Καλώς ήρθατε στον ιστότοπο του ιστορικού μας χωριού, όπου μπορείτε να δείτε άρθρα, που αφορούν όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι. Περιπλανηθείτε στις αναρτήσεις μας για να ταξιδέψετε σε μια πλούσια ποικιλία θεμάτων που ετοιμάζουμε με μεράκι και αγάπη για τον ευλογημένο μας τόπο.

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS

ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΜΕ ΤΟ GOOGLE MAPS
Κλίκ στην εικόνα

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

Ι.Μ Αγίου Ιλαριωνος

Ιερός Ναός Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη του χωριού.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άποψη πλατείας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Νερόμυλος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πετροντούβαρο.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Σοκάκι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Ι.Μ Αγίου Ιλαρίωνος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Πανοραμική άποψη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Καταρράκτης.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Αγία Παρασκευή.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Φράγμα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

"Μπιτσκία".

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης .

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εξωκλήσι.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χορευτικός σύλλογος.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Εκκλησία - κοινότητα.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Το μνημείο των ηρώων.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Άνοιξη.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

ΠΡΟΜΑΧΟΙ

Χειμώνας.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

ΠΡΟΜΑΧΟΙ 1960.


Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960 και στο όμορφο χωριό των Προμάχων ο ήλιος ξεπροβάλει από τα ανατολικά βράχια της Μπάινας, φωτίζοντας με τις ζεστές του ακτίνες όλη την περιοχή, που έχει αρχίσει να πρασινίζει, υποδηλώνοντας ότι η άνοιξη έφτασε.
Ήδη κάποιες αμυγδαλιές και κάποιες σλίβες έχουν αρχίσει να ανθίζουν, χαρίζοντας υπέροχες ροζ ανταύγειες με τα άνθη τους.
Αν και πέρασε ο χειμώνας, οι κάτοικοι δεν έχουν αρχίσει να ασχολούνται με τα χωράφια τους και πολλοί από αυτούς, μαζεύουν δυνάμεις για την δύσκολη καλλιεργητική περίοδο, που θα ξεκινήσει σε λίγες εβδομάδες.
Από τα δυτικά του χωριού ακούγονται ήχοι περίεργοι, σημάδια ανθρώπινης δραστηριότητας.
Κάποια ομάδα εργατών, δουλεύει εντατικά και ο θόρυβος από αξίνες, φτυάρια και τσάπες, είναι ευδιάκριτος.
Διερχόμενος τον κεντρικό χωματόδρομο και περνώντας την δημόσια κοινοτική βρύση με το τρεχούμενο νερό, μπορείς να δεις, ότι στην αυλή, δίπλα από το σπίτι του Μπάι Γκιόργκε, δέκα γεροδεμένοι άντρες, σκάβουν σε τέσσερα σημεία, μεγάλες τρύπες ιδρώνοντας και αγκομαχώντας.
Σήμερα ξεκινάει το χτίσιμο του νεαρού γιου της οικογένειας, καθώς αρραβωνιάστηκε πρόσφατα και πρέπει σε λίγο καιρό να ανοίξει το δικό του σπιτικό.
Έτσι λοιπόν οι τέσσερις βάσεις του σπιτιού ετοιμάζονται και στην γύρω περιοχή επικρατεί ένας γιορτινός αναβρασμός. Οι μεν άντρες να πειράζονται μεταξύ τους, οι δε γυναίκες να πηγαινοέρχονται αλαφιασμένες, προσπαθώντας να ετοιμάσουν νόστιμους μεζέδες και πίτες για τους απαιτητικούς εργάτες. Τα πιάτα με τα ορεκτικά πάνε κι έρχονται, ενώ το δυνατό τσίπουρο ρέει άφθονο, δίνοντας δύναμη στους σκληροτράχηλους άντρες.
Ο παππούς της οικογένειας πηγαινοέρχεται νευρικά καπνίζοντας ένα σέρτικο σκέτο τσιγάρο και δίνει εντολές βήχοντας και ξύνοντας το αξύριστο πηγούνι του.
Κατά το απομεσήμερο η δουλειά κοντεύει να τελειώσει και ο αρχηγός της οικογένειας διαλέγοντας τον μεγαλύτερο πετεινό από το παρακείμενο κοτέτσι, το σφάζει και με το αίμα του ραντίζει τις βάσεις του νέου σπιτιού, τηρώντας το πατροπαράδοτο έθιμο.. Στη συνέχεια παραδίνει το μεγαλόσωμο πτηνό στην νοικοκυρά, για να το μαγειρέψει και να φάνε οι κατάκοποι μαστόροι.
Το απομεσήμερο, όταν πια η δουλειά έχει τελειώσει, στήνεται ένα τεράστιο τραπέζι, κάτω από το πλατάνι, στην άκρη της αυλής και όλοι μαζί κάθονται και απολαμβάνουν τα κάθε λογής εδέσματα, που στρώθηκαν από τις γυναίκες του σπιτιού και τις γειτόνισσες, που βοηθούν.

Τις επόμενες ημέρες και αφού ρίχτηκαν οι βάσεις, με τσιμέντο, ξεκινά η διαδικασία του χτισίματος περιμετρικά. Κι εδώ το ίδιο σκηνικό. Άντρες και γυναίκες, με μουλάρια και γαϊδούρια, κουβαλούν από τους γύρω χειμάρρους, πέτρες κάθε λογής, ενώ οι έμπειροι μαστόροι, πελεκώντας τα τεράστια βράχια, δίνουν σχήμα σε αυτά και οι χτίστες τα τοποθετούν με μαεστρία, δημιουργώντας γερά και ασφαλή πετροντούβαρα.
Φίλοι, συγγενείς και γείτονες, συμμετέχουν στην όλη επιχείρηση βοηθώντας όπως μπορεί ο καθένας και η "μυσταγωγία" θα διαρκέσει πολλές ημέρες.
Μόλις έρθει η ώρα για το "ρίξιμο της πλάκας(ταράτσα), ένα συνεργείο από έμπειρους εργάτες θα κατευθυνθεί στη Μπιτσκία, όπου με την βοήθεια του μοναδικού τρακτέρ του χωριού, θα ισιάξουν τα σίδερα, που απαιτούνται για να οπλιστεί το μπετόν.
Την ημέρα που θα "ρίξουν" την πλάκα, συνήθως επιλέγουν κάποια Κυριακή, ο τόπος θυμίζει γιορτή.
Δεκάδες εθελοντές βρίσκονται στον τόπο και ο καθένας στο πόστο του, σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, εργάζονται και πειράζει ο ένας τον άλλον, ενώ το τσίπουρο έχει την τιμητική του.
Ένας βάζει νερό στην μπετονιέρα, άλλος τα τσιμέντα, άλλοι τη γεμίζουν με χαλίκια, ενώ επάνω στην ταράτσα, χειροδύναμοι νεαροί, σπρώχνουν με μανία τα καρότσια, γεμάτα με το έτοιμο μπετόν. Παραδίπλα, τα έμπειρα μαστόρια, κρατώντας μακριά ξύλινα "μαστάρια" σιάζουν το μπετόν, δίνοντας τις κατάλληλες κλίσεις.
Η διαδικασία θα κρατήσει πολλές ώρες και τελειώνοντας το πολυπληθές συνεργείο θα αποζημιωθεί από το "λουκούλλειο" γεύμα που ετοιμάζουν οι προκομμένες νοικοκυρές, υπό την αυστηρή επίβλεψη του Μπάι Γκιόργκε, ο οποίος δεν αφήνει να ξεχαστεί, ούτε η παραμικρή λεπτομέρεια.
Όταν έρθει η ώρα του χτισίματος των δωματίων και το σοβάτισμα, ανοίγουν μια τεράστια τρύπα σε μια άκρη της μικρής πλέον αυλής, και θα ρίξουν μέσα τεράστιους ασβεστόλιθους, που προμηθεύονται από την Πολυκάρπη. Στη συνέχεια ρίχνουν νερό και ανακατεύοντας, με μακριά ξύλινα κοντάρια, ετοιμάζουν τον ασβεστοπολτό που είναι απαραίτητος για το χτίσιμο. Σύννεφο από αναθυμιάσεις γεμίζει την γύρω ατμόσφαιρα, αλλά οι έμπειροι άντρες συνεχίζουν απτόητοι την επίπονη ασχολία τους.
Μερικές μέρες αργότερα ο ασβεστοπολτός αφού ξεθυμάνει, θα είναι έτοιμος προς χρήση.
Κάποιο σκυλί της γειτονιάς, μη προσέχοντας, θα πέσει μέσα στον καυστικό λάκκο και στριγκλίζοντας θα τρέξει προς το ποτάμι, για να ξεπλύνει τον ασβέστη που το κατακαίει.

