μας μεγάλωσαν. Συνδυάζοντας αυτά τα δύο μνημειώδη έργα, αναζητούμε την ταυτότητά μας στο σήμερα,

τιμώντας τις ρίζες μας.»

Χρήστος Σάλτας

«Οι Θαλασσιές οι Χάντρες» έρχονται στην Αριδαία!



 🎬 «Οι Θαλασσιές οι Χάντρες» έρχονται στην Αριδαία! 🌊🎶

Ο Σύλλογος Φίλων Μουσικής Αλμωπίας «Ο ΑΡΙΩΝ» σας προσκαλεί σε μια μαγική βραδιά γεμάτη άρωμα παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Υπό την καλλιτεχνική υπογραφή του μουσικοσυνθέτη μας, Δημήτριου Δέκου, ενώνουμε γενιές και φωνές σε ένα μοναδικό μουσικοθεατρικό ταξίδι. Η ανανεωμένη χορωδία μας, οι μουσικοί μας και τα παιδιά μας, σας περιμένουν να τραγουδήσουμε όλοι μαζί!
📍 Πού: Ξενιτίδειο Πνευματικό Κέντρο
📅 Πότε: Τετάρτη 6 Μαΐου 2026
🕗 Ώρα: 20:00
Γιατί η μουσική έχει τη δύναμη να μας ενώνει. Σας περιμένουμε! 🎤✨

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

"Ανασασμός" της Άννας Πούδη.



ΑΝΑΣΑΣΜΟΣ

Μνήμες γάργαρο νερό.

Ρίζες οι τόποι μου.

Δέντρα χορεύουν.

Κάτω απ' τον ίσκιο τους

δροσίζω τον ιδρώτα μου. 

Καύμα..  

Λίγο ψωμί... 

Να ξοδέψω την πείνα μου. 

Αχόρταγα τρυγάει η μέλισσα

Το νέκταρ των λουλουδιών. 

Μέλι γλυκό

Στάζει απ' το χέρι μου. 

Κεχριμπαρένιο δάκρυ. 

Εγέρθητι! 

Ζυγώνει το καλοκαίρι

Τρέξτε στους κάμπους χαρωπά!

Κουρνιάζω στην υγρή γη... 

Ανασασμός!


Η Άννα Πούδη γεννήθηκε το 1996 στη Θεσσαλονίκη και έχει καταγωγή από την Αλμωπία (Αριδαία). 

 Είναι απόφοιτη του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ, με μεταπτυχιακές σπουδές στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία.

 Ασχολείται με τη συγγραφή από πολύ μικρή ηλικία, με κύριο εκφραστικό της πεδίο την ποίηση. Η γραφή της είναι βιωματική, με έντονα στοιχεία εσωτερικότητας, εικόνας και συναισθηματικής έντασης.

 Έργα της έχουν δημοσιευτεί κατά σε λογοτεχνικούς ιστοτόπους και περιοδικά. 

 Αντλεί έμπνευση από τον άνθρωπο, το βίωμα, την ψυχολογία, τη μνήμη και τον τόπο της, τον οποίο αγαπά βαθιά.

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Ερωτέχνες Αλμωπίας: ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ...

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

"Το Νυχτέρι" της Δέσποινας Τσουλφαΐδου στο Ξενιτίδειο Πνευματικό Κέντρο Αριδαίας.

 Η Τσουλφα'ί'δου Δέσποινα θα παρουσιάσει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο "ΤΟ ΝΥΧΤΕΡΙ", που θα γίνει το Σάββατο 21 Μαρτίου 2026 και ώρα 20.00 στο Ξενιτίδειο Πνευματικό Κέντρο Αριδαίας.

