Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017

Υποκοριστικά ερωτευμένων ανά τον κόσμο


«Αγάπη μου», «άγγελέ μου», «μωρό μου», «μάτια μου» είναι μερικές από τις συνηθέστερες εκφράσεις στοργής που χρησιμοποιούν τα ζευγάρια για να αποκαλούν ο ένας τον άλλον μεταξύ τους.δεν περιορίζονται σε αυτά και κάνουν χρήση και άλλων υποκοριστικών που τις περισσότερες φορές προκαλούν γέλιο. Αυτό όπως αποδεικνύει ρεπορτάζ του BBC δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Συμβαίνει παντού.

Τα ερωτευμένα ζευγάρια εφευρίσκουν διάφορα όρους για να αποκαλούν ο ένας τον άλλον, παράξενους διαφορετικούς που σε όλους τους υπολοίπους, όπως είναι φυσικό, προκαλούν γέλιο.

Ποιοι, όμως, είναι αυτοί; Το BBC παρουσιάζει τους δέκα πιο παράξενους όρους αγάπης σε ολόκληρο τον κόσμο:

Petit chou – λαχανάκι: Χρησιμοποιείται στη Γαλλία και είναι αντίστοιχο του «γλυκός/γλυκιά». Θυμίζει κάτι μικρό και στρογγυλό, γεγονός που τους Γάλλους μάλλον τους παραπέμπει σε κάτι… αγαπησιάρικο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και διπλό: «chouchou».

Chuchuzinho – κολοκύθα: Στην Βραζιλία και την Πορτογαλία είναι μάλλον συνηθισμένο για κάποιον να αποκαλεί το αγαπημένο του πρόσωπο «κολοκυθάκι». Η κατάληξη «-άκι» αποτελεί ένδειξη τρυφερότητας.

Tamago kato no kao – αυγό με μάτια: Στην Ιαπωνία συχνά οι γυναίκες αποκαλούνται «αυγό με μάτια» από τους αγαπημένους τους. Θεωρείται μεγάλο κοπλιμέντο, καθώς το πρόσωπο σε σχήμα αυγού θεωρείται ιδιαίτερα θελκτικό στην ιαπωνική κουλτούρα.

Terron de azucar – κύβος ζάχαρης: Όπως το «μέλι» στα αγγλικά, έτσι και άλλα γλυκά φαγώσιμα χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την τρυφερότητα προς το αγαπημένο πρόσωπο. Στην Ισπανία συχνά χρησιμοποιούν γι’ αυτό το σκοπό την έκφραση «κύβος ζάχαρης».

Buah hatiku – φρούτο της καρδιάς μου: Πρόκειται για όρο που χρησιμοποιείται στην Ινδονησία. Μπορεί να έχει ρομαντική σημασία, μπορεί, όμως, να χρησιμοποιηθεί για να εκφράσει την αγάπη προς τα παιδιά. Συχνά τον βρίσκει κανείς σε διαφημίσεις: «Το καλύτερο προϊόν για το φρούτο της καρδιάς σας».

Ma puce – ψύλλε μου: Μπορεί να φαίνεται παράδοξος όρος, όμως το «ma puce» εκφράζει σχέση οικειότητας. Θεωρείται ότι ίσως να προέρχεται από το γεγονός ότι η αφαίρεση ψύλλων ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, οδηγούσε σε οικειότητα το ζευγάρι.

Ghazal – γαζέλα: Χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει μία λυγερόκορμη γυναίκα. Στα αραβικά είναι μεγάλο κοπλιμέντο και συχνά οι άνδρες λένε στις γυναίκες: «Έχεις τα μάτια μιας γαζέλας».

Chang noi – ελεφαντάκι: Πρόκειται για αγαπημένα ζώα των Ταϊλανδών. Θεωρείται, μάλιστα, ότι φέρνουν τύχη. Δεν θα μπορούσαν να λείπουν, επομένως, και από τις δηλώσεις τρυφερότητας των κατοίκων της Ταϊλάνδης.

Chen yu luo yan – ψάρια που πέφτουν, χήνες που κατρακυλούν: Στην Κίνα υπάρχει μία ιστορία για μία πανέμορφη γυναίκα, τη Σι Σι. Λέγεται ότι αυτή ήταν τόσο όμορφη, ώστε όταν κοιτούσε τα ψάρια σε μια λίμνη, αυτά ξεχνούσαν να κολυμπήσουν και έπεφταν στον πάτο και ότι όταν οι χήνες πετούσαν πάνω από το κεφάλι της, όταν την έβλεπαν -θαμπωμένες από την ομορφιά της- ξεχνούσαν να πετάξουν και κατρακυλούσαν στο έδαφος. Ακόμα και σήμερα, όταν ένας άνδρας θέλει να πει σε μία Κινέζα ότι είναι πολύ όμορφη, της λέει: «Ψάρια που πέφτουν, χήνες που κατρακυλούν».

Golubchic/golubushka – περιστεράκι: Και στην Ελλάδα θα μπορούσε να ακούσει κάποιος να αποκαλείται ο αγαπημένος/η αγαπημένη «περιστεράκι». Στη Ρωσία αυτό είναι ιδιαίτερα δημοφιλής όρος. Ο Πούσκιν τον χρησιμοποιούσε, αναφερόμενος στην γκουβερνάντα του. Αλλά ιστορικά ο όρος προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη.

Επιμέλεια: Ελένη Λαυρεντάκη






ΠΗΓΗ...http://www.o-klooun.com

Γράμμα στον Μικρό Πρίγκιπα


Η αλεπού σου, που είχες συναντήσει στην Γη έλεγε μπαρούφες και το τριαντάφυλλο σου το είχες δει απλά σε ένα από τα πολλά όνειρα που έκανες τις τόσες ώρες που κοιμόσουν. Γιατί είσαι ένας τεμπέλης που περιμένεις όλοι να διαβάσουν το "παραμυθάκι"σου και να δακρύσουν.

Άκου λοιπόν μικρέ πρίγκιπα ή όπως αλλιώς θέλεις να αυτοαποκαλείσαι τελοσπάντων...

Τα παραμύθια όπως έλεγε και ένας γνωστός μου, θα είναι πάντα για τα παιδιά και μην περιμένεις ξαφνικά εγώ να γίνω τριαντάφυλλο ή να πιστεύω σε μια αλεπού ή ακόμα, να κοιτάω τα αστέρια και να ελπίζω.

Από τα λίγα που θυμαμαι - και έχω προσπάθησει να σβήσω από την μνήμη μου την ιστορία σου - ο πλανήτης σου ήταν ένα ξερακιανό και έρημο μέρος στο οποίο παραδόξως μια μέρα φύτρωσε ένα πανέμορφο μπουμπούκι.

Αυτό το μπουμπούκι αν δεν κάνω λάθος ήταν ένα τριαντάφυλλο. Το τριαντάφυλλο σου, το οποίο εσύ ο ίδιος πότιζες, σκεπάζες και πρόσεχες πιο πολύ και από την ίδια σου την ζωή.

Όμως εκείνο ήταν τόσο ξιπασμένο που όσο και να το είχες αγαπήσει σε απωθούσε αφάνταστα η αλαζονική συμπεριφορά του, που σηκώθηκες και έφυγες.

Σωστά; Και να που στην Γη βρήκες μια αλεπού την οποία εξημέρωσες και σου έδωσε να κατάλαβεις τι είναι αγάπη. Σου είπε πως το τριαντάφυλλο σου είναι μόναδικο στον κόσμο. Είναι ο χρόνος που αφιέρωσες μαζί του και αυτό το κάνει μοναδικό.

Επιπλέον σού υπενθύμισε πως γίνεσαι υπεύθυνος για πάντα για ό,τι εξημερώνεις.

Και εσύ τί έκανες τελικά; Κοίταξες τα αστέρια, είπες στην αλεπού να τα κοιτάει κάθε φορά που νιώθει μοναξιά γιατί εσύ θα την χαιρετάς από αυτά  Και ύστερα πέθανες.

Πήγες να βρεις το τριαντάφυλλο σου...όμως ήταν ήδη αργά. Είχε μαραθεί πια να σε περιμένει.

Και τι κατάλαβες λοιπόν από αυτή την ιστορία; Όλοι είστε οι χαμένοι της υπόθεσης... δεν υπάρχει αγάπη και προφανώς δεν περιμέναμε εσένα να μας το διδάξεις.

Μικρέ πρίγκιπα, ήσασταν και οι δύο πολύ νέοι για να κατάλαβετε τι είναι αγάπη... επίσης η αλεπού που κολλάει σε όλο αυτό;

Γιατί κοιτούσε τα στάχυα και της θύμιζαν τα ξανθά μαλλιά σου;

Γιατί άρχιζε να χαίρεται ήδη από τις τρείς ενώ θα συναντιόσασταν στις τέσσερις;

Μικρέ πρίγκιπα το παραμύθι σου πρέπει να το αμφισβητήσω για ένα και μοναδικό λόγο. Γιατί δεν γίνεται κάθε φορά που αντικρίζω στο κρεβάτι μου την αλεπού μου και κουλούριαζομαι αγκαλιά μαζί της για να δω την ταινία σου να βυθίζομαι στην θλίψη.

Δεν γίνεται κάθε φορά που συναντώ πατημένο τριαντάφυλλο στον δρόμο να το προσπερνώ βιαστικά για να αποσυρθώ στην επόμενη γωνία και να εκραγώ στα δάκρυα μου.

