Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Εγκεφαλικά ημιθανείς, ψυχικά χλιαροί κι επίκαιροι


Για να γράψω ένα κείμενο πρέπει κάτι να μου συμβεί, κάτι που θα ταράξει για λίγο το ίζημα της καθημερινότητας.
Πιο έντονη επιθυμία, ανάγκη αδήριτη, προκαλεί η ψυχική αναταραχή. Η οργή και ο θυμός, η αγανάκτηση, η θλίψη, ο πόθος κι η ευτυχία, φτιάχνουν λέξεις και ιδέες που ζητούν να γραφτούν.

Αν ήμουν χορευτής θα τις χόρευα αυτές τις λέξεις, αλλά δυστυχώς με τον χορό ποτέ δεν τα πήγαινα καλά -γι’ αυτό και ζηλεύω τους χορευτές.
Το συναίσθημα, όταν το νιώθεις να φουσκώνει μέσα σου, πρέπει να το εκφράσεις. Ο Μπάιρον, ο ποιητής, όχι ο λόρδος, έλεγε ότι η ποίηση είναι η λάβα της ψυχής του. Αν δεν έγραφε θα γινόταν έκρηξη (παρεμπιπτόντως, ο Μπάιρον έχει διαγνωστεί απ’ τους μελετητές του ως διπολικός).

Όταν γράφεις γι’ αυτά που νιώθεις ησυχάζει λίγο η ψυχή σου, το θυμικό σου, σαν να βγαίνεις στο μπαλκόνι και να ουρλιάζεις ή να βρίζεις ή να φωνάζεις «αγαπώ την …»

Όταν μοιράζεσαι ξεφορτώνεσαι. Είτε μιλάς στον ψυχαναλυτή, στον εξομολογητή, στον φίλο, στον μπάρμαν, είτε όταν γράφεις στον τοίχο.
Αλλά πρέπει να νιώθεις για να έχεις κάτι να μοιραστείς.
~~
Άλλες φορές είναι η σκέψη που με οδηγεί στη γραφή. Κάποιες ιδέες που με προβληματίζουν. Γράφοντας ‘τες τις βάζω σε μια σειρά, καταφέρνω να τις κατανοήσω λίγο καλύτερα.
Τον προβληματισμό τον γεννούν τα βιβλία, οι όμορφες συζητήσεις με φίλους (όχι το κουτσομπολιό), οι ταινίες, τα τραγούδια και τυχαία περιστατικά.
Οι ιδέες, σε αντίθεση με τα συναισθήματα, δεν είναι τόσο πιεστικές. Δεν θα βγεις ποτέ στο μπαλκόνι να φωνάξεις: «Μήπως η ομοιότητα οδηγεί στην διαφοροποίηση;»
Εκτός κι αν σκεφτείς κάτι πραγματικά εντυπωσιακό, οπότε ίσως βγεις γυμνός στους δρόμους φωνάζοντας: «Εύρηκα!»
~~
Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν έχεις τίποτα να πεις αν δεν νιώθεις κι αν δεν σκέφτεσαι, αν δεν πάθεις.
Για να πάθεις πρέπει να εκτεθείς, να είσαι εκεί έξω και να ζεις.
Για να σκεφτείς δεν χρειάζεται να πας πουθενά. Αλλά χρειάζεται ν’ αφήσεις τον εαυτό σου, να ξεχάσεις το ειδικό της ζωής σου, και να προσπαθήσεις να κατανοήσεις το γενικό, την ευρύτερη εικόνα.
Αυτό λίγοι άνθρωποι μπορούν να το κάνουν αυτόφωτα, ίσως κανένας. Ακόμα κι ο Νεύτωνας έλεγε ότι πάτησε στους ώμους γιγάντων για να δει τη θέα της βαρύτητας.
Ίσως, για παράδειγμα, να το έκανε ο Δαρβίνος, που έπαθε και είδε γυρίζοντας τον κόσμο, κι έπειτα έκανε ένα βήμα πίσω, παρατήρησε τη γενική εικόνα και αντιλήφθηκε τη φυσική εξέλιξη. Ούτε καν εκείνος βγήκε στους δρόμους γυμνός φωνάζοντας: «Εύρηκα!» Είκοσι χρόνια του πήρε να αντιμετωπίσει τον κόσμο και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.

Για μας, τους απλούς ανθρώπους, που ούτε Νεύτωνες είμαστε ούτε Δαρβίνοι, ο καλύτερος τρόπος ανάπτυξης της σκέψης είναι τα βιβλία.
Όσο περίεργο και να φαίνεται όταν το διαβάζετε στο διαδίκτυο, θα πρέπει να το πω, έτσι όπως το αισθάνομαι: «Μία σελίδα από ένα καλό βιβλίο μπορεί να σας προσφέρει περισσότερα από μια ώρα στο ίντερνετ».
~~
Το διαδίκτυο είναι μια τεράστια επανάσταση, αλλά κανείς δεν το χειρίζεται. Είμαστε όλοι χρήστες, εξαρτημένοι, παγιδευμένοι στη ρουτίνα του.
Το πρώτο πράγμα που κάνει ένας άνθρωπος που μπαίνει στο διαδίκτυο είναι να χαθεί στην ανούσια επικαιρικότητα. Το επίκαιρο υπερισχύει επειδή το μέσο είναι το μήνυμα (και το μέσο που λέγεται ίντερνετ βασίζεται στη γρήγορη-εύπεπτη πληροφορία).
Η επικαιρότητα της ημέρας (15/7/2017) είναι τα ιερά κάστανα, ο άντρας που δέρνει τη γυναίκα δημοσίως, ο Σκιαθώτης νικητής κάποιου reality σε αντιπαραβολή με τον Παπαδιαμάντη (πόσο άκυρη σύγκριση;), ο καιρός (καύσωνας ή καταιγίδες) και το γιαούρτωμα κάποιων πολιτικών.
Όχι σε εκατό χρόνια, όχι σε δέκα, όχι σε ένα, αλλά μεθαύριο αυτές οι πληροφορίες δεν θα έχουν καμιά αξία-σημασία.

Όμως όλοι όσοι ζουν μέσα στο διαδίκτυο νομίζουν ότι ασχολούνται με κάτι σημαντικό, ενώ παθιάζονται με τα επουσιώδη.
Λες και είναι η πρώτη φορά που οι πιστοί προσκυνούν αντικείμενα.
Λες και είναι η πρώτη φορά που μια γυναίκα γίνεται θύμα και το δέχεται.
Λες και είναι η πρώτη φορά που η διασημότητα είναι το επίκεντρο.
Λες και είναι η πρώτη φορά που βρέχει (ή κάνει ζέστη) τον Ιούλιο μήνα.
Λες και είναι η πρώτη φορά που οι πολιτικοί είναι ανεπιθύμητοι.
(Και δεν πέθανε κανείς τραγουδιστής για να θυμηθούμε πόσο μας άρεσαν τα τραγούδια του.)
~~
Η διαδικτυακή εξάρτηση μας οδηγεί στο να θεωρούμε άξιο λόγου το προφανές, οπότε η σκέψη μας δεν εξελίσσεται.
Συναισθηματικά παγιδευόμαστε σε αναρτήσεις, σχόλια -και «συζητήσεις» που είναι συλλογικοί μονόλογοι.
Και, βεβαίως, όσα κι αν πράξεις στο διαδίκτυο είναι φαντάσματα πράξεων. Με ψηφίσματα στο AVAAZ, με like, με διαδικτυακούς ψόφους ή με μπλοκαρίσματα στο facebook δεν κάνεις τίποτα άλλο απ’ το να υπηρετείς το μέσο -και τη ματαιόδοξη φαντασιοπληξία σου.
Η σκέψη, το θυμικό, η πράξη, όλα υποβιβάζονται όταν είναι μόνο διαδικτυακές προβολές -και γεννιούνται από διαδικτυακές επιρροές.
~~
Το γνωρίζω ότι είναι παράδοξο να χρησιμοποιείς ένα μέσο και να καταφέρεσαι εναντίον του. Όμως μου αρέσουν οι αντιφάσεις. Η διαλεκτική (θέση-αντίθεση-σύνθεση) είναι πιο δημιουργική, πιο ανοικτή απ’ τον δογματισμό και τον επιστημονισμό.
Η σκέψη χρειάζεται τις αντιφάσεις, το θυμικό χρειάζεται τις εκρήξεις, η ζωή χρειάζεται τις πράξεις.
Ας ξεκινήσουμε με τη σκέψη -που λίγη σημασία της δίνουμε πλέον. Αντί να ξοδεύουμε το χρόνο μας στο ίντερνετ, όσο εθιστικό και να είναι, ας πιάσουμε να διαβάσουμε ένα βιβλίο, ακόμα και κάποιο που έχουμε ξαναδιαβάσει.

Δεν θα είναι επίκαιρο, αλλά μπορεί να είναι διαχρονικό.






ΠΗΓΗ...https://sanejoker.info

Τα οφέλη της παιδικής χαράς για τα παιδιά


Η παιδική χαρά είναι ο κατεξοχήν χώρος αναψυχής όπου τα παιδιά παίζουν και συναναστρέφονται με άλλα παιδιά από τη βρεφική τους ακόμη ηλικία μέχρι και τα πρώτα τους σχολικά έτη. Ειδικότερα για τις μεγαλουπόλεις, όπου οι δυνατότητες σωματικής δραστηριότητας είναι σαφώς περιορισμένες, οι παιδικές χαρές θεωρούνται -και είναι- μοναδικές «οάσεις» παιχνιδιού και διαμόρφωσης σημαντικών δεξιοτήτων.

Το παιδί μέσα από το παιχνίδι στην παιδική χαρά αποκομίζει πολλαπλά οφέλη. Καταρχάς, ήδη από πρώιμη ηλικία, ενισχύεται να αναπτύξει αλλά και να εξελίξει τις κινητικές του δεξιότητες. Τόσο τις αδρές, σε πρώτο στάδιο, δηλαδή τις κινήσεις για στήριξη και μετακίνηση, και έπειτα τις πιο λεπτές κινητικές δεξιότητες, δηλαδή όσες απαιτούν συντονισμό των μικρών μυϊκών ομάδων στα χέρια και τα δάχτυλα. Παράλληλα, μαθαίνει να αντιλαμβάνεται καλύτερα τη θέση του στον χώρο, να έχει καλύτερη συναίσθηση του σώματός του, προσπαθώντας να το συντονίσει και σε σχέση με τις κινήσεις των άλλων παιδιών γύρω του. Ταυτόχρονα, το παιχνίδι στην παιδική χαρά αναπτύσσει και ενισχύει την αυτοπεποίθηση του παιδιού, καθώς το παιδί φορά με τη φορά δοκιμάζει τις νέες ικανότητές του (π.χ. να κατέβει μόνο του από την ψηλή τσουλήθρα ή να διασχίσει τη γέφυρα) και έτσι αισθάνεται μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του εαυτού του.