{Υπό την αιγίδα του Δήμου Αλμωπίας -Αντιδημαρχεία Πολιτισμού}

Συντελεστές:

Παρουσίαση-συντονισμός: Μανδά Μαρία

Εισηγητές:

Τυρσελή Ζωή- Φιλόλογος

Γόδου Αννέτα - Κοινωνιολόγος

Ρουμελή Βάσω - Ποιήτρια

Σαμαρτζίδης Γιώργος -Ποιητής

Απαγγελίες:

Ιωάννα Ιγνατίδου

Χριστίνα Πισχιτζή

Ζωή Κιούπη

Χριστίνα Κιούπη

Ελένη Χότζια

Κατερίνα Μυλωνά

Βιολί: Στέλλα Τα'ι'φυριανού 

Η Δέσποινα Τσουλφαΐδου γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου 1982 και μεγάλωσε στον όμορφο Εξαπλάτανο Αλμωπίας.
Σήμερα ζει με τον σύζυγό της, Γιάννη Σμέη, στην ορεινή Περίκλεια, έναν τόπο που μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα με την ευαίσθητη και ποιητική της φύση.
Απόφοιτος του Ενιαίου Λυκείου Εξαπλατάνου, η Δέσποινα έδειξε από νωρίς την αγάπη της για την τέχνη και την έκφραση, ενώ για τρία χρόνια υπήρξε ενεργό μέλος της Θεατρικής Ομάδας «Περίκλειος».
Η δημιουργική της φύση όμως βρήκε τον πιο ουσιαστικό της δρόμο μέσα από τη γραφή.
Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους έναν μικρό κόσμο γεμάτο ευαισθησία, σκέψεις και όνειρα.
Έναν κόσμο που κάποια στιγμή ζητά να βρει δρόμο προς το φως.
Για τη Δέσποινα Τσουλφαΐδου αυτός ο δρόμος ήταν η ποίηση.
Άρχισε να καταγράφει σκέψεις από την εφηβεία της και γύρω στα δεκαοκτώ της χρόνια έγραψε τα πρώτα της ποιήματα.
Η ποίηση έγινε σιγά-σιγά ένας βαθιά προσωπικός τρόπος να μιλά για τον κόσμο, τα συναισθήματα και την ανθρώπινη ψυχή. Μεγάλη πηγή έμπνευσης για εκείνη υπήρξε ο αγαπημένος της ποιητής, Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, ενώ από τους συγγραφείς που τη σημάδεψαν ιδιαίτερα ξεχωρίζουν ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, των οποίων τα έργα έχει διαβάσει σχεδόν στο σύνολό τους.
Εκτός από ποιήματα, έχει γράψει και στίχους για τραγούδια, με την ελπίδα κάποια στιγμή να μελοποιηθούν.
Στις στιγμές χαλάρωσης αγαπά να βλέπει παλιές ασπρόμαυρες ξένες ταινίες και να ταξιδεύει με τη μουσική, έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στον Ιάπωνα συνθέτη Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι ( Shigeru Umebayashi )
Παράλληλα, αντλεί έμπνευση από τη φύση, απολαμβάνοντας να την παρατηρεί και να περπατά στα βουνά.
Σήμερα κρατά στα χέρια της τον καρπό μιας διαδρομής χρόνων: την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο
«Το Νυχτέρι»
Ένα βιβλίο που δεν είναι απλώς λέξεις και στίχοι, αλλά κομμάτια καρδιάς, σκέψεις σιωπηλές και συναισθήματα εσωτερικής αναζήτησης που βρήκαν τη δύναμη να ειπωθούν.
Η παρουσίαση της πρώτης της ποιητικής συλλογής θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 21 Μαρτίου 2026, στις 20:00, στο Ξενιτίδειο Πνευματικό Κέντρο Αριδαίας, υπό την αιγίδα του Δήμος Αλμωπίας – Αντιδημαρχείο Πολιτισμού.
Η ίδια δίνει έναν μοναδικό ορισμό για την ποίηση και ίσως μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις κρύβεται όλη η ουσία της δικής της ψυχής.
«Ποίηση είναι το δροσερό αεράκι μια καυτή μέρα του καλοκαιριού που κάνει το σώμα να αναρριγήσει καταμεσής ενός χρυσαφένιου κάμπου.»
Για τη Δέσποινα, η ποίηση είναι κάτι βαθιά αισθαντικό και ζωντανό:
Ένας ορισμός που αποκαλύπτει την ευαισθησία και τη δύναμη της ψυχής της.
Παράλληλα, έχει γράψει ένα παιδικό παραμύθι και ένα παιδικό διήγημα, τα οποία σχεδιάζει να εκδώσει στο μέλλον, συνεχίζοντας έτσι το δημιουργικό της ταξίδι κι αυτά τα βιβλία να ταξιδέψουν μικρούς και μεγάλους σε νέους κόσμους.
Η Δέσποινα Τσουλφαΐδου είναι μια νέα δημιουργός με αληθινή αγάπη για την τέχνη του λόγου — ένα κορίτσι σεμνό, ταλαντούχο και γεμάτο ευαισθησία, που καταφέρνει να μετατρέπει τις σκέψεις και τα συναισθήματα σε λέξεις που αγγίζουν την καρδιά.
Με το έργο της μας θυμίζει ότι η ποίηση δεν είναι μόνο λόγια σε χαρτί, αλλά ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσμο πιο βαθιά, πιο τρυφερά και πιο αληθινό.