Στο τελικό στάδιο πλέον, έχει απομείνει η κατασκευή της σκεπής, συνήθως με παλιά Τούρκικα κεραμίδια και η γιορτή κορυφώνεται.
Όλη η γειτονιά είναι στο πόδι, μιας και απαιτούνται πολλά χέρια και κανείς δεν αρνείται την συμμετοχή.
Ο πρωτομάστορας, σκαρφαλωμένος στο ψηλότερο σημείο, κάνοντας τον τελάλη, φωνάζει με όλη του τη δύναμη τα ονόματα αυτών που φέρνουν δώρα για τους εργάτες. Συνήθως αυτά είναι πετσέτες, κάλτσες και φανελάκια, τα οποία τα κρεμούν σε περίοπτη θέση. Εκείνα τα χρόνια έλλειπαν τα πολύβουα μηχανήματα που υπάρχουν τώρα, και δεδομένης της ησυχίας που επικρατούσε, όλο το χωριό μπορούσε να ακούσει την στεντόρεια φωνή του τελάλη.
Καθιερωμένο βέβαια σκηνικό και το πλούσιο τραπέζι στο τέλος της εργασίας και τα χαρούμενα και γεμάτα ικανοποίηση πρόσωπα των παρευρισκόμενων.
Λίγους μήνες αργότερα το καινούριο σπιτικό, το ποτισμένο με ιδρώτα και μόχθο, θα είναι έτοιμο να στεγάσει την αγάπη και τα όνειρα του νεαρού ζευγαριού, που θα συνεχίσει την αέναη και αιώνια παρουσία των υπερήφανων κατοίκων στον πολύπαθο και ευλογημένο τόπο.
Όμορφες εικόνες των περασμένων δεκαετιών, από την ταπεινή ζωή στο αγαπημένο μας χωριό και άλλη μια τρανή απόδειξη της αλληλεγγύης των κατοίκων και της αλληλοστήριξης που τους διακρίνει μέχρι και τις μέρες μας. .

Η "Μπάινα" των θρύλων, των μύθων και της ιστορίας.



Στα Ανατολικά-βορειοανατολικά των Προμάχων, απλώνεται μια περιοχή, επιβλητική και κακοτράχαλη, που ο θρύλος την ζώνει με πολλές ιστορίες και μύθους.
Η "Μπάινα" είναι ένα σύμπλεγμα από βράχους, κυρίως ασβεστολιθικούς, από τρεχούμενα ζεστά-ιαματικά νερά, και νοτιότερα από μια εύφορη πεδινή γη.
Η ιστορία που μεταφέρεται από στόμα σε στόμα, αναφέρει ότι την προϊστορική περίοδο, όταν η Αλμωπία ήταν μια λεκάνη από νερό, στην "Μπάινα" υπήρχε υποτυπώδες λιμάνι, όπου οι βαρκάρηδες της εποχής ελλιμένιζαν τις βάρκες και τα πλοιάριά τους. Μάλιστα ακόμη και στις μέρες μας υπάρχουν απομεινάρια εκείνων των υποδομών, όπου έδεναν τα πλεούμενα.
Στην περιοχή δέσποζε το φημισμένο μοναστήρι του Αγίου Ιλαρίωνα, επισκόπου Μογλενών, όπου σήμερα έχει ανακαινιστεί και λειτουργεί γυναικεία μονή με εκατοντάδες επισκεπτών-πιστών καθημερινά.
Βορειότερα της μονής, σε ένα σύμπλεγμα κορυφών και δυσπρόσιτου εδάφους, υπάρχουν δείγματα πετρόχτιστων οικίσκων, όπου υπήρχε το χωριό των Προμάχων, οι κάτοικοι του οποίου όντες κυνηγημένοι από τους εχθρούς, επέλεξαν την περιοχή αυτή για να επιβιώσουν με ασφάλεια.
Ανάμεσα από τους τεράστιους βράχους της "Μπάινας", πηγάζει ζεστό ιαματικό νερό, το οποίο λέγεται ότι θεραπεύει οστικά και δερματικά προβλήματα, ενώ σε μια εκβολή των πολλών ρυακιών, οι καθιζήσεις του ασβεστόλιθου έχει σχηματίσει μια μεγάλη φυσική μπανιέρα, στην οποία πολλοί κάτοικοι πραγματοποιούν περιστασιακά τα θεραπευτικά τους μπάνια.
Εκεί, ανάμεσα στα πελώρια βράχια, υπάρχει μια αχανής τρύπα, ένα βάραθρο, στο οποίο λέει ο θρύλος, πως οι Τούρκοι πετούσαν τα κεφάλια των αποκεφαλισθέντων κατοίκων. Μάλιστα, αν κάποιος πάει στην εσοχή της τρύπας και αφουγκραστεί, τότε μπορεί να ακούσει τις κραυγές και τα βογγητά των νεκρών.
Λίγο νοτιότερα της μονής, υπάρχει το εξωκκλήσι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπου πραγματοποιούνται θαυμαστά γεγονότα, μιας και οι πιστοί τοποθετούν σε δέντρο έξω από το εκκλησάκι διάφορα κομμάτια υφάσματος και ρουχαλάκια, υπέρ υγείας και τεκνοποιίας. Πολλοί είναι εκείνοι που έχουν βιώσει το όφελος της προσευχής τους.
Το πεδινό τμήμα της "Μπάινας", όπου οι κάτοικοι έχουν δεντροκαλλιέργειες και ζωοτροφές,  είναι κατακλυσμένο από διάσπαρτες ροδιές. Ροδιές, που ο θρύλος λέει ότι φύτρωσαν από τις σταγόνες του αίματος κάποιου κατατρεγμένου και τραυματισμένου μοναχού και οι οποίες φημίζονται για την γλυκόξινη και θεσπέσια γεύση των καρπών τους.
Τέλος, η περιοχή όλη καλύπτεται από ένα πυκνό πέπλο μυστηρίου και φαντασίας, όσον αφορά τους κρυμμένους θησαυρούς, που λέγεται ότι είναι θαμμένοι στα έγκατά της. Άλλοι λένε ότι σε μεγάλο βάθος υπάρχει αμύθητος πλούτος σε χρυσό, τον οποίο έθαψαν οι στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Άλλοι ισχυρίζονται ότι υπάρχουν θαμμένες λίρες από αντάρτες. Άλλοι ότι υπάρχει χρυσός από την πρωτοχριστιανική εποχή. Και βέβαια του λόγου τω αληθές, οι πολλές νυχτερινές επιχειρήσεις των λαθροθήρων, οι οποίοι αφήνουν πολλές τρύπες στο πέρασμά τους, φουντώνοντας τον θρύλο και εξάπτοντας την φαντασία πολλών αδαών.
Φύλακας-Άγγελος της περιοχής όλης, το "Ταλασάμ" το υπερφυσικό και αμέτρητου μήκους φίδι, με το κεφάλι ανθρώπου, που φυσάει σαν φλόγα και αποτρέπει τρομοκρατώντας κάθε εχθρικό ον προς την ιερή και μυθική γη. Υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες χωρικών, οι οποίες αναφέρουν την ύπαρξη του φιδιού, ενώ κυκλοφόρησε η φήμη ότι το τεράστιο ερπετό έχει φωτογραφηθεί, χωρίς όμως να δημοσιευθεί κάπου η συγκεκριμένη φωτογραφία.
Αυτή σε γενικές γραμμές είναι η μυθική "Μπάινα", μια περιοχή που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το χωριό, τους κατοίκους, την ιστορία και την παράδοση και η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς του ιστορικού-ακριτικού τόπου μας.
Ζωσμένη από θρύλους, μύθους και Ιστορία.