Εάν αναλογιστεί κανείς τα διάφορα ερεθίσματα που λαμβάνει ένα παιδί στην παιδική χαρά που αφορούν αισθήσεις (π.χ. οπτικά, ακουστικά) και δεξιότητές (π.χ. κινητικές), αντιλαμβάνεται πόσο πολλά και ποικίλα είναι. Κάποια μάλιστα, είναι εντελώς νέα για ένα μικρό παιδί, μιας και του δίνεται η δυνατότητα να εκτεθεί σε αυτά για πρώτη φορά σε ένα τέτοιο χώρο. Έτσι, το παιδί μέσα από τη διαδικασία της επεξεργασίας τους, ουσιαστικά μαθαίνει και αναπτύσσεται. Πολύτιμη είναι επίσης η κοινωνική συνεισφορά του παιχνιδιού σε μια παιδική χαρά. Μέσα από τη συναναστροφή με άλλα παιδιά, το παιδί εντάσσεται σε μια ομάδα, συμμετέχει και κοινωνικοποιείται. Στις μεγαλύτερες ηλικίες τα ομαδικά παιχνίδια έχουν και άλλα πλεονεκτήματα, καθώς ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη συνεργασία και την αλληλεγγύη, ενώ βοηθούν το παιδί να ακολουθεί κάποιους κανόνες και να λειτουργεί με βάση αυτούς. Επίσης, αξίζει να επισημανθεί ότι η παιδική χαρά είναι ο χώρος όπου δημιουργούνται και οι πρώτες φιλίες, το παιδί αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι το επίκεντρο του κόσμου, ότι θα πρέπει να μάθει να σέβεται τα υπόλοιπα παιδιά γύρω του (π.χ. θα πρέπει να μάθει να περιμένει στη σειρά για να κάνει κούνια), καθώς επίσης και να μοιράζεται τα πράγματά του.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι παράλληλα με τα παιδιά και οι γονείς μπορούν να αποκομίσουν κάποια σημαντικά και για τους ίδιους οφέλη, συνοδεύοντας και βοηθώντας τα παιδιά τους στην παιδική χαρά. Είναι προφανές ότι με μια τέτοια βόλτα, περνούν χρόνο παρέα διασκεδάζοντας και ενισχύονται οι μεταξύ τους σχέσεις. Όμως, ο χώρος της παιδικής χαράς προσφέρει στους γονείς και τη δυνατότητα χαλάρωσης. Από τη μια απαλλάσσονται από το να θέτουν περιορισμούς σε σχέση με το παιχνίδι, όπως αναπόφευκτα συμβαίνει μέσα στο σπίτι, από την άλλη έχουν την ευκαιρία να διαχειριστούν καλύτερα ορισμένες συνήθεις ανησυχίες, όπως μήπως το παιδί χτυπήσει ή αρρωστήσει, που συχνά εκφράζονται σε ένα υπερπροστατευτικό κλίμα και δρουν πιεστικά τόσο για τους γονείς όσο και για τα παιδιά.

Συμπερασματικά, η παιδική χαρά είναι ένας τόπος παιχνιδιού, με ποικίλες ευεργετικές επιδράσεις, όχι μόνο για το παιδί αλλά και για τους γονείς. Συνοδέψτε λοιπόν το παιδί σας όσο το δυνατόν συχνότερα και ενισχύστε τη δραστηριότητα αυτή, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρει για υγιή ανάπτυξη και καλή διαπαιδαγώγηση.





ΠΗΓΗ...http://eyzin.minedu.gov.gr

Εκείνες οι φορές που προσπαθήσαμε πολύ μα δε μας βγήκε.


Το καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά στις σχέσεις μας, χτυπάει για πρώτη φορά όταν συνειδητοποιούμε ότι αντί να σχετιζόμαστε, να μαθαίνουμε και να χαιρόμαστε τους ανθρώπους, παίζουμε παιχνίδια μαζί τους.
 Τα παιχνίδια δύναμης, για κάποιους ανθρώπους, ας πούμε, είναι ο μόνος τρόπος που ξέρουν να υπάρχουν και συνήθως δεν μπορούν ή και δεν θέλουν να δοκιμάσουν άλλον τρόπο. Η ιδέα του να ζουν χωρίς να αισθάνονται ότι ελέγχουν τα πάντα, μπορεί να γίνει πολύ τρομακτική. Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι να απαρνηθούμε τη δύναμή μας -εξάλλου απ’ τη σωστή διαχείρισή της μπορεί να επωφεληθείς σε πολλά σημεία-,  αλλά να μη μας ελέγχει η ανάγκη μας για έλεγχο.
Το βασικότερο όμως παιχνίδι μεταξύ σχέσεων, είναι γνωστό κι ως «hunger game», απ’ την ομώνυμη ταινία. Σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει: «Σε θέλω όταν δε με θες-Δε με θες όταν σε θέλω». Σε αυτό, οι κανόνες είναι άγραφοι μεν, αλλά, συνήθως, ένας από τους δύο καταλήγει να αναρωτιέται στην αρχή τι ήταν αυτό που έφταιξε, όμως, κάποια στιγμή, φτάνει στο σημείο να αποδεχτεί πως «’Ο,τι και να έγινε, προσπάθησε». Είναι γνωστό αυτό το μοτίβο σχέσεων, έτσι δεν είναι;
Έντονα συναισθήματα και πάθος απ’ την αρχή της γνωριμίας. Είναι απωθημένο; Είναι έρωτας; Όμως έχεις την αίσθηση ότι βρήκες το άλλο σου μισό. Από την πρώτη προσέγγιση ξεκινά το παιχνίδι. Ακολουθεί η σύνδεση κι η κορύφωση αμέσως μετά, απομάκρυνση λίγο αργότερα, επανασύνδεση στη συνέχεια και μετά ξανά απομάκρυνση και ξανά επανασύνδεση.
Αλλεπάλληλοι χωρισμοί κι επανασυνδέσεις, μέχρις ότου αντέξουν τα εμπλεκόμενα μέρη, μέχρι εξαντλήσεως και τελικής πτώσεως μερικές φορές, μέχρι το οριστικό κι αναπόφευκτο τέλος. Κι όλα αυτά, διανθισμένα με δράματα, παρεξηγήσεις, στραπατσαρισμένους εγωισμούς, τσαλαπατημένα συναισθήματα, απογοήτευση, θυμό και τεράστια αίσθηση της αποτυχίας. Και μένεις να αναρωτιέσαι: Φταίω εγώ; Ο άλλος; Οι επιλογές μου;
Στην πραγματικότητα, φταίει που φοβάσαι αυτό που λες ότι επιθυμείς. Φταίνε τα εμπόδια που, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε ελκύουν γιατί θυμίζουν εσένα, γιατί νιώθεις οικειότητα με αυτά. Φταίει που ερωτεύεσαι ανθρώπους που δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι. Δεν μπορούν να νιώσουν. Όχι απαραίτητα να συγχρονιστούν μαζί σου, με τα δικά σου συναισθήματα, αλλά να νιώσουν ένα δικό τους συναίσθημα. Φταίει που αυτό που ερωτεύτηκες εσύ είναι η απομόνωσή του. Κι αυτό που ερωτεύτηκε σε σένα είναι η δύναμη σου. Δύο πόλοι εκ διαμέτρου αντίθετοι, δηλαδή.
Αυτό που φταίει, στην πραγματικότητα λοιπόν, είναι ο φόβος να έρθετε κοντά. Και ίσως τελικά να είναι αυτό που σας ενώνει κιόλας. Κι έτσι μένετε χρεοκοπημένοι, έχοντας πετάξει τα λεφτά σας σε μια επένδυση που ξέρατε από την αρχή ότι δε θα αποδώσει. Ως πότε όμως;
Γιατί αν δε σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος, θα συνεχίσουμε να χάνουμε τον χρόνο μας σε σχέσεις που δεν πρόκειται ποτέ να λειτουργήσουν, όσο κι αν προσπαθούμε. Θα χάσουμε τη ζωή μας προσπαθώντας να πείσουμε τους άλλους να αισθανθούν περισσότερα απ’ όσα μπορούν να αισθανθούν.
Όσο όμως και αν σου φαίνεται περίεργο, σε αυτές τις σχέσεις, δεν υπάρχουν αθώα θύματα ούτε τυχαίες επιλογές. Μιλάμε για δύο συνενόχους που συνεργάστηκαν για να διατηρήσουν μια κατάσταση που βολεύει και τους δύο. Ο μεν, έδειξε απ’ την αρχή τα όριά του και τη συναισθηματική του αδυναμία κι ο δε, ενώ την εντόπισε απ’ την πρώτη στιγμή, θέλησε να δείξει τη δυναμική του.  Το βίτσιο του, να μπλέκει σε «αρρωστημένες» καταστάσεις, θέλοντας να γίνει ο φύλακας άγγελός τους. Να είναι αυτός και άλλος κανείς. Ώσπου τελικά, έφτασε στο σημείο να έχει παλέψει με Θεούς και δαίμονες,  όμως εξαντλήθηκε πια.
Εξουθενώθηκε γιατί συνειδητοποίησε πως ξέχασε να βάλει όρια. Απογοητεύτηκε όταν, μετά από αυτές τις προσπάθειες, εξαφανίστηκε ό,τι τον έκανε να ερωτευτεί αυτό το άτομο κι ύστερα την κατάστασή του. Νευρίασε για πρώτη φορά, όταν συνειδητοποίησε πως εξαϋλώθηκε το ανθρώπινο στοιχείο μεταξύ τους κι ούρλιαξε γιατί κατάλαβε πως όσο τον πλησιάζει, άλλο τόσο απομονώνεται.
Όμως  έκλαψε τελικά επάνω του, την τελευταία φορά, όταν κατάλαβε ότι τελείωσε.  Όταν κατάλαβε πως δε βγαίνει πουθενά. Όμως, προσπάθησε.