Και αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο χάρισμά της. 
Ekaterini Tsiflaidou


Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

«Χαίρε γυναίκα, φως των οφθαλμών μου!»... Βάσω Ρουμελή



 Η σημερινή ημέρα είναι αφιερωμένη στην γυναίκα. Είναι μία παγκόσμια ανάμνηση των αγώνων της σε ένα κόσμο αντρών. Αγώνες που έγραψαν ιστορία και κέρδισαν δικαιώματα και ελευθερίες...

Η γυναίκα  είναι μήτρα ζωής και δίνει ζωή σε όλους τους τομείς της κοινωνίας. Αυτήν την γυναίκα, την μάνα, την αδελφή, την σύντροφο, την εργαζόμενη, την συνοδοιπόρο και ηρωίδα αυτήν ας τιμήσουμε σήμερα γιατί παλεύει κάθε μέρα. 

Ως γυναίκα μοιράζομαι τους στίχους μου για ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ: «Χαίρε γυναίκα, φως των οφθαλμών μου!»...

Βάσω Ρουμελή  


«Χαίρε γυναίκα» 

«Γυναίκα» φώναξα και ανατρίχιασε η σάρκα.

Στην ομίχλη του δρόμου σε πλησιάζω,

κερδίζω την μάχη μα χάνω τον πόλεμο.

Μην φεύγεις…είμαι εδώ για σένα!

Αξίζει η αθανασία χωρίς την μυρωδιά σου;

Μποτιλιάρισε ο έρωτας, κρεμάστηκε η αγάπη

στην υγρασία των ματιών σου.

Ξέρω σε πόνεσε η κούνια στους αιώνες 

που δεν προορίζεται για σένα…

Όλα πλασμένα για τον Αδάμ της Γένεσης

Τον γενάρχη εραστή, τον γυμνό στρατηλάτη,

που σε αγκύλωσε στο μουσαμά της αμαρτίας.

Γι αυτόν κλαις; 

Ω, γυναίκα! στη μάνταλα της μοίρας σου,

η αγιοσύνη σου κεντά ίσκιους και ρόδα.

Με στεφάνι αμάραντο στο χωροχρόνο 

σαν πόρνη και κυρά γεννάς  ήλιους.

Ολόδροση σταγόνα ποτίζεις το χώμα

φωτίζεις, εμπνέεις και καταστρέφεσαι.

Στάσου... είμαι εδώ για σένα!

Κόρη, μάνα κι εγώ στον καθρέπτη που κρατάς. 

Κανείς δεν επιτρέπω να σε λερώσει 

να σε αγγίξει με βρώμικα χέρια.

Στάσου να χαϊδέψω τα γκρίζα και ροζ μαλλιά σου, 

ανταύγειες της μνήμης και των ονείρων. 

«Χαίρε γυναίκα», φως των οφθαλμών μου!


                                             Βάσω Ρουμελή 

Έπαινος 2020 στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμός «Νίκος Καζαντζάκης» των εκδόσεων Ραδάμανθυς, Χανιά Κρήτης 


Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

"Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα." - Απόσπασμα από την Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση


"Τον κοιτάει. Είναι νέος - πολύ νέος για καπετάνιος - ως τριάντα χρόνων. Όμορφος άντρας, με κορμί αρμονικό και πρόσωπο αδρό μα γλυκό, όπου γυαλίζουν δυο μάτια χρυσαφιά, χαμογελαστά και εξυπνότατα.