"Τουριένα Βουντινίτσα". Η ιστορία του Γκρεμισμένου Νερόμυλου, του πρώτου υδροηλεκτρικού της Αλμωπίας.


Πρόμαχοι 1945.
Βρισκόμαστε στον ιστορικό οικισμό, όπου οι ηρωικοί του κάτοικοι μετρούν τις πληγές τους μετά από την Ναζιστική λαίλαπα και προσπαθούν να ορθοποδήσουν και να βάλουν μια κανονικότητα στη ζωή τους.
Επικρατεί φτώχεια και ανέχεια, με τις βασικές υποδομές να είναι διαλυμένες, και με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν, αγωνίζονται με νύχια και με δόντια να θρέψουν τις οικογένειές τους, καλλιεργώντας τα λιγοστά στρέμματα κάμπου που τους αναλογούν, σπέρνοντας σιτηρά, καλαμπόκια και τριφύλλια, και βοσκώντας κάποιοι άλλοι τα κοπάδια αιγοπροβάτων και βοοειδών στα γύρω ορεινά.
Στο χωριό, όπου τρέχουν πολλά νερά λόγω των πλούσιων ορεινών πηγών, υπάρχουν δημόσιες κοινόχρηστες τσέσμες (βρύσες) σε κάθε μαχαλά και οι νοικοκυραίοι εξυπηρετούνται από αυτές.
Την εποχή εκείνη λειτουργούσαν πολλοί νερόμυλοι, σύμφωνα με τις πηγές επτά, τις οποίες κινούσε ο κεντρικός ποταμός, ο οποίος δημιουργούνταν από την συμβολή τριών μικρότερων στα βόρεια, που διέρρεε κάθετα το χωριό. Κύριο αντικείμενο των μύλων ήταν το άλεσμα σταριού και καλαμποκιού, όπου οι κάτοικοι πήγαιναν την παραγωγή τους και για αμοιβή έδιναν στους μυλωνάδες, είτε λίρες οι έχοντες, είτε αλεύρι, είτε κάποιο άλλο αγαθό που διέθεταν.
Στην άκρια λοιπόν του χωριού, βόρεια, στην περιοχή όπου σήμερα ονομάζεται "Φράγμα", λίγο πάνω από την πρώτη γέφυρα της "Μπιτσκίας", βρισκόταν ο νερόμυλος του Ντεντο Μήτρε (Δημήτρης Νάνος). Εξαιτίας της μακρινής απόστασης και της δυσκολίας πρόσβασης των κατοίκων κι επειδή υπήρχαν πολλοί πιο προσιτοί νερόμυλοι, οι κάτοικοι προτιμούσαν τους κοντινότερους, ο συγκεκριμένος μύλος υπολειτουργούσε.
Εδώ έρχεται η εμβληματική μορφή, ενός πολυμήχανου, ταλαντούχου Προμαχιώτη, του Σωτήρ Γκόγκουφ (Σωτήρης Νάνος), γεννημένος το 1920, ο οποίος με το ανήσυχο πνεύμα του και το εφευρετικό του νου, έμελλε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας την μικροκοινωνίας των Προμάχων.
Αφού μελέτησε με σπουδή την κατάσταση, αποφάσισε και πρότεινε στον Ντέντο Μήτρε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο:
Την μετατροπή του νερόμυλου σε υδροηλεκτρική μονάδα, εκμεταλλευόμενοι την δύναμη των πλούσιων υδάτινων αποθεμάτων.
Οπλισμένοι με όνειρα και ελπίδα, οι δυο τότε νέοι, αφού συνεταιρίστηκαν με κάποιον άλλον χωριανό, ονόματι Μάστορα, ήρθαν σε επαφή με τον παππού Ισμυρλή από την Αριδαία, ο οποίος διέθετε χρήματα και εμπορικές επαφές, και ξεκίνησαν το εγχείρημα.
Μετά από πολλές επαφές, ήρθε ειδικό συνεργείο από την Θεσσαλονίκη, τοποθέτησε τα απαραίτητα μηχανήματα και φύτεψε κολώνες μεταφοράς του ρεύματος από την περιοχή του μύλου μέχρι την πλατεία περίπου του χωριού. Από εκεί, με χοντρά καλώδια τοίχο-τοίχο, διαμοιράστηκε το δίκτυο σε όλους τους φτωχικούς οικισμούς.
Η αυθεντική προπέλα του μύλου