Δεν γίνεται η λέξη "μονάδικος" να αναφέρεται σε ένα και μόνο τριαντάφυλλο ανάμεσα σε όλο τον κόσμο!

Δεν γίνεται κάθε φορά που ξημερώνει να κλείνω την κουρτινα για να φωσφορίσουν τα αστέρια στο ταβάνι του δωματίου και έτσι να ξέρω πως υπάρχεις ζωντανός ακόμα και την μέρα.

Μικρέ πρίγκιπα, αν δεν το έχεις καταλάβει η ιστορία σου μόνο ελπίδα και απότομη απογοήτευση μπορεί να δημιουργήσει στους ανθρώπους.

Γιατί το κανεις αυτό; Γιατί παρατάς το τριαντάφυλλο και μετά τρέχεις να το βρεις; Και μάλιστα έχεις και την απαίτηση να μην μαραθεί, αλλά να μείνει το ίδιο όμορφο όπως όταν το παράτησες;

Τόσο θράσος έχεις!

Του άφησες κάποιο αυτόματο τρόπο ποτισμου ή το σκέπασες πριν φύγεις ή εγώ τα θυμαμαι λάθος;

Και την αλεπού; Γιατί την εξημέρωσες; Για να της υποσχεθείς πως θα παραμείνεις υπεύθυνος για εκείνη ενώ επιλέγεις να πεθάνεις την έπομενη στιγμή;

Πολύ με στεναχώρησες μικρέ πρίγκιπα και πάνω που είχα αρχίσει να πιστεύω πως μπορεί και να υπάρχει αγάπη...

Η αγάπη μικρέ πρίγκιπα δεν είναι πόνος, δεν είναι θλίψη, δεν έχει δυσκολίες...

Και άντε εσυ τώρα να με πείσεις πως υπάρχει. Έρχεσαι σε μία αντίφαση, το καταλαβαίνεις ή όχι;

Υποτίθεται ότι μας περιγράφεις μια ιστορία αγάπης, αλλά λείπει η αγάπη.

Θα πρέπει να πιστέψω πως δεν υπάρχει αγάπη, το οφείλω σε εμένα να το πιστέψω και όχι σε εσένα.



Ηλιανα Δασκαλοπούλου






ΠΗΓΗ...http://www.o-klooun.com

Η μαμά μου έπαιξε μαζί μου κι ας ήταν νυσταγμένη.


Καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, θαλασσοπνιγόταν στα λευκά κύματα – χαρτιά των λογαριασμών. «Τρεις έντεκα, τρεις δώδεκα, τρεις δεκαπέντε κι έντεκα», η εξίσωση είχε πολλούς άγνωστους Χ και δεν έβγαινε με τίποτα. «Άγνωστο πότε θα πληρωθώ, άγνωστο αν θα βρει δουλειά ο Κώστας, άγνωστο πότε θα πάρουμε το επίδομα…» Φόροι, εισφορές, φως, νερό, τηλέφωνο, σούπερ μάρκετ: όλα τα καλούδια της ζωής σε μια σύγχρονη, πολιτισμένη, δημοκρατική χώρα. Μαύρα γράμματα και αριθμοί, μικροσκοπικά τέρατα που ένιωθε να μπαίνουν στον εγκέφαλό της και να τον κατατρώγουν. Κι αυτή το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει να κρυφτεί σε μια σπηλιά, προϊστορική ει δυνατόν, όπου αυτή η υπερεξελιγμένη ανθρώπινη κιμαδομηχανή δεν θα είχε εφευρεθεί ακόμα.
Από την πάλη στα κύματα από χαρτομάνι την έβγαλε ένα σκούντημα. Ο οκτάχρονος γιος της. Το κουτσοδόντικο χαμόγελό του της φάνηκε σαν ήλιος που βγαίνει από τα σύννεφα. Της είπε: «Μαμά, σε είδα που κάνεις λογαριασμούς και είσαι στενοχωρημένη και μου ήρθε μια ιδέα. Έφτιαξα ένα κουτί για να βάζουμε τους λογαριασμούς της ευτυχίας!…»Μόνο ένα παιδί μπορεί να φτιάξει προτάσεις με τόσο αταίριαστα υλικά. Και μόνο ένα παιδί μπορεί να τους δώσει ουσιαστικό νόημα.
Υποψιασμένη η μάνα του, κρατήθηκε και δεν αντέδρασε στην εμφανή αντίφαση, παρά κοίταξε πιο προσεκτικά το κουτί. Ήταν ένα παλιό κουτί από παπούτσια. Ο μπαμπάς είχε πάρει στο μεγάλο γιο ένα ζευγάρι «μάρκα», αλλά μαϊμού, «για να μην αισθάνεται άσχημα το παιδί στο σχολείο». Το σήμα της μάρκας-μαϊμού είχε μεταμορφωθεί από τον μικρό σε κάτι γνήσιο: μια τσουλήθρα όπου επάνω της γλιστρούσε ένα γελαστό παιδάκι, σ’ ένα φανταστικό, φουτουριστικό πάρκο. Και ολόγυρα δέντρα, φανταστικοί ήρωες κι ένας ήλιος που έλαμπε σαν το χαμόγελο του παιδιού. Και στο κέντρο να δεσπόζει ο πολύχρωμος τίτλος:
 ΚΟΥΤΥ ΤΙΣ ΕΦΤΗΧΙΑΣ.
«Και τι λογαριασμούς λες να βάζουμε μέσα;» τον ρώτησε απλά.
«Να, λέω, ο καθένας μας θα λογαριάζει: τι έκανε η μαμά που με έκανε χαρούμενο; Θα το γράφουμε σ’ ένα χαρτάκι και θα το βάζουμε στο κουτί. Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ για εμάς. Κι όταν θα είμαστε στενοχωρημένοι θα βγάζουμε και θα διαβάζουμε τα χαρτάκια της ευτυχίας μας!» είπε θριαμβευτικά ο μικρός.
«Υπέροχη ιδέα» είπε η γυναίκα και κρατήθηκε να μην την πάρουν τα ζουμιά. Βιάστηκε ν’ ανοίξει το κουτί σαν να ήταν πολύτιμος θησαυρός. Πήρε ένα διπλωμένο χαρτάκι από μέσα. Επάνω του έγραφε: ΜΑΜΑ. Το άνοιξε και διάβασε: «Η μαμά κάθησε και έπεξε μαζί μου UNO παρόλο που ήταν νισταγμένη». Και μετά ένα άλλο: «Η μαμά εβγαλε τα κιβάκια με τα καρώτα απο το ρίζι μου γιατί ξέρη ότι δε μου αρέσουν.» Κι έπειτα είδε ένα χαρτάκι που έγραφε απ’ έξω ΜΠΑΜΠΑΣ. Το άνοιξε και διάβασε: «Ο μπαμπάς μου καθώταν λυπιμένος στο κομπιούτερ. Πρέπη να έψαχνε πάλι για δουλιά. Του είπα το πιο καλό μου ανέκδοτο και γέλασε. Πολύ το χάρικα. Μετά με πίρε και πίγαμε για ποδήλατο. (Αφτό έπρεπε να το γράψω σε άλλο χαρτάκι).»

Η γυναίκα αγκάλιασε το γιο της κι αυτός, παρ’ όλο που πια δεν καθόταν για «αγκαλιές και τέτοια που είναι για μωρά», την άφησε να τον σφίξει. Ένιωσε πως σχεδόν του έκοψε την αναπνοή και σκέφτηκε αμέσως ποιο θα ήταν το πρώτο χαρτάκι ευτυχίας που θα έβαζε στο κουτί. Πήρε το φάκελο από ένα λογαριασμό, τον έσκισε και κράτησε ένα κομμάτι λευκό χαρτί. Μια νησίδα αχαρτογράφητης ελευθερίας. Επάνω έγραψε: «Ο γιος μου με άφησε να του κάνω μια μεγάλη αγκαλιά!»
Το ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ είναι η αληθινή ιδέα ενός αληθινού παιδιού. Κι αυτό και μόνο το γεγονός, θα ήταν το δικό μου πρώτο χαρτάκι

Της Ασπασίας Πρωτόγερου






ΠΗΓΗ...http://www.themamagers.gr/

Στη ζωή πρέπει να μάθεις να γκρεμίζεις και γέφυρες.