«Ένας Έλληνας. Έτσι πάντα φανταζόμουν τους Έλληνες. Πρέπει να του μιλήσω ελληνικά».

- Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ!

Ο καπετάνιος σαστίζει.

- Παρντόν, μαμζέλ. Δεν καταλαβαίνω τι λέτε. Μιλώ γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά...

- Πώς! Ελληνικά δεν ξέρετε; - Διάβολε! Είμαι Έλληνας.

- Η φράση που σας είπα είναι ελληνική. Αρχαία ελληνική.

- Δεν αποκλείεται. Αλλά...

- Τι εννοείτε; Σας βεβαιώνω ότι γνωρίζω πολύ καλά τη γλώσσα των προγόνων σας.

- Εγώ ομολογώ πως δεν είμαι τόσο δυνατός στη γλώσσα των προγόνων μου. Έχετε την καλοσύνη να ξαναπείτε τη φράση;

- Ευχαρίστως. Ναουκλερέ καλέ καγκατέ, Χαϊρέ! Ο καπετάνιος αναστενάζει, πολύ στενοχωρημένος. Βγάζει από την τσέπη του ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι.

- Παρακαλώ, δεν την γράφετε εδώ; Άμα την δω γραμμένη, ίσως την καταλάβω... Με χέρι νευρικό, γράφει τη φράση. Ο καπετάνιος τη διαβάζει, και ξεσπάει σε γέλιο ομηρικό.

- Ναύκληρε καλέ καγαθέ, χαίρε! Έτσι προφέρεται, κι όχι όπως το είπατε.

- Μιλώ με την ερασμιακή προφορά. Η δική σας, καθώς βλέπω, είναι εντελώς αλλιώτικη.

- Είναι η σωστή. Μου την εξήγησε ο μικρός αδερφός μου, ένας νέος με μεγάλη μόρφωση. Το αποδείχνει, λέει, η μετρική, η προσωδία... Απόμειναν σιωπηλοί. Κοιτάζονταν και χαμογελούσαν.

Κι η Μαρίνα είπε:

- Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, μα δεν έτυχε ποτέ να γνωρίσω Έλληνες. Είδα, λοιπόν, το πλοίο σας, το «Ιμαϊρά»...

- Πώς είπατε; Ιμαϊρά; - Βεβαίως. Έτσι δε λέγεται το πλοίο σας; - Όχι, δεσποινίς. Λέγεται Χίμαιρα. Χίμαιρα.

Απόσπασμα από την Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση (σελ. 36-37). 

Ο Μ. Καραγάτσης (23 Ιουνίου 1908 − 14 Σεπτεμβρίου 1960) ήταν Έλληνας πεζογράφος, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της «Γενιάς του '30». Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Το ψευδώνυμο Καραγάτσης προήλθε από το δέντρο πτελέα ή καραγάτσι στο εξοχικό της οικογένειάς του στηΡαψάνη της Θεσσαλίας, όπου περνούσε τα περισσότερα εφηβικά καλοκαίρια του.

"Το Νούμερο 31328". Ηλίας Βενέζης (απόσπασμα)