Η τουρμπίνα ήταν πλέον έτοιμη, όμως οι απαιτήσεις για να εκκινήσει ήταν μεγάλες κι έτσι οι τρεις συνέταιροι έπρεπε να κινηθούν δυναμικά. Το νερό του ποταμού "Μπίγκορ" που κατέβαινε από το "Μπέο Κάμιν" (Άσπρη πέτρα) δεν επαρκούσε και αναγκάστηκαν να δουλέψουν σκληρά, εκτρέποντας τα νερά του ποταμού "Αλαπούτ" από την σημερινή περιοχή της δεύτερης γέφυρας. Κατά μήκος λοιπόν του τότε συμμαχικού δρόμου, καταβάλλοντας σκληρή δουλειά και κόπο, κατασκεύασαν αύλακα, οδηγώντας το απαραίτητο νερό ώστε να συνδράμει στην ομαλή λειτουργία του υδροηλεκτρικού.
Κάθε σπιτικό δικαιούταν δυο λάμπες πυρακτώσεως, συνήθως η μία στο μεγάλο κοινόχρηστο δώμα της οικογένειας και η άλλη στον στάβλο που υπήρχε κάτω από την πουλάτα(χαγιάτι), για να φροντίζουν όποτε χρειάζονταν τα ζωντανά.
Έτσι, μετά από όλες τις εξειδικευμένες εργασίες που έγιναν, το πρώτο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της Αλμωπίας, ξεκίνησε την λειτουργία του, φέρνοντας τον πολιτισμό και την ευκολία για πιο άνετη ζωή στους φιλότιμους κατοίκους.
Διακόπτης και ασφάλεια της εποχής
Όταν δε υπήρχε μεγάλη ζήτηση σε ρεύμα, επειδή οι περισσότεροι καταναλωτές άνοιγαν τους διακόπτες το σούρουπο, η τουρμπίνα γονάτιζε και χρειαζόταν πολλές φορές οι τρεις χειριστές, να σπρώχνουν με τα χέρια τους την τεράστια προπέλα ώστε να πάρει τις απαραίτητες στροφές και να μην τρεμοπαίζει το δίκτυο.
Η σπουδαιότητα και η πρωτοποριακή σημασία του εγχειρήματος υπήρξε μεγάλη, αφού η δημιουργία του υδροηλεκτρικού των Προμάχων ήταν μοναδική στην επαρχία μας, και εκμεταλλευόμενο την κινητική δύναμη των πλούσιων υδάτινων πόρων, υποβοηθούσε σε μια ομαλή ζωή των κατοίκων. Μάλιστα στην πρωτεύουσα Αριδαία λειτουργούσαν κάποιοι υποτυπώδεις ηλεκτρικοί σταθμοί κινούμενοι με πετρέλαιο, μέσω ιμάντων, κάποιο σύστημα κίνησης όπως οι πατόζες, όμως ήταν προβληματικό το όλο εγχείρημα και στην ουσία ατελέσφορο. 
Το μικρό, υποτυπώδες εργοστάσιο λειτούργησε αδιάλειπτα 2-3 χρόνια, όμως ο αιματηρός Εμφύλιος που ακολούθησε, έμελλε να αποβεί μοιραίος και για το μικρό τεχνολογικό κόσμημα του χωριού.
Την εποχή εκείνη, κάθε βράδυ υπήρχε φύλακας στον μύλο, συνήθως οι τρεις συνέταιροι εναλλάξ, προς αποφυγήν κλοπών, η για το άλεσμα σταριού.
Μια ημέρα λοιπόν, οι αντάρτες που πολιορκούσαν το χωριό από τα γύρω ορεινά, διεμήνυσαν στους ιδιοκτήτες, να μην βρεθεί κανένας το συγκεκριμένο βράδυ, γιατί θα γίνει κακό.
Έτσι, πειθαρχώντας στην προειδοποίηση, δεν πήγε κανείς εκείνο το βράδυ και το υδροηλεκτρικό εργοστάσιο τινάχτηκε από ομοβροντίες όλμων που εξαπέλυσαν οι αντάρτες από τους γύρω λόφους, κατεδαφίζοντάς το συθέμελα.
Σκοπός του βομβαρδισμού ήταν να βυθίσουν το χωριό στο σκοτάδι, ώστε να μπουν μέσα και να το καταλάβουν, όμως η αντίσταση των κατοίκων ήταν σθεναρή και γενναία κι έτσι οι προσπάθειες των ανταρτών έπεσαν στο κενό.
Σήμερα δεν υπάρχει ίχνος από τον Γκρεμισμένο Μύλο (Τουριένα Βουντινίτσα), μιας και στο σημείο όπου υπήρχαν τα ερείπιά του, χτίστηκε φράγμα από το τοπικό Δασαρχείο. Κάποια μηχανικά εξαρτήματα μόνο, βρίσκονται σε αποθήκες των απογόνων του παππού Σωτήρη, να θυμίζουν τον πολυμήχανο και ταλαντούχο Προμαχιώτη.
Μένει όμως η θρυλική ιστορία του πρώτου υδροηλεκτρικού της Καρατζόβας και η αδιαμφισβήτητη Άγια δωρεά του Δημιουργού, που χάρισε απλόχερα τόσα φυσικά πλεονεκτήματα στον τόπο μας, τα οποία περιμένουν τον αντίστοιχο σύγχρονο Ντεντο Σωτήρ, τον πρώτο ηλεκτρολόγο των Προμάχων,  να τα ενσαρκώσει σε ποικίλα αγαθά για την βελτίωση της καθημερινής ζωής των κατοίκων. 
Κατά την άποψή μου, τα πλούσια υδάτινα αποθέματα θα έπρεπε να γίνουν μοχλός ανάπτυξης για την τοπική κοινωνία προς όφελός της ίδιας κι όχι να χαριστούν σε κάποιους ιδιώτες επιχειρηματίες, που άγνωστο πως, έλαβαν συγκεκριμένες άδειες εκμετάλλευσης των ποταμών και να ιδιοποιούνται τα κέρδη, καταβάλλοντας ελάχιστο τίμημα.



Όταν οι Προμαχιώτες "έδειραν" το Νομάρχη.



Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 60’, τον Ιανουάριο του 1962, όπου η χώρα προσπαθεί να ορθοποδήσει από τις μαύρες εποχές των πολέμων, εθνικών και εμφυλίων.
Οι Προμαχιώτες, έχοντας πληρώσει βαρύ τίμημα στον βωμό της θυσίας, για την Ελευθερία, αγωνίζονται με τα πενιχρά μέσα που διαθέτουν, να αναστηλωθούν και να επιβιώσουν.
Ασχολούμενοι κυρίως με τη κτηνοτροφία και την καλλιέργεια λιγοστών και κακοτράχαλων στρεμμάτων γης, αγωνίζονται να θρέψουν την οικογένεια και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
Ώσπου, έσκασε η πληροφορία ότι η τότε κυβέρνηση αποφάσισε να πάρει ένα μεγάλο τμήμα του δυτικού οροπεδίου, που εκτείνεται από την περιοχή Γκαρμάντες μέχρι το όρος Πέτερνικ και να το μοιράσει σε ακτήμονες πολίτες γειτονικών χωριών.
Τα μικρά κλιμακωτά χωραφάκια τα οποία βρίσκονται εκεί, θεωρούνταν από το κράτος ως «ανταλλάξιμα», όμως οι κάτοικοι τα θεωρούσαν δικά τους, ιερή κληρονομιά από τους προπάππους τους, πολλοί εκ των οποίων έχυσαν ακόμη και το αίμα τους στις πέτρες εκείνες, πολεμώντας σαν λιοντάρια τον εκάστοτε εχθρό. Τίτλοι ιδιοκτησίας και διάφορα άλλα κιτάπια, δεν υπήρχαν μιας και η οργάνωση του κράτους ήταν τριτοκοσμική.
Έτσι λοιπόν, νιώθοντας ότι τους κλέβουν τα ιερά και τα όσια με την απόφαση αυτή, οι Προμαχιώτες αφού οργανώθηκαν, αποφάσισαν να δράσουν δυναμικά, υπερασπίζοντας τα δικαιώματά τους.
Ένα πρωινό λοιπόν του Γενάρη του 1962, 18 του μηνός Αγίου Αθανασίου, αφού μαζεύτηκε όλο το χωριό, άντρες, γυναίκες και παιδιά στον χώρο του Σχολείου, ξεκίνησαν τη διαμαρτυρία τους.
Τις ημέρες εκείνες, πραγματοποιούνταν κάποιο επισιτιστικό κρατικό πρόγραμμα, όπου μοιράζονταν πρωινό ρόφημα, έχυσαν όλες τις κατσαρόλες με το βρασμένο γάλα, πήγαν στα γραφεία της Κοινότητας κι εξόρισαν από εκεί τον πρόεδρο, τον γραμματέα και τον κλητήρα.
Από εκεί, αφού εξοπλίστηκαν με μαύρες σημαίες, κίνησαν για τα γεωγραφικά όρια της κοινότητας, στην περιοχή Γέφυρα Σουσίτσας, όπου την διέρρεε ο ομώνυμος ξεροπόταμος.
Μπροστά τα γυναικόπαιδα, πίσω οι μεγαλύτεροι άντρες, μπλόκαραν την κίνηση και διαδηλώνοντας τα δίκαιά τους, απαιτούσαν να μην εφαρμοστεί η εξουθενωτική, για το μέλλον του χωριού, απόφαση.
Τα νέα διαδόθηκαν ταυτόχρονα σε όλο το νομό και μετά από λίγες ώρες, στον τόπο έφτασε ισχυρή αστυνομική δύναμη καθώς και ο ίδιος ο Νομάρχης, που τα χρόνια εκείνα ήταν ο απόλυτος άρχοντας της περιοχής ευθύνης του.(Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια, εκείνη την περίοδο νομάρχης ήταν ο Χρήστος Δέπας.) .
Τα αίματα δεν άργησαν να ανάψουν και κάποιοι θερμόαιμοι, όρμηξαν κατά του νομάρχη και τον ξυλοκόπησαν, αναγκάζοντας όλη την ακολουθία του να αποχωρήσει.
Τις επόμενες ημέρες, αφού τα γεγονότα διαδόθηκαν παντού, ήρθαν χωροφύλακες στο χωριό και συνέλαβαν δυο υπόπτους για τα επεισόδια και με συνοπτικές διαδικασίες τους προσήγαγαν σε δίκη, όπου και καταδικάστηκαν παραδειγματικά με έξι μήνες φυλάκιση.
Έξι μήνες τους οποίους εξέτισαν μέχρι τελευταίας ώρας.
Η άδικη απόφαση, περί αφαίρεσης των χωραφιών από τους Προμαχιώτες, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και οι κάτοικοι, παρόλο που ακόμη και σήμερα ζουν σε καθεστώς γκρίζο, όσον αφορά τα ιδιοκτησιακά, αισθάνονται ότι έπραξαν το καθήκον τους, υπερασπιζόμενοι την πατρογονική γη, που παρέλαβαν από τους πατεράδες τους.
Μια γη μαρτυρική, που όποια πέτρα και να σηκώσει κανείς, θα βρει ιδρώτα και αίμα.