Της Μαρίας Ιατρίδη
«Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» είναι μια από τις πλέον κλασικές ερωτήσεις που όλοι μας κάποια στιγμή δεχθήκαμε ή απευθύναμε.
Κι ενώ γίνεται τεράστιος αγώνας να κάνουμε τη σωστή επιλογή για τη ζωή μας και να έχουμε μαζί μας τα καλύτερα εφόδια, δε μας έμαθε ποτέ κανείς το πιο βασικό.
Πώς να γκρεμίζουμε μια γέφυρα.
Ούτε οι γονείς, ούτε το σχολείο, ούτε τα πανεπιστήμια.
Να χτίζουμε μάθαμε, ανεξαρτήτως επαγγέλματος που ακολουθήσαμε. Όλοι αν χρειαστεί και το θελήσουμε πάρα πολύ, θα βρούμε τα κατάλληλα υλικά, τον χρόνο και τον τόπο και θα τη φτιάξουμε τη γέφυρα. Λιθαράκι λιθαράκι. Ξυπνάς όμως μια μέρα ή και ένα βράδυ και συνειδητοποιείς ότι δε θέλεις πλέον να ξαναπεράσεις απέναντι. Δε θέλεις να κάνεις πάλι την ίδια διαδρομή. Ίσως να έχει πολλή κίνηση και τα κορναρίσματα να σε ζαλίζουν, ίσως να έχει πολύ κακό καιρό και να μη θες καν να βγεις από το σπίτι, ίσως η γέφυρα να μην είναι πλέον σταθερή, από το πέρας των χρόνων, και να φοβάσαι να τη διαβείς.
Ίσως… Ίσως… Ίσως…
Οι λόγοι μπορεί να είναι πάμπολλοι, όμως δεν είναι αυτό που μετράει. Όσους λόγους και να μετρήσεις, σημασία έχει το αποτέλεσμα. Πώς νιώθεις. Θέλεις να τη γκρεμίσεις! Όχι απλά να μην περάσεις απέναντι, αλλά να την κατεδαφίσεις. Για να μην μπεις ξανά στον πειρασμό να έρθεις σε επαφή με την άλλη μεριά.
Ήταν ωραία κάποτε εκεί ναι. Σαν τον χαμαιλέοντα το δέρμα σου είχε προσαρμοστεί στα χρώματα που υπήρχαν. Είχες καμουφλαριστεί. Να μη σε βρει κανείς άλλος. Βρήκες το λιμάνι σου, νόμιζες. Όμως ο εαυτός σου είναι ο μόνος από τον οποίο δεν μπορείς να κρυφτείς. Αυτός ήταν και που σε βρήκε. Που σου ξανασυστήθηκε.
Γιατί τον είχες χάσει. Και σου θύμισε ποιος είσαι και πού θέλεις να πας. Μακριά από αυτό το λιμάνι. Όλο κύματα είχε. Και θα αναρωτηθείτε ίσως: «Μα λιμάνι με κύματα;» Κι όμως δεν ξέρετε ποτέ και για κανέναν τι μπορεί να κρύβει. Αυτό βέβαια συγχωρείται. Να το ανακαλύπτεις όμως και να μη φεύγεις, δε συγχωρείται ποτέ.
Και τώρα, να, στέκεσαι στην άλλη πλευρά, στη δική σου πλευρά -να την κοιτάς καμιά φορά και αυτή, δεν είναι εγωιστικό- και είσαι έτοιμος να γκρεμίσεις τη γέφυρα. Μη φοβάσαι να γυρίσεις μόνος μετά. Μόνος δεν είσαι ποτέ όσο τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Μόνος σου είσαι όταν τον εγκαταλείπεις. Τώρα όμως που τον ξαναβρήκες, θα είναι πάντοτε εκεί για σένα.
Ο ήχος της κατεδάφισης ήταν εκκωφαντικός. Ταρακουνήθηκε όλο το σύμπαν σου. Τα συντρίμμια καλύφθηκαν πολύ σύντομα με καταπράσινα φυτά που φύτρωσαν. Από τις στάχτες πάντα ξαναγεννιέται κάτι. Ξαναγεννήθηκες λοιπόν. Άλλαξες δέρμα. Όνομα δεν άλλαξες. Στο ίδιο ακούς ακόμα. Η διαφορά όμως πλέον είναι ότι δε γυρίζεις σε οποιονδήποτε σε φωνάξει. Δεν ξαναγυρίζεις…
Σελίδα μόνο γυρνάς στο βιβλίο της ζωής σου και γράφεις νέο κεφάλαιο με τίτλο: «Τώρα που μεγάλωσα θα γίνω… εγώ».





ΠΗΓΗ...http://www.anapnoes.gr

«Ο κυνηγός Γράκχους» του Φραντς Κάφκα


μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης

Δυο αγόρια καθισμένα στη μάντρα της προκυμαίας έπαιζαν ζάρια. Ένας άντρας διάβαζε εφημερίδα στα σκαλοπάτια ενός μνημείου υπό τον ίσκιο του ήρωα που κράδαινε το σπαθί. Ένα κορίτσι γέμιζε στο πηγάδι μια ξύλινη καρδάρα νερό. Ένας οπωροπώλης ξαπλωμένος πλάι στην πραμάτεια του ατένιζε τη λίμνη. Στο βάθος ενός καπηλειού διακρίνονταν, μέσα από τις άδειες τρύπες της πόρτας και του παράθυρου, δυο άντρες να πίνουν κρασί. Ο ταβερνιάρης, καθισμένος μπροστά, σε ένα τραπέζι, λαγοκοιμόταν. Μια βάρκα χόρευε απαλά, λες και δεν ακουμπούσε στο νερό, στο μικρό λιμάνι. Ένας άντρας με μπλε ρόμπα πήδηξε στην ξηρά και πέρασε το παλαμάρι στα κρικέλια. Δυο άλλοι άντρες, που είχαν σκούρες φορεσιές με ασημί κουμπιά, σήκωναν πίσω από το βαρκάρη ένα νεκροκρέβατο, που πάνω του, κάτω από τα ανθισμένα σχέδια και τα κρόσσια ενός μεγάλου μεταξωτού μαντιλιού, βρισκόταν προφανώς ένας άνθρωπος.  

Κανείς στην προκυμαία δεν νοιάστηκε για τους νεoφερμένους, και ακόμα κι όταν εκείνοι ακούμπησαν το φορείο στο χώμα περιμένοντας το βαρκάρη –που συνέχιζε να καταγίνεται με τα σχοινιά– κανείς δεν τους πλησίασε, δεν τους έκανε μια ερώτηση, κανένας δεν τους έριξε μια πιο προσεκτική ματιά.

Μια γυναίκα, που τώρα ήταν ορατή στο κατάστρωμα, μ’ ένα παιδί στην αγκαλιά και ξέπλεκα μαλλιά, καθυστέρησε λίγο ακόμα τον βαρκάρη, που στη συνέχεια ήρθε και υπέδειξε ένα κιτρινωπό, διώροφο κτήριο, που υψωνόταν κατακόρυφα αριστερά κοντά στο νερό. Οι άντρες σήκωσαν και πάλι το νεκροκρέβατο και το μετέφεραν μέσα από τη χαμηλή, αλλά από λεπτές κολόνες, διαμορφωμένη πύλη. Ένα μικρό αγόρι άνοιξε ένα παράθυρο, μόλις που πρόλαβε να δει τους άντρες, προτού χαθούν μέσα στο σπίτι, και το έκλεισε πάλι βιαστικά. Τώρα έκλεισε και η πόρτα της πύλης, μαύρη και δρύινη με καλοδουλεμένους αρμούς. Ένα σμήνος περιστεριών, που ως τότε φτεροκοπούσε γύρω από το καμπαναριό, ήρθε και κάθισε μπροστά στο σπίτι. Τα περιστέρια συγκεντρώθηκαν μπροστά στην πύλη, λες και η τροφή τους ήταν φυλαγμένη στο σπίτι. Ένα απ’ αυτά φτερούγισε ψηλά στον πρώτο όροφο και ράμφισε το τζάμι του παράθυρου. Ήταν ανοιχτόχρωμα, καλοφτιαγμένα, ζωηρά πουλιά. Μια γυναίκα τους έριξε με φόρα σπόρους από τη βάρκα, αυτά τους μάζεψαν και ύστερα πέταξαν απέναντι προς τη μεριά της. 

Ένας άντρας με κρέπι πένθους στο ημίψηλο καπέλο του κατηφόριζε ένα από τα στενά, απόκρημνα σοκάκια που οδηγούσαν στο λιμάνι. Κοιτούσε ολόγυρα εξεταστικά, τα πάντα έμοιαζαν να του φέρνουνε βάρος και η θέα σκουπιδιών σε μια γωνιά προξένησε ένα μορφασμό στο πρόσωπό του. Στα σκαλοπάτια του μνημείου υπήρχαν φλούδες φρούτων. Περνώντας τις απομάκρυνε με το μπαστούνι. Χτύπησε στην πόρτα του σπιτιού παίρνοντας ταυτόχρονα το ημίψηλο στο δεξί χέρι, που φορούσε μαύρο γάντι. Η πόρτα δεν άργησε να ανοίξει. Γύρω στα πενήντα μικρά αγόρια παρατάχθηκαν στις δυο πλευρές του μακρύ διαδρόμου και υποκλίθηκαν.

Ο βαρκάρης κατέβηκε τη σκάλα, υποδέχτηκε τον κύριο και τον οδήγησε επάνω. Στον πρώτο όροφο περπάτησαν στο αίθριο, στον κύκλο του ανάλαφρου, περίτεχνου περιστυλίου, και ύστερα πέρασαν –ενώ τα αγόρια στριμώχνονταν πίσω τους σε κάποια απόσταση ως ένδειξη σεβασμού– σε ένα ψυχρό, μεγάλο χώρο στην πίσω πλευρά του οικήματος, που απέναντι του δεν υπήρχε άλλο κτίσμα, παρά μόνο ένας τοίχος γυμνός, σταχτής και βραχώδης. Οι άντρες ήταν απασχολημένοι με το να στήσουν και να ανάψουν δυο μακριά κεριά στις κεφαλές του νεκροκρέβατου, μα, φως κι έτσι δεν έγινε, μονάχα ξεσηκώθηκαν αγριεμένοι οι ίσκιοι που ως πιο πριν αναπαύονταν, τρεμοπαίζοντας πάνω στους τοίχους. Το κάλυμμα του κρεβατιού είχε τραβηχτεί. Επάνω του βρισκόταν ξαπλωμένος ένας άντρας με άγρια, μπλεγμένα μαλλιά και γένια, ηλιοκαμένο δέρμα, που έμοιαζε να είναι κυνηγός. Ήταν ακίνητος – προφανώς άψυχος– με κλειστά μάτια, όμως μόνο το περιβάλλον υποδήλωνε, πως επρόκειτο μάλλον για νεκρό.  