  Νυχτωθήκαμε στο Αγιασμάτ. Μας πήγαν σ’ ένα σκοτεινό χαμηλό χτίριο. Μόλις μπήκαμε μέσα μας χτύπησε μια μυρουδιά από κοπριά, από θειάφι κι αγιοσύνη. Καταλάβαμε πως πρόκειται για έναν οίκο του Υψίστου που χρησίμευε τώρα για στάβλος ή αποθήκη.
  Νεκρή ησυχία βασίλευε. Χύσαμε με τις χούφτες το θόρυβο που έβγαινε απ’ τα πικραμένα στόματά μας. Ύστερα ξαπλώσαμε πάνω στις πλάκες όπως βρεθήκαμε ο καθένας. Ο Αργύρης κοντά μου. Στο βάθος, προς το μέρος του Ιερού, πήγε η φαμίλια. Το καταλαβαίνω απ’ το παιδάκι που κλαίει. Θα φοβάται το πολύ σκοτάδι.
  Η πόρτα έκλεισε. Είμαστε μονάχοι οι σκλάβοι. Πέρασε ίσαμε μια ώρα. Από καιρό σε καιρό, σε αραιά διαστήματα, γινόταν σιωπή. Ύστερα ακουγόταν ένα μουγκριχτό σε μιαν άκρη – κάποιος σύντροφός μας. Κι όσο προχωρούσε η νύχτα, αυτές οι βαριές υπόκωφες κραυγές ολοένα πολλαπλασιάζουνταν. Τα μισόγυμνα κορμιά, όσα δεν ήταν δουλεμένα στην τραχιά ζωή, σπαράζαν. Όσο περπατάς δεν καταλαβαίνεις τίποτα απ’ το ύπουλο έργο που γίνεται κάτου απ’ το πετσί, μες στα νεύρα. Μα μόλις καθίσεις είναι αδύνατο πια να σαλέψεις χωρίς να δαγκάνεις, να βγει αίμα απ’ τον πόνο. Πεινούσαμε.
- Ηλία, θα βαστάξουμε, δεν είναι έτσι;… με ξαναρωτά ο Αργύρης, να πάρει κουράγιο από μένα.
Κ’ εγώ θέλω να μη λιποψυχήσω:
- Θα βαστάξουμε, Αργύρη.
- Ελπίζεις;…
- Ελπίζω.
  Λίγο έπειτα μου παραπονιέται για τα πόδια του. Το ένα, που ήταν ολότελα γυμνό, άρχισε να πρήζεται, να κάνει φουσκαλίδες. Ένα δυο απ’ αυτές σπάσαν στο δρόμο και τσούζουν. Και το άλλο, με τη συντροφική παπούτσα, είχε πληγώσει. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ωραίο χλωμό του πρόσωπο επειδή είναι σκοτάδι. Μα τον ακούγω που κλαίει σιγανά. Του λέω πως υποφέρω κ’ εγώ, σώπα.
  Ξεχνιέται μια στιγμή, μα πάλι ξανάρχεται στο ίδιο μοτίβο:
- Ηλία αδερφάκι μου, μπας και δε βαστάξουμε;…
  Θα ήταν έντεκα η ώρα, τη νύχτα, όταν έτριξε η πόρτα. Δυο τρεις στρατιώτες μιλούσαν σιγανά. Στριμώχτηκα κοντά στον Αργύρη, κ’ εκείνος σιμά μου, και βλέπαμε. Ένα φως άναψε. Ένα κερί. Οι στρατιώτες άρχισαν να ψάχνουν. Σκύβουν με το κερί στα πρόσωπα και κοιτάζουν. Γυρεύουν.
  Σαν φτάξανε σ’ εμάς, στα δυο αγόρια, στάθηκαν.
- Θέλεις; λέει ο ένας δείχνοντας τον Αργύρη.
Ο άλλος σκέφτηκε, ύστερα λέει;
- Όχι για την ώρα.
- Τη γυναίκα;
- Ναι.
- Θα περιμένεις σειρά, λέει ο πρώτος.
- Θα περιμένω.
Απομακρύνουνται.
  Ο Αργύρης τα καταλαβαίνει όλα, γιατί ξέρει τούρκικα. Μα κ’ εγώ το υποπτεύουμαι. Είναι τόσο κοντά μου, ακούγω την καρδιά του που χτυπά γρήγορα. Μα γρήγορα. Σφίγγεται πάνω μου.
- Ηλία… μουρμουρίζει συγκινημένος. Α, «αυτό» όχι! Όχι!