Παράδοση...





ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Πρώτα σκιρτήματα στην ετοιμόγεννή σου κοιλιά
Ακούγοντάς σε να τραγουδάς, Μακεδόνισσα μάνα
Κάποιος ζουρνάς στα αυτάκια μου ηχούσε, υπόκωφα
Σκοποί ορεινοί, ομοβροντία νταουλιών, τρανός σκοπός.

Τον ελεύθερο Μακεδονικό αέρα στα σπλάχνα μου, ανέπνευσα
Την ίριδα των ματιών μου ο χρυσάκτινος ήλιος  καλωσόρισε
Γιαγιάδες τσεμπεροφορεμένες με μύρωσαν, χαρές, ευχές
Αλέξανδρο με ονόμασαν, βοούν οι «Τούμπες», θριαμβευτικά.

Τα πρώτα βήματα «Μπαϊτούσκα» αέναος στροβιλισμός
Παππούς, πατέρας, οδηγοί, υπερήφανο μονοπάτι
Και του σχολειού η φορεσιά, καμάρι, αέρινοι βηματισμοί
Χάλκινες νότες, σύγκορμο ρίγος, αδειάζει η ψυχή, το Νου γαλουχεί.

Καμβάς αισθημάτων, χαρά, λύπη, καημός
Ιδρώτας και πάθος, της πίστας εξομολόγηση
Βήμα βαρύ, σθεναρό, περήφανο, λυτρωτικό
Στων προγόνων τα λιθόστρωτα σοκάκια αναχώρηση.

Στο πλήρωμα του χρόνου, ιερή επανάληψη
Παράδοση αξιών, απογόνων σκυτάλη
Άξιοι συνεχιστές, εθνικοί υπερασπιστές
«ΟΧΙ», «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ», «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»

Μάτια χιλιάδες πάνω σου, θωριά θαρρετή, επιβλητική
Σπαρταράει το «είναι» βαθιά, ανταριάζει η γη
Τα λάβαρα ψηλά, ιαχές δονούν τα βουνά
Χείμαρρος, στο «Μακεδονία ξακουστή» 

Οι ιστορικοί ράφτες των Προμάχων.


Έχοντας πληρώσει βαρύ τίμημα, τόσο σε έμψυχο όσο και σε άψυχο υλικό κατά τη διάρκεια των μεγάλων πολέμων και του εμφυλίου, οι κάτοικοι των Προμάχων, απαρνούμενοι να εγκαταλείψουν τα πατρώα εδάφη, έσκυψαν το κεφάλι, έβαλαν μπροστά τα στήθη τους και αγωνίζονταν να ορθοποδήσουν στον ρημαγμένο ιστορικό τόπο τους.
Έτσι, δείχνοντας καρτερικότητα, υπομονή και πολύ μόχθο, αγωνίζονταν να επιβιώσουν στις νέες μεταπολεμικές εποχές που διαφαίνονταν τις δεκαετίες 50', 60' και 70'.
Με τις υποδομές να είναι σχεδόν ανύπαρκτες και τον "πολιτισμό" να αργεί να έρθει από το κέντρο στην εσχατιά της πατρίδας, δημιουργήθηκε ένα εσωτερικό αναπτυξιακό κίνημα, με την λειτουργία υποτυπωδών παντοπωλείων, καφενείων, σιδηρουργείων, νερόμυλων και φούρνων, επιδιώκοντας να καλύψει τις άμεσες ανάγκες του πληθυσμού.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 άρχισαν να ξεπηδούν οι περίφημοι ράφτες, θέλοντας έτσι να καλύψουν την ανάγκη του πολυπληθούς οικισμού για ένδυση, μιας και υπήρχε έλλειψη τέτοιων ειδών ακόμη και στην πρωτεύουσα της επαρχίας, Αρδέα.
Τα ραφεία, ήταν κάποιες μεγάλες σάλες στο ισόγειο των σπιτιών, είχαν πολλά ράφια γεμάτα με τα απαραίτητα τόπια κάθε λογής υφασμάτων, έναν μεγάλο πάγκο με ένα σωρό εργαλεία κοπής και ραφής, ψαλίδια, πλαστικές μεζούρες, πατρόν, το ατμοσίδερο και φυσικά το χαρακτηριστικό σαπουνάκι, που οι μόδιστροι σχεδίαζαν πάνω στο ύφασμα τις δημιουργίες τους.