Ο κύριος πλησίασε στο κρεβάτι, ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο του ξαπλωμένου, γονάτισε ύστερα καταγής και προσευχήθηκε. Ο βαρκάρης έκανε νόημα στους άντρες να εγκαταλείψουν το δωμάτιο. Εκείνοι βγήκαν, έδιωξαν τα παιδιά που είχαν μαζευτεί απέξω και έκλεισαν την πόρτα. Όμως, κι ετούτη ακόμα η σιωπή έμοιαζε να μην είναι αρκετή στον κύριο. Έριξε ένα βλέμμα στον βαρκάρη, που κατάλαβε και πέρασε στο διπλανό δωμάτιο από μια πλευρική πόρτα. Την ίδια στιγμή ο άντρας στο νεκροκρέβατο άνοιξε τα μάτια, έστρεψε το πρόσωπο χαμογελώντας πονεμένα στον κύριο και είπε: «Ποιος είσαι;» – Ο κύριος σηκώθηκε από την γονυπετή στάση χωρίς να δείξει άλλη έκπληξη και απάντησε: «Ο δήμαρχος της Ρίβα».     

Ο άντρας στο κρεβάτι έγνεψε καταφατικά, άπλωσε το χέρι αδύναμα δείχνοντας μια πολυθρόνα και είπε, αφού ο δήμαρχος είχε ακολουθήσει το κάλεσμά του: «Ναι, βέβαια, το ήξερα, κύριε δήμαρχε, αλλά την πρώτη στιγμή όταν συνέρχομαι, τα έχω ξεχάσει όλα, τα πάντα μέσα μου γυρίζουν και είναι καλύτερα να ρωτώ, ακόμα κι αν τα ξέρω. Κι εσείς, θα γνωρίζετε ίσως, πως είμαι ο κυνηγός Γράκχους».  

«Ασφαλώς», είπε ο δήμαρχος. «Ενημερώθηκα τη νύχτα για την άφιξη σας. Κοιμόμασταν από ώρα, όταν η γυναίκα μου φώναξε γύρω στα μεσάνυχτα: «Σαλβατόρε», έτσι με λένε, «κοίτα, ένα περιστέρι στο παράθυρο!» Και πράγματι, ήταν ένα περιστέρι, αλλά μεγάλο σαν πετεινός. Πλησίασε πετώντας στο αυτί μου και είπε: «Αύριο θα έρθει ο νεκρός κυνηγός Γράκχους. Να τον υποδεχτείς εν ονόματι της πόλης».

Ο κυνηγός συναίνεσε κουνώντας το κεφάλι και πέρασε την άκρη της γλώσσας στα χείλη: «Ναι, τα περιστέρια έρχονται πριν από μένα. Πιστεύετε όμως, κύριε δήμαρχε, πως θα έπρεπε να μείνω στη Ρίβα;»

«Αυτό δεν μπορώ να το πω ακόμα», απάντησε ο δήμαρχος. «Είστε νεκρός;»

«Ναι», είπε ο κυνηγός, «όπως βλέπετε. Πριν πολλά χρόνια, θα πρέπει όμως να είναι απίστευτα πολλά, έπεσα από έναν βράχο στον Μέλανα Δρυμό, στη Γερμανία, κυνηγώντας μια αγριόγιδα. Έκτοτε είμαι νεκρός».

«Ζείτε όμως κιόλας», είπε ο δήμαρχος. 

«Κατά κάποιο τρόπο», είπε ο κυνηγός, «κατά κάποιο τρόπο, ζω κιόλας. Η νεκρική μαούνα μου έχασε τον δρόμο, μια άστοχη περιστροφή του τιμονιού, μια στιγμή απροσεξίας του βαρκάρη, ένας περισπασμός εξαιτίας της πανέμορφης πατρίδας μου, δεν ξέρω, τι ήταν, ξέρω μόνο πως έμεινα στη γη και πως από τότε η βάρκα μου πλέει σε επίγεια νερά. Έτσι, εγώ, που ήθελα να ζω μονάχα στα βουνά, ταξιδεύω μετά τον θάνατό μου σε όλες τις χώρες της γης».

«Και, δεν έχετε κλήρο στην άλλη ζωή;» ρώτησε ο δήμαρχος με συνοφρυωμένο μέτωπο.

«Είμαι», απάντησε ο κυνηγός, «πάντοτε στη μεγάλη Κλίμακα, που οδηγεί ψηλά. Σ’ αυτήν την πελώρια πλατιά ανεμόσκαλα βολοδέρνω, μια πάνω, μια κάτω, μια δεξιά, μια αριστερά, πάντα σε κίνηση. Ο κυνηγός μεταμορφώθηκε σε πεταλούδα. Μη γελάτε.»

«Δεν γελώ», αντέτεινε ο δήμαρχος.

«Δεν θα ήταν σωστό», είπε ο κυνηγός. «Όλο είμαι σε κίνηση. Μα κι αν ακόμα εφορμήσω προς τα πάνω με δύναμη και δω ψηλά την Πύλη να φωτίζει, ξυπνώ και πάλι στην παλιά μου βάρκα, που στέκει έρημη σε κάποια επίγεια νερά. Το βασικό λάθος του θανάτου μου κάποτε με στοιχειώνει γελώντας χαιρέκακα στην καμπίνα μου. Η Ιουλία, η γυναίκα του βαρκάρη, χτυπά την πόρτα και μου φέρνει στο νεκροκρέβατο το πρωινό ρόφημα του τόπου που στα παράλια του καταπλέουμε. Κείτομαι σε ένα ξυλοκρέβατο, φορώ –κι η εικόνα μου αυτή δεν είναι για γέλια– ένα βρόμικο σάβανο, μαλλιά και γένια είναι γκρίζα και άπλυτα, τόσο ανακατεμένα που είναι αδύνατον να ξεμπερδευτούν, τα πόδια μου είναι σκεπασμένα με ένα μεγάλο λουλουδάτο γυναικείο μαντίλι με μακριά κρόσσια. Στα δυο μου άκρα φέγγει κι από ένα αγιοκέρι. Στον τοίχο απέναντι κρέμεται μια μικρή εικόνα, μάλλον ένας βουσμάνος, που με σημαδεύει με το ακόντιο προσπαθώντας να κρυφτεί πίσω από τα εκπληκτικά σχέδια μιας ζωγραφισμένης ασπίδας. Στα πλοία συναντά κανείς τέτοιες χαζές συνθέσεις, μα αυτή εδώ είναι απ’ τις πιο χαζές. Το ξύλινο κλουβί μου δεν περιέχει τίποτα άλλο. Από ένα φεγγίτη στο πλάι μπαίνει ζεστός ο αέρας της νύχτας του Νότου κι ακούω τα νερά να παφλάζουν στα ύφαλα της παλιάς βάρκας.  

Εδώ είμαι ξαπλωμένος από τότε, που, ακόμα ως ζωντανός κυνηγός Γράκχους, γκρεμίστηκα στον Μέλανα Δρυμό –στον τόπο μου– κυνηγώντας μια άγρια γίδα. Τα πάντα πήγαν όπως έπρεπε: κυνήγησα τη γίδα, έπεσα, αιμορράγησα μέσα σε μια χαράδρα, πέθανα κι εκείνη η βάρκα έμελλε να με πάει στον άλλο κόσμο. Ακόμα θυμάμαι με τι χαρά τεντώθηκα πρώτη φορά σε τούτο το κλινάρι. Ποτέ δεν είχανε ακούσει τα βουνά τέτοια τραγούδια από μένα, σαν τότε εκείνοι οι μισοσκότεινοι τοίχοι.      

Μου άρεσε η ζωή και πέθανα χωρίς βαρυγκώμια. Πανευτυχής πέταξα από πάνω μου, πριν να πατήσω ακόμα πόδι στη μαούνα, τον κουρελιασμένο συρφετό, τον σάκο, το κυνηγετικό τουφέκι, που πάντοτε περήφανος κρατούσα και χώθηκα στο σάβανο όπως κοπέλα σε νυφικό. Ξάπλωσα και περίμενα. Μετά με βρήκε η αναποδιά».  

«Κακοτυχιά», είπε ο δήμαρχος υψώνοντας το χέρι, λες και ήθελε να την αποκρούσει. «Και εσείς, δεν έχετε καθόλου ευθύνη;»

«Καθόλου», είπε ο κυνηγός, «ήμουνα κυνηγός, σφάλμα είναι αυτό; Με είχαν ορίσει κυνηγό στο Μαύρο Δάσος, όπου υπήρχαν τότε ακόμα λύκοι. Έστηνα καρτέρι, έριχνα, πετύχαινα, έγδερνα την προβιά – φταίξιμο είναι αυτό; Η δούλεψή μου ήτανε ευλογημένη. “Ο μέγας κυνηγός του Μαύρου Δάσους”, έτσι με φώναζαν. Φταίξιμο είναι αυτό;»

«Δεν είναι η δουλειά μου να το κρίνω», είπε ο δήμαρχος, «όμως, κι εμένα μου φαίνεται να μην υπάρχει φταίξιμο σε αυτό. Αλλά, ποιος έχει τότε την ευθύνη;»

«Ο βαρκάρης», είπε ο κυνηγός. «Κανείς δεν θα διαβάσει, ό,τι γράφω εδώ, κανένας δεν θα έρθει να με βοηθήσει. Μα κι αν ακόμα υποτεθεί πως έχουν χρέος να με βοηθήσουν, οι πόρτες όλων των σπιτιών θα έμεναν κλειστές, και όλα τα παράθυρα τους σφαλισμένα, και όλοι στα κρεβάτια τους με τα σκεπάσματα ως πάνω απ’ τα κεφάλια τραβηγμένα – ένα νυχτερινό κατάλυμα όλη η γη. Και αυτό είναι λογικό, αφού κανένας δεν με ξέρει. Όμως, και να με ήξερε, δεν θα ’ξερε πού να με βρει, μα και αν ακόμα ήξερε, δεν θα ’ξερε τον τρόπο εκεί να με κρατήσει να μη φύγω –  άρα, λοιπόν, δεν θα ’ξερε πώς να με βοηθήσει. Αρρώστια είναι η σκέψη να βοηθηθώ, που όποιος την κάνει, πρέπει να μείνει στο κρεβάτι, για να γιατρευτεί.     