  Κ’ εμένα μ’ έχει περιχύσει ο ίδρος απ’ το φόβο. «Αυτό» δεν το είχα υποπτευτεί, δεν το υπολόγιζα. Θυμούμαι μονομιάς ένα σωρό ιστορίες που είχα ακουστά. Μια ξαφνική αξιοπρέπεια τινάζεται σα λόχη μες από κει, απ’ το ταπεινωμένο ζο. Μια περηφάνια, μες στις μύξες, στη γύμνια, στα δάκρυα – ναι, ήταν ολότελα κωμικό.
  Παίρνω αμέσως την απόφαση:
- Αργύρη, εγώ θα προτιμήσω να πεθάνω. Θα κάμω ό, τι μπορώ…
  Δεν ακούγω την απάντησή του. Ίσως γιατί τρέμει. Δε θέλει ν’ αγγίσει τη βεβαιότητα πως δεν πρόκειται να ζήσουμε. Γιατί, γιατί είναι έτσι ωραία να έχεις μια θερμή καρδιά, να είναι ήλιος, η θάλασσα…
- Αλλά «αυτό» όχι… Όχι «αυτό» μουρμούρισε πάλι.
  Το κερί έφταξε στον προορισμό του, στο Ιερό. Ακούμε μια στριγγιά γυναικεία κραυγή που ξεπετιέται από κει, στο βάθος· χαστουκίζει για ένα γρήγορο λεπτό τον πικρόν αγέρα. Ύστερα άλλη μια κραυγή. Μα τούτη σβήνει απότομα από κάποιο χέρι που βούλωσε το στόμα που φώναζε. Οι στρατιώτες, φαίνεται, νοιάζουνταν να μη γίνει θόρυβος.
  Οι σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, με προφύλαξη, και κουνιούνται προς το Ιερό, να δουν. Σηκώνουμαι κ’ εγώ και πάω κοντά, τοίχο τοίχο, κρυμμένος στο μισοσκόταδο.
  Η γυναίκα βαστούσε τον άντρα της με τα δυο χέρια και δεν ήθελε να ξεκολλήσει. Το παιδάκι είναι ξαπλωμένο ανάμεσά τους. Δεν ξύπνησε ακόμα. Μια μπούκλα γεμάτη σκόνη έχει κολλήσει πάνω στο πρόσωπο, πέφτει και πλάι, στο κατεβασμένο βλέφαρο. Είναι τόσο ήμερο – μια μπούκλα. Θα ονειρευόταν. Ο στρατιώτης τραβούσε τη γυναίκα, στην αρχή αδύνατα, ήθελε να είναι αβρός. Μα ολοένα δυνάμωνε, ολοένα, το τράβηγμα. Ανυπομονούσε. Τα μάτια του ήταν τεζαρισμένα απ’ την επιθυμία και, όπως η αντίσταση της γυναίκας συνεχιζόταν, μια γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους και τα’ άλειψε με φως.
- Γλιτώστε με!... Γλιτώστε με!...
  Ο άντρας ακούει τη γυναίκα του. Έχει ένα χαμένο ύφος, η μιλιά είναι δεμένη μες στο στόμα του, αλυχτούσε να βγει. Δεν έβγαινε.
- Κ’ εσύ δε με σκοτώνεις! Του φώναζε η γυναίκα με απελπισμένη οργή. Δε με σκοτώνεις!...
  Συγκινημένος, χαμένος, κατορθώνει τέλος να ικετέψει τους στρατιώτες:
- Λυπηθείτε μας!... Λυπηθείτε μας!...
  Ανασηκώθηκε λίγο προς τα μπρος, έκαμε μια προσπάθεια να κρατηθεί σ’ αυτή τη στάση της αδέξιας γονυκλισίας.
  Μια κλωτσιά στα πλευρά. Ο μεγάλος όγκος του έπεσε απότομα πίσω. Κ’ η γυναίκα έχασε την επαφή μαζί του. Έκαμε να πιαστεί κάπου, κι άρπαξε το ποδαράκι του παιδιού. Κι αυτό, που ξύπνησε, ξεφώνιζε μαζί της:
- Μητερούλα!... Μητερούλα!...
  Ένα μικρό διάστημα τη σέρναν. Έσερνε και το παιδάκι μαζί της. Ύστερα το παράτησε.