Γράφει η Ιωάννα Καμπουρίδου






Οι δυο λέξεις που δε θα πω ποτέ στα παιδιά μου.


Η Kelly Bandas, blogger και μαμά, σε κείμενό της στο Scary Mommy γράφει για τις δύο λέξεις που εκείνη κι ο καλός της κατήργησαν απ’ το λεξιλόγιό τους, αλλά και με ποιες τις αντικατέστησαν, προκειμένου να ελέγξουν (όσο γίνεται…) τα παιδιά και το οικογενειακό τους χάος. Απόσπασμα του κειμένου μεταφράσαμε και σας το παρουσιάζουμε, γιατί κάθε δοκιμασμένη στρατηγική έχει κάτι να μας μάθει.
 «Έχουμε μπει σε μια δύσκολη φάση στο σπίτι μας.
Είναι αυτή η φάση όπου τα παιδιά (και κυρίως το μεγαλύτερό μου) είναι αρκετά μεγάλο ώστε να εγείρει απαιτήσεις μεγάλου παιδιού, αλλά τα μικρά είναι ακόμη “πολύ μικρά” για τις περισσότερες πράξεις αληθινών ευθυνών.
Πριν από λίγες μέρες, ενώ καθάριζα τα υπολείμματα από το επιδόρπιο φράουλα που είχαμε φάει “γαύγισα” την εντολή να μαζέψουν τον σωρό από μαξιλάρια που οι γιοι μου είχαν χτίσει μεταξύ των κρεβατιών τους.
“Μπορείτε ν’ αρχίσετε να μαζεύετε, παρακαλώ;”
Δεν επρόκειτο για κάτι καινούριο. Αν φτιάχνεις βουνό από μαξιλάρια (δηλαδή από κάθε σκέπασμα, πουφ και μαξιλάρι του σπιτιού, στερεωμένα το ένα πάνω στο άλλο με ύψος ένα χιλιόμετρο για να μπορείς να πηδάς πάνω του) τότε πρέπει να το μαζέψεις. Ωστόσο, εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα -είτε λόγω της μελαγχολίας του σαββατοκύριακου που πέρασε, είτε λόγω εξουθένωσης μετά τον έντονο αγώνα ποδοσφαίρου που είχαν μέσα στο σπίτι με τον μπαμπά τους- τα αγόρια δεν “το είχαν”.
Δεν θέλουμε!
Θα μας βοηθήσεις;
Αφού θα παίξουμε κι αύριο.
Κι ενώ σκεφτόμουν ότι ήθελα να απαντήσω μ’ ένα ηχηρό “Δε με νοιάζει!” και “Eννοείται πως όχι” και “Σιγά το πράγμα, απλώς θα φτιάξετε άλλο”, σώπασα.
Επειδή συνειδητοποίησα ότι εγώ ήμουν εκείνη που είχε κάνει το λάθος. Αυτό ήταν δικό μου σφάλμα. Είχα χρησιμοποιήσει τις δύο φράσεις που εγώ κι ο άντρας μου είχαμε καταργήσει από το γονεϊκό μας λεξιλόγιο πριν πολύ καιρό.
“Μπορείς να…”
Είχα κάνει το θανάσιμο λάθος να ρωτήσω τα παιδιά μου αν, εκείνο το συγκεκριμένο λεπτό, είχαν τη διάθεση να βοηθήσουν. Είχα παρουσιάσει την ερώτηση με έναν τρόπο που την έκανε διαπραγματεύσιμη.
Συνήθως, στο σπίτι μας, όταν ζητάμε απ’ τα παιδιά μας να κάνουν κάτι, το κάνουμε κάπως έτσι:
– Αγάπη μου, θέλω να με βοηθήσεις να καθαρίσω το τραπέζι, σε παρακαλώ.
– Μα θέλω να τελειώσω το φρούριο του Batman με την πτυσσόμενη γέφυρα και τη μυστική πύλη στην σπηλιά που ο Batman θα νικήσει τον Joker και τον Πιγκουίνο και θα σώσει την πόλη απ’ τα διαβολικά όπλα!
– Ωραία. Λοιπόν, θέλω να με βοηθήσεις να μαζέψω το τραπέζι πρώτα. Θες να μαζέψεις πιάτα ή ποτήρια;
Τεράστια παύση. Βλέμμα εκνευρισμού. Ένα μικρό πεισμωμένο χτύπημα του ποδιού στο πάτωμα. Δύο ματιές στα παπούτσια. Χεράκια μέσα στις τσέπες.
– Ποτήρια.
– Οκ. Ας καθαρίσουμε μαζί για να τελειώσουμε γρήγορα και να πας να τελειώσεις το φρούριο του Batman με την πτυσσόμενη γέφυρα και τη μυστική πύλη στην σπηλιά που ο Batman θα νικήσει τον Joker και τον Πιγκουίνο και θα σώσει την πόλη απ’ τα διαβολικά όπλα.
Ο λόγος που επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε αυτήν την τεχνική είναι απλός. Όταν παρουσιάζεις στα παιδιά ασφαλείς επιλογές, μαθαίνουν να παίρνουν αποφάσεις, εξακολουθώντας να υπακούν. Όταν δίνω στα παιδιά μου επιλογές, τους προσφέρω την ελευθερία να διατηρούν κάποια αυτονομία, ενώ απαιτώ να ζουν εντός των οδηγιών που έχουν τεθεί από τους ανθρώπους που “κάνουν κουμάντο”.
Αντί να τους ρωτήσουμε “Μπορείς να…;” προσφέρουμε την επιλογή “Μπορείς να… ή να… ” με δύο ισότιμες εναλλακτικές. Μ’ αυτόν τον τρόπο, κανείς δεν βγαίνει εκτός σεναρίου ούτε νιώθει ότι χάνει κάτι. Επειδή το κάνουμε για πολύ καιρό, τα παιδιά ξέρουν ότι ο άντρας μου κι εγώ δεν θα τους παρουσιάζαμε ποτέ δυο επιλογές που δεν είναι για το καλό τους. Έτσι, χτίζουμε τα θεμέλια της εμπιστοσύνης τους στην κρίση μας.»





Το βέλος


Δεν ξέρω αν έχετε ποτέ αναρωτηθεί πού αράζει αυτός ο θρασύς πιτσιρικάς που μας εμπαίζει με τα καπρίτσια του. Πάντως δεν κυκλοφορεί ανάμεσά μας, εκτός κι αν είναι αόρατος. Η πιθανότερη εκδοχή είναι ότι βρίσκεται κάπου μακριά, γιατί τα βέλη του πέφτουν παντού. Είναι στο παρελθόν, στο μέλλον, στο διάστημα; Λίγη σημασία έχει. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι ξέρει ακριβώς τι του γίνεται. Δεν στοχεύει κάπου συγκεκριμένα. Όπως όλα τα παιδιά αμολάει με το τόξο τα βέλη του όπου λάχει, στα τυφλά, κι αλίμονο αν βρίσκεσαι σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Οι πιθανότητες να σε πετύχει είναι εξίσου λίγες με οποιοδήποτε τυχερό παιχνίδι, μόνο που αυτό το παιχνίδι μοιάζει περισσότερο με ρώσικη ρουλέτα.
Αλλά μια και γύρισε η κουβέντα στα τυχερά παιχνίδια, σήμερα είχα μια έντονη κι επιτατική παρόρμηση να συμπληρώσω ένα Τζόκερ. Δεν ξέρω από πού και πώς ξεφύτρωσε αυτή η επιθυμία. Έχω να παίξω πάνω από χρόνο. Έτσι παρόλο που το προσπέρασα, γύρισα πίσω και έσπρωξα την πόρτα της τύχης μου, στο προποτζίδικο της οδού Κολοκοτρώνη.
Ενώ προσπαθούσα να μαντέψω τα τυχερά μου νούμερα, καθισμένος σ’ ένα τραπεζάκι κοντά στη βιτρίνα, το μάτι μου έπεσε τυχαία πάνω της. Έμοιαζε να κάνει υπολογισμούς, γιατί σημείωνε νούμερα στο εξώφυλλο ενός περιοδικού. Που και που το βλέμμα της περιπλανιόταν άσκοπα στο χώρο μέχρι που κοντοστάθηκε σαν ευλογία πάνω μου. Η καρδιά μου άρχισε να κτυπάει δυνατά σαν γύφτικο ταμπούρλο. Ένιωσα την αιχμηρή διείσδυση του βέλους στο σώμα μου. Μπέρδεψα τους αριθμούς που ήθελα να συμπληρώσω και η πίεση μου χτύπησε κόκκινο. Τι πιθανότητες υπάρχουν να συναντήσεις τη γυναίκα των ονείρων σου σε προποτζίδικο; Πλάκα κάνεις. Ούτε μία στο εκατομμύριο. Ήμουν ήδη ο μεγάλος τυχερός και μετά βίας συγκρατιόμουν απ’ το να σηκωθώ και να την αρπάξω στην αγκαλιά μου. Αυτό το πρόσωπο, αυτό το στήθος, αυτά τα χέρια… (συγχωρήστε με που δεν αναφέρω περισσότερα σημεία, αλλά το υπόλοιπο του κορμιού της το έκρυβε το τραπέζι όπου ήταν καθισμένη), μου έφεραν δάκρυα στα μάτια, στέγνωσε το στόμα μου, ίδρωσαν οι παλάμες μου, ρίγη όργωναν την πλάτη μου… όμως εγώ συγκρατήθηκα. Όταν ξαναβρήκα την αυτοκυριαρχία μου αποφάσισα να περιμένω τη σωστή ευκαιρία να κάνω την αποφασιστική κίνηση. Ρουά Ματ.
Πέντε λεπτά αργότερα σηκώθηκε και πλησίασε στο γκισέ. Την ακολούθησα. Στάθηκα πίσω της. Επικύρωσε το δελτίο της και γυρνώντας να φύγει της έπεσε στο πάτωμα. Έσκυψα ενστικτωδώς να το μαζέψω και τότε αντιλήφθηκα το λάθος μου. Με την άκρη του ματιού μου, (όλα αυτά συμβαίνουν σε αργή κίνηση), είδα το βλέμμα της να καρφώνεται στον τύπο που περίμενε πίσω μου. Καθώς ανέτειλε ένα θείο χαμόγελο στο υπέροχο πρόσωπό της, σχεδόν άκουσα τον ήχο του βέλους που σφηνώθηκε στο στήθος της. Της έδωσα σαστισμένος το δελτίο και εισέπραξα ένα αδιάφορο ευχαριστώ. (από δω και πέρα όλα επανέρχονται στον φυσιολογικό τους ρυθμό). Ο τύπος με προσπέρασε κι έδωσε το δελτίο του για επικύρωση. Αυτή αντί να φύγει καθυστερούσε ταχτοποιώντας δήθεν την τσάντα της. Ο τύπος την πλησίασε κι άρχισαν την κουβέντα. Δεν άκουγα τι έλεγαν αλλά όλα κατέρρευσαν καθώς έφευγε μαζί του γελώντας, με τα στρογγυλά της οπίσθια να χορεύουν ειρωνικά στη κορυφή των αισθησιακών ποδιών της.
Όπως κάθε ιστορία, έτσι κι αυτή, αρχίζει να ξετυλίγεται από ένα τυχαίο χρονικό σημείο.
Αλλά, όπως κάθε ιστορία, που διεκδικεί κάποιο σχετικό ενδιαφέρον, έτσι κι αυτή οφείλει να καταλήξει σε ένα αποδεκτό και χρήσιμο συμπέρασμα:
«Ένας Έρωτας ευδοκιμεί. μόνον, αν το βέλος πληγώσει τη γυναίκα»
Βγήκα στο δρόμο. Τράβηξα το δικό μου βέλος από το σώμα μου και το πέταξα στον πρώτο κάδο που βρήκα μπροστά μου.