Αυτό το ξέρω και γι’ αυτό δεν καλώ για βοήθεια, ακόμα και σε στιγμές που δεν μπορώ να συγκρατηθώ, όπως για παράδειγμα τώρα, που το σκέφτομαι έντονα. Όμως αρκεί, για να ξορκίσω τέτοιες σκέψεις να κοιτάξω τριγύρω, για να συνειδητοποιήσω πού βρίσκομαι και πού –αυτό δικαιούμαι ασφαλώς να το πω– εδώ και αιώνες μένω».

«Παράξενο», είπε ο δήμαρχος, «παράξενο. Και τώρα σκέφτεστε να παραμείνετε εδώ σε μας, στη Ρίβα;» 

«Δεν σκέφτομαι», είπε ο κυνηγός χαμογελώντας και ακούμπησε, για να αμβλύνει τον σαρκασμό, το χέρι του στο γόνατο του δημάρχου. «Είμαι εδώ, τίποτ’ άλλο δεν ξέρω, να κάνω τίποτ’ άλλο δεν μπορώ. Η βάρκα μου δεν έχει τιμόνι, κινείται με τον αέρα που φυσά στα πιο μεγάλα βάθη του θανάτου».






ΠΗΓΗ...http://diastixo.gr

«Πριόνια» της Γιολάντας Σακελλαρίου


Πριόνια
Η νύχτα τραμπαλίζεται
Σε απέραντη αιώρα από καπνό
Τ’ αηδόνια της μουσικά πριόνια
–Μελωδίες εφιαλτικές–
Κάνουν να τρέμει το θαμπό φεγγάρι του χειμώνα
Καπνίζουν σόμπες αυτοσχέδια τζάκια καμινάδες
Καπνίζουν τα μπαλκόνια
Τ’ ανοιχτά παράθυρα οι αυλές

Είναι που στον πάτο της κόλασης στην πόλη
Ρομαντικοί φτωχοδιάβολοι κρυώνουν


Πριονίζουν
Κλαριά μουριάς και νεραντζιάς στους δρόμους
Τραπέζια ξύλινα –άλλοτε γιορτινά–
Σερβάντες καρέκλες κρεβάτια – και τα παιδικά
(Στο πάτωμα θα κοιμηθούν αγκαλιασμένοι)

Πριονίζουν
Σαν από ιερή μανία αφιονισμένοι

Ξυλοπόδαρα ο ακροβάτης
Πατερίτσες η μαθήτρια με το σπασμένο πόδι
Μωρά τις κούνιες τους
Κονσόλες οι παλαιοπώλες
Το ξύλινο χέρι του ο ανάπηρος
(Παρ’ ολίγο το κοντάρι της σημαίας οι φαντάροι)

Πριόνια άγρια τριζόνια του χειμώνα
Πριονίζουν βαθιά∙ όλο και πιο βαθιά

Τραύματα φόβους ενοχές
Εικασίες ικεσίες διδαχές
Τους αρμούς τους δεσμούς τους θεσμούς
Τις δεσμεύσεις
Πριονίζουν
Τα όνειρα τρίζουν
Έτσι που τ’ όραμα γυμνό απόμεινε
Ίσως γλιτώσει ελπίδα


Η νύχτα τραμπαλίζεται
Σε απέραντη αιώρα από καπνό
Τ’ αηδόνια της μουσικά πριόνια
–Μελωδίες εφιαλτικές–
Κάνουν να τρέμει το θαμπό φεγγάρι του χειμώνα
Καπνίζουν σόμπες αυτοσχέδια τζάκια καμινάδες
Καπνίζουν τα μπαλκόνια
Τ’ ανοιχτά παράθυρα οι αυλές...


Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή Μουσικά Πριόνια


Η Γιολάντα Σακελλαρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1948. Είναι λογοπεδικός. Σπουδές: Φιλοσοφική (Αθήνα), λογοθεραπεία (Παρίσι), διδακτορικό (ΔΠΘ). Ατομικές ποιητικές συλλογές της: Κάποιες φορές ένας θλιμμένος λύκος (Γαβριηλίδης, 2009), Αόρατο τρωκτικό (Γαβριηλίδης, 2013). Προσεχώς θα εκδοθεί η συλλογή της Μουσικά Πριόνια.






ΠΗΓΗ...http://diastixo.gr

«Ταξιδεύοντας κατά μήκος του ποταμού Οκά» του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν


μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη

Διασχίζοντας τους δρόμους της κεντρικής Ρωσίας, αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που σε κατευνάζει στο ρωσικό τοπίο.

Είναι οι εκκλησίες. Σκαρφαλωμένες βιαστικά στους λόφους, σκαρφαλωμένες σε ψηλώματα, λευκές και κόκκινες σαν πριγκίπισσες έχουν βγει στους φαρδιούς ποταμούς, με όμορφες καμπάνες, λαξευμένες, με ξυλόγλυπτα ανεβασμένα πάνω από την αχυρένια και ξύλινη καθημερινότητα – κάνουν νόημα από μακριά η μια στην άλλη, από τα ξεκομμένα χωριά, αόρατη η μια από την άλλη, ανεβαίνουν στον μοναδικό ουρανό.

Κι αν βρίσκεσαι στην πεδιάδα, σε λιβάδια χωρίς να είσαι βιαστικός, μακριά από τα σπίτια, ποτέ δεν είσαι μόνος: πάνω από το τείχος του δάσους, σαν σωροί καλά συμμαζεμένων χόρτων πάνω από την καμπύλη της γης, σε δελεάζουν πάντα οι κορφές των καμπαναριών πότε του Μπόρκι Λαβιέτσιγιε, πότε του Λιουμπίτσι και πότε του Γκαβρίλοφσκαγιε.

Και σαν μπαίνεις στο χωριό καταλαβαίνεις ότι δεν σε καλωσορίζουν οι ζωντανοί, αλλά οι σκοτωμένοι. Οι σταυροί από καιρό είναι σπασμένοι ή στραβωμένοι. Ο τρούλος απογυμνωμένος χάσκει με σκουριασμένα τα πλευρά. Ζιζάνια φυτρώνουν στις στέγες και στις ρωγμές των τοίχων. Σπάνια σώζεται ένα νεκροταφείο γύρω από την εκκλησία. Υπάρχουν σωροί από σταυρούς, βεβηλωμένοι τάφοι. Βροχές δεκαετιών έπλυναν τις εικόνες του τέμπλου που είναι καλυμμένες από πρόστυχες επιγραφές.

Στην είσοδο υπάρχουν βαρέλια με πετρέλαιο για τις μανούβρες του τρακτέρ. Ή το φορτηγό, με την καρότσα του στην πόρτα της εισόδου, φορτώνει σακιά. Σε κάποια άλλη εκκλησία δουλεύουν εργαλεία. Και ακόμα μια κλειστή και αλειτούργητη. Και ακόμα μια, και άλλη μια με λέσχη. «Θα πετύχουμε μεγάλες αποδόσεις γάλακτος!» «Ποίημα για τη θάλασσα». «Το μεγάλο άλμα».

Πάντα οι άνθρωποι ήταν παραδόπιστοι και συχνά κακοί. Αλλά μόλις ακουγόταν η καμπάνα του εσπερινού, έπλεε πάνω από το χωριό, πάνω από την πεδιάδα, πάνω από το δάσος. Τους θύμιζε ότι έπρεπε να αφήσουν τις μικροδουλειές της γης, να δώσουν τον χρόνο και τη σκέψη τους στην αιωνιότητα. Αυτό το καμπάνισμα που διατηρείται τώρα πια μόνο σε μια παλιά μελωδία, σήκωσε τους ανθρώπους από τα τέσσερα.

Σε αυτές τις πέτρες, σε αυτά τα καμπαναριά, οι πρόγονοί μας έβαλαν ότι καλύτερο. Όλη την αντίληψη για τη ζωή.

-Σκάβε, Βίτκα, χτύπα, μη λυπάσαι! Ο κινηματογράφος αρχίζει στις έξι, η πίστα ανοίγει στις οκτώ...

Αλεξάντρ Ισάγεβιτς Σολζενίτσιν (1918-2008), γνωστός στην Ελλάδα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς, από το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ και την Πτέρυγα Καρκινοπαθών. Συγγραφέας συχνά αμφισβητούμενος για την ποιότητα της γλώσσας, παραμένει σπουδαίος καταγραφέας των εξοντωτικών δικών των αντιπάλων του σοβιετικού καθεστώτος. Το «Ταξιδεύοντας κατά μήκος του ποταμού Οκά» είναι από τη συλλογή μικρών διηγημάτων με τον τίτλο Μινιατούρες.