  Βγήκαν απ’ το Ιερό. Σταμάτησαν κοντά στην είσιδι, πίσω από μια κολόνα. Ένας τους πήρε μια πλατιά σανιδένια τάβλα, που ήταν στην πόρτα, και την ακούμπησε στην κολόνα, να προφυλάξει το μέρος να μη βλέπουμε. Μα για το σκοπό τούτον η τάβλα ήταν μικρή, πιο μικρή απ’ το μπόι του ανθρώπου. Λίγα πράματα μονάχα κρύβουνταν.
- Εδώ μέσα!... Μπρος στα μάτια μας!... μουρμουρίζει ένας με φρίκη. Τα σκυλιά!
- Σουτ! Κάνει κάποιος άλλος.
  Κρυμμένοι μες στο σκοτάδι είχαμε κολλήσει τα μάτια εκεί. Οι καρδιές χτυπούσαν, Κοιτάζαμε με περιέργεια αδυσώπητη, σα λύσσα, μη μας φύγει και η ελάχιστη λεπτομέρεια. Ο ένας στρατιώτης πολεμούσε να ρίξει τη γυναίκα ανάσκελα χάμου. Δεν έπεφτε. Τότες την έπιασαν οι δυο απ’ τα χέρια κι ο τρίτος απ’ τα ποδάρια. Άφησαν πια κατά μέρος την αβρότητα. Τα χέρια τους, τα κορμιά τους δουλεύαν με γρήγορες νευρικές κινήσεις, δεν άντεχαν πια. Την ξαπλώσαν ανάσκελα. Ο μεσαίος στρατιώτης βιαζόταν να τη λευτερώσει από ένα δυο ρούχα. Οι άλλοι την κρατούσαν με τα χέρια κολλημένα πάνου στο στήθος. Για μια τελευταία φορά πολέμησε να μαζέψει τις δυνάμεις της, ν’ αντισταθεί. Ξέφυγε, στριφογύρισε σα φίδι, ουρλιάζοντας:
- Σκοτώστε με! Σκοτώστε με!
  Τη φέραν πάλι στα ίδια, ανάσκελα, με κολλημένα πάνω της τα τρία ζευγάρια χέρια. Μη έχοντας πια να κάμει τίποτα άλλο, έπιασε να χτυπά το κεφάλι της απανωτά, απελπισμένα, στις πλάκες. Ο βουβός κρότος νοιαζόταν να διατηρηθεί μια στιγμή μες στις φωνές της, που ολοένα αδυνάτιζαν.
  Τέλος μέρεψε οριστικά. Άκουγες μονάχα ένα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ένα παράπονο. Και πολύ αραιά, ένα δυο τελευταία χτυπήματα του κεφαλιού στις πλάκες – κάτι καθυστερημένα χειροκροτήματα μες στη λαχανιασμένη ανάσα του ζου, από πάνω της, που «εκφραζόταν».
  Γύρισα τα μάτια. Δυο τρεις σύντροφοι είχαν μαζευτεί κοντά κοντά, ολόρθοι, και κάνανε ένα παραπέτασμα γύρω στον άντρα της, να μη βλέπει. Είχε ζαρώσει εκεί, κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, έσκυβε πάνου στο παιδάκι του με τις μπούκλες που βέλαζε, το’ σφιγγε.
- Πως θα το βαστάξω;… Πως θα το βαστάξω;… μουρμούριζε μες στα δάκρυά του.
  Ένας απ’ τους δικούς μας θέλησε να τον ησυχάσει.
- Σύντροφε, δεν είναι ντροπή. Όλοι μας μια μέρα μπορούμε να το βεβαιώσουμε πόσο ήταν αδύνατο να κάμεις τίποτα…
  Ο σιγανός ολολυγμός ερχόταν ολοένα πιο αδύνατος απ’ το άλλο το φτωχό μισολιποθυμισμένο πλάσμα εκεί. Περνούσε μες απ’ το προπέτασμα που κάναμε γύρω στον άντρα της, έφτανε σα λυρική νότα, ένας στίχος με σούρουπο, ένα «παρών».
- Δεν είναι ντροπή, σύντροφε…
- Μα είναι γι’ αυτό τώρα;… τινάζεται απελπισμένα. Δεν την ακούτε εκεί χωρίς βοήθεια; Τ ώ ρ α τι να κάμω! Τ ώ ρ α! Τ ώ ρ α!





ΠΗΓΗ...http://logotexnika.blogspot.gr

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...