-

γράφει ο  Νίκος Γιαννόπουλος
            Σκηνοθέτης - Παραγωγός





"Το αντίο... " Της Αθηνάς Μαραβέγια


Το αντίο...

Της Αθηνάς Μαραβέγια

Καρδιά του χειμώνα. Λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα κι εκείνος καθόταν εκεί, στην ακρούλα του βράχου. Έβλεπε τα μανιασμένα κύματα της θάλασσας. Είχε πολύ αέρα, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν τον πάγωνε το κρύο, όχι. Κρύωνε η ψυχή του. Καιρό τώρα κρύωνε η ψυχή του. Από κείνη τη μέρα, στα μέσα του καλοκαιριού, εκείνου η καρδιά πάγωσε ξαφνικά…
Εκείνη, αχ, εκείνη…. Γελούσε. Πάντα γελούσε. Και τα μεγαλύτερα προβλήματα κι αν αντιμετώπιζαν, εκείνη γελούσε. Έβρισκε πάντα τον τρόπο να χαμογελά. Ακόμα κι όταν τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα, στα χείλη της ζωγραφιζόταν εκείνο το χαμόγελο, που τον πρώτο καιρό τον θύμωνε, μα με τα χρόνια έμαθε πως ήταν το μοναδικό της όπλο.
Το καλοκαίρι που πέρασε, δυο μεσήλικες πια οι δυο τους, είχαν πάει τις ομορφότερες διακοπές τους. Για δύο ολόκληρους μήνες γύριζαν τα νησιά, αφού πήγαν πρώτα στην Κομοτηνή, που τόσο πολύ ήθελε εκείνος να πάει. Από κει πήγαν στην Καβάλα και μετά επισκέφτηκαν τη Μυτιλήνη, τη Λήμνο, την Πάτινο – όπως έλεγε εκείνος την Πάτμο, και ήταν το νησί που ήθελε εκείνη να προσκυνήσει, όπως έλεγε – την Πάρο, τη Σαντορίνη, βρέθηκαν στην Κρήτη, στη Ρόδο… Και πού δεν πήγαν!!! Τι όμορφες και ξένοιαστες μέρες και νύχτες!!! Ούτε όταν ήταν νέοι κι ερωτευμένοι δεν έκαναν τέτοιο ταξίδι!
Ερωτευμένοι… Μα έπαψαν ποτέ να είναι ερωτευμένοι; Σαν όλα τα ζευγάρια, είχαν κι εκείνοι τις διαφορές και τους καβγάδες τους, μα ποτέ δεν έπαψαν να είναι ερωτευμένοι. Πώς τον κοίταζε στα μάτια… Και τότε η καρδιά του πετάριζε, όπως τότε, όταν την είχε πρωτοσυναντήσει….
Σαν κινηματογραφική ταινία περνάει η ζωή τους από μπροστά του και στ’ αυτιά του φτάνει εκείνο το γέλιο της! Ακόμα κι όταν αρρώστησε το παιδί τους και όλους τους μήνες που πάλευε με την αρρώστια του και μετά, όταν εκείνο έχασε τη μάχη, την έβρισκε πάνω από τον τάφο να του μιλάει, να χαμογελάει, ακόμα-ακόμα και να γελά. Είχε φοβηθεί τόσο πολύ τότε, μην της σαλέψει το μυαλό. Πήγαινε, τον πρώτο καιρό κάθε μέρα και μετά πιο αραιά, και την έβρισκε να λέει εκεί, στο ανθοστόλιστο μνήμα, όλα τα νέα, για τις σκανταλιές των μικρών τους κοριτσιών, θύμωνε με την πολιτική κατάσταση, γελούσε με τα ευτράπελα…
Έτσι περνούσαν τα χρόνια, με κείνη πάντα να χαμογελά. Τα δύο τους παιδιά, σαν μεγάλωσαν, κι έγινα κοπέλες πανέμορφες, άνοιξαν τις φτερούγες τους κι έφτιαξαν τις δικές τους φωλιές. Έτσι του έλεγε, όταν εκείνος στενοχωριόταν που έφυγαν τα κορίτσια μακριά τους. Κι οι ευλογημένες, ήταν ανάγκη η μία να φύγει για την Αυστραλία κι η άλλη για τον Καναδά;…
Πόσο κρυώνει… Σαν να μην έχει στάλα αίμα μέσα του. Από κείνη τη μέρα, σαν να στέρεψε η καρδιά του. Τι κι αν ήρθαν τα κορίτσια τους και μαλώνανε ποια θα τον πάρει μαζί της… Εκείνος ανένδοτος.
«Εδώ θα μείνω. Δεν πάω πουθενά. Εκείνη, η μάνα σας, ποτέ δε μ’ εγκατέλειψε. Πώς θα την αφήσω εγώ;»
Πόσο χαρούμενη ήταν εκείνη τη μέρα. Είχαν επιστρέψει στην Αθήνα, πριν πάνε και μια βόλτα στα Ιόνια κι από κει είχαν σκοπό να πάνε μέχρι τα Γιάννενα, που ήταν η καταγωγή του. Είχαν ξαπλώσει για μεσημέρι, όταν τύλιξε τα χέρια της στο λαιμό του και του είπε ψιθυριστά:
«Σ’ ευχαριστώ πολύ για το υπέροχο ταξίδι μας. Ελπίζω κι εύχομαι να σου άρεσε και σένα..»
«Και το ρωτάς; Δεν περάσαμε όμορφα; Κάναμε και τα μπάνια μας, φάγαμε τα φρέσκα ψαράκια μας…»
«Δεν εννοώ αυτό το ταξίδι, χαζούλη μου εσύ. Το άλλο ταξίδι εννοώ…»
«Αυτό που δεν πήγαμε; Γι αυτό το ταξίδι, θ’ αργήσουμε ακόμα, αν εννοείς το μεγάλο ταξίδι. Πρώτα θα πάω εγώ και πολύ μετά εσύ…»
«Το ταξίδι της ζωής μας εννοώ. Κι αν σε πίκρανα, συγχώρα με.» και τον φίλησε.
«Εσύ να με πικράνεις;» και την έσφιξε στην αγκαλιά του. «Εσύ δε με πίκρανες ποτέ. Εσύ με έμαθες ν’ αγαπάω, εσύ με έμαθες να χαμογελάω, ακόμα και στα δύσκολα. Σε σένα χρωστάω αν έφτασα μέχρι εδώ σήμερα…»
Και άρχισε να της απαριθμεί τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν παρέα, χρόνια και χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται πως δεν αντιδρά, όπως θα έκανε άλλοτε. Τον είχε αφήσει κι έλεγε, έλεγε – κάτι πολύ σπάνιο για κείνον – κι εκείνη δε σάλευε καν. Εκείνη ήταν εκεί, στην αγκαλιά του, με τα μάτια κλειστά, το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της και … άπνοη…
Πετάχτηκε πάνω σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Κόλλησε τα χείλη του στα δικά της και προσπαθούσε να της δώσει ζωή απ’ τη ζωή του. Τη φώναζε, την ικέτευε ν’ ανοίξει τα μάτια της, ξανακόλλησε τα χείλη του στα δικά της…, τίποτα.
Με μηχανικές κινήσεις τηλεφώνησε στον ανιψιό του που είναι γιατρός, ο οποίος και ήρθε αμέσως.
«Έφυγε, θείε. Έφυγε…» προσπάθησε να τον παρηγορήσει.
Όλα γίναν τόσο γρήγορα… Έτσι του φάνηκε τουλάχιστον. Ήρθαν τα κορίτσια, έγινε η κηδεία… Πού βρέθηκε τόσος κόσμος… Άλλους τους γνώριζε, άλλους όχι… Κάποιοι μάλιστα είχαν την καλοσύνη να πουν και δυο λόγια αποχαιρετιστήρια…

Και τώρα τι κάνει εδώ πάνω; Εκείνη θα τον μάλωνε, που δεν προσέχει τον εαυτό του. Τι να προσέξει, όμως; Πόσο να προστατέψεις ένα σώμα που απλά υπάρχει, έτσι, για να μην αδειάζει τη γωνιά…
Σηκώθηκε με αργά βήματα, έριξε μια τελευταία ματιά στην αγριεμένη θάλασσα, ένοιωσε την αλμύρα στα χείλη του και χωρίς να το καταλάβει, είχε αρχίσει να σουρουπώνει κιόλας, βρέθηκε πάνω από το ανθοστόλιστο μνήμα που φιλοξενούσε εκείνη και το παιδί τους. Πήρε τη φωτογραφία της στα χέρια του, τη φίλησε κι ένοιωσε τα υγρά της χείλη. Σαν άνοιξε τα μάτια του, την είδε να στέκεται εκεί, μπροστά του, όπως τότε, χρόνια πριν, με τα καστανά μαλλιά της ξέπλεκα στους ώμους και του ζητούσε να χορέψουν.
«Μα δεν ξέρω να χορεύω…, και μάλιστα βαλς.» της είπε.
«Τώρα ξέρεις. Έλα, πιάσε με, μόνη μου θα χορεύω;…»
Σηκώθηκε αργά, στο ρυθμό της μουσικής και ναι, ναι, ήξερε να χορεύει κι ένοιωθε, επιτέλους, τόση ζεστασιά ξανά!!!