ΠΗΓΗ...http://diastixo.gr

Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

8η Γιορτή Καρατζοβίτικης Πιπεριάς στο Γαρέφι Αλμωπίας


Μια ακόμη χρονιά ήρθε η στιγμή που μύρισε όλο το χωριό αυτήν την υπέροχη μυρωδιά του καπνιστού Κόκκινου Καρατζοβίτικου Πιπεριού που με τόσο κόπο οι πιπεροπαραγωγοί του Γαρεφείου έφτασαν έως το τελικό στάδιο για να δοθεί απλόχερα σε όλο τον κόσμο αυτός ο Κόκκινος Θησαυρός του Γαρεφείου και κατ επέκταση της Αλμωπίας.

Ήρθε η στιγμή που το υπέροχο άρωμα η απίστευτη γεύση και το έντονο Κόκκινο χρώμα να στολίσει τα τραπέζια των νοικοκυρών της Χώρας μας και όχι μόνο.
Ο πλούσιος από παραδοσιακά φαγητά με βάση υπέροχο καπνιστό μπαχαρικό του τόπου μας αλλά και ζωντανές λαχταριστές Καρατζοβίτικης πιπεριές Γαρεφείου σας περιμένει να τον απλώσετε, Φαγητά που θα τον κοσμούν με την αγάπη και το μεράκι όλων των νοικοκυρών του Χωριού μας.

Και εκεί που θα συμβαίνουν όλα αυτά ένα παραδοσιακό τοπίο στην Γραφική Πλατεία του Κάτω Γαρεφείου έρχονται οι παραδοσιακές φορεσιές η μουσική και το τραγούδι να δημιουργήσουν ένα ξεχωριστό ταξίδι με Γεύση και παράδοση του Τόπου μας. Το φρεσκοαλεσμένο πιπέρι θα χαρίσει σε όλους την έντονη μυρωδιά του και το έντονο Κόκκινο θα συνθέσει το χρώμα με το οποίο θα τονώσει την διάθεση για να ξεκινήσουν οι Μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις που ετοιμάζει ο σύλλογος μας ενώ παράλληλα θα ξεδιπλωθούν όλες εκείνες οι λαχταριστές νοστιμιές που έχει ο μπουφές με τα υπέροχα φαγητά τα οποία θα γαργαλήσουν τους ουρανίσκους των επισκεπτών.

Σας περιμένουμε όλους για μια ακόμη ξεχωριστή γιορτή του Τοπικού μας προϊόντος σε συνδυασμό με τις παραδόσεις τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας.

https://www.facebook.com/events/121813801868756/?acontext=%7B%22ref%22%3A%2225%22%2C%22sid_reminder%22%3A%226478154564834921348%22%2C%22action_history%22%3A%22null%22%7D

Να μπορείς να λες, όχι! Γράφει ο Γιάννης Ξηντάρας – Ψυχολόγος


Να μπορείς να λες, όχι!

Γράφει ο Γιάννης Ξηντάρας – Ψυχολόγος

Ας πάρουμε πρώτα το παράδειγμα ανάποδα:
Αν δεν μπορείς να πεις όχι, σημαίνει ότι όλο λες ναι (!), σημαίνει ότι δεν μπορείς να χαλάσεις χατίρι, να αρνηθείς μια χάρη ή μια βοήθεια, ακόμη και αν χρειαστεί να δώσεις από το υστέρημά σου (του χρόνου, του κόπου, των χρημάτων, των αξιών σου).
 Αυτό βέβαια, δεν απαραίτητα αρνητικό. Αν θες και μπορείς, πολύ καλά θα κάνεις να δώσεις. Θα νοιώσεις και εσύ ευχαριστημένος και όλα θα είναι μια χαρά. Για εσένα και για τους άλλους. Αν δεν θέλεις; Αν δεν μπορείς; Μπορείς τότε να πεις όχι; Μπορείς να αντέξεις έναν εαυτό που αρνείται; Μπορείς να σεβαστείς την αδυναμία σου ή την έλλειψη επιθυμίας;

Έχεις το δικαίωμα να έχεις όρια, να μην θέλεις να τα υπερβείς είτε επειδή δεν μπορείς είτε επειδή απλώς δεν έχεις όρεξη; Ή μήπως σκέφτεσαι τι θα πει ο άλλος, «τι θα πει ο κόσμος»; Ότι δεν είσαι καλό παιδί, ότι δεν ενδιαφέρεσαι, ότι δεν καταλαβαίνεις, ότι δεν νοιάζεσαι, ότι…
Ο κατάλογος των κρίσεων, των επικρίσεων ,των απόψεων και των ιδεοληψιών είναι ατελείωτος.

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει:
θα ορίζεις εσύ τον εαυτό σου ή οι άλλοι εσένα;



Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπευτής, πτυχιούχος Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων και της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος. Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης “Επαφή”. www.xidaras.gr

«ΤΗΣ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑΣ» . Πρεμιέρα από την Κεντρική Σκηνή του Εδεσσαϊκού Θεάτρου


«ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ»

ΠΑΝΤΕΛΗΣ: Τι γίνανε ρε οι φακές; Τις πούλησες;
ZHKOΣ: Δεν τις πούλησα, φύγανε μοναχές τους! Διότι σκάσανε οι φακές, βγήκαν τα μαμούνια, πήρε κάθε μαμούνι στην πλάτη από μια φακή και δρόμο τον ανήφορο!

Μία παράσταση με αναρίθμητες εκρήξεις γέλιου, που μεταφέρει χαρά και ευφρόσυνη διάθεση μέσα από την υψηλής ποιότητας χιούμορ της, καλείστε να παρακολουθήσετε από την Κεντρική Σκηνή του Εδεσσαϊκού Θεάτρου. Η Θεατρική μεταφορά της ταινίας «ΤΗΣ ΚΑΚΟΜΟΙΡΑΣ», που έγραψε και σκηνοθέτησε για τη μεγάλη οθόνη ο Ντίνος Κατσουρίδης, παίρνει σάρκα και οστά στην σκηνή της αίθουσας εκδηλώσεων της Π.Ε. Πέλλας από την Κυριακή 29 Οκτώβρη ως και την Κυριακή 5 Νοέμβρη 2017 με την υποστήριξη της Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας και του Δήμου Έδεσσας.

Νοσταλγικές ευωδιές, γραφικές αυλές, ψυχές γεμάτες όνειρα, προσδοκίες και αγωνίες και στο επίκεντρο το παραδοσιακό μπακάλικο-κέντρο εμπορικής και κοινωνικής κίνησης- χώρος γύρω απ τον οποίο στήνεται η πλοκή, η δράση και η εξέλιξη του έργου. Ενός έργου που γοητεύει ακόμα και σήμερα 54 χρόνια μετά την πρώτη κινηματογραφική του προβολή και που αποτελεί σημείο αναφοράς για την ελληνική κωμωδία. Μια κωμωδία, που γεννήθηκε χωρίς κανόνες και που ακόμα λειτουργεί, χάρη στο αχαρακτήριστο και σχεδόν αναρχικό της χιούμορ. Ένα κοκτέιλ που περιλαμβάνει δόσεις σουρεαλισμού,  ηθογραφίας, καταγραφής της πραγματικότητας και τη γελοιοποίησή της. Η αυθεντικότητα της, η φρεσκάδα της, ο φρενήρης ρυθμός της, οι χαρακτήρες της και οι μοναδικές της ατάκες, συντελούν στη διαχρονική αξία του έργου. Ισοπεδωτικό, καταιγιστικό, απολαυστικό, είναι λίγες μόνο από τις λέξεις που μπορούν να αποδώσουν το σενάριο: Ο Ζήκος, ένας επαρχιώτης που δουλεύει μπακαλόγατος στου κυρ-Παντελή, έχει μεγάλα σχέδια για το μέλλον του αλλά οι τρόποι που χρησιμοποιεί για να τα πραγματοποιήσει αποκαλύπτουν το μέγεθος της αφέλειας του. Είναι ερωτευμένος με την Φιφίκα, η οποία προσποιείται ότι ανταποκρίνεται. Ο Παντελής, αν και προχωρημένης ηλικίας, θέλει για λογαριασμό του τη νεαρή φίλη της, τη Λίτσα και ζητάει από την προξενήτρα κυρά Δέσποινα να πείσει τον πατέρα της να του δώσει το χέρι της. Ο Ζήκος κοροϊδεύει για την επιλογή του τον Παντελή αλλά αυτός δεν πτοείται. Προχωρεί στους αρραβώνες σε συνεννόηση με τον πατέρα της και ερήμην της ίδιας. Στα γενέθλια της Λίτσας θα αποκαλυφθεί το «συνοικέσιο του αίσχους» και η ζωή όλων θα έρθει τα πάνω – κάτω καθώς τόσο αυτή όσο και η φιλενάδα της διατηρούν σχέσεις, η μεν Λίτσα με τον νεαρό ηλεκτρολόγο Αργύρη, η δε Φιφίκα με τον φίλο του Κιτσάρα. Όμως μετά την απόπειρα των νέων να κλεφτούν, οι γονείς τους θα υποχωρήσουν και θα δώσουν την ευχή τους για το γάμο τους, αφήνοντας τον Ζήκο και τον κυρ -Παντελή... μπουκάλες!