Και βέβαια, οι επικές ραπτομηχανές "Singer", οι πρώτες εκ των οποίων ήταν ποδοκίνητες, ενώ με το πέρασμα των ετών αντικαταστάθηκαν από τις αυτοκινούμενες ηλεκτρικές.
Οι ράφτες, άλλοι αυτοδίδακτοι κι άλλοι σπουδαγμένοι στο αντικείμενο, σε κρατικά ιδρύματα, αποτελούσαν κεντρικά πρόσωπα ειδικά τις περιόδους παραμονών των μεγάλων εορτών, Πάσχα, Χριστούγεννα, Παναγίας και Αγίου Δημητρίου, αφού όλη η οικογένεια ήθελε να προμηθευτεί το γιορτινό της ντύσιμο. Τις ημέρες εκείνες, στα ραφεία δημιουργούνταν συνωστισμός και οι υπομονετικοί μόδιστροι πάσχιζαν να ικανοποιήσουν όλη τη φούρια των ημερών, δουλεύοντας νυχθημερόν να προλάβουν. Πρόβες, μετρήσεις, ράβε ξήλωνε, μέχρι την τελευταία ώρα, ώστε ο πελάτης να βγει όσο το δυνατόν κομψότερος. Φυσικά, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, η πληρωμή για το κουστούμι, θα γίνονταν μετά από καιρό, όταν πληρωνόντουσαν οι κάτοικοι ή από τα καπνά ή από τα πριμ των παραγωγών τους.
Παράλληλα με τους άντρες ράφτες, δραστηριοποιούνταν και γυναίκες μοδίστρες, οι οποίες, αφού σπούδαζαν το αντικείμενο στο "Σπίτι του Παιδιού" καθοδηγούμενες από έμπειρες δασκάλες, φρόντιζαν να καλλωπίζουν κυρίως τον γυναικείο πληθυσμό μιας και αυτός είναι απαιτητικότερος και επιβάλλονταν φαντασία, γούστο και προσήλωση στα προστάγματα της μόδας της εποχής.
Από την έρευνα που πραγματοποιήσαμε, ανακαλύψαμε τα ονόματα των πρώτων ραφτάδων τα οποία και παραθέτουμε παρακάτω.
Από τους πρώτους και πιο ονομαστούς, ήταν ο Ιωάννης Γιώργου(Νέστωρα) με τον γιο του Πέτρο, ο Κωνσταντινίδης Πέτρος και ο Γιώργος Νάνος.
Αργότερα, αναδύθηκε η νεώτερη γενιά με τους Αλέκο Πουσίνη, Δημήτρη Τούλιο, Δημήτρη Ανδρούτσο και Δημήτρη Πουσίνη.
Από γυναικεία ονόματα, υπήρχαν πολλά, μιας και σε κάθε γειτονιά ξεπηδούσε και μια νέα μοδίστρα, προσδίδοντας το δικό της λιθαράκι στο λάιβ στάιλ της τοπικής μας κοινωνίας.
Το επάγγελμα άρχισε να φθίνει στις αρχές της δεκαετίας του 80', όταν οι "Νεωτερισμοί" και τα "Έτοιμα ενδύματα" κατέκλυσαν την αγορά, δίνοντας ευκολότερες, φθηνότερες κι εναλλακτικότερες λύσεις στον κόσμο, με αποτέλεσμα ή να εξαφανιστεί ή να μετατραπεί σε βιοτεχνία φασόν.
Όμως, κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει και να αμφισβητήσει την προσφορά αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι έδωσαν το στίγμα τους στην πορεία των ετών της τοπικής μας κοινωνίας. 

Υ.Γ. Στα σχόλια, μπορείτε να σημειώσετε, όποιοι επιθυμείτε, τα ονόματα των γυναικών-μοδίστρων.

Τα φίδια στους Προμάχους: Λαϊκές διηγήσεις.


Υπάρχουν αρκετές ιστορίες, που κυκλοφορούν κατά καιρούς στο χωριό των Προμάχων, σχετικά με διάφορα φίδια, μικρά και μεγάλα. Ορισμένες από αυτές αγγίζουν τα όρια του μύθου και άλλες είναι πραγματικές.

ΛΙΤΟΥΣΚΑ: Το Ιπτάμενο Φίδι!

Πριν χρόνια κάποιος ξυλοκόπος του χωριού, πήγε με το μουλάρι του στην περιοχή ΣΛΙΣΚΕΣ, για να κόψει με το τσεκούρι του λίγα ξύλα και να τα κουβαλήσει στο σπίτι του.

Μη προσέχοντας και πολύ, μπήκε σε μια πυκνόφυτη περιοχή γεμάτη χόρτα και πουρνάρια.

Εκεί που ξύλευε αμέριμνος, παρατηρεί με την άκρη του ματιού του ένα μικρό ιπτάμενο αντικείμενο να έρχεται κατευθείαν επάνω του σφυρίζοντας. Σκύβει, αντιδρώντας αντανακλαστικά και το αποφεύγει. Σηκώνοντας το βλέμμα του, συνειδητοποιεί, ότι το αντικείμενο αυτό ήταν ένα μικρού μεγέθους φίδι, άκρως επικίνδυνο, αυτό που στην περιοχή μας το ονομάζουν «λιτούσκα» (φίδι που πετάει). Τα φίδια αυτά είναι γνωστά για την ικανότητά τους στο άλμα και στην δεξιοτεχνία τους να πετούν από κλαδί σε κλαδί. Είναι μάλιστα πολύ επικίνδυνα όταν νιώσουν ότι απειλούνται, και επιτίθενται στον εχθρό τους αψηφώντας τον κίνδυνο.

Ο άμοιρος ξυλοκόπος, γνωρίζοντας τον κίνδυνο, που διατρέχει, παράτησε το τσεκούρι του και το έβαλε στα πόδια. Το φίδι τον κυνήγησε για αρκετά μέτρα, πετώντας από κλαδί σε κλαδί και σταμάτησε, μόνο όταν ο ξυλοκόπος βγήκε σε ανοιχτωσιά, όπου δεν υπήρχαν δέντρα. Ο δε ξυλοκόπος ακόμη τρέχει μη μπορώντας να ξεπεράσει το σοκ του κινδύνου…


ΤΑΛΑΣΑΜ: Το ανακόντα του Αγίου Ιλαρίωνα


Ταλασαμ

Ο Θρύλος του Αγίου Ιλαρίωνα: Η Μονή του Αγίου Ιλαρίωνα στους Προμάχους συνδέεται με μια λαϊκή αφήγηση για την ίδρυσή της. Λέγεται ότι όταν οι κάτοικοι του χωριού, φοβισμένοι από τις τουρκικές αγριότητες, αρνήθηκαν να δεχθούν τους μοναχούς κοντά τους, ο τότε ηγούμενος παρακάλεσε τον Θεό να στείλει φίδια γύρω από το μετόχι.

Το Τάλασαμ: Στην ευρύτερη περιοχή της Αλμωπίας, ο όρος «Τάλασαμ» αναφέρεται στο μυθικό «στοιχειό» ή φύλακα-φίδι του σπιτιού ή ενός ιερού τόπου. Θεωρείται προστάτης και η εμφάνισή του συνδέεται συχνά με σημάδια ή προειδοποιήσεις, ενώ η παράδοση υπαγορεύει να μην το πειράζει κανείς.

Είναι γνωστή στους περισσότερους κατοίκους, η ιστορία περί ύπαρξης ενός μυθικού και τεράστιου φιδιού στην περιοχή του μοναστηριού του Αγίου Ιλαρίωνα. Η ιστορία περνάει από στόμα σε στόμα με το πέρασμα των γενεών και οι περισσότεροι κάτοικοι είναι πεπεισμένοι για την ύπαρξή του.

Πρόκειται, όπως λένε, για ένα τεράστιο ερπετό μήκους άνω των 5 μέτρων και πολύ παχύ, όμοιο με αυτά που προβάλλουν τα κανάλια στις εκπομπές για τα ανακόντα.

Το κεφάλι του είναι χοντρό και υπάρχουν δυο κέρατα. Όσοι ισχυρίζονται ότι το έχουν δει, αναφέρουν εκτός από την τρομακτική του όψη, και τον δυνατό θόρυβο που κάνει, κάτι σαν φύσημα-σφύριγμα.

Η λαογραφία και η παράδοση του τόπου μας, χαρακτηρίζει το Ταλασάμ, σαν τον φύλακα του μοναστηριού και υπερασπιστή της περιοχής από τους ξένους εχθρούς.