Η Αθηνά Μαραβέγια γεννήθηκε στην Ντίρε Ντάουα της Αιθιοπίας. Αποφοίτησε από το Εξατάξιο Ελληνικό Σχολείο της Αντίς Αμέμπα, ενώ σπούδασε στη Δραματική Σχολή "Ευγενίας Χαταζίκου".

Εργάστηκε στην Ολυμπιακή Αεροπορία αλλά και στο θέατρο ενώ τα τελευταία χρόνια βοηθά τα παιδιά της ΣΤ τάξης τους Δημοτικού Σχολείου Βοτανικού στο ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων. Έχει γράψει το μυθιστόρημα "Φωκίων μου... αγαπημένε μου!..." που εκδόθηκε το 2001 από τις εκδόσεις Βασδέκη. Είναι έγγαμη, μητέρα δυο παιδιών.





ΠΗΓΗ...https://tovivlio.net

Στην τελευταία χάντρα του άβακα της ζωής


‘Καλοκαίρι κι’ αυτό…’ μονολόγησε και άναψε όλα τα κεράκια που είχε πάνω στο τραπέζι… αρωματικά, διακοσμητικά, της σιτρονέλας

Κάθε απόγευμα η Μάρσια ετοίμαζε το τραπέζι στην βεράντα λες και περίμενε κόσμο.
Στην αρχή θα ξεκινούσε με τα λουλούδια της. Λίγο νεράκι με το ποτιστήρι να δροσίσει σαν βροχούλα το βασιλικό της. Μετά τους πολύχρωμους κατιφέδες της, τα μαραμένα από την ζέστη φύλλα των χειμωνιάτικων κυκλάμινων… σε όλα τα γλαστράκια από λίγες σταγόνες να ξεδιψάσουν όπως έλεγε και τους μιλούσε λες και την άκουγαν.
Μετά θα τίναζε και θα ίσιωνε τις μαξιλάρες από τις ξύλινες καρέκλες. Επόμενη κίνηση να πάει στο πικ-απ να βάλει λίγη μουσική χαμηλά να ακούγεται μέσα από το σπίτι. Τρέλα με τα βινύλια η Μάρσια… απολάμβανε περισσότερο την ποιότητα της μουσικής με την βελόνα που κατέβαινε ιεροτελεστικά να χαιδέψει απαλά τις αυλακιές της πλάκας, όπως συνήθιζε να λέει…

Σειρά είχε το κόψιμο μιας δροσερής φέτας καρπούζι.
Τρελαινόταν για καρπούζι… “μία από τις τελειότερες απολαύσεις του Καλοκαιριού” έλεγε με στόμφο. Κάθε απόγευμα τις ίδιες και τις ίδιες κινήσεις, δεν ξέφευγε η σειρά τους με τίποτα, την τηρούσε μ’ αυστηρότητα, θαρρείς, πρωτοκόλλου! “Κατάλοιπα της 40χρονης καριέρας μου στο Δημόσιο”, αυτοσαρκάζονταν στον παιδικό της φίλο Φίλιππο. Ήταν ο πλέον πιστός φίλος που της είχε σταθεί δίπλα όλα τα χρόνια τα ελεύθερα από οικογενειακές υποχρεώσεις ζωής της.

Η Μάρσια γεννήθηκε γυναίκα καριέρας χωρίς ποτέ να αισθανθεί την ανάγκη της μόνιμης αντρικής συντροφιάς και της μητρότητας. “Δεν είμαι εγώ για τέτοια Φίλιππε”, του έλεγε από τα νεανικά τους χρόνια… “άλλες γεννιούνται για να γίνουν συντρόφισσες και μητέρες και άλλες όχι!”

“Ευτυχώς εγώ έχω το γνώθι σ’ αυτόν και δεν θα επιχειρήσω να ανατρέψω την προσωπικότητά μου και τις ικανότητες μου”. Και ο Φίλιππος που πάντα την καταλάβαινε, συναινούσε με το συμπέρασμά της, λιώνοντας όμως από τον κρυφό καημό να της εκμυστηρευτεί τοn πόθο του για κείνη. Έμεινε ένας σιωπηλός και ανάξιος εραστής δίπλα της να την συντροφεύει με τον δικό του τρόπο και την δική του μοναξιά.

Μία φορά μόνο κατάφερε να της δείξει την ερωτική του επιθυμία, σε μία από τις εξόδους τους, με την βοήθεια δύο παραπάνω ποτηριών κρασιού που οι μαγικές ιδιότητες του κατάφεραν να χαλαρώσουν τις όποιες αναστολές και να ξυπνήσουν τις ερωτογενείς βιολογικές τους ζώνες.
Αυτό κράτησε μόνο ένα βράδυ… μόνο εκείνο το βράδυ και δεν συνεχίστηκε ποτέ ξανά, λες και δεν είχε συμβεί ποτέ, λες και ήταν ένα όνειρο που το πρωί σχεδόν ξεχάστηκε…α κόμα και από τον ίδιο τον Φίλιππο που έτρεμε στην ιδέα της απόρριψης της.

“Παράξενο Καλοκαίρι…” μονολόγησε δυνατά για να το ακούσει ποιος;… Μάλλον τα δικά της αυτιά.
Πριν τελειώσει καλά καλά την φράση, πήρε το κινητό της και σχημάτισε τον αριθμό του Φίλιππου. Δυο μέρες τώρα δεν με πήρε σκέφτηκε… λες να αρρώστησε?
Ο συνδρομητής που καλέσατε δεν είναι διαθέσιμος, παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα… ακούστηκε ψυχρά η φωνή του αυτόματου.
Πάλι θα το έχει αφήσει κάπου και δεν θα το ακούει … σκέφτηκε, τελευταία είχε παρατηρήσει μεγάλη απώλεια στην ακοή του φίλου της. Εμ… βλέπεις τα χρόνια περνούν και είχαν φτάσει πλέον και οι δύο σε ηλικίες που οι “απώλειες” σημειώνονται με ρυθμό γεωμετρικής προόδου!

…Και τώρα πώς βγάζουν την βραδιά;… “.αναρωτήθηκε και χώθηκε βαθειά μέσα στην αναπαυτικότητα της μαξιλάρας της, τεντώνοντας νωχελικά το κορμί της.
Μηχανικά πήρε έναν παλιό ξεχασμένο ξύλινο άβακα, που ανακάλυψε πριν λίγες μέρες στο πατάρι του πατρικού της, σε μια από κείνες τις “εκ θεμελίων εκκαθαρίσεις” που είχε επιδοθεί τον τελευταίο καιρό, στο κλειστό από χρόνια πατρικό σπίτι.

Ένας χοντρός από καλοδουλεμένο ξύλο βαρύς άβακας με χοντρές κόκκινες κίτρινες πράσινες και μπλε μπίλιες.
Το βαρύτονο τακ που ακουγόταν σέρνοντας τις μπίλιες χόρταινε το αυτί και εύφραινε την αφή του δακτύλου της που το μετακινούσε…
Θαρρείς όμως πως ικανοποιούσε και μία άλλη αδιαφανή… έκτη αίσθηση, που την μετέφερε πίσω και μπρος στον χρόνο.
Ναι… αυτό ήταν! Χτυπώντας και μετακινώντας μία μία μπίλια είχε την αίσθηση ότι πετούσε για λίγο και μεταφερόταν σε στιγμές του παρελθόντος ή και του μέλλοντος που δεν ήξερε αν θα είναι δικές της! Όλα αυτά τα παιχνίδια της φαντασίας με το μέτρημα ενός άβακα. Μα κάθε φορά που επιχειρούσε να παίξει με τις μπίλιες κάτι αναπάντεχο συνέβαινε και σταματούσε να το περιεργάζεται.
Τα βλέφαρα σιγόκλεισαν με το τρέμουλο των κεριών και την συνοδεία των μελωδιών που ακούγονταν μέσα από το σπίτι.

Τα μακριά της δάχτυλα χάιδεψαν τις χοντρές μπίλιες και το τακ ακούστηκε συντονισμένο με τις μελωδίες του σκόρπιζε το βινύλιο. Ένιωσε τόσο ανάλαφρη και δροσερή λες και αυτόματα είχε αδειάσει όλη η πλήξη και η ανία, συχνή επισκέπτης της διάθεσής της τον τελευταίο καιρό μετά την συνταξιοδότησή της! Εκείνη ήταν και η βασική αιτία που κορμί και πρόσωπο βάραιναν ανάλογα, παρ’ όλο που ο χρόνος είχε σταθεί καλός σύμμαχός τους.
Έτσι απαλά, γαλήνια, μόνο με το κλείσιμο των βλεφάρων, με το τακ του άβακα αισθάνθηκε πως πέταξε μία στον χρόνο και βρέθηκε σ’ ένα γνώριμο, από παλιά περιβάλλον. Εκεί που κάποτε ασκούσε όλη την ενέργεια του είναι της! Στον χώρο της δουλειάς της. Είδε πρόσωπα συναδέλφων, φίλων και ανταγωνιστών της, είδε το γραφείο των επιτελικών της προσπαθειών, είδε τις επιτυχίες και αποτυχίες, είδε έρωτες και σχέσεις εφήμερες και επιπόλαιες, και κει στην άκρη διέκρινε την φιγούρα του Φίλιππου να την κοιτά με θαυμασμό και προστατευτική έκφραση.

Η ματιά σταμάτησε σ’ εκείνη την έκφραση του Φίλιππου και η καρδιά της ρίγησε όπως κείνη την βραδιά, που είχε επίμονα διώξει από τους θαλάμους της μνήμης… εκείνη τη μοναδική βραδιά που δέχτηκε χωρίς την παραμικρή αντίσταση το αντρικό του χάδι.