Ένα εξαιρετικό επιτελείο ανθρώπινου δυναμικού, άκρως δημιουργικό και κεφάτο, εργάστηκε υπό τις σκηνοθετικές υποδείξεις της Δέσποινας Οτουντζίδου, κρατώντας τη φινέτσα, τους ρυθμούς και τις συμπεριφορές των χαρακτήρων του έργου στο ακέραιο. Τους ρόλους ερμηνεύουν με αλφαβητική σειρά οι: Αγανάνη Ελένη (Φιφίκα), Αζέπη Ελένη (Λίτσα), Γκόγλης Βασίλης (Πελάτης), Δαδιώτη Βάλια (Πελάτισσα), Δουρβάνης Δημήτρης (Ζήκος), Καράλη Ελένη (Σωτηρία), Κιοσές Παντελής (Μήτσος), Νανόπουλος Παναγιώτης (Μανόλης), Τοπαλίδης Νίκος (Κιτσάρας), Τσακίρη Ελένη (Δέσποινα), Φανιόπουλος Λάκης (Παντελής) και Χατζής Χρήστος (Αργύρης)

Φίλες και φίλοι του Εδεσσαϊκού Θεάτρου, αξίζει να στηρίξετε με την παρουσία σας την προσπάθεια όλων όσων συντέλεσαν σε αυτήν την παραγωγή. Υπενθυμίζουμε πως τα έσοδα από την παράσταση της πρεμιέρας (29 Οκτωβρίου) θα διατεθούν για την οικονομική ενίσχυση του Συλλόγου Νεφροπαθών Νομού Πέλλας «Άγιοι Ανάργυροι».
Ώρα έναρξης καθημερινά στις 9.15 το βράδυ-Παράκληση η προσέλευση να γίνει τουλάχιστον 15΄λεπτά πριν την έναρξη της παράστασης.

"Τα ιστορικά μηνύματα από την απελευθέρωση της Έδεσσας" του Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη


Η απελευθέρωση της Έδεσσας

Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Στις 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο κατά του Οθωμανικού κράτους. Ο Ελληνικός στρατός μετά τη νίκη του στη μάχη του Σαρανταπόρου στις 9 και 10 Οκτωβρίου, προελαύνει στην πεδιάδα της κεντρικής Μακεδονίας και απελευθερώνει διαδοχικά τη Βέροια και τη Νάουσα. Οι μεν Έλληνες περιμένουν με ανυπομονησία τον Ελληνικό στρατό, ενώ οι Τούρκοι αισθάνονται αγωνία για τη ζωή και τις περιουσίες τους, μιας και ο τουρκικός στρατός εγκατέλειψε την πόλη και κατευθύνθηκε προς την πεδιάδα των Γιαννιτσών για να δώσει εκεί μια από τις πλέον αποφασιστικές μάχες του πολέμου, στις 19-20 Οκτωβρίου 1912. 
Στην Έδεσσα απομένουν μόνο λίγοι άνδρες της τουρκικής εθνοφρουράς, ο φρούραρχος της πόλης Ταγματάρχης Ρασίτ μπέης, ο καϊμακάμης του Καζά Βοδενών (έπαρχος) Γκαλίπ μπέης και ο μουχτάρης (δήμαρχος) της πόλης Αλή Ριζά. Οι Τούρκοι αξιωματούχοι λίγες μέρες πριν την απελευθέρωση της Έδεσσας ενεργώντας προληπτικά, συνέλαβαν ως ομήρους επιφανείς Εδεσσαίους που είχαν αναπτύξει αξιόλογη δράση στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα και τους μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη, στις φυλακές Επταπυργίου μαζί με ομήρους από άλλες περιοχές. 
Όταν πλέον συνειδητοποιούν ότι είναι αναπόφευκτη σε λίγες μέρες η επικράτηση του ελληνικού στρατού στην περιοχή, συγκαλούν σύσκεψη στο σπίτι του φρούραρχου Ρασίτ μπέη για να καθορίσουν τις μετέπειτα ενέργειές τους. Να προβάλλουν δηλαδή αντίσταση στον ελληνικό στρατό ή να παραδώσουν την πόλη αμαχητί. Τελικά υπερισχύει η δεύτερη γνώμη και αποφασίζεται να μεταβεί στην Ιερά Μητρόπολη Εδέσσης ο Τούρκος διευθυντής του ιεροδιδασκαλείου για να προετοιμάσει τη συνεννόηση με τους Έλληνες της πόλης. 
Την επόμενη μέρα συγκεντρώνονται στην Ιερά Μητρόπολη οι τουρκικές αρχές, ο Μητροπολίτης Κωνστάντιος και οι Δημογέροντες, όπου οι Τούρκοι ζητούν την προστασία τους στην περίπτωση που θα καταληφθεί η πόλη από τον Ελληνικό στρατό. Στις 15 Οκτωβρίου παραιτούνται οι Τουρκικές αρχές και αναλαμβάνουν τη φρούρηση της Έδεσσας οι Έλληνες κάτοικοί της. Στις 16 Οκτωβρίου ο δήμαρχος Αλή Ριζά πηγαίνει στις φυλακές της πόλης, αποφυλακίζει όσους κρατούμενους δεν είχαν μεταφερθεί στην Θεσσαλονίκη ως όμηροι και ο Γκαλίπ μπέης εγκαθίσταται στο κτίριο της Μητρόπολης όχι τόσο για να προστατευθεί από τους χριστιανούς, αλλά για να αποφύγει τη οργή όσων από τους Τούρκους είχαν την αντίθετη με αυτόν γνώμη για την παράδοση της πόλης. Το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου η έκτη ημιλαρχία υπό τον ανθυπίλαρχο Αργύριο Σταυρόπουλο εξορμά από τη Βέροια και καταλαμβάνει το σιδηροδρομικό σταθμό Σκύδρας. 


Την επόμενη μέρα, Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 1912, γιορτή του Αγίου Λουκά, τρεις στρατιώτες ως προπομποί του προελαύνοντος ελληνικού στρατού, ο Βρασίδας Λαγωνίκος, ο Νικόλαος Αγγελής και ο Νικόλαος Λιβανός καταλαμβάνουν το σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης μας αφού συνεπλάκησαν με την εκεί ευρισκόμενη τουρκική φρουρά. Από τους πυροβολισμούς σκοτώθηκαν ο ιερέας του χωριού Σωτήρα, ο δεκαπεντάχρονος μαθητής Ψυχογιός και ένας μαθητής του οικοτροφείου. Ήταν οι τελευταίοι νεκροί πριν την απελευθέρωση της πόλης. 
Λίγο αργότερα φτάνει στο σταθμό αμαξοστοιχία με ένα λόχο πεζικού του ελληνικού στρατού με επικεφαλής τον αξιωματικό Βασίλειο Γεννηματά, ο οποίος μπαίνει θριαμβευτικά στην Έδεσσα. Την ίδια ώρα από την πόλη έρχεται προς το σταθμό μια πομπή με επικεφαλής το Μητροπολίτη και τους Τούρκους μουφτή, υποδιοικητή και δήμαρχο της Έδεσσας, ο οποίος κρατά λευκή σημαία. 