Μάλιστα κυκλοφορεί χρόνια τώρα η φήμη, ότι το γιγάντιο φίδι ζει επί δεκάδες χρόνια στην περιοχή και ο αντικειμενικός του σκοπός είναι η φύλαξη του αμύθητου θησαυρού, που βρίσκεται θαμμένος στα έγκατα της περιοχής. Πριν από δέκα περίπου χρόνια μάλιστα, κυκλοφορούσε μια φωτογραφία, στην οποία απεικονίζονταν το συγκεκριμένο φίδι. Ήταν κουλουριασμένο στα ντερέκια (μεγάλα ξύλινα καδρόνια) της σκεπής, στο παλιό οίκημα του μοναστηριού, δίπλα από το κρυφό σχολειό. Μύθος ή πραγματικότητα, το ταλασάμ αποτελεί κομμάτι της λαογραφίας μας και συνεχίζει την παράδοση τόσων γενεών.

Το οικόσιτο φίδι

Πριν από τριάντα χρόνια, ζούσε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στις δυτικές γειτονιές του χωριού. Ήταν απλοί άνθρωποι συνταξιούχοι και ζούσαν ήρεμα και αγαπημένα. Για να περνάει ευχάριστα ο χρόνος τους, είχαν ένα μικρό κτηματάκι λίγο έξω από το χωριό, όπου καλλιεργούσαν διάφορα λαχανικά, όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι. Σε μια γωνιά του κήπου, υπήρχε μια μικρή καλύβα, την οποία την φρόντιζαν και την καθάριζαν σαν το σπίτι τους. Μάλιστα αρκετές βραδιές έμεναν εκεί και κοιμόντουσαν.

Σε μια άκρη του πετρόχτιστου ντουβαριού της καλύβας, λίγο πάνω από το αυτοσχέδιο κρεβάτι τους, υπήρχε μια καμάρα (μια εσοχή στο ντουβάρι) όπου έβαζαν διάφορα εργαλεία.

Κάποιο πρωί λοιπόν, ξυπνώντας οι δυο ηλικιωμένοι και ετοιμάζοντας το πρωινό τους, φρεσκοαρμεγμένο γάλα από την κατσίκα, παρατήρησαν έντρομοι μέσα στην κάμαρα να είναι κουλουριασμένο ένα τεράστιο φίδι και να τους κοιτάζει νωχελικά.

Ξεπερνώντας το πρώτο ξάφνιασμα και την τρομάρα τους, οι δυο ηλικιωμένοι σκέφτονταν τρόπους για να διώξουν το μεγαλόσωμο ερπετό. Ήταν αγνοί άνθρωποι και σε καμιά περίπτωση δεν ήθελαν να το σκοτώσουν. Ξέροντας ότι τα φίδια τρελαίνονται για το γάλα, έβαλαν σε μια μικρή κατσαρόλα λίγο από το πρωινό τους και το τοποθέτησαν καταγής κοντά στην καμάρα. Κατόπιν σιγά σιγά απομακρύνθηκαν προς τη πόρτα της καλύβας, κοιτάζοντας πώς θα αντιδράσει το φίδι. Περίμεναν υπομονετικά λίγα λεπτά και ξαφνικά βλέπουν το τεράστιο φίδι να κινείται επιφυλακτικά και να ξετυλίγεται κινούμενο προς το γάλα. Αφού ήπιε το γάλα, το καστανοπράσινο ερπετό έκανε μεταβολή και επέστρεψε στην καμάρα του.

Οι δυο άκακοι ηλικιωμένοι αποφάσισαν να το αφήσουν εκεί και επέστρεψαν, μετά τις εργασίες τους, στο σπίτι, στο χωριό.

Την επόμενη ημέρα περίεργοι και οι δυο για το τι απέγινε το φίδι, πήγαν νωρίς το πρωί στην καλύβα και το βρήκαν στην θέση, που το άφησαν.

Η ίδια διαδικασία και πάλι, με το γάλα και το τάισμα του φιδιού επαναλήφθηκε και τα τρία πλάσματα της φύσης, ξεκίνησαν μια αρμονική συνύπαρξη, η οποία κράτησε για αρκετά χρόνια. Μάλιστα οι δυο ηλικιωμένοι ξεπέρασαν τις αρχικές τους αναστολές και συνέχισαν να κοιμούνται στην καλύβα, παρουσία του φιδιού.

Ο θρύλος του "Ντίβου Ντέτε" των Προμάχων.



Μέσα από την πληθώρα των λαϊκών μύθων και δοξασιών στους Προμάχους, ξεχωρίζει και αυτός του "ντίβου ντέτε" (άγριο παιδί).

Ερευνήσαμε το θέμα, ρωτήσαμε αρκετούς ηλικιωμένους κυρίως κατοίκους και σας παρουσιάζουμε την ιστορία, η οποία χάνεται στα βάθη των χρόνων.
Πριν από πάρα πολλά χρόνια, ζούσε στο χωριό ένας ιδιότροπος και σέρτικος άνθρωπος, έχοντας πρόβατα και μουλάρια, δουλεύοντας στο βουνό και στο μαντρί του.
Είχε λοιπόν υπό την προστασία του ένα μικρό παιδί, ένα ψυχοπαίδι, το οποίο του έκανε διάφορα θελήματα και δουλειές και σε αντάλλαγμα ο αυστηρός άνδρας του πρόσφερε στέγη και τροφή.
Μια μέρα, όταν ήταν η εποχή του κουρέματος των προβάτων, οι δυο τους ασχολούνταν με την καταμέτρηση, το κούρεμα και την τακτοποίηση του μαλλιού. Η όλη εργασία γινόταν στο μαντρί, στους πρόποδες του βουνού. Απασχολημένοι όπως ήταν και οι δυο τους, δεν αντιλήφθηκαν, ότι τα μουλάρια, που ήταν παραδίπλα, βρήκαν διέξοδο και έφυγαν στο βουνό.
Σε κάποια στιγμή ο μεγάλος άντρας αντιλαμβάνεται την απουσία των μουλαριών και βρίζοντας και πετώντας τα ψαλίδια, δίνει εντολή στο μικρό ψυχοπαίδι να πάει γρήγορα στο βουνό, να βρει το κοπάδι των μουλαριών και να τα οδηγήσει πίσω στον περιφραγμένο χώρο, όπου σταβλίζονταν. Του είπε μάλιστα με έντονο ύφος, πως αν δεν τα βρει, να μη γυρίσει πίσω.
Ταραγμένο το μικρό παιδί, παίρνει ένα κομμάτι ψωμί και λίγο νερό στον τουρβά του και αναχωρεί για το βουνό, με την ελπίδα να βρει τα χαμένα ζώα.
Ακολούθησε το γνωστό μονοπάτι, που συνήθως έπαιρναν τα μουλάρια και σε λίγη ώρα έφτασε στο πυκνόφυτο δάσος. Περιπλανιόταν με τις ώρες, αλλά για κακή του τύχη, δεν είχε αποτέλεσμα.
Ο ήλιος κρύφτηκε και μετά από λίγο, το πυκνό σκοτάδι σκέπασε τα πάντα, προκαλώντας στον μικρό φόβο και απογοήτευση.
Φοβόταν το ξύλο, που θα έτρωγε από το βίαιο αφεντικό του.
Απελπισμένος λοιπόν από τις άτυχες έρευνες του, σήκωσε τα μάτια του ψηλά στο θεό και προσευχήθηκε να τον μεταμορφώσει σε πουλί, για να μη μπορεί κανείς να του κάνει κακό.
Έτσι κι έγινε, ο θεός τον άκουσε και τον μεταμόρφωσε σε ένα μικρό πουλί με μεγάλο κεφάλι, που είχε σχεδόν ανθρώπινα χαρακτηριστικά.
Κι έτσι το μικρό ψυχοπαίδι, γλίτωσε το ξύλο από το αφεντικό του και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να περιφέρεται στο δάσος κάνοντας έναν ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό ήχο, φωνάζοντας τα χαμένα μουλάρια.
Αρκετοί ηλικιωμένοι ισχυρίζονται ότι έχουν δει το "ντίβου ντέτε" συνήθως τα απογεύματα και πάντα κοντά σε κοπάδια μουλαριών.
Μάλιστα στην λαογραφία μας έχει περάσει το "ντίβου ντέτε" σαν μπαμπούλας και πολλές μαμάδες τρομάζουν και απειλούν τα μικρά παιδιά, για να παραμένουν φρόνιμα.
Αυτός είναι ο θρύλος του "ντίβου ντέτε" τον οποίο καταγράφουμε για να μη ξεχαστεί και να μη χαθεί στους δύσκολους και παγκοσμιοποιημένους καιρούς που διέρχεται ο τόπος μας. 