Τι έκανα; συλλογίστηκε, τι έκανα η τυφλή; επανέλαβε, αυτή την φορά με μεγάλη δόση αγωνίας.
Άρπαξε έντρομη το κινητό και σχημάτισε για δεύτερη φορά τον αριθμό του. Η ίδια φωνή του τηλεφωνητή της απάντησε μετά από 5-6 παρατεταμένες κλήσεις.
Μα πού βρίσκεται πια και δεν το ακούει; σκέφτηκε ανυπόμονα και χωρίς δεύτερη σκέψη ντύθηκε πρόχειρα, πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της και έτρεξε στο γκαράζ για να πάει στο σπίτι του.

Απόσταση μισής ώρας την διένυσε σε δέκα λεπτά. Χτύπησε τόσο επίμονα το κουδούνι της εξώπορτας που λίγο ακόμα και θα το διέλυε. Της φάνηκε πως πέρασαν αιώνες, και ξανά σήκωσε το χέρι σε σχήμα γροθιάς να χτυπήσει το άτιμο το κουδούνι που δεν έλεγε να ειδοποιήσει τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, όταν άνοιξε η πόρτα και φάνηκε ο Φίλιππος με έντονα τα σημάδια του απότομου ξυπνήματος…”. Τι έγινε Μαρουσώ, τι ώρα είναι… με πήρε ο ύπνος, μου χτυπάς ώρα;”
Ακούστηκε η φωνή της με ανακούφιση…: Ευτυχώς Φίλιππε είσαι καλά… γιατί για μια στιγμή νόμισα πως….
-Νόμισες τι; είπε και έξυσε τα ανακατεμένα του μαλλιά…
-Νόμισα πως… πως εμένα πήρε χρόνια ο ύπνος Φίλιππε και δεν μπορούσα να ξυπνήσω! αποκρίθηκε και έκλεισε με αποφασιστικότητα την πόρτα πίσω της.-

…Μία μπίλια τρεμόπαιξε ανάμεσα στα δύο δάχτυλα. Μία μπροστά με τον δείκτη, επιστροφή με τον παράμεσο…

…Χτύπησε τόσο επίμονα το κουδούνι της εξώπορτας που λίγο ακόμα και θα το διέλυε. Της φάνηκε πως πέρασαν αιώνες και ξανά σήκωσε το χέρι σε σχήμα γροθιάς να χτυπήσει το άτιμο κουδούνι που δεν έλεγε να ειδοποιήσει τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, όταν η πόρτα άνοιξε και φάνηκε ένας μισόγυμνος νεαρός να την κοιτά με ένα θρασύτατο χαμόγελο που ταίριαζε περισσότερο σε γυναίκα ερωμένη παρά σε άντρα…

της Καρυάτιδας Ακροπολίδου





Σάββατο 22 Ιουλίου 2017

Η αποστασιοποίηση των ανθρώπων


Στον Β παγκόσμιο πόλεμο, σε ένα από τα γνωστά στρατόπεδα συγκέντρωσης, ένας τρόφιμος παρατηρούσε κάθε μέρα τη συμπεριφορά των ανθρώπων που τους έφερναν για πρώτη φορά εκεί. Οι νέοι τρόφιμοι σύντομα μάθαιναν ότι θα τους οδηγούσαν οι στρατιώτες για το μπάνιο τους στα ντους.

Είχαν ακούσει από τους παλιότερους, ότι υπήρχαν και ντους που δεν έβγαζαν νερό, αλλά θανατηφόρο αέριο.

Κάθε μέρα, καθώς οι τρόφιμοι συγκεντρώνονταν σε ευθεία ουρά στην πορεία προς τα ντους, δεν μπορούσαν να γνωρίζουν σε τι είδους ντους κατευθύνονταν, φυσιολογικό ή θανατηφόρο.

Δεν γνώριζαν αν θα ζήσουν κι εκείνη την ημέρα. Το μυαλό τους υπέθετε το χειρότερο, ότι τους περιμένει το τέλος τους. Το συναίσθημα του φόβου ενεργοποιούσε την φυσιολογική αντίδραση του άγχους ως άμυνα. Μία άμυνα που διαθέτει το μυαλό, προκειμένου να ενεργοποιήσει το σώμα να τρέξει ή να παλέψει.

Καθώς όμως υπήρχαν αυτόματα όπλα που τους στόχευαν ολόγυρα, οι άνθρωποι αυτοί θεωρούσαν μάταιο να τρέξουν προς κάποια κατεύθυνση, να προσπαθήσουν να διαφύγουν.

Το πολύ μεγάλο άγχος τους, περιμένοντας στην ουρά, εκτονωνόταν μέσα από τον ιδρώτα, το τρέμουλο, τους γρήγορους παλμούς της καρδιάς και άλλα ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Η διαδικασία αυτή επαναλαμβανόταν καθημερινά, η πορεία προς τα ντους, που δεν ήξερες τι θα βγάλουν μόλις στεκόσουν κοντά τους. Το οξύ και παρατεταμένο άγχος ήταν απίστευτο, και κρατούσε όλη τη διάρκεια της ημέρας, καθώς δεν ήξερες αν αύριο θα ζεις ακόμη.

Σιγά σιγά το παρατεταμένο άγχος οδηγούσε στην θλίψη.

Επιπλέον θλίψη ερχόταν καθώς, οι λιγοστές δραστηριότητες που μπορούσες να κάνεις με τους άλλους τροφίμους, έδειχναν μάταιες. Εδώ δεν ήξερες αν θα ζεις αύριο καλά καλά, τι να προγραμματίσεις να κάνεις να περάσεις ευχάριστα.

Μετά από κάποιο διάστημα, το μυαλό «έβαζε» μπροστά έναν ασυνείδητο μηχανισμό που διαθέτει, προκειμένου να αντιμετωπίσει πρόχειρα την κατάσταση του συνεχούς φόβου και άγχους, ο οποίος λέγεται Μόνωση συναισθημάτων.

Η μόνωση του συναισθήματος ως άμυνα έχει μεγάλη αξία.

Οι χειρουργοί δεν θα ήταν σε θέση να εργάζονται αποδοτικά εάν διαρκώς τους απασχολούσε η αγωνία των ασθενών τους, η προσωπική τους αποστροφή στην αρχή, όταν χειρουργούν τις πρώτες φορές έναν ασθενή.

Ούτε στρατηγοί θα ήταν σε θέση να σχεδιάσουν μία μάχη αν τους απασχολούσε διαρκώς η φρίκη του πολέμου.

Έτσι το μυαλό μας έχει την απίστευτη ικανότητα να «στέλνει» τα συναισθήματα, όπως εδώ του φόβου, στο ασυνείδητο. Έτσι, χάριν αυτού του μηχανισμού, μπορούμε να εκτελούμε μία διαδικασία ιδιαίτερα φορτισμένη σε συναίσθημα, όπως το να χειρουργεί ένας χειρούργος, χωρίς να φοβάται. Πρόκειται για έναν μηχανισμό ιδιαίτερα χρήσιμο, «έμφυτο» σε όλους τους ανθρώπους.

Τι συμβαίνει όμως όταν χρησιμοποιούμε «περισσότερο απ όσο πρέπει» τον μηχανισμό αυτό; Αν πχ τον «μεταφέρουμε» και στην καθημερινή μας ζωή;

Ας «μεταφέρουμε» την ιστορία μας στο σήμερα, την εποχή της οικονομικής κρίσης;

Το μυαλό μας αντιλαμβάνεται την απειλή της επιβίωσης μας ως κίνδυνο, δεν έχει σημασία αν πρόκειται για όπλα που μας σημαδεύουν ή το ότι φοβόμαστε για την επιβίωσή μας λόγω οικονομικών λόγων.

Η οικονομική απειλή εκλαμβάνεται ως ένα «αόρατο» όπλο. Μάλιστα, η οικονομική απειλή δεν αντιμετωπίζεται όπως ο «ορατός» εχθρός, έχει μία ασάφεια, λόγω του ότι δεν μπορούμε να ασκήσουμε έλεγχο άμεσα πάνω σε αυτήν, να απλώσουμε τα χέρια και να την αντιμετωπίσουμε.

Είναι μέσα στο μυαλό μας και η απειλή αυτή «φωλιάζει» στην σκέψη μας. Μας κάνει να φανταζόμαστε ότι θα μας συμβεί ό,τι χειρότερο. Και αν γίνει συνειδητή και δεν μας «εκδηλώνεται» με εκνευρισμό, και επιθετικότητα προς τους συνανθρώπους μας, και πάλι, είναι πιο δύσκολο και απαιτεί γνώση, για να ασκήσουμε έλεγχο στην σκέψη μας και να μην αφήσουμε τον φόβο και τις αρνητικές σκέψεις να μας «παραλύσουν» ή να μας θλίψουν.

Ο κάθε άνθρωπος, η κάθε οικογένεια, απομονώνεται και βλέπει την κρίση ως ατομικό πρόβλημα, όχι ως ομάδα.

Τι έγινε στην ιστορία μας όμως; Τι έγινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που αναφερόμασταν με τον μηχανισμό της Μόνωσης;

Οι τρόφιμοι των στρατοπέδων αυτών, στην πορεία προς τα ντους, ήταν πια απαθείς, πορεύονταν σαν ρομπότ προς αυτά, χωρίς καμία θέληση να αντιδράσουν. Ο φόβος είχε απωθηθεί στο ασυνείδητο, και οι άνθρωποι ήταν πια ανίκανοι και απαθείς, ακόμη και στο να σκεφτούν να αντιδράσουν. Ακόμα και ο φόβος ή η θλίψη είναι συναισθήματα που στόχο έχουν να μας παρακινήσουν να δράσουμε για να πάψουν. Αυτή η απάθεια ήταν πολύ χειρότερη όμως, σήμαινε πια αποδοχή της κατάστασης ως μη ανατρέψιμη.

Σήμερα χρειάζεται προκειμένου να «σώσουμε» τον εαυτό μας, να γίνει κατανοητό ότι πρέπει να σώσουμε την ομάδα στην οποία ανήκουμε, την κοινωνία μας, καθώς το άτομο μόνο του δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ένα τόσο μεγάλο φαινόμενο, εξακολουθώντας να επιδιώκει μόνο το ατομικό του συμφέρον.