Στις 11 το πρωί της 18ης Οκτωβρίου 1912 γίνεται η επίσημη παράδοση της πόλης από τον Τούρκο δήμαρχο Αλή Ριζά, ο οποίος σύμφωνα με την τοπική παράδοση ήταν απόγονος του κελ Πέτρου που προδοτικά είχε παραδώσει τη βυζαντινή Έδεσσα στους Τούρκους πριν από 530 χρόνια περίπου. 
Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά στους περισσότερους. Εκείνο όμως που σπάνια αναφέρεται είναι το τι προηγήθηκε από τους πολέμους του 1912-13 και την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ας θυμηθούμε συνοπτικά τα γεγονότα:
Μετά από έντονες ρωσσικές πιέσεις, με το σουλτανικό φιρμάνι της 28ης Φεβρουαρίου 1870 ιδρύεται η αυτοκέφαλη Εκκλησία της Βουλγαρίας με επικεφαλής Έξαρχο. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με αφορμή την μη μνημόνευση του ονόματος του Πατριάρχη στις λειτουργίες των εξαρχικών ναών, συγκάλεσε Πανορθόδοξη Σύνοδο το 1872 και κήρυξε σχισματική την Βουλγαρική Εξαρχία. 
Η Συνθήκη του Αγ. Στεφάνου της 3ης Μαρτίου 1878 μεταξύ Τσαρικής Ρωσσίας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία δημιούργησε την Μεγάλη Βουλγαρία, ένα στην ουσία πελατειακό κράτος της Ρωσσίας, προκάλεσε τέτοιες αντιδράσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε αυτοακυρώθηκε και ουδέποτε εφαρμόστηκε. Αποτέλεσμα της διπλωματικής εμπλοκής που προκάλεσαν οι προαναφερθείσες αντιδράσεις ήταν η σύγκλιση, μερικούς μήνες αργότερα, μιας νέας συνδιάσκεψης ειρήνης στο Βερολίνο (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878), όπου με την νέα Συνθήκη (Συνθήκη του Βερολίνου) ανατράπηκαν οι αποφάσεις της Συνθήκης του Αγ. Στεφάνου. 
Το 1885 πραγματοποιείται η αυθαίρετη προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας στο αυτόνομο Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας, που είχε προκύψει από την Συνθήκη του Βερολίνου. Η νίκη των βουλγαρικών όπλων, στον Σερβο-Βουλγαρικό πόλεμο της ίδιας χρονιάς, αναπτέρωσε τις ελπίδες των Βουλγάρων ότι σύντομα θα πετύχαιναν αυτό που τους στέρησε η Συνθήκη του Βερολίνου: Την «Μεγάλη Βουλγαρία». 
Στις βουλγαρικές επιδιώξεις αντιτάχθηκαν τόσο η Ελλάδα, όσο και η Σερβία, οι οποίες εξόπλισαν αντίστοιχα ανταρτικά σώματα με στόχο αφ’ ενός μεν να εξασθενίσουν την οθωμανική εξουσία, αφ’ ετέρου δε να ανακόψουν τις βουλγαρικές δραστηριότητες. Παράλληλα, η ρουμανική προπαγάνδα επιχειρούσε με κάθε μέσον να προσεταιριστεί τους βλαχόφωνους πληθυσμούς γύρω από την Πίνδο, οργανώνοντας αντίστοιχα ένοπλα σώματα. 
Την ταραγμένη λοιπόν και χαοτική εκείνη περίοδο, που περιγράψαμε προηγουμένως, άρχισε να καλλιεργείται το ιδεολόγημα του «Μακεδονισμού» (η θεωρία ότι οι κάτοικοι της περιοχής της Μακεδονίας δεν είναι Έλληνες, ούτε Βούλγαροι, ούτε Σέρβοι, αλλά «Μακεδόνες»), καθώς και η πλαστή εθνοτική ταυτότητα των ανύπαρκτων «Σλαβομακεδόνων», εφευρήματα που αξιοποιήθηκαν αργότερα από την βουλγαρική προπαγάνδα στην εξυπηρέτηση των εδαφικών της βλέψεων. 
Ο Μακεδονισμός, ας μη το ξεχνάμε. υπήρξε δημιούργημα μεγαλοσερβικών πολιτικών κύκλων και ιδίως του Σέρβου πολιτικού, αλλά και διακεκριμένου λογίου, του Στόγιαν Νοβάκοβιτς (Stojan Novaković, 1842-1915), ο οποίος διετέλεσε δύο φορές Πρωθυπουργός του Βασιλείου της Σερβίας. Η επινόηση της ιδέας του "μακεδονικού έθνους" και η καλλιέργειά της στον σλαβικό πληθυσμό της Μακεδονίας είχε ως σκοπό να εξυπηρετήσει τα σχέδια της "μεγαλοσερβικής" πολιτικής για διείσδυση στον νότο και έξοδο στο Αιγαίο, αφού θα οδηγούσε στην απομάκρυνση της βουλγαρικής επιρροής από τους Σλάβους της Μακεδονίας και στην απόσχισή τους από τον βουλγαρικό εθνικό κορμό». 
Στην συνέχεια βέβαια τον «μακεδονισμό» τον υιοθέτησαν και οι ίδιοι οι Βούλγαροι, με θλιβερά αποτελέσματα. Τέλος, ο μακεδονισμός υιοθετήθηκε και από τον οπερεττικό εκείνον αυτοδιορισμένο «στρατάρχη», τον Τίτο, για να εξυπηρετήσει τους δικούς του σχεδιασμούς και επιδιώξεις, με αποτέλεσμα να τον υφιστάμεθα μέχρι σήμερα. 
Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που πρέπει να επισημανθεί είναι η χρησιμοποίηση του γλωσσικού παράγοντα ως οχήματος εδαφικών διεκδικήσεων και επεκτατισμού.
Αξίζει να επιμείνουμε λίγο παραπάνω στο θέμα αυτό.
Επιστημονικώς είναι πλέον αδιαμφισβήτητο, ότι η ομιλούμενη γλώσσα δεν αποτελεί απόλυτο εθνολογικό κριτήριο ταξινόμησης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας. 
Με απλά λόγια: Η γλώσσα που μιλάει ένα σύνολο ανθρώπων δεν έχει σχέση με την εθνική τους ταυτότητα.
Περιορίζομαι να αναφέρω το κλασσικό παράδειγμα των γερμανόφωνων Αλσατών, στα σύνορα Γαλλίας–Γερμανίας, οι οποίοι αισθάνονται φανατικοί Γάλλοι και πολέμησαν τόσο στον Α΄ όσο και στον Β΄ Παγκ.Πόλεμο στο πλευρό των Γάλλων.
Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ορισμένες πραγματικότητες, που αγνοούνται ή αποσιωπούνται:
Ο ελληνισμός, στην ιστορική του πορεία των 4000 χρόνων, δημιούργησε τεράστιες πολυεθνικές αυτοκρατορίες (πολυεθνικές, αλλά ποτέ πολυ-πολιτισμικές), αχανή Βασίλεια (Πτολεμαίοι, Σελευκίδες), αλλά συχνότατα υπέστη και επιδρομές βαρβάρων λαών, κατακτήθηκε πλήρως ή εν μέρει από ξένους στρατούς (Ρωμαίοι, Οθωμανοί), ενώ εκτοπίσθηκαν τμήματά του από προαιώνια ελληνικά εδάφη. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ιστορικών εξελίξεων ήταν κάποιοι ελληνικοί πληθυσμοί να αλλοφωνήσουν, όπως ορισμένοι μικρασιάτες (τουρκόφωνοι Έλληνες), να λατινοφωνήσουν (βλαχόφωνοι Έλληνες), να σλαβοφωνήσουν (σλαβόφωνοι Έλληνες), να αλβανοφωνήσουν (αρβανιτόφωνοι Έλληνες) ή να ιταλοφωνήσουν (οι Γρεκάνοι της Magna Grecia). 
Επομένως, το ότι κάποια τμήματα του πληθυσμού της Μακεδονίας είχαν παλαιότερα ως μοναδικό γλωσσικό μέσο επικοινωνίας ένα σλαβογενές ιδίωμα, δεν αποτελεί ικανό και επαρκές κριτήριο για την επιχειρηθείσα στο παρελθόν και επιχειρούμενη και σήμερα από ορισμένους, τοποθέτησή τους εκτός του ελληνικού έθνους. 
Ως γηγενής λοιπόν Μακεδόνας Έλλην θεωρώ ότι το ζήτημα έχει απαντηθεί θεωρητικά και πρακτικά και δεν υπάρχει ανάγκη περαιτέρω συζητήσεων και διευκρινίσεων.
Και για να μη υπάρχει οποιαδήποτε παρανόηση επαναλαμβάνω: Είμαι ντόπιος Μακεδόνας Έλληνας, με αυτήν ακριβώς την σειρά. Το πρώτο αποτελεί την τοπική πολιτισμική μου ταυτότητα, το δεύτερο την γεωγραφική μου ταυτότητα και το τρίτο την εθνική μου ταυτότητα.
Με την ευκαιρία ας θυμηθούμε αυτό που τόνιζαν στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν το 1903 κάτοικοι της πόλης του Μοναστηρίου (Βιτώλια) προς τις Μεγάλες Δυνάμεις:
«...λαλούμεν ελληνιστί, βλαχιστί, αλβανιστί, βουλγαριστί, αλλά ουδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητεί προς ημάς τούτο...».
Να έχουμε επί πλέον πάντα στο μυαλό μας ότι τα ιδιώματα που ομιλούνται σε περιοχές της κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας δεν έχουν σχέση γλωσσολογική και ιστορική με την κατασκευασμένη το 1944-45 γλώσσα των Σκοπίων που την ονομάζουν αυθαίρετα «μακεδονική».
Και για να τελειώνουμε. Όπως συχνά επαναλαμβάνω:
"…Στον ελληνισμό, μετέχει κάποιος εθελουσίως. Είναι τιμή και ευθύνη η ελληνική ταυτότητα. Η ελληνικότητα δεν επιβάλλεται, αλλά κερδίζεται και αποδεικνύεται με αγώνες, θυσίες και ήθος. Πρόκειται για θεϊκό χάρισμα και όχι για καταναγκασμό. Ο ελληνισμός κανέναν δεν παρακαλάει. Όποιος δεν θέλει να είναι Έλληνας, κακό του κεφαλιού του. Ας αρκεσθεί στη μίζερη και ελεεινή σκοπιανή ιδιότητα ή ας παραμείνει στην πνευματική αναξιοπρέπεια του κακώς εννοούμενου τοπικισμού και της γκρίνιας για τα κονδύλια. Αυτά δεν τα λέω για να δικαιολογήσω την κρατική απραξία, ούτε για να εθελοτυφλούμε μπροστά στον κίνδυνο από τη διείσδυση των πρακτόρων. Χρειάζεται συνεχής άμυνα και αντίσταση. Αλλά συγχρόνως δεν πρέπει να αποδίδουμε στους αργυρώνητους νεοκομιτατζήδες καμιά ιδιότητα φοβερού και τρομερού μαζικού κινήματος αφελληνισμού. Εάν σώσουμε το όνομα της Μακεδονίας, οι πρακτορίσκοι πιθανότατα θα εξαφανισθούν μία για πάντα. Θα τους καταπιεί η ίδια η Ιστορία…".
Κλείνω, με τα λόγια του μεγάλου εκείνου Μακεδόνα Έλληνα, του Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος χάθηκε τόσο πρόωρα, δολοφονημένος άνανδρα από πολιτικούς του αντιπάλους, που έγραφε στο βιβλίο του «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα», τα εξής, προφητικά θα τα χαρακτήριζα, απευθυνόμενος στους πολιτικούς της Αθήνας :
«Να ξέρετε πως αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η Μακεδονία θα μας σώσει.
Θα μας σώσει από την βρώμα όπου κυλιούμαστε, θα μας σώσει από την μετριότητα και από την ψοφιοσύνη, θα μας λυτρώσει από τον αισχρό τον ύπνο, θα μας ελευθερώσει.
Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε...» 

Δ.Ε.E. 17-10-2017




ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...