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Το πανηγύρι της Παναγίας στο Γαρέφι Αλμωπίας.


Κάθε καλοκαίρι εδώ και δεκαετίες, δέσποζε στην Αλμωπία το πανηγύρι της Παναγίας, που γινόταν στο πανέμορφο και γραφικό χωριό του Γαρεφείου.

Το πανηγύρι γινόταν την επόμενη του δεκαπενταύγουστου και το μικρό χωριό έσφυζε από πλήθος επισκεπτών, που συνέρρεαν από τα γύρω κυρίως χωριά.
Οι περισσότεροι ασφαλώς επισκέπτες προέρχονταν από το γειτονικό και αδερφό χωριό των Προμάχων, που κατά παρέες κατέκλυζαν από νωρίς το Γαρέφι μιας και οι περισσότεροι είχαν συγγενικά και φιλικά πρόσωπα και με την ευκαιρία της μεγάλης γιορτής της Παναγίας, έβρισκαν πρόσχημα για μια διασκεδαστική ημέρα.
Τα παλιότερα χρόνια, τις δεκαετίες του 60 και του 70 οι Προμαχιώτες μη έχοντας και πολλές ευκαιρίες για διασκέδαση πήγαιναν στο πανηγύρι από νωρίς το απόγευμα με ό,τι μέσο έβρισκαν, συνήθως μουλάρια, και πολλοί ήταν που πήγαιναν και με τα πόδια. Χαρακτηριστικό της εποχής ήταν, ότι πάντα για την ημέρα της Παναγίας όλοι  φρόντιζαν να αγοράσουν καινούρια ρούχα, τα οποία θα πρωτοφορούσαν στο πανηγύρι του Γαρεφείου. Βέβαια μετά από την πολύωρη πεζοπορία στον χωμάτινο δρόμο, που συνέδεε τα δυο χωριά, οι περισσότεροι έφταναν στο Γαρέφι κατασκονισμένοι, αλλά με δυο τρία τινάγματα τα ρούχα τους επανέρχονταν στην αρχική τους κατάσταση.
Πολλοί κάτοικοι την ημέρα του πανηγυριού, μεσούσης της καπνοπαραγωγικής περιόδου, φρόντιζαν να μην μαζέψουν πολλή ποσότητα, για να έχουν τον χρόνο τους να ετοιμαστούν και να εκδράμουν στο γειτονικό χωριό.
Είναι αξέχαστες οι εικόνες, που ο δρόμος προς το Γαρέφι να είναι κατάμεστος, από παρέες μικρών και μεγάλων Προμαχιωτών , οι οποίοι τραγουδώντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλον, κατευθύνονταν στον προορισμό τους, το "Τσαρνέσοβο".
Στον χώρο του πανηγυριού δέσποζε η μεγάλη "βόλτα", όπου η νεολαία βημάτιζε από το πάνω Γαρέφι προς το κάτω Γαρέφι. Κεντρικό σημείο αναφοράς και τόπος ραντεβού, ήταν η μεγάλη γέφυρα, που χωρίζει τα δυο γραφικά τμήματα του Γαρεφείου. Στα δυο περίπου χιλιόμετρα της "βόλτας", νέοι και νέες, φορώντας ό,τι  πιο καινούριο υπήρχε στις βιτρίνες, αντάλλασσαν κλεφτές ματιές και πειράγματα, προσπαθώντας να προσελκύσουν το ενδιαφέρον. Πολλοί έρωτες έχουν γεννηθεί σε εκείνα τα δυο χιλιόμετρα της αγάπης.
Εκτός από τις κλασικές καντίνες με τα βραστά λουκάνικα και τα διάφορα εποχικά υπαίθρια μαγαζάκια-πάγκοι, που υπήρχαν, πουλώντας διάφορα παιχνιδάκια για τα παιδιά, το παραδοσιακό "μαλλί της γριάς", υπήρχαν και οι "βάρκες" , αιώρες σε σχήμα βάρκας, που κινούνταν σαν εκκρεμές έχοντας τα μικρά παιδιά μέσα τους να ξεφωνίζουν από χαρά.
Το "βαρύ πυροβολικό" του πανηγυριού ήταν ασφαλώς το μεγάλο γλέντι, που ξεκινούσε νωρίς το βράδυ, όπου και στα δυο τμήματα του άνω και κάτω Γαρεφείου ,  κυριαρχούσαν τα "όργανα" , παραδοσιακές μπάντες της περιοχής παίζοντας τοπικούς ρυθμούς, βάζοντας φωτιά στη διασκέδαση, που κρατούσε μέχρι τις πρωινές ώρες.
Οι φιλόξενοι Γαρεφιώτες, πιστοί στην παράδοση και τα ήθη -έθιμα των προγόνων τους, αγαπώντας και αγκαλιάζοντας τον μακρόβιο αυτόν θεσμό, διοργανώνουν μέχρι και τις μέρες μας το πανηγύρι, με πολύ μεράκι και έχοντας με το μέρος τους την τεχνολογία και τα σύγχρονα μέσα, τον έχουν αναβαθμίσει και κάθε χρόνο παρουσιάζουν όλο και πιο ποιοτικά αποτελέσματα.
Έχοντας σαν κινητήριο μοχλό τον αεικίνητο μορφωτικό σύλλογο του χωριού τον "Κώστα Γαρέφη", μας προσκαλούν κάθε χρόνο, να θυμηθούμε τα παλιά και να δώσουμε κίνητρα στους νέους του χωριού, για να τιμήσουν τον τόπο τους και την πίστη στην Παναγία και την ορθοδοξία.


Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Πρόμαχοι - Μουσική βραδιά 2026. Βίντεο HD.


Δείτε μερικά αποσπάσματα από την εξαιρετική μουσική βραδυά στην πλατεία των Προμάχων σε βίντεο υψηλής ανάλυσης.


Δεκαπενταύγουστος στους Προμάχους του 2026.

Παρουσία πλήθους πιστών, γιόρτασαν οι Πρόμαχοι την εορτή της κοιμήσεως της Παναγίας Θεοτόκου, με πανηγυρική Θεία Λειτουργία στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου και με περιφορά του Επιταφίου πέριξ του Ναού.

Χρόνια πολλά.








































ΔΙΑΔΩΣΤΕ ΤΟ...