Χρειάζεται να βοηθήσουμε άλλους, καθώς η πτώση της ψυχολογίας των άλλων, συμπαρασύρει και την διάθεση του ατόμου.

Ο γραπτός λόγος δεν μπορεί να αλλάξει πολλά, όσα η πραγματική ανθρώπινη επαφή. Όχι η ηλεκτρονική μέσω διαδικτύου που μας απομονώνει για λόγους οικονομίας στα διαμερίσματά μας, η πραγματική επικοινωνία.

Μπορούμε να πούμε ότι για να αλλάξουμε ως κοινωνία, πρέπει να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε μόνο ατομικά, όπως πολλά χρόνια είχαμε μάθει, τονίζοντας το στοιχείο του ότι μάθαμε τον ατομισμό ως συμπεριφορά.

-Μπορείς να μην φθονείς τον διπλανό σου, αν έστω δεν μπορείς να χαρείς με την χαρά του;

-Να προσπαθήσεις να μάθεις από τους ικανούς, αντί να προσπαθείς να τους εμποδίσεις, αν έχεις την δύναμη αυτή;

-Να επιδιώκεις να κατακτήσεις την γνώση με την αξία σου, και όχι να αποκτήσεις τίτλους για να νιώσεις «κάποιος» απέναντι στους άλλους; Οι τίτλοι δεν κάνουν έναν άνθρωπο σπουδαίο, ούτε απαραίτητα αντιπροσωπεύουν γνώση ανάλογη.

–Μπορείς να μην ανταγωνίζεσαι αλλά να συναγωνίζεσαι; Να βλέπεις την καλλιέργεια πίσω από την εμφάνιση και να την εκτιμάς;

-Να βλέπεις σπουδαίους ανθρώπους σε «χαμηλές θέσεις» και να τους λες πόσους μπορούν να επηρεάσουν θετικά από εκεί που βρίσκονται; Αν δεν μπορούμε να τα κάνουμε αυτά, είναι επειδή έτσι μάθαμε και συνηθίσαμε. Κι όμως, κι αυτό, μπορούμε να το αλλάξουμε!

(Τα ιστορικά παραδείγματα είναι βασισμένα σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία δεν είναι απαραίτητο ότι είναι με ακρίβεια ιστορικά απόλυτα σωστά αλλά έχουν σε κάποια σημεία αλλαχθεί με στόχο την καλύτερη κατανόηση ψυχολογικών μηχανισμών του ανθρώπου).

Νικόλαος Γ. Βακόνδιος, Ψυχολόγος
Πτυχιούχος Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης





ΠΗΓΗ...http://www.ygeiaonline.gr

Σπρώχνω και Χτυπώ (推敲)


Ο Jiă Dăo, ένας μεγάλος ποιητής της εποχής Táng, πήγαινε κάποια μέρα καβάλα στο γάιδαρό του και δούλευε στο μυαλό του δυο στίχους:

鸟宿池边树, 僧敲月下门:
«Πουλιά κοιμούνται στα δέντρα δίπλα στη λίμνη 
κι ο μοναχός χτυπά την πόρτα στο φεγγαρόφωτο.»

Απορροφημένος όπως ήταν με τις σκέψεις του, δεν πρόσεξε τη μεγάλη συνοδεία ενός αξιωματούχου που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση κι έτσι δεν πρόλαβε να παραμερίσει, ως ώφειλε. 

“Γιατί δεν κάνεις στην άκρη; ” τον ρώτησαν οι υπηρέτες της συνοδείας.

Να με συμπαθάει ο αφέντης σας’, απάντησε ταπεινά ο Jiă Dăo, ‘αλλά σκεφτόμουν ένα ποίημα κι ήμουν αφηρημένος. Γι’ αυτό δε σας είδα. Ζητώ ταπεινά συγνώμη.’

Ο άρχοντας που ταξίδευε με τη συνοδεία του έτυχε να είναι ο λόγιος και ποιητής Hán Yù. Όταν άκουσε τη δικαιολογία του Jiă Dăo, του ζήτησε να του πει τι ήταν αυτό που σκεφτόταν. 

“Να”, είπε ο Jiă Dăo. “Έχω αυτούς τους δυο στίχους. Αλλά στον δεύτερο, δε μου πολυαρέσει αυτό το ‘χτυπά’ (敲). Λέω να το αλλάξω και να το κάνω ‘σπρώχνει’ (推). ”

Ο Hán Yù είπε στη συνοδεία του να περιμένει και βάλθηκε κι αυτός να σκέφτεται. “Άκου, φίλε μου’ είπε τελικά στον Jiă Dăo. “Ο πρώτος σου στίχος είναι μια γαλήνια σκηνή μέσα στη νύχτα, χωρίς κίνηση, χωρίς ήχο. Το ποίημά σου χρειάζεται κάποια κίνηση, κάποιον ήχο για να ισορροπήσει και να ζωντανέψει. Εγώ σε συμβουλεύω να κρατήσεις το ‘χτυπά’ στο δεύτερο στίχο και να μην το αντικαταστήσεις με το ‘σπρώχνει’. Αυτός ο κοφτός ήχος του χτυπήματος στην πόρτα, θα δώσει ζωή στη σιωπή της νύχτας σου. ”

Έκτοτε, ο συνδυασμός των δυο ρημάτων που παίδεψαν τους δυο ποιητές – σπρώχνω και χτυπώ (推敲) – έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα ως ρήμα, που σημαίνει ‘σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι για ν’ αποφασίσω’, κυρίως σ’ ό,τι αφορά στιλιστικές επιλογές στο γραπτό λόγο.

Γράφει η  Limao Qian





http://www.o-klooun.com

Γιάννης Τσίρμπας, – Η ευτυχία είναι σάντουιτς


Τρεις μέρες. Έχω να φάω. Τρεις μέρες. Ένα τοστ δαγκωμένο. Έπεσε από ένα παιδί. Μετά σφαλιάρα η μάνα του. Και στα σκουπίδια. Το μάζεψα. Το ‘φαγα. Τρεις μέρες. Ένα τοστ. Είμαι ξελιγωμένος. Κάνω ένα βήμα. Στέκομαι. Δύο, ξανά στέκομαι. Φτάνω στην πλατεία. Πεινάω. Διψάω. Σιντριβάνι. Νερό. Ζητάω λεφτά. Απλωμένο χέρι. Δέκα δραχμές. Είκοσι δραχμές. Στους νέους δεν δίνουν. Ξελιγωμένος. Θυμάμαι το φαΐ. Η πείνα είναι όνειρο. Να γεύεσαι. Να γεμίζεις. Να ρεύεσαι. Πονάει το στομάχι μου. Άδειο. Όλα είναι θολά.

 

Κάθομαι στο σιντριβάνι. Σκύβω να πιω νερό. Ζαλίζομαι. Πέφτω μέσα. Γίνομαι μούσκεμα. Μεγάλη ντροπή. Βγαίνω, περπατάω γρήγορα. Θέλω να φύγω μακριά. Κοιτούν όλοι. Ντροπή. Τα παπούτσια μου βαριά. Πλουτς. Το νερό τρέχει στη μέση μου. Κρυώνω. Περπατάω και με ακούν όλοι. Δεν μπορώ να μείνω μόνος. Όλοι με βλέπουν. Ζαλίζομαι. Ξελιγωμένος. Κρυώνω. Όλα γυρίζουν. Περνάνε κάτι παιδιά. Γελάνε μαζί μου. Εγώ κοιτάω κάτω. Το έδαφος γυρίζει. Νιώθω τις σταγόνες να τρέχουν. Από το σώμα στα πόδια. Στάζω.

 

Μπροστά μου ένα θολό χαρτί. Γαλάζιο. Έχει το νούμερο πέντε. Ζαλίζομαι. Τρία μηδενικά. Πεντοχίλιαρο! Αγωνία. Είναι τρία βήματα μακριά. Ένα βήμα. Ήχος από στύψιμο. Το πεντοχίλιαρο γυρίζει γύρω γύρω. Σαν να μου φεύγει. Κι άλλο βήμα. Φυσά αεράκι. Ανατριχιάζω. Ένα βήμα ακόμα και χορτάτος. Θα φάω. Λίγο ακόμα πιο κει. Κολλαριστό. Πετάει εύκολα. Κι άλλο βήμα. Σκύβω. Σχεδόν μπουσουλάω. Γλιστράω. Ξελιγωμένος. Πέφτω. Σκάω στο τσιμέντο σαν μπαλόνι με νερό. Δεν έχω δύναμη να σηκωθώ. Δεν βλέπω τα λεφτά. Ήταν παραίσθηση.

 

Είμαι μπρούμυτα στις πλάκες της πλατείας. Με τις κουτσουλιές. Βλέπω από κοντά τις αυλακώσεις τους. Τις χαρακιές. Χαρακιές στο στομάχι. Πεινάω. Δεν νιώθω. Όταν πεινάς τόσο δεν υπάρχει τίποτα. Δεν νιώθεις καθόλου. Θυμάμαι το πεντοχίλιαρο. Ζεστό τσιμέντο. Ζεσταίνει τις παλάμες μου. Ανακούφιση. Είμαι βρεγμένος. Ψηλαφώ ξανά τριγύρω. Μετά χτυπάω τα χέρια μου στο τσιμέντο. Με όση δύναμη έχω. Σκέφτομαι ότι κάνω σα μωρό. Τα λεφτά πουθενά. Μόνο στο μυαλό μου. Όταν πεινάς, πεινάς παντού. Και στο μυαλό. Πρέπει να σηκωθώ. Καμία απογοήτευση. Μόνο η πείνα. Είμαι πολύ βαρύς. Πρέπει να σηκώσω όλο αυτό το μουσκίδι. Νηστικός και τόσο βαρύς. Στηρίζομαι στα χέρια μου. Μια χάρτινη αίσθηση στο ένα χέρι. Το πεντοχίλιαρο κολλημένο στο χέρι μου. Χορταίνω ήδη!

 

Τώρα το γραπώνω γερά, στέκομαι στα πόδια μου χωρίς δυσκολία, έχω φτερά, διασχίζω την πλατεία, σέρνομαι, αλλά γοργά, περνώ δίπλα από το σιντριβάνι, απέναντι σαντουιτσάδικο, πλατς, μπαίνω μέσα, στάζω, κοιτάζω τη βιτρίνα, σταγόνες από τα μαλλιά μου στο τζάμι της, σταγόνες από τα μαλλιά μου στα χείλια μου ή μήπως είναι σάλια, είμαι ευτυχισμένος μόνο από τη μυρωδιά, γήπεδο, ο πατέρας μου, η ευτυχία είναι σάντουιτς, παραγγέλνω, διπλό τυρί, μπέικον, μπιφτέκι, καπνιστό, ζαμπόν, μανιτάρια, πιπεριά, ντομάτα, μαγιονέζα, πήγαινε πρώτα στο ταμείο, μου λέει, πάω στο ταμείο, τι; Δεν χαλάει πεντοχίλιαρο. Λέει. Σε παρακαλώ, πεινάω. Τέλος, λέει. Να το χαλάσω. Πού να το χαλάσω. Δεν αντέχω. Έχω γεμίσει νερά το μαγαζί, λέει. Να φύγω. Να χαλάσω και να ξανάρθω. Πού να χαλάσω. Και το σάντουιτς; Μόλις χαλάσεις, λέει.

 

Ζαλίζομαι. Η πλατεία γυρίζει. Έχετε να χαλάσετε; Κανείς δεν μου μιλάει. Με αποφεύγουν οι άνθρωποι. Το σιντριβάνι. Το σιντριβάνι γυρίζει. Να ακουμπήσω. Έχετε να χαλάσετε; Πλαστό θα είναι, ακούω. Κάθομαι. Μήπως έχετε να χαλάσετε; Κανείς. Πάω στο περίπτερο. Έχεις να χαλάσεις; Το παίρνει στο χέρι του. Σαν να το χαϊδεύει. Πού το βρήκες ρε; Μου το δίνει πίσω. Το χαϊδεύω κι εγώ. Με τα δυο δάχτυλα. Όπως αυτός. Είναι ανάγλυφο. Μου ανακουφίζει τις ρώγες των δαχτύλων. Τα πόδια μου δεν με κρατούν. Έχετε να χαλάσετε; Οι άνθρωποι δεν με πλησιάζουν. Πεινάω. Ξελιγωμένος. Έχετε να χαλάσετε; Πλουτς, πλατς. Παραμιλάω. Φωνάζω. Μου το χαλάτε; Ανεμίζω το κολλαριστό πεντοχίλιαρο. Δεν με κρατάνε άλλο τα πόδια μου. Κάθομαι στο γείσο του σιντριβανιού. Ένα αγοράκι τρέχει μέσα στα περιστέρια. Αυτά πετάνε. Προχωρά καταπάνω μου. Πίσω τρέχει η μάνα του να το προλάβει. Έρχεται μπροστά μου. Είναι όμορφο. Το βλέπω θολά. Μου τραβάει τα λεφτά από το χέρι. Τ’ αφήνω. Δεν έχω δύναμη. Κρατάει μια σοκολάτα. Μισολιώνει στο χέρι του. Την τείνει αδέξια προς το μέρος μου. Καλό παιδί. Η μαμά του είναι σχεδόν δίπλα. Μη! του φωνάζει. Αρπάζω τη σοκολάτα και τη χώνω απευθείας στο στόμα. Με το χαρτί. Αυτή αρπάζει το χαρτονόμισμα από το γιο της. Τι σου έχω πει; Το σκίζει σε χίλια κομμάτια και το πετάει. Ρεύομαι.


Η Βικτώρια δεν υπάρχειΤο κείμενο "Η ευτυχία είναι σάντουιτς" είναι ένα από τα επιμέρους κείμενα στη νουβέλα του Γιάννη Τσίρμπα Η Βικτώρια δεν υπάρχει που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝεφέληΟ Γιάννης Τσίρμπας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Μεγάλωσε στο κέντρο της πόλης. Είναι εκλεγμένος λέκτορας στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως ειδικός επιστήμονας ανάλυσης της επικοινωνίας. Εκτός από επιστημονικές δημοσιεύσεις, δημοσιεύει άρθρα και βιβλιοκριτικές στον Τύπο και στο Διαδίκτυο. Διηγήματά του έχουν βραβευτεί σε πανελλαδικούς διαγωνισμούς, έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Η Βικτώρια δεν υπάρχει είναι το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο.


© Γιάννης Τσίρμπας + Εκδόσεις Νεφέλη







Διαγράφεις ό,τι σε διαγράφει και πάει λέγοντας…


Φτάνει, έτρεξες. Όσο έτρεξες, έτρεξες. Και τα χιλιόμετρά σου έκανες και πιο μακριά απ’ όσο φανταζόσουν έφτασες και τώρα που ξεχαρβάλωσε το κοντέρ, σου λένε πως δεν πήγες.
 Κοίτα, όπου μπλέκει άνθρωπος, πρόβλημα θα βρεις. Το πρόβλημα όμως είναι που κοιτάνε στο κοντέρ -δηλαδή, τα νούμερα- κι όχι στην απόσταση. Δηλαδή, τι κι αν εσύ γύρισες τον κόσμο όλο, αν εμένα δε μου φαίνεται πολύ, πολύ δεν είναι.
Μ’ αυτόν κι άλλους χίλιους δύο τρόπους αποξενώνονται οι άνθρωποι και μετά λες, «Μα πώς γίνεται;». Έννοια σου κι όλα γίνονται. Και παύεις να μιλάς και να μαθαίνεις νέα τους κι ούτε ξέρεις αν τους νοιάζουν τα δικά σου κι όλο δίνεις χρόνο να δεις αν θα νοιαστούν να πάρουν και ποτέ δεν παίρνουν.
Και τι κατάλαβες; Πάρε τα χιλιόμετρα και το νοιάξιμό σου και καν’ τα καραμέλες. Τι ανησυχείς; Μην και τους πειράξει; Μη δεν είσαι ο σωστός και παρεξηγηθούν και σε κατηγορήσουν; Και τι έγινε; Μπορείς να τους σερβίρεις ξίδι.
Γενικά, δηλαδή, ως απλός –υποθετικά– κανόνας, μην ανησυχείς για κανέναν που δεν ανησυχεί για σένα. Ναι, εντάξει, θα μου πεις, μας τα ‘παν κι άλλοι κι αυτά έτσι απλά δε γίνονται. Κι όμως γίνονται, γιατί υπάρχει κι ένα «γαμώτο» και πώς να το κάνουμε, είναι και μεγάλο.
Απ’ αύριο θα μάθεις και θα ζεις χωρίς εκείνους. Και τηλέφωνα θα διαγράψεις και τ’ άκυρό σου θα το ρίξεις και γιατί, δηλαδή, όχι; Αυτοί το ‘καναν πρώτοι. Υπάρχει, βλέπεις, ένας πολύ βασικός κανόνας στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και λέγεται «προσφορά κι ανταπόδοση». Κι αν δε μου δώσεις, δε θα πάρεις, γιατί κι εμένα δε μου περισσεύουν και γιατί στο παρελθόν σπατάλησα αρκετά κι αναλώθηκα και κάπως έτσι είναι γενικά η φάση όλη και, φαντάζομαι, καταλαβαίνεις.
Αλλά τώρα, τους ξέρεις τους ανθρώπους, αν δουν πως πάνε και σε χάνουν, αρχίζουν οι υστερίες και δε συμμαζεύεται. Με λίγα λόγια, και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Γιατί, όχι. Δε δικαιούσαι, φίλε μου, να μου στερήσεις την προσοχή σου αν εγώ τη χρειάζομαι κι αν εγώ επέλεξα να σου στερήσω τη δική μου. Γιατί τώρα, δεν έχω τον έλεγχο κι όχι δεν έφυγα πρώτα εγώ για να μου την κάνεις εσύ επομένως, πρέπει να μείνεις, σκέφτονται.
Αλλά όχι, καλέ μου. Σηκώνεσαι και φεύγεις και θυμώνεις και σηκώνεις και το μεσαίο σου το δάχτυλο κι ούτε που γυρνάς να κοιτάξεις πίσω. Ποιος θα σου πει τι; Κι εσένα μετά πονάει το εγώ σου και λες, «Ε όχι» κι όμως φίλε μου, «Ε ναι», γιατί θα πρέπει να μάθεις να την κάνεις εύπεπτη την αδικία.
Διαγράφεις ό,τι σε διαγράφει και πάει λέγοντας κι αντίρρηση δεν μπορείς να φέρεις.  Όποιος θέλει, ξέρει πού και πότε ν’ ανησυχήσει. Κατάλαβες; Όλα τα υπόλοιπα, τα παίρνεις βερεσέ.
Κι αν τη φας πολλές φορές τη φόλα, ξέρεις να ξεχωρίζεις. Τουλάχιστον σου πέφτουν ευκολότερα τα διαδικαστικά. Πάει από μόνο του το χέρι στο delete. Πιάσε χαρτί, μαρκαδόρο κόκκινο και μέτρα· πόσοι σου μένουν;

Γράφει η Αναστασία Θεοφανίδου




Ο μέσος Ζώης Χαρίσης στον Αλμωπό Αριδαίας


Η διοίκηση του Αλμωπού Αριδαίας, είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσει την συμφωνία της με τον Ζώη Χαρίση 23 ετών μέσος, αγωνιζόταν στον ΑΟ Καρδίας Γ' Εθνική με 25 συμμετοχές και 4 γκολ, ενώ τα προηγούμενα χρόνια  αγωνίστηκε στον ΠΑΟΚ Κρουσώνα  Κρήτης στην Γ' Εθνική με 21 συμμετοχές και 2 γκολ, στην ομάδα του Βατανιακού στην Β' Εθνική με 8 συμμετοχές και 2 γκολ, στην ομάδα του Αχιλλέα Τριανδρίας στην Δ' Εθνική για 2 χρόνια, ενώ ξεκίνησε από τις ακαδημίες του Άρη Θεσσαλονίκης, όπου ανδρώθηκε ποδοσφαιρικά επί 9 συναπτά έτη.

 Τον καλωσορίζουμε στην μεγάλη οικογένειά μας και του ευχόμαστε υγεία και δύναμη.

    Με τιμή το Δ.Σ 
 Αλμωπού Αριδαίας 

ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...